Κική

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Η Κική είναι αδελφή μου. Είναι αυτό που λέμε «ανάφτρα». Από πιτσιρικάς δεν έχανα ευκαιρία να την μπανίζω. Δυστυχώς η μάνα μας (θεούσα και αυστηρή), της έκανε συνέχεια παρατηρήσεις και λίγα ξεφεύγανε από το άγρυπνο μάτι της. Παρόλα αυτά, η Κική έκανε το δικό της (όποτε μπορούσε), προς μεγάλη μου ευχαρίστηση.

Σίγουρα είχε καταλάβει ότι γουστάριζα, γιατί όταν δεν υπήρχε κανείς άλλος μπροστά, καθόταν σταυροπόδι ή με μισάνοιχτα πόδια, αποκαλύπτοντας μου τις μπουτάρες της, κοιτώντας -δήθεν- κάποιο περιοδικό, ή κάνοντας ότι βλέπει τηλεόραση.

Κάθε βράδυ τον έπαιζα για πάρτη της και κάποια στιγμή ήθελα το μάθει. Και βρήκα το τρόπο: Σ' ένα περιοδικό, ανακάλυψα τη φωτογραφία μιας γυμνής γκόμενας που είχε περίπου το σώμα της αδελφής μου. Βρήκα στο οικογενειακό άλμπουμ μια πρόσφατη φωτογραφία της Κικής και μ' ένα ψαλιδάκι έκοψα το περίγραμμα του προσώπου της και το κόλλησα πάνω στο πρόσωπο της φωτογραφίας του περιοδικού. Έσκισα τη σελίδα και την έβαλα ανάμεσα στα φύλλα ενός Άρλεκιν που διάβαζε εκείνες τις μέρες και το ακούμπησα στο κομοδίνο της.

Την άλλη μέρα (Σάββατο) περίμενα ανυπόμονα κάποια αντίδρασή της. Η ώρα περνούσε, αλλά τίποτα. Η μάνα μας ήταν συνέχεια σπίτι και είχε τα νεύρα της. Η Κική έμοιαζε να έχει τις δικές της σκοτούρες και δεν έδινε σημασία. Φάγαμε για βράδυ, η μάνα μας μάζευε τα πιάτα και συνάντησα τη Κική στο χολ πηγαίνοντας στο δωμάτιο μου. Χαμογελώντας, μου ψιθύρισε ψιλοκοροϊδευτικά:

-    «Ει αδελφούλη! Μήπως θέλεις να το διαβάσεις;»

Και μου πρότεινε το επίμαχο Άρλεκιν. Πρέπει να κοκκίνισα σαν παντζάρι αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη:

-    «Θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις...», ψιθύρισε.

Και αφού μου έδωσε το Άρλεκιν, έκανε μεταβολή και μπήκε στο δωμάτιο της κλείνοντας τη πόρτα. Πήγα κι’ εγώ στο δωμάτιο μου σαν ρομπότ και πέταξα τσαντισμένος το Άρλεκιν πάνω στο γραφειάκι μου. Τότε μόνο πρόσεξα ότι προεξείχε κάτι ανάμεσα στις σελίδες του. Το άνοιξα με περιέργεια και κόντευα να πάθω. Ήταν μια φωτογραφία της Κικής με μπικίνι. Κοιτούσε ηδονικά το φακό και φαινόταν η άλως από τις ρώγες της. Τρελάθηκα.

Μου σηκώθηκε σε χρόνο ρεκόρ, κλείδωσα τη πόρτα μου και τον πέταξα έξω. Άρχισα να τον παίζω σαν τρελός κοιτώντας τη φωτογραφία της Κικής που μου χαμογελούσε όλο καύλα. Έχυσα αλλά δεν σταμάτησα. Τον έπαιζα σαν να μην υπάρχει αύριο, σκεφτόμενος ότι η αδελφή μου αποδέχτηκε ότι ήταν η φαντασίωσή μου. Το ήξερε και αυτό με καύλωνε συνέχεια. Τον μάτωσα εκείνο το βράδυ.

Τώρα που ήξερα ότι παίζει παιχνίδι μεταξύ μας, πετούσα. Ήθελα περισσότερα. Δεν έπρεπε όμως να γίνω απρόσεχτος. Η μάνα μας θα με ευνούχιζε έτσι και της περνούσε το παραμικρό απ’ το μυαλό της... Την επομένη πρωί - πρωί (Κυριακή) με είχε πιάσει λύσσα, για να βρω τρόπους να συνεχίσω το παιχνίδι. Η μάνα μας ήταν στην εκκλησία, ο μπαμπάς μας στο καφενείο κι εμείς μόνοι στο σπίτι. Η πόρτα της Κικής ήταν κλειστή! Μάλλον κοιμόταν, ήταν ανέκαθεν υπναρού.
Χωρίς να διστάσω, πήγα στο μπάνιο, στο καλαθάκι των άπλυτων, βρήκα μια γαλάζια κιλότα της και την μύρισα. Ωραία, γλυκιά μυρωδιά αδελφικής μουνίλας. Καύλωσα ξανά, παρόλο που τον είχα ματώσει χτες βράδυ. Επί τόπου τον έβγαλα και τον τύλιξα στο βρακάκι της. Άρχισα να τον παίζω αργά, βασανιστικά με μισόκλειστα μάτια, σκεφτόμενος τη Κική να μου χαμογελάει παθιάρικα.

Ήμουνα έτοιμος να χύσω, όταν άκουσα θόρυβο. Πανικοβλήθηκα και ανέβασα τη πιτζάμα μου. Έχωσα τη κιλότα στη στο σλιπ μου κι έτρεξα στο δωμάτιο μου. Και πάνω στην ώρα. Η μάνα μας μόλις γύριζε από την εκκλησία. Έστησα αφτί και άκουγα τους θορύβους της λάτρας. Ωραία! θα ήταν απασχολημένη καμιά ώρα. Για καλό και για κακό όμως, κλείδωσα και γδύθηκα τσιτσίδι. Ξάπλωσα με το βρακάκι της αδελφής μου τυλιγμένο στην ψωλή μου και τη φωτογραφία της στο χέρι. Τον έπαιξα αργά κοιτώντας τη φωτογραφία της και έχυσα πάνω στο κιλοτάκι της. Τέλεια!

Η μέρα κύλησε όπως κάθε Κυριακή. Το απόγευμα οι γονείς μας πήγαν επίσκεψη σε μια θεία και η Κική πήγε σε μια φίλη της. Μόλις έμεινα μόνος, πήγα στο δωμάτιο της αδελφής μου και της έβαλα το κιλοτάκι της κάτω απ’ το μαξιλάρι της. Το θράσος μου ήταν πως καρφίτσωσα κι ένα σημειωματάκι με τις λέξη «Ευχαριστώ». Το βραδάκι γύρισαν όλοι και η Κική πήγε στο δωμάτιο της. Περίμενα με αγωνία όταν καθίσαμε στο τραπέζι, για ένα βλέμμα της, κάτι, τέλος πάντων... Τίποτε. Φερόταν φυσιολογικά αλλά όταν μάζευε τα πιάτα, με κοίταξε και μου ψιθύρισε γλυκά:

-    «Παρακαλώ αδελφάκι μου...».

Οι επόμενες μέρες ήταν βασανιστικές όταν δεν την έβλεπα. Όποτε μπορούσε, μου έδειχνε τις μπουτάρες της, αλλά δεν μου αρκούσε πια αυτό. Ήθελα περισσότερα. Και η ευκαιρία ήρθε, την επόμενη Κυριακή, οι γονείς μας θα πήγαιναν επίσκεψη σε κάποιους θείους στη Θήβα κι εμείς θα μέναμε μόνοι! Και μόνο η σκέψη ότι θα ήμουν μαζί της με τρέλαινε. Περιμένοντας να ξημερώσει χαϊδευόμουν συνεχώς.

Το πολυπόθητο πρωί ήρθε. Αφού φύγανε οι γονείς μας, άρχισε ένα σιωπηλό παιχνίδι που μου έμεινε αξέχαστο. Η Κική φόρεσε το πιο κοντό της μίνι και κάθισε κάνοντας ότι διαβάζει. Εγώ, μόνο μ’ ένα σορτσάκι (χωρίς σλιπάκι από μέσα), κάθισα απέναντί της. Την μπάνιζα αδιάντροπα και εκείνη έκανε την αδιάφορη. Η σηκωμένη ψωλή μου διαγραφόταν καθαρά. Κάποια στιγμή με κοίταξε στα μάτια και δήλωσε:

-    «Κοίτα Στέφανε. Το ξέρω ότι δεν είναι σωστό αυτό που θα πω, αλλά έτσι είναι. Μου αρέσει που με κοιτάς και που.. αυνανίζεσαι για μένα. Θέλεις να μου δείξεις;»

Δεν πίστευα στα αφτιά μου. Επιτέλους! Τον έβγαλα έξω και τον κράτησα. Είδα το βλέμμα της να καρφώνεται στο πούτσο μου. Έγλειψε τα χείλη της και μου είπε ότι θα «βοηθούσε». Έβγαλε τη μπλούζα της και έμεινε με το σουτιέν. Άρχισα να τον παίζω σιγά - σιγά. Ξεκούμπωσε το σουτιέν της και τα βαριά στήθη της αποκαλύφτηκαν στα καυλωμένα μάτια μου. Επιτάχυνα το ρυθμό μου.

Εκείνη κάθισε απέναντι μου και άνοιξε τα πόδια της. Τράβηξε λίγο το κιλοτάκι της και μου αποκάλυψε το μουνί της σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Τώρα τον έπαιζα σαν τρελός. Ξαφνικά σηκώθηκε, ήρθε δίπλα μου και αφού απομάκρυνε το χέρι μου απ’ την ψωλή μου, την χούφτωσε και άρχισε να με αυνανίζει σιγανά και βασανιστικά…

Δεν άντεξα πολύ. Τα χύσια μου πετάχτηκαν μισό μέτρο, αλλά η Κική δεν σταμάτησε. Αφού άρμεξε και τη τελευταία σταγόνα, έσκυψε και μου φίλησε το πουτσοκέφαλο. Ήμουν στο παράδεισο. Κοιταχτήκαμε και γελάσαμε.

-    «Την επόμενη φορά, θα είναι η σειρά σου αδελφούλη…», είπε. «Πήγαινε πλύσου τώρα και ηρέμησε. Σ’ αγαπάω!»

Πλύθηκα και βγήκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα από το μπάνιο, ανυπομονώντας για τη συνέχεια. Η Κική είχε φύγει. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα κι ένα φακελάκι:

«Μην είσαι πλεονέχτης. Την άλλη Κυριακή Στέφανε. Εντωμεταξύ...».

Άνοιξα το φακελάκι και βρήκα μια πολαρόιντ φωτογραφία της απίστευτα σέξι. Κατάλαβα ότι ήθελα να παρατείνει το παιχνίδι. Γέλασα. Τώρα περιμένω την Κυριακή...