Στο χωριό

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Θα σας διηγηθώ μια ιστορία, που μου συνέβη πριν από αρκετά χρόνια στο χωριό. Είμαι 33 χρονών και η ιστορία διαδραματίστηκε πριν από δώδεκα χρόνια. Στο χωριό ζούσε μια ξαδέρφη μου η Μαρία (τέταρτη για την ακρίβεια) με τους γονείς της και με την αδερφή της. Ήταν απίστευτα όμορφη, μια γυναίκα που στο διάβα της δεν αφήνει αδιάφορο κανένα αντρικό βλέμμα, μην πω και γυναικείο βλέμμα. Γεμάτη κοπέλα με μεγάλα στήθη, που τα τόνιζε με πουκαμισάκια και μπλουζάκια με ανοιχτό καρέ. Μετρίου αναστήματος με πεταχτό κωλαράκι και μια μέση σαν δακτυλίδι, τα μπουτάκια της μια λιγούρα.

Μας φιλοξενούσαν στο σπίτι τους. Ήταν μεσημέρι και ο πατέρας και η μητέρα της είχαν πάει στα χωράφια. Η αδερφή της ήταν σε μια φίλη της και οι δικοί μου σε μια επίσκεψη. Εγώ κοιμόμουν στον καναπέ. Είχε πολύ ζέστη και κοιμόμουν μόνο με ένα σορτσάκι. Εκείνη φορούσε μια μίνι φουστίτσα κι ένα μπλουζάκι με τιραντάκι, που φαίνονταν τα μεγάλα στήθη της. Ήθελε να δει τηλεόραση και την έβαλε χαμηλά. Έκατσε στον καναπέ στην άκρη και παρακολουθούσε. Τότε ξύπνησα.

-    «Σε ξύπνησα ξαδερφούλη;» μου είπε.

-    «Όχι, κάνει ζεστή και είμαι ιδρωμένος. Πού είναι οι υπόλοιποι;», ρώτησα.

-    «Όλοι έξω, μόνοι μας είμαστε. Τώρα ξύπνησα κι εγώ. Θες καφεδάκι;», με ρώτησε.

-    «Ναι αμέ! Γλυκό σαν εσένα!», της απαντώ.

Χαμογέλασε, σηκώθηκε και πήγε να τον φτιάξει. Περπατούσε σαν μοντέλο και επιδεκτικά κουνούσε απαλά το ποπουδάκι της. Κάποια στιγμή άκουσα ένα θόρυβο και πετάχτηκα. Έτρεξα στη κουζίνα και τη ρώτησα τι συνέβη.

-    «Μου έπεσε το σέικερ…», μου απαντά. «Όμως δεν πειράζει, θα πάρω το άλλο… μόνο κράτησε λίγο την καρέκλα για να ανέβω και να το φτάσω, επειδή το έχω ψηλά».

Ανέβηκε και φάνηκαν όλα για την ακρίβεια τα πάντα γιατί μέσα δεν φορούσε τίποτα και αντίκρισα ένα πανέμορφο γλυκό ξυρισμένο μουνάκι. Την ώρα που κατέβαινε, τάχα μου παραπάτησε κι έπεσε πάνω μου. Το βαρύ στήθος της ακούμπησε στο πρόσωπό μου και ένιωσα μια τρέλα.

-    «Συγνώμη βρε μάτια μου, αλλά μ’ έπιασε μια ζαλάδα εκεί πάνω».

-    «Δεν πειράζει γλυκιά μου, κάθε μέρα τέτοια να μου συνέβαιναν, και τι στο κόσμο!», απάντησα.

Αφού φτιάνει και δικό της φραπεδάκι, καθίσαμε στον καναπέ. Αρχίσαμε μα μιλάμε για τις σχέσεις για αγάπη για έρωτα για σεξ. Με ρώτησε:

-    «Τώρα έχεις σχέση;»

-    «Ναι, αλλά δεν τα πάμε και πολύ καλά, έχουμε προβληματάκια…», της απαντώ. «Εσύ;»

-    «Πού; Εδώ στο χωριό; Με ποιον να κάνεις κάτι; Θα γίνεις πρώτο θέμα!»

-    «Και από πλευράς σεξ τι κάνεις βρε μωρό μου; Τέτοια γυναίκα όμορφη, γλυκιά τρυφερή ερωτική και με όλα όσα χρειάζεται να στείλεις ένα άντρα στα ουράνια της ηδονής…!»

-    «Το πιστεύεις;», ρωτάει.

-    «Καλά πλάκα κάνεις; Έχεις υπέροχο σώμα. Μπροστά στη φίλη μου είσαι θεά!»

Και τότε νιώθω να μου σηκώνεται τρελά.

-    «Δηλαδή, θα ήθελες να είχες ένα σώμα σαν το δικό μου στην αγκαλιά σου;»

-    «Σαν τρελός! Αλλά πως; Τέτοια τύχη στην Αθήνα δεν την βρίσκεις…»

(Ήθελα να το προτείνει μόνη της).

-    «Εδώ όμως το έχεις. Δεν θέλεις να το αποκτήσεις; Έστω και για λίγο;»

-    «Δηλαδή; Θέλεις να χαρείς τον έρωτα;», ρωτάω.

-    «Σαν τρελή. Σηκωνόμουν από το κρεβάτι όταν κοιμόσουν και σε έβλεπα και ήθελα πολύ να σε χαϊδέψω παντού, αλλά φοβόμουν…», είπε και πλησίασε πιο κοντά μου.

Την αγκάλιασα και της είπα ψιθυριστά στο αφτί:

-    «Και γιατί δεν με χάιδευες μανάρι μου;»

Ακούμπησα τα χείλη μου στο λαιμό της και τη φίλησα απαλά.

-    «Ήθελα να σου το πω ότι σε θέλω τρελά…», και το χέρι της χάιδεψε τον πούτσο μου, που είχε γίνει πύραυλος.

Φιλιόμαστε παθιασμένα και την χάιδευα παντού, ώσπου άκουσα κλειδί στην πόρτα. Πεταχτήκαμε και οι δύο και χωρίσαμε αμέσως. Ήταν η αδερφή της.

-    «Καφεδάκι πίνετε;», ρωτάει.

-    «Ναι μωρέ και τα λέγαμε».

Το μάτι της έπεσε στον σηκωμένο πούτσο μου, χαμογέλασε και είπε:

-    «Ναι, το βλέπω… Θα πάω πάλι στην Άννα. Λεφτά ήρθα να πάρω για να αγοράσω ένα παγωτό. Πάντως ο μπαμπάς και η μαμά θα αργήσουν και τους δικούς σου, τους είδα και θα αργήσουν κι αυτοί».

-    «Γιατί το λες αυτό;», ρωτήσαμε με μια φωνή.

-    «Για να συνεχίσετε την κουβεντούλα σας. Μακάρι να μπορούσα να καθόμουν κι εγώ, αλλά με περιμένουν».

Έφυγε με ένα χαμόγελο, σα του Τζόκερ. Μείναμε πάλι μόνοι μας.

-    «Λοιπόν; Πού είχαμε μείνει;», ρωτάω.

Έβγαλε το μπλουζάκι της και έπεσε επάνω μου. Τα στήθια της ήταν τεράστια. Σφιχτά και άρχισα να τα ρουφάω, ενώ το χέρι μου χάιδευε το υγρό μουνάκι της. Τότε ένιωσα τα πρώτα υγρά να τρέχουν σαν βρύση. Τότε ακούσαμε και πάλι την πόρτα και ήταν πάλι η αδερφή της. Γρήγορα φόρεσε το μπλουζάκι της.

-    «Έφερα παγωτά. Με θέλετε στην παρέα σας;»

-    «Τι να πω;», κάτσε.

-    «Έφερα πύραυλους… σαν εσάς!», είπε και χαμογέλασε.

-    «Τι εννοείς;», ρώτησα.

-    «Τίποτα, κάνει ζεστή και σκέφτηκα να δροσιστούμε».

Λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, μέχρι που ήρθαν όλοι. Το βραδύ, πέσαμε να ξαπλώσουμε. Που ύπνος; μια καύλα τεράστια είχα και τον χάιδευα και σκεφτόμουν την ξαδέρφη μου. Μετά από καμιά ώρα άκουσα την πόρτα από το δωμάτιο των κοριτσιών. Βλέπω μια φιγούρα μέσα στο σκοτάδι να έρχεται προς το μέρος μου. Ήταν η Μαρία. Με πλησίασε. Έκανα πως κοιμόμουν. Βάζει το χέρι της στον πούτσο μου και τον βγάζει από το σορτσάκι. Τον πήρε στο στόμα της και άρχισε να τον ρουφάει. Την κοίταξα δεν είπα τίποτα. Ένιωσα να τελειώνω. Το κατάλαβε και τα ρούφηξε όλα. Τα κατάπιε. Πήγε στο μπάνιο. Μετά δέκα λεπτά γύρισε με φίλησε στο στόμα και ψιθύρισε:

-    «Αύριο θα είναι η μέρα μας…», είπε και έφυγε.

Μετά από καμιά ώρα νιώθω δυο χείλη να φιλάνε το σώμα μου και να γλείψουν την πούτσα μου. Ήταν η αδερφή της. Έκανα πως κοιμόμουν, ενώ αυτή ρουφούσε την πούτσα μου, σαν τρελή. Ανέβηκε πάνω μου και έχωσε τον πούτσο μου στο μουνί της. Χοροπηδούσε πάνω μου. Ένιωσα να χύνει ασταμάτητα, μέχρι που τελείωσα κι εγώ. Έφυγε, δεν είπε λέξη. Το πρωί ήρθε και πήραμε πρωινό μαζί. Η Μαρία είπε πως θα πήγαινε στο περιβόλι να κόψει ντομάτες και αγγούρια. Μου είπε η μάνα της να πάω κι εγώ για παρέα κι έτσι πήγα.

Φορούσε ένα σορτσάκι και ένα τιραντάκι. Ξεκινήσαμε και με το που βγήκαμε από την αγορά του χωριού, περπατούσαμε πότε αγκαλιά και πότε χεράκι, χεράκι. Φτάσαμε στο περιβόλι και αμέσως ξεκλείδωσε την αποθήκη και κλείδωσε πίσω της.

-    «Είμαι δική σου! Κάνε με ότι θέλεις! Κάνε με γυναίκα σου…»

Πέσαμε σε κάτι μπάλες από άχυρα και γδυθήκαμε. Με το που αντίκρισα γυμνό το σώμα της έχασα τον κόσμο γύρω μου. Έπεσα πάνω της και την φιλούσα παντού. Την έγλειφα, την δάγκωνα. Ήμασταν σαν τρελοί. Μπήκα μέσα της. Πόνεσε. Κάναμε παθιασμένο έρωτα. Ένιωθα, ότι μου ερχόταν να χύσω. Προσπάθησα να απομακρυνθώ για να μην τελειώσω μέσα της, αλλά μάταια… με είχε σφίξει τόσο δυνατά, που ήταν αδύνατο.

Τελειώσαμε σχεδόν μαζί. Φιληθήκαμε σαν ερωτευμένο ζευγαράκι. Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε, μαζέψαμε ότι ήταν να μαζέψουμε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. αγκαλιασμένοι. Στη διαδρομή φιλιόμασταν παθιασμένα. Φτάσαμε σπίτι, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Φάγαμε για μεσημέρι, ήρθε το απόγευμα και όλοι έφυγαν. Μείναμε οι ξαδέρφες μου και εγώ. Έφτιαξε καφέ το Μαράκι και για τους τρεις και καθίσαμε στην αυλή. Τότε η Ναταλία είπε:

-    «Τα ξέρω όλα, αλλά για να μην μαρτυρήσω τίποτα, αύριο θα πάμε όλοι μαζί στο περιβόλι».

Συμφωνήσαμε άφωνοι. Ήρθε το βραδύ και άκουγα ομιλίες και χαμογελάκια στο δωμάτιο των ξάδερφών μου. Με πήρε ο ύπνος. Κάπου τα μεσάνυχτα ένιωσα ένα χέρι, να μου χαϊδεύει απαλά τα πόδια κοντά στον πούτσο μου. Τεντώθηκα και αμέσως το χέρι μαζεύτηκε και η φιγούρα έφυγε μέσα στο σκοτάδι. Το πρωί σηκώθηκα με απίστευτες καύλες, φαινόταν πολύ έντονα. Πήγα στο μπάνιο και πλύθηκα μπας και συνέλθω, αλλά ήταν αδύνατο. Η θεία μου η οποία ήταν μια απίστευτη γυναίκα 43 χρονών, με τεράστιο μπούστο και υπέροχα κωλομέρια μου έφερε καφέ.

-    «Τι έχεις;», με ρωτάει.

-    «Πονοκέφαλο βρε θεία!», της απαντώ.

-    «Μμμ…. θες ένα παυσίπονο;»

-    «Μπα, θα περάσει…», απαντώ. «Οι άλλοι που είναι;»

-    «Κατέβηκαν στην πόλη για ψώνια».

-    «Α καλά… και είμαστε μόνοι;»

-    «Ναι και θέλω βοήθεια στην αποθήκη κάποια στιγμή μετά. Τι λες; Θα με βοηθήσεις;»

-    «Ότι θέλεις».

-    «Σ’ ευχαριστώ!»

-    «Για πες… Πώς τα περνάς στην Αθήνα;»

-    «Δουλειά, σπίτι, καμιά βολτούλα. Τέτοια».

-    «Καμιά πιτσιρίκα;»

-    «Ε, κάτι γίνεται, αλλά δυσαρεστημένος είμαι».

-    «Γιατί;», με ρωτάει.

-    «Δεν βρίσκεις όλο το πακέτο σε μια γυναίκα. Αισθήματα και ερωτισμό. Μακάρι να υπήρχαν γυναίκες σωστές».

Σταμάτησε τις δουλειές. έπλυνε τα χέρια της, έπιασε τον καφέ της και κάθισε να μου κάνει παρέα. Ανασηκώνει τη φούστα και μου λέει:

-    «Εσύ δηλαδή, πώς τη θέλεις την γυναίκα;»

-    «Ξέρεις βρε θεία μου, είναι και δύσκολο να στο πω τώρα, απλά τη θέλω γυναίκα… γυναίκα με τα όλα της. Πώς είσαι εσύ; Τυχερός ο θείος. Αλλά τι να το κάνεις; Δεν βρίσκεις».

-    «Δηλαδή τι έχω περισσότερο εγώ και το Μαράκι από τις άλλες γυναίκες;»

-    «Τώρα τι να σου πω; Έχετε τρυφερά αισθήματα, έχετε υπέροχα σώματα, αλλά όπως καταλαβαίνεις τέτοιες γυναίκες είναι δυσεύρετες. Ο μπάρμπας μου έκανε την καλύτερη επιλογή».

-    «Δεν το εκτιμά αγόρι μου».

-    «Γιατί, πάει με άλλες;»

-    «Δεν ξέρω… δεν κάνουμε έρωτα πια…»

-    «Τέτοιο κορμί και το αφήνει απότιστο;»

-    «Ε, δεν ήταν έτσι. Δεν ξέρω τι συμβαίνει».

-    «Και βρε θεία πώς σου περνάει η τρέλα του έρωτα;»

-    «Ε, ξέρεις τώρα», λέει και χαϊδεύει τα πόδια της.

-    «Πάντως, εγώ βρε θεία, αν σε είχα γυναίκα ή το Μαράκι, θα το κάναμε κάθε μέρα».

-    «Δηλαδή σου αρέσω;»

-    «Σοβαρά μιλάς; Ποιός τυφλός δεν θέλει το φως του!»

-    «Και θα ήθελες να έκανες έρωτα μαζί μου;»

-    «Θα ήταν υπέροχα, αλλά είσαι παντρεμένη και λίγο κολλάω».

-    «Σε τι κολλάς γλυκέ μου;»

Εκεί ένιωσα να τινάζεται ο πούτσος μου.

-    «Ε ,να ξέρεις… είναι δύσκολο να…»

Και πριν τελειώσω μου είπε:    

-    «Χθες τα ξημερώματα ένιωσες κάτι;»

-    «Ναι».

-    «Εγώ ήμουν».

-    «Και γιατί δεν συνέχισες;»

-    «Γιατί θέλω να ξέρω, αν με ήθελες».

-    «Και βέβαια…»

Πριν τελειώσω με πλησίασε και κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά μου και έπιασε τον πούτσο μου.

-    «Είναι σωστό;»

-    «Ολόσωστο!», απαντά. «Πάμε στο δωμάτιο μωρό μου, να με κάνεις δική σου και από μένα ότι θέλεις».

-    «Ότι θέλω;»

-    «Ναι ότι θέλεις».

Την ξάπλωσα στο κρεβάτι, της έβγαλα το μπλουζάκι και πετάχτηκαν τα υπέροχα μεγάλα στήθη της. Ήταν υπέροχα. Έπεσα πάνω τους, λες και είχα να δω γυναικεία βυζιά από τότε που θήλαζα. Την ρουφούσα, την δάγκωνα, την βύζαινα, ενώ το χέρι μου είχε γλιστρήσει στο υγρό μουνάκι της, που ήταν απαλό και φρεσκοξυρισμένο. Της σηκώνω την φούστα, ανοίγω τα πόδια της και μπαίνω μέσα στην υγρή μουνάρα της. Την γαμούσα δυνατά και μου έλεγε:

-    «Χύσε με αγόρι μου, μη βγεις. Χύσε με!»

Ένιωσα τα υγρά να ανεβαίνουν και την έχυσα μέσα στη μουνάρα της. Μετά από δευτερόλεπτα τελείωσε κι εκείνη και τα υγρά της έκαναν τα σεντόνια μούσκεμα, ανασηκώθηκε με ξάπλωσε βίαια και άρχισε να ρουφάει τον πούτσο μου, τον έκανε πάλι σκληρό ενώ τα δάχτυλα της έπαιζαν με τα αρχίδια μου. Σε κάποια στιγμή νιώθω το χέρι της να γλιστρά όλο και πιο κάτω και άρχισε να μου χαϊδεύει τον κώλο, ώσπου ένιωσα το δάχτυλό της να χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα μου και η καύλα μου έγινε τεράστια.

-    «Τι κάνεις εκεί;», της λέω.

-    «Ξέρω εγώ. Θέλω να χύσεις πάλι και να τα πιώ μέχρι σταγόνα!»

Και νιώθω το δάχτυλό της να μπαίνει μέσα μου κι ένιωσα να χύνω τρελά. Ρουφούσε δυνατά. Νόμιζα ότι θα έμενε ο πούτσος μου μέσα στο στόμα της. Έχυνα… έχυνα. Ρουφούσε και το δάχτυλο έμπαινε βαθιά και έχυνα.

-    «Σου άρεσε μανάρι μου;»

-    «Παρά πολύ μωρό μου!», της λέω.

-    «Έλα ξάπλωσε πάνω στο στήθος μου να χαλαρώσεις».

-    «Πού τα έμαθες αυτά;», την ρώτησα.

-    «Μη ρωτάς, απλά απόλαυσε τη χαρά της ηδονής».

-    «Μου είπες να σου ζητήσω ότι θέλω...»

-    «Ναι αγόρι μου, ότι θέλεις».

-    «Θέλω να στείλεις τη Μαρία στην Αθήνα με το πρόσχημα να σπουδάσει σε κανένα ΟΕΚ. Θέλω να την έχω κοντά μου και θα είναι, σαν να έχω εσένα».

-    «Αυτό είναι εύκολο και θα το κάνω μωρό μου και θα την στείλω και θα έρχομαι κι εγώ να περνάμε καλά. Εγώ νόμιζα ότι θα ζητούσες κάτι πιο δύσκολο».

-    «Εσένα και τη Μαρία για μια φορά».

-    «Το απόγευμα στο περιβόλι».

Ήρθε το μεσημέρι και βάλαμε να φάμε. Η θεία μου έκατσε δίπλα μου. Καθόλη την διάρκεια του φαγητού, έβαζε κάτω το χέρι της κι έπιανε τον πούτσο μου και με καύλωνε. Πήγαμε ξαπλώσαμε για μεσημέρι και ήρθε η Μαρία στον καναπέ που κοιμόμουν.

-    «Το απόγευμα θα πάμε στο περιβόλι με τη μαμά. Θα έρθεις;»
«Ναι Μαράκι, θα έρθω».

Κατά τις πέντε ξεκινήσαμε για το περιβόλι. Η θεία φορούσε σορτσάκι και μπλουζάκι τιραντάκι που τόνιζε τα μεγάλα στήθια της. Η Μαρία κοντή τζιν φουστίτσα και τιραντάκι. Κουνούσε το κορμάκι της σαν μοντέλο και με τρέλαινε. Μετά από δέκα λεπτά απομακρυνθήκαμε από την αγορά του χωριού και μπήκαμε σε αγροτικό δρόμο. Τότε και οι δύο ταυτόχρονα, αριστερά η μια και δεξιά η άλλη, μου έπιασαν το χέρι.

-    «Αγόρι μου καταλαβαίνεις, ότι τις υποσχέσεις μου τις κρατάω;»

-    «Ναι θεία».

-    «Όπως και σε ένα μήνα το Μαράκι θα έρθει στην Αθήνα για σπουδές και βέβαια το Μαράκι θα είναι αποκλειστικά δική σου».

-    «Τι λες;»

-    «Αν το θέλει η Μαρία;»

-    «Σαν τρελή!!!», απαντά.

-    «Και τώρα θεία, τι θα κάνουμε στο περιβόλι;», ρωτάω σαν χαζούλης.

-     «Θα δεις…»

Κοντεύαμε να φτάσουμε. Ήμασταν αγκαλιά και οι τρεις. Μπήκαμε στο χωράφι και φτάσαμε στην αποθήκη. Βγάζει το κλειδί από τα στήθια της. Ξεκλειδώνει και ανοίγει την πόρτα και με νόημα μας λέει να μπούμε μέσα. Πίσω μας κλείδωσε. Τότε και οι δύο με κοίταξαν λες και έβλεπαν ένα γαλακτομπούρεκο. Πέσανε πάνω μου… η μια μ’ έγδυνε πάνω και η άλλη κάτω. Με φιλούσαν, με χάιδευαν, με δάγκωναν, με πιπίλιζαν, με χούφτωναν από παντού. Μετά με πέταξαν στα άχυρα κι έπεσε το Μαράκι πάνω μου. Την έγδυσα και την φιλούσα και την χούφτωνα παντού. Η πούτσα μου είχε φτάσει στα ουράνια.

Έβλεπα ότι η θεία μου γδυνόταν και τριβόταν μαζί. Ξάπλωσε κι αυτή. Με χάιδευε και με έγλειφε. Παίρνει το Μαράκι και το βάζει πάνω στον πούτσο μου. Μπήκα και κουνιόταν σαν τρελή. Η θεία μου την είχε αγκαλιάσει, τις χάιδευε τις βυζάρες της και την έσφιγγε. Της έβαλε ένα δάκτυλο στον κώλο. Είχε τρελαθεί. Σε κάποια στιγμή νιώθω να χύνει ασταμάτητα και τραβιέται από πάνω μου. Τα μπούτια μου και ο πούτσος μου έσταζαν από τα υγρά της.

Άρχισε να την φιλάει πάλι και κάθισε με κώλο της στο πούτσο μου. Φιλιόταν και χαδεύονταν σαν τρελές. Τότε ένιωσα τα δάχτυλά της να ζουλάνε τα αρχίδια μου και ήρθε η ώρα να τελειώσω κι εγώ. Το κατάλαβε και βγαίνει το αρπάζει και τότε δυο στόματα άρχισαν να τον γλείφουν. Έχυνα και δεν έπεσε σταγόνα… όλα στα στόματα τους. Τα κατάπιαν, φιλήθηκαν και με φίλησαν κι έμενα τρυφερά. Ξαπλώσαμε μαζί και μιλούσαμε.

-    «Να ξέρεις αγόρι μου ότι έχουμε σπίτι στην Αθήνα. Σε ένα μήνα το Μαράκι θα είναι Αθήνα. Εύχομαι να μην με απογοητεύσεις. Θα το έχεις όλο δικό σου και κάπου - κάπου θα έρχομαι κι εγώ. Με θέλετε;»

-    «Φυσικά και σε θέλουμε!»

Σε ένα μήνα ακριβώς η Μαρία ήρθε για να σπουδάσει. Από τότε είμαστε μαζί και σχεδόν κάθε τρεις μήνες έρχεται και η θεία. Άλλες φορές φανερά κι άλλοτε κρυφά. Περνούσαμε καλά πότε εγώ και το Μαράκι και πότε και οι τρεις μαζί.