Η θεία Ευανθία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη πριν από πέντε χρόνια περίπου. Η θεία μου η Ευανθία είναι η εξηνταπεντάχρονη αδερφή της μάνας μου. Μεγάλα βυζιά και μια τεράστια κωλάρα που μόνο που την έβλεπες, ήθελες να τη γαμήσεις.

Από μικρός είχα τρομερές καύλες και οι μαλακίες που είχα τραβήξει για πάρτη της ήταν άπειρες. Από μικρός πήγαινα στο σπίτι της και τη θυμάμαι να φοράει φουστάνια που τόνιζαν πάρα πολύ τα βυζιά και την κωλάρα της. Πήγαινα λοιπόν κι έπαιρνα μάτι και φτιαχνόμουν αφάνταστα. Όταν επέστρεφα στο σπίτι (μέναμε σχετικά κοντά στην επαρχία), η μαλακία πήγαινε σύννεφο.

Όταν αυτή ήταν πενηντάρα, όταν πήγαινα στο σπίτι της σιγά - σιγά την πλησίαζα και δήθεν τυχαία την ακουμπούσα στον κώλο. Αυτή σίγουρα είχε καταλάβει κάτι, αλλά δεν έλεγε τίποτα, ούτε έδινε σημασία. Μια μέρα λοιπόν, είχα φτιάξει ένα τρελό σενάριο στο μυαλό μου, ότι θα τη χουφτώσω κι αυτή θα το ευχαριστηθεί και θα μου κάτσει.

Δεν είχα πάει με γυναίκα κι ονειρευόμουν ότι η αγαπημένη μου θεία θα μου πάρει την παρθενιά. Πήγα στο σπίτι, με υποδέχτηκε εγκάρδια, όπως πάντα. Σε μια στιγμή λοιπόν που μου γύρισε την πλάτη, της χούφτωσα τον κώλο τόσο δυνατά που τη σήκωσα λιγάκι. Αυτή γυρνώντας ψύχραιμα, μου λέει:

-    «Τι κάνεις ρε;» και με διώχνει από το σπίτι, απειλώντας ότι θα το πει στο θείο και στους δικούς μου.

Εγώ φεύγω τρομοκρατημένος από το φόβο μην το μάθουν. Τελικά δεν είπε τίποτα.

Πέρασαν τα χρόνια, εγώ έφυγα από την πόλη για σπουδές. Όταν επέστρεφα, σπάνια την πετύχαινα στο σπίτι μας να έρχεται επίσκεψη. Μιλούσαμε, όχι όμως τόσο εγκάρδια όπως πρώτα. Έγινε εντωμεταξύ και γιαγιά και φρόντιζε τα εγγόνια της.

Μετά από περίπου δώδεκα χρόνια επέστρεψα στο σπίτι για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Είχα μια σχέση που ήταν σοβαρή και το είχαν μάθει όλοι. Μια μέρα η θεία μας επισκέφτηκε. Την είδα πιο εγκάρδια, εξάλλου είχαν περάσει τόσα χρόνια. Μου είπε να την επισκεφτώ στο σπίτι τους. Αυτό μου ξύπνησε τα παλιά.

Ένα πρωί λοιπόν πηγαίνω στο σπίτι της. Όλα μου θύμιζαν τα παλιά, ακόμα και η θεία με τα φουστάνια που φορούσε. Ήταν ακόμη σκέτη καύλα. Με κέρασε και καθίσαμε. Μου είπε ότι ο θείος ήταν στο χωριό. Με ρώτησε για την κοπελιά μου, της απάντησα και μιλούσαμε γενικά και αόριστα. Μου είπε:

-    «Πάντα να είσαι τυχερός και ευτυχισμένος στη ζωή σου. Είσαι ο αγαπημένος μου ανιψιός. Αν και κάποτε θυμάμαι ότι σου είχα δώσει πάρα πολύ θάρρος...»

-    «Τι εννοείς θεία;»

-    «Μιλάω για τότε που παιδάκι ερχόσουν στο σπίτι μου και με έπιανες, δήθεν τυχαία. Και εκείνη τη μέρα που με έπιασες από πίσω…»

-    «Α, ναι σωστά. Πάντως σ’ ευχαριστώ που δεν είπες τίποτα».

-    «Αλήθεια», μου λέει, «γιατί το έκανες αυτό;»

Τότε κόλλησα, δεν μπορούσα να της απαντήσω.

-    «Με συγχωρείς…» Μου λέει. «Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση».

Της λέω ότι πάω στην τουαλέτα. Τρελάθηκα με αυτό που μου είπε. Είχα ανάψει πάλι όπως τότε. Τι να κάνω; Να της πω ότι τη γούσταρα ή να το αφήσω έτσι; Ήθελα να τη γαμήσω πολύ. Πηγαίνω στο σαλόνι… αυτή έφτιαχνε κάτι πράγματα. Τότε της λέω:

-    «Θεία, σε χούφτωσα τότε, γιατί πολλές φορές ονειρευόμουν ότι θα μπορούσα να σε πηδήξω. Πίστευα ότι εσύ θα μου έπαιρνες την παρθενιά μου».

Η θεία δεν είπε τίποτα. Ξαφνιάστηκε που της μίλησα έτσι. Δεν το περίμενε. Τότε της λέω:

-    «Θεία είσαι το απωθημένο μου. Ακόμα και τώρα ξέρω πως θέλω να σε πηδήξω τρελά!»

Γυρνάει προς την κουζίνα. Πριν προλάβει να πάει προς τα κει, τη βουτάω από πίσω και την αγκαλιάζω.

-    «Τι κάνεις;» μου λέει.

-    «Θα σε γαμήσω ο κόσμος να χαλάσει!»

Της σηκώνω το φουστάνι και της χουφτώνω την κωλάρα. Προσπαθώ να τη φιλήσω. Στην αρχή τραβιέται, αλλά μετά με φιλά με πάθος. Τα χέρια μου πηγαίνουν προς τη μουνάρα της. Έχει αρχίσει να υγραίνει. Τη ρίχνω πάνω στον καναπέ και της βγάζω την κιλότα. Παίζω με το μουνί της… αυτή καυλώνει. Σκύβω και αρχίζω να τη γλύφω. Αρχίζει να ανασαίνει βαριά και σε λίγο βογκά.

Μετά από λίγο μπαίνω από πάνω της και της τον βάζω. Ένα βογκητό ηδονής βγαίνει από τα χείλη της. Τη γαμάω χωρίς προφυλακτικό, έτσι όπως το ονειρευόμουνα. Τη γαμάω πιο γρήγορα. Αυτή μου λέει:

-    «Γάμησέ με πιο δυνατά! Ξέσκισέ με ανιψιέ μου! Άνοιξέ με!!!»

Κι άλλα προστυχόλογα που δεν περίμενα να τα πει.

Το γαμήσι γίνεται ολοένα και πιο σκληρό. Κάποια στιγμή μου λέει ότι χύνει. Μόλις το ακούω, αρχίζω να χύνω κι εγώ στη μουνάρα της. Έχυνα για δύο λεπτά περίπου. Το όνειρό μου είχε πραγματοποιηθεί…!
Μείναμε αγκαλιασμένοι για ένα τέταρτο. Μετά σηκωθήκαμε και πήγαμε να πλυθούμε. Δεν μιλούσαμε μεταξύ μας.. Τι να λέγαμε άλλωστε…;

Όταν βγήκαμε πήγαμε προς την τραπεζαρία. Εκεί δεν ξέρω τι μου ήρθε… την αρπάζω τη στήνω στο τραπέζι και της λέω:

-    «Τώρα θα σου σκίσω την κωλάρα!»

Μου λέει ότι δε θέλει γιατί δεν το έχει ξανακάνει. Της λέω ότι θα το κάνουμε σιγά - σιγά. Παίζω με την κωλότρυπά της. Σιγά - σιγά φτιάχνεται. Αρχίζω να τη γλύφω και βάζω το κεφάλι. Αυτή το ευχαριστιέται. Οι κινήσεις γίνονται πιο ρυθμικές. Το απολαμβάνει…

Μετά από λίγο, και στην ιδέα ότι μπορώ να τη σκίσω, ξεκινάω το σφυροκόπημα. Η καύλα της μετατρέπεται σε πόνο. Είναι σφιχτοκώλα και αρχίζει να πονάει. Το ίδιο κι εγώ. Αυτή βογκάει από πόνο κι εγώ από καύλα. Μου λέει να σταματήσω, αλλά εγώ τίποτα. Μετά από ανελέητο σφυροκόπημα, αφήνω τα χύσια μου μέσα στην κωλάρα της.

Τότε συνειδητοποιώ ότι η θεία έχει ματώσει από πίσω.

-    «Τι μου έκανες;» μου λέει και πηγαίνει στο μπάνιο. «Φύγε γρήγορα από δω!»

Εγώ ντύνομαι και περιμένω να βγει. Μόλις βγήκε τη βλέπω να μην μπορεί να περπατήσει καλά. Την είχα σκίσει για τα καλά. Με αγκαλιάζει και μου λέει ότι το ευχαριστήθηκε όσο τίποτα άλλο. Τη φίλησα κι έφυγα. Από τότε όποτε την επισκέπτομαι. Αν μπορούμε, πηδιόμαστε…