Η πεθερά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.50 (1 Vote)
Με λένε Αλέξη είμαι 25 χρονών παντρεμένος και πολύ ερωτευμένος με μια κουκλίτσα 22 χρονών. Ένα πρωί ο παιδικός ήταν κλειστός και πριν πάω στη δουλειά πήρα τον μπέμπη να τον πάω στην πεθερά μου.

Η πεθερούλα μου η Σούλα είναι μια γυναικάρα 47 χρονών, χήρα εδώ και χρόνια που από την πρώτη φορά που την είδα με καύλωσε με τις μεγάλες κάτασπρες βυζάρες της και την φοβερή της τουρλωτή κωλάρα. Μόλις έφτασα, χτύπησα το κουδούνι αλλά τίποτα. Ξαναχτύπησα και μετά από λίγο μου άνοιξε.

-    «Α, εσύ είσαι αγόρι μου; Συγνώμη αλλά κοιμόμουν…», μου λέει ενώ εγώ είχα μείνει άναυδος να την κοιτάω.

Φορούσε ένα πρόστυχο μαύρο κομπινεζόν που δεν έκρυβε τίποτα από τις βυζάρες της ενώ φαινόταν πεντακάθαρα και μια μαύρη δαντελωτή κιλότα που προσπαθούσε να κρύψει τα τροφαντά κωλομέρια της.

-    «Ωχ βρε αγόρι μου, δεν είμαι και ντυμένη. Τι θα λες που με βλέπεις έτσι;»

-    «Τι λες βρε μαμά; Τι πειράζει; Το γιο σου ντρέπεσαι; Άλλωστε τέτοιο σώμα ούτε η κόρη σου δεν έχει. Γιατί να το κρύβεις; Στήθος, πόδια όλα σου είναι τέλεια!», της έλεγα ενώ την έγδυνα με το βλέμμα μου.

Αυτή κατακοκκίνισε αλλά σίγουρα φτιάχτηκε με τα λόγια μου.

-    «Αλέξη μου είσαι μεγάλη μαλαγάνα αλλά πώς μπορώ εγώ να συγκριθώ στο σώμα με την κορούλα μου; Αυτή έχει τα μισά μου χρόνια και άλλωστε εγώ θέλω σίγουρα γυμναστήριο. Το στήθος μου δες. Χωρίς σουτιέν φαίνεται τεράστιο!», μου λέει και μου δείχνει προτείνοντας μου τις βυζάρες της. «Τα πόδια μου άρχισαν να κάνουν κυτταρίτιδα ψηλά στον πωπό μου», λέει και αφού γυρνάει σηκώνει το κομπινεζόν της για να δω.

-    «Καλά ρε μαμά είσαι σοβαρή; Τέτοιο κώλο ούτε η Τζένιφερ Λόπεζ, σφιχτός, τουρλωτός, όπως αρέσει σε όλους τους άντρες».

-    «Δεν την ξέρω αυτή αλλά έλα τώρα κάθισε να σου φτιάξω καφέ να τα πούμε. Μου αρέσει αυτή η κουβέντα γιατί ξέρω από την κόρη μου ότι είσαι έμπειρος από γυναικεία σώματα, είσαι και γυμναστής και άρα μπορείς να μου δώσεις κάποιες συμβουλές…», μου λέει.

Εγώ προσπαθώ να συνέλθω και να κρύψω από την πεθερούλα μου την καυλωμένη μου ψωλάρα που είχε φτιαχτεί για τα καλά. Σε λίγο μου έφερε τον καφέ, σκύβει να μου τον δώσει, παίρνω μάτι το στήθος της και από την ταραχή μόλις κάνω να πιω τον ρίχνω στο παντελόνι μου.

-    «Αμάν αγόρι μου, τι έπαθες; Περίμενε να σε καθαρίσω».

Φέρνει ένα πανί, γονατίζει και αρχίζει να με σκουπίζει στα πόδια που είχε πέσει ο καφές. Εγώ από αυτή τη θέση είχα τέλεια θέα από τα κατάλευκα βυζιά της με τις σκουρόχρωμες θηλές και τις τεράστιες ρώγες. Η ψωλή μου είχε γίνει πύραυλος. Ποτέ δεν είχα νιώσει τέτοιες καύλες.

-    «Λίγο πιο ψηλά μανούλα…  Λίγο πιο ψηλά. Ναι, ναι, εκεί ακριβώς, εκεί!», της λέω καθώς το χεράκι της μου τρίβει την περιοχή γύρω και πάνω από τον πούτσο μου.

-    «Αγοράκι μου πρέπει να το βγάλουμε το παντελόνι και να δούμε μήπως έπαθες καμιά ζημιά…»

Και πριν το καταλάβω με τα έμπειρα χεράκια της μου είχε βγάλει το παντελόνι.

-    «Εδώ δεν έχεις τίποτα. Για να δούμε και από κάτω…», μου λέει και τσουπ μου βγάζει το μπόξερ.

Παίρνει την ψωλάρα μου στα χέρια της και αρχίζει να την παίζει αργά - αργά, πάνω - κάτω.

-    «Ωχχχ, ωχχχ! Τι κάνεις πεθερούλα μου;»

-    «Αγόρι μου δεν ξέρεις τι ζημιά μπορεί να σου κάνει ο καυτός καφές; Μέχρι και ανικανότητα να σου προκαλέσει και να μην ξαναγαμ… εμ… να μην ξανακάνεις έρωτα στο κοριτσάκι μου. Γι’ αυτό κι εγώ ελέγχω την ψωλ… εεεε… το πέος σου ήθελα να πω για να δω αν λειτουργεί καλά. Για να δω… μμμμμ… μου φαίνεται ότι λειτουργεί τέλεια. Και σκληρή είναι και τα μπαλάκια σου μια χαρά. Ουφ! Ευτυχώς όλα εντάξει. Πήρα μια τρομάρα. Κοίτα να δεις πως χτυπάει η καρδιά μου…», μου λέει και παίρνει το χέρι μου και το βάζει στο στήθος της.

Εγώ προσπαθώ δήθεν να ακούσω τους χτύπους της καρδιάς της και αρχίζω να χαϊδεύω την αριστερή της βυζάρα.

-    «Αχ βρε μανούλα, είσαι πολύ αναστατωμένη και κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Μην μας πάθεις τίποτα…»

-    «Τι γιε μου; Τι;»

-    «Άστο σε μένα. Εγώ θα σε θεραπεύσω. Διαθέτω τα κατάλληλα εργαλεία…», της λέω και τεντώνω την πούτσα μου προς το μέρος της.

-    «Το βλέπω γιε μου, το βλέπω. Με τέτοιο εργαλείο σίγουρα θα με κάνεις περδίκι αλλά μήπως δεν πρέπει; Μήπως είναι αμαρτία; Ο θεός να με συγχωρέσει…», μου λέει.

Και αφού μου ρίχνει ένα πουτανίστικο γεμάτο καύλα βλέμμα, μου αρπάζει την ψωλή και την χώνει όλη στο καυτό της στόμα. Με ρουφάει αργά βασανιστικά και μετά πιο γρήγορα ενώ με τα χεράκια της μου χαϊδεύει τα αρχίδια. Με τσιμπουκώνει τέλεια. Είναι φανταστική.

-    «Έτσι μανούλα μου, έτσι! Μπράβο μανάρι μου! Μπράβο πεθερούλα μου! Ρούφηξε τον γαμπρούλη σου. Γλείψε την ψωλάρα μου. Έχω γίνει τούρμπο για χατίρι σου. Μόνο για σένα καριόλα μου. Καυλοχήρα! Ρουφήχτρα! Ναι! Έτσιιιιιιιιιι! Συνέχισε και θα δεις πως θα σε σκίσει μετά ο γιόκας σου. Έτσι πουτάνα μου, έτσι. Ναι, ναι ναι μωρή ψωλοαρπάχτρα! Έτσι ακριβώς! Έτσι σου γαμάω το στόμα σου με τα τσιμπουκόχειλα σου που με έχουν τρελάνει.

»Έτσι, έτσι θα σου σκίσω όλες τις σούφρες σου και την μουνάρα από όπου βγήκε η κορούλα σου που τη σκίζω κι αυτή αλλά δεν καυλώνω όπως με σένα. Εσύ με τρελαίνεις. Εσύ με τις βυζάρες σου που θα τις δαγκώσω. Θα τις φάω. Εσύ.. Ωχχχχχ… Πάρτα άρρωστη! χύνω στο ζεστό σου στοματάκι! Χύνωωωωωω! Έτσι μπράβο! Όλα, όλα, όλα, ρούφα τα, όλα! Έτσι μπράβο μανούλα, τον ξεζούμισες το γαμπρούλη σου. Μπράβο καυλοχήρα μου! Μην αφήσεις σταγόνα. Έτσι… μμμμμμμμ… Όλαααα! Όλα για σένα καυλιάρα μου. Για σένα αγαπημένη μου πεθερούλααααα!»

-    «Μην ανησυχείς καυλωμένε μου γιε.. εγώ θα σε ξελαφρώσω και σήμερα και για πάντα. Κάθε πρωί πριν τη δουλειά θα έρχεσαι και θα σου κάνω ότι ούτε μπορεί να φανταστεί η άπειρη κορούλα μου. Όλα τα χατίρια θα σου κάνω γλυκοψώλη μου, όλα. Ότι γουστάρει ο καλός μου γαμπρούλης. Άντρα δεν έχω να ηρεμεί τις καύλες μου αλλά θα έχω εσένα να με σκίζεις από όλες μου τις τρύπες και να χαϊδεύεις, να γλείφεις, να δαγκώνεις τα βυζιά μου που σε έβλεπα πως τα κοιτούσες και ξέρω πόσο σε καυλώνουνε.

»Έλα να μου γαμήσεις την μουνάρα μου. Έλα γαμιά μου, χώστη μου. Χώστη μου να με ξεσκίσεις να τη νιώσω όπως την έφαγα στο στόμα μου. Βάλε μου την γλυκιά σου την ψωλάρα. Από τότε που σε είδα πρώτη φορά αυτό ήταν το όνειρο μου να με γαμήσει ο γαμπρούλης μου. Σε έβλεπα και υγραινόμουνα. Έλιωνα για πάρτη σου. Αυνανιζόμουν συνεχώς με την σκέψη στη κορμάρα σου. Σκεφτόμουνα συνεχώς πως να σε αποπλανήσω. Πως θα είναι όταν με γαμάς ή όταν μου γλείφεις την μουνάρα ή την κωλάρα μου γιατί εσένα και την κωλάρα μου που ποτέ δεν άφησα τον άντρα μου να την αγγίξει θα στη δώσω…

»Έτσι αγόρι μου σκίσε την καυλιάρα την πεθερά σου, γάμα με την πουτάνα, γάμα με, ναι έτσι γαμιά μου, έτσι ψωλαρά μου δώσε μου το μουνί μου στο χέρι. Μπράβο Αλέξη μου! Μπράβο μωρό μου! Αχχχχχ, ναι! Ναι! Αχχχχ… κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Αχ ναι! Ναι! Έτσι είναι, έτσι όπως το φανταζόμουν… Ναι γιε μου, ναι!»

Ετοιμαζόμουν να χύσω. Τον έβγαλα, έπιασα τις βυζάρες της και αφού τις ένωσα, άρχισα να τις γαμάω. Αυτή με την γλώσσα της μου τον έγλειφε όποτε έφτανε στο στόμα της και με έστελνε στα ουράνια. Τα αγαπημένα μου κατάλευκα βυζιά με τις καυλορωγάρες τους ήταν δικά μου. Επιτέλους τα γαμούσα, τα χάιδευα, τα έτριβα, τα ζουμπούσα.

-    «Τώρα θα σου σκίσω την κωλάρα σου, που όποτε την έβλεπα φτιαχνόμουνα και την πλήρωνε το κοριτσάκι σου. Θα σου πετάξω τα μάτια έξω. Θα πληρώσεις για όλες τις φορές που με έκανες τούρμπο και μου το ‘παιζες έντιμη χήρα. Νομίζεις ότι δεν έβλεπα ότι με έπαιρνες μάτι στο μπάνιο; Νομίζεις ότι δεν καταλάβαινα ότι έλιωνες από επιθυμία να σε γαμήσω; Λίγα μεσημέρια στο χωριό ξέσκιζα την κορούλα σου επειδή όλο το πρωινό με έκανες τούρμπο με τα πρόστυχα νυχτικά σου; Έλειπε η κόρη σου κι έπαιρνα τις κιλοτάρες σου και τα τεράστια σου σουτιέν, τα έτριβα και τον έπαιζα για χατίρι σου. Σε έπαιρνα μάτι στο μπάνιο, στην κρεβατοκάμαρα, παντού και μου γινότανε κάγκελο. Τώρα θα δεις φαρμακομούνα τι θα πάθει η κωλάρα σου. Τώρααααα!!!»

Την γύρισα μπρούμυτα και έτσι όπως ήταν υγρή και γλιστρούσε της έχωσα την ψωλή μου στην παρθενική της κωλοτρυπίδα. Άρχισε να βογκάει αφού ο πόνος ήταν σίγουρα αβάσταχτος αλλά παρόλα αυτά συνέχιζε να μου τον κουνάει πέρα - δώθε και να μου λέει όλο καύλα:

-    «Ναι! Μην σταματάς. Ναι! Αχχχχχχχχ… αχχχχχχχχ… Είναι γλυκός ο πόνος από τη γλυκιά σου ψωλή αγόρι μου. Ναι, ναι! Έτσι… όλο μέσα! Ναι! Χώστον όλο. Μην τη λυπάσαι την καριόλα την πεθερούλα σου. Μην τη λυπάσαι την αμαρτωλή. Ναι, έτσι μωρό μου. Αμάν! Τι μου κάνεις; Αμάν! Τι μου κάνει ο γιόκας μου που έχω τρίψει άπειρες φορές την μουνάρα μου για το χατίρι του; Που άπειρες φορές τον ονειρευόμουν να με γαμάει όπως γαμούσε το μουνάκι της κόρης μου; Ναι, ναι ναι γαμιά μου! Μη με λυπάσαι. Σκίσε μεεε! Ναι! Τρίψε και την κλειτορίδα με το χεράκι σου. Ναι! Σφίξε τις βυζάρες μου. Τσίμπα τις ρώγες μου. Ναι. Ναι. Έτσι γιε μου. Ναι!»

Είχα φθάσει στο αμήν. Η ψωλή μου ήταν πολιορκητικός Κριός που χτυπούσε με μανία την πίσω πόρτα της καυλιάρας μου. Την είχα βάλει σχεδόν όλη και η πεθερά μου ήταν σε κατάσταση έκστασης, σε παραλήρημα και έλεγε, έλεγε, έλεγε…

-    «Αχ.. αυτό το ονειρευόμουν από τότε στο χωριό. Αχχχχχ… θυμάσαι; Κάθε βράδυ γαμούσες την κορούλα μου κι εγώ σας άκουγα και πέθαινα από καύλα. Αχχχχχχ. Τώρα γαμάς εμένααααα. Εμένα κούκλε μου, εμένα. Τώρα σκίζεις την τρυπούλα μου. Αχχχχ αγόρι μου.. κι άλλο, κι άλλο, ναι! Ερχόμουν από το μπαλκόνι και σας έβλεπα και έπαιζα το μουνάκι μου ονειρευόμενη το πούτσο σου μέσα μου. Ωχχχχχ… και τώρα τον έχωωωω! Ωχχχχ ναι! Ναι! Ναι, ναι! Χύνω για πάρτη σου καυλιάρη μου γιε. Για πάρτη σου. Χύνωωωωωωωω!!!»

Ένιωσα και εγώ να φθάνω στο τέρμα, τον έβγαλα της τον έβαλα στο στόμα και άρχισα να χύνω.

-    «Πάρτα όλα μωρή καριόλα! Ρούφα τα. Άλειψε το πρόσωπο σου με τα χύσια μου. Σου δίνω την καλύτερη κρέμα. Ναι μωρή, ναι! Μπράβο! Ναι!»

Άρχισε να μου τα γλείφει όλα. Τίποτα δεν άφησε να πάει χαμένο και ότι δεν κατάπιε το άλειψε στο ξαναμμένο της πρόσωπο και κοιτάζοντας με όλο καύλα μου λέει:

-    «Τώρα θα σε ξαναφτιάξω αγόρι μου. Θέλω κι άλλο κι άλλο… κι άλλο… Έλα να σου τον παίξω καυλιάρη μου να σου σηκωθεί να με ξανασκίσεις. Έλα γαμπρούλη μου.. εσύ είσαι τώρα ο άντρας μου. Εσύ είσαι ο γαμιάς μου. Θα δεις πως θα στο παίξει η μανούλα. Θα δεις τι μαστόρικα χεράκια έχει. Θα δεις πως ξέρω εγώ. Βλέπεις μάτια μου πως σε μαλακίζει η μανούλα; Πώς σου χαϊδεύει την ψωλή σου; Έχει καμιά σχέση με την άσχετη την κορούλα μου; Εγώ ξέρω καυλιάρη μου τι σε φτιάχνει. Ξέρουν τα χεράκια μου να σε στείλουν στα ουράνια, ξέρουν. Θέλεις πιο αργά ή πιο γρήγορα; Έτσι; Ποτέ δεν θα έχεις καυλώσει τόσο. Θα σε κάνω ντούρο εγώ ματάκια μου. Πύραυλο θα στην κάνω. Νόμιζες πως ξέχασα; Δεν ξεχνάει η καυλοχήρα σου. Σ’ αρέσει γιόκα μου;»

-    «Μπράβο μανούλα! Μπράβο πουτανάρα μου! Έτσι, έετσι! Ναι! Ναι! Έτσι μου τον κάνεις πάλι πύραυλο που θα σε σκίσει. Ναι! Μην σταματάς… Ναι! Ναι! Ναι! Έτσι.. πιο γρήγορα! Ναι! Σφίξτον να δεις το σιντριβάνι. Σφίξτον. Ναι! Πάρτα μωρή! Πάρτααααααα!!!»

Γαμιόμασταν όλο το πρωινό. Στο τέλος όταν πια δεν αντέχαμε άλλο άρχισε να με χαϊδεύει στοργικά και μου λέει:

-    «Γαμπρούλη μου το αποφάσισα.. θα έρθω να ζήσω μαζί σας. Θα περιποιούμαι τον μπέμπη και βέβαια όποτε μπορώ την ψωλάρα του γαμπρούλη μου. Θα περάσουμε υπέροχα!»

Όσο γι’ αυτό ήμουν σίγουρος. H Σούλα ήρθε και έμενε σπίτι μας. Ένα βράδυ η γυναίκα μου κοιμόταν και εγώ σκεφτόμουν την πεθερούλα μου και μου σηκώθηκε. άρχισα να την παίζω και γρήγορα μου έγινε σαν σίδερο. Σκεφτόμουν τη μαλακία που μου είχε τραβήξει η καυλοχήρα μου και κόντευα να σκάσω από καύλα. Δεν άντεξα και βγήκα από το δωμάτιο. Σιγά - σιγά μπήκα στο δωμάτιο της Σούλας. Κοιμόταν και δεν με κατάλαβε. Φορούσε ένα κοντό νυχτικό και η μια της βυζάρα είχε σχεδόν όλη βγει έξω. Καθόμουν την έπαιρνα μάτι και την έπαιζα, όμως δεν μπόρεσα να αντισταθώ να μην χαϊδέψω το τέλειο της στήθος. Άρχισα αργά - αργά να της τρίβω την ρώγα ώσπου η καυλιάρα μου ξύπνησε.

-    «Άργησες κακό παιδί. Σε περίμενα τόσα βράδια. Είπα πάει, με ξέχασε ο γαμπρούλης μου, μόνο την κορούλα μου γαμάει. Εμένα στη δίαιτα. Δεν μπορώ μακριά σου. Δεν μπορώ να μην με γαμάς. Θέλω να σου την πιάνω συνέχεια, να σε γλείφω, να μου σκίζεις τις τρύπες. Γιατί με τυραννάς;»

Μου έπιασε τον πούτσο και άρχισε να μου τον παίζει αργά, βασανιστικά πάνω - κάτω.. Ήταν σκληρός μα μόλις με έπιασε έγινε τεράστιος. Έσκαγε από καύλα κι αυτή ήξερε τόσο καλά να τραβάει μαλακία. Τον έβαλε στο στόμα της και άρχισε να ρουφάει και να γλείφει με μανία.

-    «Ναι μωρή αρπάχτρα, όλον!»

Έτσι περνούσαν οι μέρες. Όποτε μπορούσαμε γαμιόμασταν με λύσσα κυρίως πρωινά πριν πάω σχολείο αλλά καμιά φορά και νύχτα όταν κοιμόταν η γυναίκα μου. Η Σουλάρα ήταν αχόρταγη και μου έκανε όλα τα χατίρια. Παράλληλα ήταν ανοιχτή και πρόθυμη να δοκιμάσουμε τα πάντα. Εμένα μου χε μπει στο μυαλό να κάνουμε τρίγωνο με μια άλλη γυναίκα. Με κατακαύλωνε αυτή η σκέψη και ένα πρωινό μετά από ένα καυτό γαμήσι το πρότεινα στην πεθερούλα μου.

-    «Μα τι είναι αυτά που λες γιόκα μου; Δεν σου φτάνει η μανούλα και θέλεις κι άλλη; Δεν σε χορταίνω; Με βαρέθηκες; Δεν σε καυλώνω πια;»

-    «Όχι καυλοχήρα, μου ίσα - ίσα. Μου αρέσεις και με φτιάχνεις υπερβολικά αλλά είναι το όνειρο μου, ξέρεις να βρούμε μια καυλιάρα να δοκιμάσουμε τα πάντα οι τρεις μας. Δεν είχες ποτέ λεσβιακές φαντασιώσεις; Δεν σκέφτηκες ποτέ από περιέργεια να γαμηθείς με κοπέλα;»

-    «Α πα, πα! Όχι! Τι λες τώρα;»

-    «Ούτε όταν ήσουν πιο νέα, δεν είχες ποτέ λεσβιακή εμπειρία;»

-    «Ε, να όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών. Εεε… να… ήταν καλοκαίρι στο χωριό, παρθένα ξέρεις, έβραζε το αίμα μου και ένα βράδυ κοιμηθήκαμε με την μεγαλύτερη μου ξαδέρφη, την Άρτεμη. Έκανε πολύ ζέστη. Εεε να σκεφτόμουν και ένα αγόρι που μου άρεσε και άναψα…»

-    «Και…; Λέγε πεθερούλα μου.. και…;»

-    «Εεεεε άρχισα να χαϊδεύομαι… Πρώτα τα στήθη, μετά το μουνάκι μου και καθώς μου ξέφυγαν αναστεναγμοί η Αρτεμούλα ξύπνησε. Εγώ καταντράπηκα αλλά αυτή με καθησύχασε. Μου είπε να μη ντρέπομαι, ούτε να φοβάμαι ότι θα το πει πουθενά γιατί κι αυτή το κάνει και μάλιστα πολύ συχνά. Με κοίταξε πονηρά και μου είπε να μη βγάλω άχνα μη μας ακούσουν οι γονείς μου. Έπειτα μου κατέβασε τις τιράντες της νυχτικιάς μου και έλεγε πόσο ωραίο στήθος έχω και πόσο το ζηλεύει.

»Έβγαλε τη νυχτικιά της για να κάνει σύγκριση με το δικό της. Όταν έμεινε γυμνή πήρε το χέρι μου και με έβαλε να της πιάσω το στήθος ενώ αυτή έπιανε τα δικά μου λέγοντας ότι είναι αισθητά μεγαλύτερα και ότι θα ξετρελαίνω τα αγόρια με αυτά. Άρχισε να με χαϊδεύει και με ρώτησε αν αισθάνομαι καλύτερα τώρα. Εγώ είχα κατακαυλώσει γιατί σίγουρα το είχε ξανακάνει και ήξερε πως να με ερεθίσει. Γρήγορα μου έβγαλε την κιλοτίτσα και με τα παιχνιδιάρικα της δάχτυλα άρχισε να χαϊδεύει το παρθενικό μου μουνάκι ενώ με τη γλωσσίτσα της έγλειφε τις βυζάρες μου και μετά… ωχχχ… όσο το θυμάμαι…»

-    «Κι εσύ; Δεν της έκανες τίποτα; Έτσι την άφησες παραπονεμένη;»

-    «Δεν πρόλαβα γιατί ακούσαμε τη μάνα μου που ξύπνησε και φοβισμένες βάλαμε τα νυχτικά μας και μείναμε ακίνητες μέχρι που μας πήρε ο ύπνος».

-    «Και αργότερα, δεν έγινε τίποτα;»

-    «Όχι γιατί η Αρτεμούλα πήγαν Γερμανία και όταν την ξανάδα ήταν με τον άντρα της. Πάντως από κάτι υπονοούμενα που μου είπαν κάτι φίλες πρέπει να γούσταρε πολύ τις κοπέλες η ξαδερφούλα μου και να είχε αποπλανήσει αρκετές».

-    «Και από τότε; Με καμιά άλλη έκανες τίποτα;»

-    «Εεε να Αλέξη μου, ντρέπομαι γιατί δεν το χω πει σε κανένα…»

-    «Τι μανούλα μου; Πες το στο γιόκα σου».

-    «Εεε να… Όταν ήμουν μαθητευόμενη στην κυρία Ιρένε τη μοδίστρα. Με χρησιμοποιούσε και σα φιγουρίνι, μοντέλο, πως το λένε επειδή. Έλεγε ότι είχα τέλειο σώμα. Ξέρεις εκείνα τα χρόνια μετρούσαν οι καμπύλες που εμένα δόξα το θεό δε μου έλειπαν. Η αφεντικίνα μου ήταν πρόσφυγας από Ρωσία ανύπαντρη γύρω στα 47-48 αλλά καλοδιατηρημένη. Ήταν πανύψηλη, ξανθιά με υπέροχα γαλανά μάτια, αδύνατη αλλά με μεγάλο στήθος και πάντα μακιγιαρισμένη και ντυμένη στην εντέλεια.

»Όταν δουλεύαμε (στο εργαστήριο που ήταν σπίτι της) φορούσε κάτι υπέροχες κόκκινες βελούδινες ρόμπες ή όταν ήταν καλοκαίρι μόνο κάτι υπέροχα σατέν νυχτικά. Πάντα φορούσε μεταξένια εσώρουχα και κάλτσες με ζαρτιέρες που αναδείκνυαν τα τέλεια πόδια της και μοσχομύριζε ακριβά αρώματα. Γενικά ήταν γυναικάρα και απορούσα που δεν την έβλεπα ποτέ με άντρες. Είχα αντιληφθεί ότι με κοιτούσε παράξενα. Πολλές φορές επίσης την έβλεπα να ρίχνει περίεργα βλέμματα στις πελάτισσες μας όταν ήταν γυμνές και κατάλαβα ότι ήταν σαν την Αρτεμούλα μας. Αυτό μου θύμιζε την ανολοκλήρωτη ηδονή με τη Σουλίτσα».

-    «Σουλίτσα κορίτσι μου έχεις φανταστικό σώμα! Πραγματικό φιγουρίνι. Μακάρι να είχα τέτοια στήθη και τέτοιο πωπό!», μου λέει.

Εγώ είχα καταφτιαχτεί και περίμενα ανυπόμονα την επόμενη της κίνηση.

-    ‘Αυτή με πλησίασε και μου φόρεσε τα κομμάτια από το φόρεμα που είχε φτιάξει. Το έστρωνε επάνω μου με αργές κινήσεις χαϊδεύοντας με και στο άγγιγμα της οι ρώγες μου τεντώθηκαν και ένιωσα το πραγματάκι μου τόσο υγρό».

-    «Σου στρώνει τέλεια στη μέση! Για να δω και πίσω. Ωωω…!»

Τακτοποιούσε το ύφασμα και με χάιδευε όλο και πιο τολμηρά.

-    «Σουλίτσα μου έχεις το πιο ωραίο σώμα από όλα που έχω δει και έχω δει πολλά ματάκια μου. Το δέρμα σου είναι σαν απαλό βελούδο. Ούτε το πιο ακριβό μου ύφασμα δεν σου δημιουργεί τέτοια αίσθηση στην αφή!», μου έλεγε.

-    «Το χέρι της είχε κατέβει κάτω από το ύφασμα και χάιδευε το γυμνό μου δέρμα».

-    «Ααααχχχχ, Σουλίτσα μου για να δω. Ωωωω! Εδώ στο στήθος θέλει αλλαγές. Ναι, ναι βέβαια. Είναι τόσο μεγάλα τα δικά σου και γι’ αυτό δεν στρώνει…»

-    «Τι λέτε κυρία Ιρένε; Δηλαδή θα έχω πρόβλημα επειδή τα στήθη μου είναι κάπως μεγάλα;»

-    «Όχι καρδούλα μου, τι πρόβλημα; Πλεονέκτημα είναι οι στηθάρες σου. Δεν θα φοράς σουτιέν, θα διαγράφονται πεντακάθαρα και οι ρωγάρες σου και θα τους ερεθίζεις όλους με αυτά. Άντρες, γυναίκες, όλους. Εγώ δυστυχώς όμως έχω πρόβλημα…», μου λέει.

-    «Με μια κίνηση ξεκουμπώνει τη ρόμπα και την αφήνει να πέσει στο πάτωμα. Έμεινα να την κοιτάω. Ήταν φανταστική. Φορούσε ένα υπέροχο μαύρο δαντελωτό σουτιέν, μια σέξι κιλοτίτσα και μαύρες μεταξένιες κάλτσες με ζαρτιέρες που έκαναν πολύ ερεθιστική για μένα αντίθεση με το κάτασπρο δέρμα της. Βγάζει το σουτιέν της αφήνοντας ελεύθερα τα μεγάλα της στήθη και μου λέει:

-    «Να, πιάσε. Τα δικά μου είναι πεσμένα και φοράω υποχρεωτικά σουτιέν».

-    «Τα στήθη που έπιασα ήταν υπέροχα, με τεράστιες σκούρες θηλές και υπέροχες ροζ ρώγες. Δειλά στην αρχή άρχισα να τα νιώθω ζυγίζοντας τα στα χέρια μου. Μετά, ενώ η αφεντικίνα μου έβγαζε όλο και πιο έντονους αναστεναγμούς, πήρα θάρρος και τα χάιδευα, τα χάιδευα, έπαιζα με τις άκρες των δακτύλων μου τις υπέροχες ρώγες. Η κυρία Ιρένε με μια κίνηση έλυσε τον κότσο της και ξεχύθηκαν ελεύθερα τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της. Με κοίταξε με λάγνο βλέμμα και μου είπε:

-    «Πονηρούλα.. σου αρέσουν οι γυναίκες ε; Σου αρέσουν τα γυναικεία κορμιά. Καλά το είχα καταλάβει εγώ Σουλίτσα μου. Το ‘χεις ξανακάνει αυτό μικρούλα μου; Έχεις ξαναχαϊδέψει γυναικείο κορμί;»

-    «Όοοοοχι κυρία Ιρένε, πρώτη φορά το δικό σας, σας ορκίζομαι».

-    «Και σ’ αρέσει ματάκια μου; Σ’ αρέσει να χαϊδεύεις το κορμί της αφεντικίνας σου;»

-    «Μμμμμμ… πάρα πολύ! Είναι υπέροχο το σώμα σας και πάντα το θαύμαζα. Εεε από όταν σας πρωτοείδα μου αρέσατε.. Είστε τόσο διαφορετική από τις άλλες γυναίκες. Ντύνεστε όμορφα, μυρίζετε ωραία, έχετε υπέροχο σώμα, είστε ξανθιά…»

-    «Είμαι παντού ξανθιά μανάρι μου. Κοίτα…»

-    «Κατέβασε τη μαύρη δαντελωτή κιλοτίτσα της και ξεδιάντροπα μου έδειξε τη μουνάρα της. Ήταν κατάξανθη και περιποιημένη ενώ ανέδυε και ένα μεθυστικό άρωμα».

-    «Σου αρέσει το ξανθό μου μουνάκι; Δεν κάνει ωραία αντίθεση με το κατάμαυρο το δικό σου;»

-    «Και χωρίς δισταγμό έφερε το μουνάκι της δίπλα στο δικό μου, έβαλε το ένα της μπούτι ανάμεσα στα δικά μου και άρχισε να τρίβει με το μουνάκι της το πραγματάκι μου που έσταζε από πόθο».

-    «Ωωωχχχ… ναι κυρία Ιρένε, ναι! Με πεθαίνει αυτό που μου κάνετε. Με πεθαίνει! Τι ωραία! Αχχχχχ… ωωχχχχ.. Ναι! Ναι! Ωχχχχ…»

-    «Όπως τριβόμασταν μου έπιασε το πρόσωπο και με φίλαγε παντού. Στο μέτωπο, στη μύτη, στα μάγουλα, στο αφτάκι, στο λαιμό, ψιθυρίζοντας μου υπέροχα λόγια. Και όταν το έμπειρο της στόμα έψαξε να βρει το δικό μου, δεν της το αρνήθηκα. Μισοκλείνοντας τα μάτια αφέθηκα να με φιλήσει. Ύστερα, παίρνοντας θάρρος με τη δική μου γλωσσίτσα, αδέξια και φοβισμένα στην αρχή, κι έπειτα τολμηρά, επισκέφτηκα το στόμα της και το εξερεύνησα, ενώ ανυπόμονα με περίμενε η έμπειρη της γλώσσα.

»Χωρίς αναστολές την έσφιξα πάνω μου και τη φιλούσα με ορμή και λαγνεία που ολοένα μεγάλωναν όσο ένιωθα το ρυθμό του πόθου της να αυξάνεται. Τα χέρια της έπιασαν τα βυζιά μου. Στάθηκαν εκεί για μια στιγμή ακίνητα, σαν να έπαιρνε δυνάμεις και ύστερα πιέζοντας τα ελαφρά, τα χάιδεψε δειλά αρχικά και ύστερα λες και βρέθηκε σε κατάσταση μανίας, τα έσφιγγε, τα μάλαζε, τα τσιμπούσε, ενώ συνέχιζε το τρίψιμο με τα μουνάκια μας και τα παθητικά της φιλιά στο διψασμένο μου στόμα. Τα μπούτια μου χαίρονταν την υπέροχη αίσθηση από τις μεταξένιες της κάλτσες».

-    «Αμάν καυλοχήρα μου, τι είναι αυτά που μου λες; Τελικά το λατρεύεις το πλακομούνι. Πονηρούλα… θα σου βρω εγώ κοριτσάκι να το αποπλανήσεις. Μόνο που τώρα θα είμαι και εγώ. Πρώτα θα κάνω μάτι και μετά θα σας ξεσκίσω και τις δύο. Ωωωωωχχχχ κοίτα πως γίνεται η ψωλάρα μου μόνο με την σκέψη. Έλα γιατί με κατακαύλωσες με τις ιστορίες σου. Έλα να μου κάνεις ένα ισπανικό. Έλα βυζαρού μου… Κάτι ήξερε η ξαδέρφη σου που σου έλεγε ότι θα ξετρελαίνεις τους άντρες με τις στηθάρες σου. Πωωωωωω! Αμάν! Τέτοιους βύζους!!! Αχχχχχ… Τέτοια μαστάρια δεν έχω δει πουθενά. Πουθενάάάάάά! Πως μου αρέσει να μου γαμάς τον πούτσο με τις στηθάρες σου! Ωχχχχ… Ναι! Πόσο με φτιάχνει. Μπράβο! Μπράβο μανούλα μου με την παιχνιδιάρικη γλωσσίτσα. Μπράβο καυλοχήρα μου. Μπράβοοοοοοο! Δεν τα χορταίνω. Δεν τα χορταίνωωωω! Τα θέλω πάντα δικά μου. Να γλείφω, να δαγκώνω τις ρωγάρες σου. Πω, πω τι ρωγάρες ρουφάω! Πω, πωωωωω!!!»

-    «Τιμώρησε με την αμαρτωλή. Βάλε μου τον στην κωλάρα. Πόνεσε με γιατί το αξίζω που γαμιέμαι με το γαμπρούλη μου. Το αξίζω που κάνω κερατού την κορούλα μου. Μη δείχνεις έλεος. Ξεπάτωσε μεεεεεε!!!»

Τη γύρισα μπρούμυτα και άρχισα να χαϊδεύω τα βελούδινα καπούλια της. Τορνευτά, τουρλωτά και αφράτα σε προκαλούσαν να τα χαϊδέψεις, να τα τσιμπήσεις, να τα δαγκώσεις, να τα χτυπήσεις. Έχωσα τη γλώσσα μου στην τρύπα της και ύστερα τη γλίστρησα προς το πράμα της που έσταζε από πόθο. Τότε ανασηκώθηκα κι άρχισα να ρίχνω απαλά, σαν χάδι χτυπηματάκια, κάνοντας την ντελικάτη σάρκα να ροδίσει ανεπαίσθητα.

-    «Ναι, έτσι ναι, έτσιιιιι!!!»

Δεν χρειαζόμουν ενθάρρυνση. Δυνάμωσα τα χτυπήματα, πότε στον ένα γλουτό και πότε στον άλλο, περνώντας από το δεξί χέρι στο αριστερό χέρι συνεχώς. Τα κωλομέρια της ήταν φλογισμένα αλλά όσο και αν πονούσε δεν παραπονιόταν, ίσα - ίσα βογκούσε και με παρότρυνε συνεχώς.

-    «Ναι! Έτσι πρέπει. Ναι! Τιμώρησε με που είμαι πνιγμένη στην αμαρτία. Ναι γιόκα μου… Τα χέρια σου είναι τα χέρια του θεού που δίνει ότι αξίζω. Ναι! Ωχχχχχχ! Έτσιιιιιιι! Κι άλλοοοοοοο! Πιο δυνατά. Ναι! Γάμησε με τώρα. Σε παρακαλώώώώώ. Βάλε μου τον ματάκια μου. Βάλε μου τοοοοοοον!!!»

Της την έχωσα χωρίς δισταγμό και προχωρούσα όλο και πιο βαθιά. Ήταν φανταστικά. Έτσι στενή που ήταν, η ψωλή μου ζορίζονταν και έλιωνα από ηδονή αλλά κι αυτή δεν πήγαινε πίσω. Κουνιόταν με ένα φοβερό ρυθμό και επιζητούσε να μπαίνω όλο και βαθύτερα μέσα της και βογκούσε και τόσο καυλωτικά. Μου έλεγε και τα προστυχόλογα που με ανάβουνε και με έστελνε στα ουράνια. «Κάπως έτσι θα είναι και το ουρί του παραδείσου… άλλωστε οι Οθωμανοί αυτό προτιμούν…», σκέφτηκα καθώς έμπαινα στην στενή της τρύπα και με απορροφούσε καυτός αναβρασμός.

Η πεθερούλα μου ταλαντευόταν από κάτω μου καθώς φούσκωνε μέσα μας ο οργασμός. Έπρεπε να τελειώσω. Την άρπαξα από τους γοφούς και την έφερα ως τα κατάβαθα μου.  Άρχισε να χορεύει κάτω από το κορμί μου με διαβολεμένο ρυθμό. Ένιωσα ένα τράνταγμα στη ραχοκοκαλιά μου που διέτρεξε όλο το μήκος της και οδήγησε το είναι μου σε διάλυση. Η Σουλάρα ένιωσε το σπέρμα μου να ξεπηδά και αφέθηκε στην απόλαυση του οργασμού.

Από την επόμενη μέρα παιδευόμουν συνεχώς να βρω μια γυναίκα κατάλληλη για τρίγωνο. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν αλλά τίποτα. Το μεσημέρι πήγα τη γυναίκα μου στο αεροδρόμιο για να πάει σε ένα συνέδριο στην Κρήτη και γύρισα σπίτι χαρούμενος που θα έχω άπειρο χρόνο να γαμιέμαι με την πεθερούλα μου. Όμως οι σκέψεις για τα τρίγωνα με τα σούπερ καυλωτικά λεσβιακά με κατέτρωγαν. Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα και αυτό είπα στην πεθερά μου μόλις γύρισα.

-    «Δεν μπορώ μανούλα. Θέλω να σε δω να γαμιέσαι με μια άλλη γυναίκα. Δεν μπορώ.. σκέψου κάτι να ικανοποιήσεις το γιόκα σου, σκέψου. Θα τρελαθώ, σκέψου!»

-    «Πού να βρω εγώ αγάπη μου γυναίκα που να θέλει να γαμηθεί και με τους δυο μας; Εσύ που είσαι περπατημένος σκέψου κάτι…»

Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν μια ξαδέρφη της πεθεράς μου για να μας πει ότι ο σπιτονοικοκύρης έβγαλε έξω την κόρη της που ήταν στην Αθήνα φοιτήτρια και μας παρακαλούσε να τη φιλοξενήσουμε για λίγες μέρες. Η πεθερά μου πήγε να πει κάποια δικαιολογία αλλά μετά δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Εγώ κατατσαντίστηκα.

-    «Τώρα που έλειπε η κόρη σου και θα κάναμε ελεύθερα ότι γουστάραμε θα έρθει αυτό το νιάνιαρο. Γαμώ την ατυχία μας. Άσε που πρέπει να προσέχουμε μην κάνουμε κάτι και μας καταλάβει και μας κάνει βούκινο στο χωριό και στο σόι».

Το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Εγώ άνοιξα και έμεινα άναυδος. Η ανιψούλα, που τη θυμόμουν ένα άγουρο κοριτσάκι είχε γίνει μια μουνάρα φοβερή. Φορούσε ένα στενό τζιν που τόνιζε την κωλάρα της και ένα εφαρμοστό μπλουζάκι που μάταια προσπαθούσε να συγκρατήσει τα πελώρια στήθη της. Τη δεχτήκαμε εγκάρδια και την κάναμε να νιώσει αμέσως άνετα. Πιάσαμε την κουβέντα και η ώρα περνούσε ευχάριστα. Η πεθερά μου είπε να ετοιμάσει κάτι για βραδινό και η Βούλα είπε ότι θα έκανε ένα ντουζάκι. Πήγε στο μπάνιο κι εγώ μόνο με τη σκέψη ότι στη μπανιέρα μου πλένεται ένα θεϊκό κορμί κατακαύλωσα.

Πήγα σιγά - σιγά πίσω από την πόρτα και έβαλα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα. Το θέαμα με αποζημίωσε. Η Βουλάρα έτριβε με αργές κινήσεις τη σωματάρα της προσφέροντας μου μια καταπληκτική θέα. Τα βυζιά της τεράστια έδειχναν να αψηφούν τους νόμους της βαρύτητας και στέκονταν καμαρωτά, ικανά να τρελάνουν κάθε άντρα μόλις τα αντίκριζε. Ο κώλος της, γεμάτος και τροφαντός όπως μ’ αρέσει. Οι γάμπες της χυτές και η μεσούλα της δακτυλίδι. Πραγματικά τέλειο σώμα.

Στο τραπέζι ήταν υπέροχα. Η Βούλα φορούσε ένα σέξι φόρεμα που τόνιζε ιδιαίτερα την κορμάρα της, αλλά και η πεθερούλα μου δεν πήγαινε πίσω. Φορούσε ένα μαύρο πρόστυχο νυχτικό που τα έδειχνε όλα και από πάνω ξεκούμπωτη μια υπέροχη κόκκινη ρομπ ντε σατρ. Ήταν σα βασίλισσα. Μια βασίλισσα του έρωτα και της ηδονής. Εγώ αισθανόμουν σαν πασάς με το χαρέμι του. Κοιτούσα μια τη μια, μια την άλλη και ενθουσιαζόμουν.

Ήμουν σίγουρος ότι η Βούλα θα έπεφτε στα δίκτυα μου. Πίναμε, πίναμε κι εγώ όλο και πιο πολύ με αποτέλεσμα γρήγορα να ζαλιστώ και να πάω για ύπνο. Ες αύριον τα σπουδαία, σκέφτηκα και έπεσα ξερός.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")