Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.81 (18 Votes)

Προηγούμενο μέρος:
Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (1ο μέρος)

Κεφάλαιο 2

Οι δυο βδομάδες που ακολούθησαν το περιστατικό με τη Μερσεντές ήταν γεμάτες έντονο, σχεδόν καθημερινό σεξ. Η Φλώρα δεν περιοριζόταν στο συνηθισμένο της «γαμήσι μετά από δική μου πρωτοβουλία εννιά φορές στις δέκα» (βλ. πρώτο μέρος). Ερχόταν τακτικά πάνω μου, είτε στο κρεβάτι, είτε στον καναπέ, με όρεξη που είχα να δω από τους πρώτους μας μήνες μαζί, πριν ακόμα από το γάμο μας. Έβγαζε την μπλούζα και το παντελόνι (ή τις πυτζάμες, αργά το βράδυ), συνήθως κρατούσε το σουτιέν, έκανε την κιλότα στην άκρη από τη βιασύνη της, και με έπαιρνε στο μουνί στο άψε σβήσε. Ποια προκαταρκτικά; Η Φλώρα ήταν σχεδόν κάθε βράδυ έτοιμη για πήδημα, μούσκεμα στα υγρά.

Εγώ ήξερα πού οφειλόταν αυτό, αλλά δίσταζα να ανοίξω κουβέντα. Δεν ήθελα να χαλάσω την ατμόσφαιρα, φέρνοντας στο προσκήνιο το τι συνέβη μέσα στο αυτοκίνητο με το Σταύρο και τον Ιταλό. Εκείνη με τη σειρά της, δεν το ανέφερε ούτε καν στις φαντασιώσεις που εξακολουθούσαμε να ανταλλάσσουμε την ώρα του σεξ. Και ότι το απέφευγε, ότι απέφευγε οποιαδήποτε αναφορά στην αδελφή και το γαμπρό της, κάτι σήμαινε.

Έτσι στις φαντασιώσεις, τη θέση της αδελφής της και των γαμησιών με τη μικρή γειτόνισσα, είχαν πάρει οι δικοί της συνάδελφοί στη δουλειά. Η Φλώρα δούλευε σε μια δημόσια υπηρεσία με αρκετό κόσμο, εγώ σε μια άλλη με λιγότερο. Υποτίθεται ότι της έκαναν διαρκώς καμάκι, αυτό μου έλεγε περιστασιακά για να με καυλώνει, τώρα όμως - καθώς τα όσα έγιναν στην Μερσεντές ήταν off limit - επικεντρωνόταν σε αυτούς. Κυρίως, σε δυο φίλους μεταξύ τους, που τους ανέφερε και παλιά συχνά, με ονόματα μάλιστα σχεδόν παρόμοια, ας τους ονομάσω λοιπόν εδώ «Πέτρο και Παύλο». Ήταν οι ίδιοι που «έσκυβε για να φανούν τα βυζιά της από το ντεκολτέ» παλιότερα, τώρα όμως, πάνω στο σεξ «τους ακολουθούσε στο αυτοκίνητο μετά τη δουλειά και τους έπαιρνε πίπες σε διάφορες ερημικές τοποθεσίες». Όλα αυτά βέβαια πριν τελειώσει μαζί μου και παραδεχτεί ότι ήταν μόνο στη φαντασία της.

Μέχρι χτες την πίστευα χωρίς ερώτημα, τώρα μια μικρή, βασανιστική αμφιβολία είχε τρυπώσει μέσα μου. Μήπως στη Μερσεντές είχε κάνει το πρώτο βήμα και θα ακολουθούσαν τα επόμενα; Από την άλλη, στο μυαλό μου στριφογύριζε ασταμάτητα η Μαίρη. Μήπως είχε έρθει, μετά από δέκα χρόνια, η στιγμή που θα μπορούσα να τη βάλω στο χέρι, χωρίς να διαταράξω τις σχέσεις της με την αδελφή της;

Οι δύο αδελφές πάντως εξακολουθούσαν να συναντιούνται κανονικά, μια στο σπίτι μας, μια απέναντι, στου Σταύρου. Διέκρινα κάτι διαφορετικό ή ήταν η ιδέα μου; Κάποιες στιγμές μιλούσαν χαμηλόφωνα, γελούσαν, σταματούσαν όταν εμφανιζόμουν. Ή μήπως τα έβλεπα αυτά, επειδή πρώτη φορά έδινα σημασία;

Ένα από αυτά τα απογεύματα η Μαρία μας ανακοίνωσε την ημερομηνία για το χριστουγεννιάτικο πάρτι τους, αυτό που έκαναν κάθε χρόνο Παρασκευή, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά. Ήταν κάτι που το περιμέναμε. Μια βραδιά διασκέδασης με καλά ποτά και ωραία μουσική, ένα βράδυ που όλη η πολυκατοικία τους δεν κοιμόταν καλά, αλλά ποτέ δεν έκανε το παραμικρό παράπονο σε τόσο καλούς γείτονες, όπως η Μαρία και ο Σταύρος. Άσε που οι συνομήλικοι από τα διαμερίσματα πάνω και κάτω, ήταν πάντα καλεσμένοι.

Αυτή τη φορά όμως με εξέπληξε ότι η Μαρία επέμενε να καλέσουμε περισσότερο κόσμο, από τη δουλειά μου ή τη δουλειά της Φλώρας.

-          Μα δεν έχω κανένα που να κολλάει να έρθει, είπα.

-          Κρίμα. Ο Σταύρος λέει ότι έχει βαρεθεί την ίδια σύνθεση. Κάποια νέα πρόσωπα θα μας κάνουν καλό. Εσύ Φλώρα;

-          Ίσως καλούσα τον Πέτρο και τον Παύλο με τις γυναίκες τους.

Τις κοίταξα με το φρύδι σηκωμένο. Συνεννοημένες;

-          Καλέ ποιοι είναι αυτοί;… έκανε η Μαρία. Αν έχουν φάση, οπωσδήποτε.

Κάτι μου έλεγε ότι προσποιούταν ότι δεν είχε ακούσει ξανά για αυτούς. Το ίδιο βράδυ η Φλώρα ήρθε και κάθισε πάνω μου στον καναπέ.

-          Θες να με γαμήσεις ή να σου πάρω πίπα;… με ρώτησε κυνικά.

-          Δεν θέλω πίπα, γιατί θέλω να μου μιλάς. Να μου πεις αν θα καλέσεις πράγματι αυτούς τους δύο που κοιτάνε τα βυζιά σου.

-          Θα τους καλέσω για να σε καυλώσω.

-          Θα χορέψεις μαζί τους;

Το πάρτι δεν ήταν χορευτικό βέβαια, αλλά κατά τα μεσάνυχτα με λίγη αργή μουσική κάποιοι χόρευαν, έστω λίγο.

-          Θα χορέψω για να ακουμπώ πάνω τους τα βυζιά μου…

και λέγοντας έτσι έβγαλε το πάνω από την πυτζάμα. Η θέα του στήθους της στο μαύρο σουτιέν με καύλωσε ακαριαία.

-          Έλα, θέλω να σου τα χύσω, της είπα.

-          Έλα μωρό μου, πάρε τα.

Έβγαλε και το σουτιέν και τα απελευθέρωσε μπροστά μου. Το ωραίο, όχι κατάλευκο χρώμα της επιδερμίδας της, οι ρώγες της, σφιγμένες και σηκωμένες, με έκαναν πάντα να λιώνω στη θέα. Κατέβηκε από τα πόδια μου και άρχισε να τρίβει το καυλί μου ανάμεσα στα στήθη της. Ενδιάμεσα έσκυβε και του έκανε κανένα μικρό ρούφηγμα, πριν σηκώσει το κεφάλι και συνεχίσει το τρίψιμο των βυζιών, με μικρούς αναστεναγμούς.

-          Τι λες, να τα ακουμπήσω πάνω τους όταν χορεύω;

-          Γαμιόλα, πουτάνα, θες να καυλώνεις τους πάντες. Δεν σου έφτανε ο Σταύρος στο αμάξι;

Πρώτη φορά έφερνα το θέμα στην επικαιρότητα, μετά από τόσες μέρες.

-          Τον Σταύρο δεν τον καύλωσα εγώ, αλλά η αδελφή μου που πίπωνε τον Ιταλό.

-          Και καύλωσες και εσύ όταν τους κοιτούσες;

-          Ναι, καύλωσα απίστευτα. Ένιωθα να τρέμω στην καύλα. Πρώτη φορά έβλεπα ζωντανή πίπα.

-          Και τι έκανε ο Σταύρος;

-          Έβαλε τα χέρια του στα πόδια μου και άρχισε να τα χαϊδεύει.

Ωραία, ήταν σε διάθεση να μου πει μερικά πράγματα.

-          Και εσύ τι έκανες τότε;

-          Έκανα ότι δεν κατάλαβα και συνέχισα να κοιτάζω πίσω.

-          Και μετά;

-          Μετά έπιασε τα βυζιά μου πάνω από την μπλούζα.

-          Και εσύ πάλι δεν είπες τίποτα;

Άλλη μια μικρή διακοπή για ένα ρούφηγμα.

-          Ναι, έκανα σα να μην συνέβαινε τίποτα, σα να μη μου έβαζε χέρι, απάντησε τελικά.

-          Και μετά;

-          Μετά έβαλε τα χέρια του κάτω από τη μπλούζα και έπιασε τη μέση μου και ύστερα τα βυζιά μου, που ήταν όπως τα βλέπεις, μέσα στο ίδιο σουτιέν.

-          Κι εσύ;

-          Εγώ ακόμα κοιτούσα τους πίσω και έκανα σα να μη συμβαίνει τίποτα. Και αυτό τον καύλωνε περισσότερο.

-          Κι εμένα το ίδιο, τώρα. Και μετά έσκυψες και τον πήρες στο στόμα;

-          Όχι αμέσως, πρώτα μου έβγαλε την μπλούζα και έμεινα με το σουτιέν.

Παράξενο, αλλά με αυτό ένιωσα περισσότερη ζήλια και από την πίπα ακόμα. Η θέα του υπέροχου στήθους της με τα μαύρα σουτιέν, αυτή ανήκε σε μένα μόνο ως τότε, τουλάχιστον τα τελευταία δώδεκα χρόνια.

-          Και δε φοβόσασταν μην σας δει κανείς;

-          Ήταν σκοτεινά εκεί που ήμασταν.

-          Και τι έγινε τότε;

-          Έσκυψε και άρχισε να μου φυλάει το στήθος.

-          Πώς; Πες μου.

-          Πάνω από το σουτιέν. Δεν τον άφησα να βγάλει το σουτιέν μου.

Μια μικρή ανακούφιση.

-          Και μετά;

-          Μετά είχα καυλώσει τόσο. Οπότε ξέρεις...

-          Τι, πουτάνα; Τότε του πήρες πίπα;

-          Ναι, τότε έσκυψα και τον πήρα στο στόμα.

-          Μα το είχε βγάλει έξω;

-          Το έβγαλε σαν τρελός. Ήθελε να τον πάρω.

-          Και πίσω τι γινόταν;

-          Πίσω η Μαρία έπαιρνε τον Ιταλό.

-          Δυο πουτάνες παίρνατε πίπα. Γεννημένες για τσιμπούκια.

-          Ναι, μου αρέσουν τα τσιμπούκια, θέλω να πάρω κι από άλλους.

-          Θες να ξαναπάρεις τον Σταύρο;

-          Ναι, θέλω να τον πάρω.

-          Μήπως τον έχεις πάρει ήδη ξανά κανένα απόγευμα;

-          Ναι, τον πήρα ένα απόγευμα σπίτι του, τον πίπωσα και τέλειωσε πάλι στο στόμα μου.

-          Μήπως σε γάμησε;

-          Ήθελε να με γαμήσει αλλά δεν τον άφησα.

-          Αλλά του πήρες πίπα; Πες μου την αλήθεια.

-          Ναι, του πήρα ξανά και του είπα ότι θα του παίρνω όποτε θέλει. Και άμα με αφήσεις εσύ θα τον γαμήσω κιόλας, θέλω πολύ να τον γαμήσω, θέλω να μου σκίσει το μουνάκι.

Αυτό ήταν. Ως εκεί μπορούσα να κρατηθώ ακούγοντας τέτοια. Τέλειωσα πανηγυρικά στα βυζιά της, με το σπέρμα να τινάζεται ως το λαιμό και το σαγόνι της. Εκείνη συνέχισε να τρίβει το καυλί μου πάνω στα βυζιά της και δοκίμασε να το καθαρίσει με τη γλώσσα της, αν και ο ερεθισμός μου ήταν τόσος που δεν άντεξα να την αφήσω.

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε με άλλη μια πίπα, χωρίς κουβέντες αυτή τη φορά, χωμένη με το κεφάλι κάτω από το πάπλωμα. Από μια άποψη, η νύχτα στη Μερσεντές είχε αλλάξει τη ζωή μου προς το καλύτερο. Μόνο, ευχόμουν, να μην υπήρχαν και αρνητικές συνέπειες.

Κεφάλαιο 3

Η μέρα της χριστουγεννιάτικης γιορτής ήρθε. Από το προηγούμενο βράδυ ήδη η Φλώρα ήταν σε έξαψη και το έδειχνε. Το πρωί της Παρασκευής (είχαμε άδεια και οι δύο, λόγω των γιορτών) κάναμε σεξ και μου είπε ξανά ότι το βράδυ θα χόρευε με όλους και θα ακουμπούσε τα βυζιά της πάνω στους παρτενέρ «μόνο και μόνο για να σε καυλώσω».

-          Θα έρθουν οι δύο συνάδελφοί σου;

-          Θα έρθουν μου είπαν.

-          Με τις γυναίκες τους;

-          Χωρίς. Δεν μπορούσαν αυτές.

Σιγά μην προσπάθησαν.

Το απόγευμα έκανε μπάνιο και κατόπιν ήρθε μπροστά μου να ντυθεί. Φόρεσε το ίδιο ακριβώς σουτιέν της Μερσεντές, φροντίζοντας να το προσέξω. Η σκηνή τη προετοιμασίας της, μέσα στο φως από το σούρουπο ήταν τόσο καυλωτική, που αν δεν είχαμε κάνει σεξ το πρωί, θα είχα απαιτήσει μια πίπα εκεί, επί τόπου. Από πάνω ένα μαύρο, επίσης τρυπητό στο μπούστο φανελάκι και τελικά φούστα και ένα στενό πουκάμισο. Δε φορούσε συχνά πουκάμισα, αλλά σήμερα ήταν μια καλή περίσταση. Σκέφτηκα μόνος ότι αν άφηνε τρία αντί για δύο κουμπιά ανοιχτά φαινόταν σίγουρα πολλά πράγματα. Πάντως, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, είχε αφήσει δύο. Σε λίγο έφυγε για του Σταύρου, να βοηθήσει, όπως έκανε πάντα.

Εγώ έφτασα κατά τις εννιά. Το σπίτι τους αντίθετα από το δικό μας διέθετε μεγάλο σαλόνι. Στους τριθέσιους καναπέδες είχαν προσθέσει πολυθρόνες και ένα τραπέζι με μεζέδες και ποτά που έπιανε όλο τον τοίχο. Και φυσικά έπαιζε μουσική.

Κάπου πήρε το μάτι μου τη μικρούλα γειτόνισσα. Αναρωτιόμουν αν θα κατόρθωνα να τη βάλω στο χέρι κι αυτή. Γιατί όχι; Προηγούταν όμως η Μαρία. Η Μαρία ήταν η πόρτα που θα μου άνοιγε και άλλα σπίτια, με την καύλα της. Η οποία μάλιστα πρέπει να έπινε από το απόγευμα, γιατί ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένη. Ο Σταύρος γελούσε χαρούμενος. Του άρεσε να βλέπει τη γυναίκα του έτσι. Ρώτησα τη Φλώρα αν θα έρθει ο Ιταλός, και μου απάντησε ότι έλειπε από την Ελλάδα. Είχε ήδη ρωτήσει, το πουτανάκι.

Γύρω στις δέκα και μισή μπήκε αργή χορευτική μουσική και η Μαρία σηκώθηκε πρώτη και μου ζήτησε να χορέψουμε. Ήταν πάνω μου κολλημένη και έσερνε τα λόγια της, εμφανώς μεθυσμένη πλέον.

-          Νομίζω ότι πρέπει να πάω να ξαπλώσω, κατόρθωσε να μου πει.

Ωστόσο δεν φαινόταν να έχει χάσει το κέφι της. Με τσιμπούσε στη μέση, ενώ χορεύαμε, και μου έλεγε (τρώγοντας τις μισές λέξεις) ότι σήμερα η Φλώρα ήταν κούκλα. Πράγματι η γυναίκα μου έλαμπε, λεπτή, ψηλή, με ωραίο σώμα και ντύσιμο, ήταν από τις πιο ωραίες παρουσίες. Όταν τέλειωσε ο χορός η Μαρία ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα και πήρε ξανά το ποτήρι στα χέρια.

Περίπου εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν μαζί οι δύο συνάδελφοί της. Την πρόσεξα: Άφησε την παρέα που μιλούσε και έτρεξε με χαρά να τους υποδεχτεί. Τη φίλησαν στο μάγουλο και οι δύο. Από κοντά ο Σταύρος, η γυναίκα μου έκανε τις συστάσεις και τους τράβηξε σε μια γωνιά. Φυσικά δεν υπήρχε τίποτα πονηρό - μιλούσαν και γελούσαν δυνατά - ωστόσο το μυαλό μου πήγε αμέσως στα πρωινά της λόγια. Με την ευκαιρία να πω ότι πρώτη φορά έβλεπα το πραγματικό πρόσωπο των δύο ανδρών. Ως τότε τους φανταζόμουν μόνο, σχεδόν απρόσωπους, όταν η γυναίκα μου έσκυβε (περισσότερο ή λιγότερο αληθινά) να βαθύνει το ντεκολτέ της και να τους κάνει να καυλώσουν. Εκείνη την ώρα με πλεύρισε ο Σταύρος. Ήταν και αυτός μισό-μεθυσμένος και φώναζε.

-          Δημήτρη, μια χάρη.

-          Ό,τι θες.

-          Να πας τη Μαρία σπίτι σας να τη βάλεις να κοιμηθεί. Μέθυσε η καημένη αλλά εδώ δεν πρόκειται να κοιμηθεί, με τόση φασαρία. Άσε που έχουμε τα παλτά των καλεσμένων στο κρεβάτι μας.

-          Κανένα πρόβλημα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα κοιμόταν η Μαρία σπίτι μας.

-          Και αν τύχει και θέλει να σε περιποιηθεί... μην το αρνηθείς, μου είπε και μου έκλεισε το μάτι.

-          Πώς;…

τον κοίταξα έκπληκτος. Ακόμα και για το Σταύρο αυτό πήγαινε πολύ να το πει. Αδιάφορος για την έκπληξή μου, μου έδειξε τη Μαρία στην πολυθρόνα.

-          Έλα, πάρε την όσο ακόμα μπορεί να περπατήσει. Το είπα και στη Φλώρα μην σε ψάχνει. Όταν την κοιμήσεις, εννοείται σε περιμένουμε πίσω.

Η Μαρία προσπαθούσε ακόμα να πιει από το ποτό της ενώ ήδη ήταν πάνω από απλώς μεθυσμένη. Δεν ήταν του ποτού, όπως και η γυναίκα μου, σε αυτό έμοιαζαν. Όμως τη μια φορά που έπινε, του έδινε να καταλάβει. Έγειρα από πάνω της.

-          Μαράκι, είπες του Σταύρου να σε πάω για ύπνο;

Μου χαμογέλασε μέσα στο χάσιμο της μέθης.

-          Αχ… θα σου χαλάσω το πάρτι;

-          Δεν πειράζει, χαρά μου.

Στο μυαλό μου είχα την «περιποίηση» του Σταύρου. Την πήρα αγκαζέ και την έβαλα στο ασανσέρ.

-          Αχ καλέ μου, έλεγε συνέχεια με γέλια, μη σου χαλάσω το πάρτι. Εσύ κοίτα να γυρίσεις πίσω όταν με βάλεις στο κρεβάτι…

και αμέσως μετά με ακόμα πιο δυνατά γέλια:

-          Αχ τι αστείο αυτό που είπα, «να με βάλεις στο κρεβάτι». Θα με βάλεις στο κρεβάτι, Δημήτρη;

Προφανώς ήταν εκτός εαυτού. Και μέσα μου, δε μπορούσα να μην αναρωτηθώ αν είχε έρθει η στιγμή που θα έκανα την τύχη μου… το ερωτικό όνειρο δεκαετίας. Μόλις που συγκρατούσα τα χέρια μου να μην τρέμουν στην ιδέα. Από την άλλη, πέρα από την καύλα, φαινόταν δίκαιο και ισορροπημένο. Αν η Φλώρα είχε πάρει το Σταύρο, θα έκανε καλό και στους δύο γάμους να πάρει και η Μαρία εμένα. Στο δρόμο, στα εκατό μέτρα που χώριζαν τα δύο σπίτια, με τον κρύο αέρα στο πρόσωπο φάνηκε να συνέρχεται.

-          Γαμώτο, ήπια από νωρίς. Δεν έπρεπε να πιω τόσο.

-          Δεν πειράζει. Δεν θα χάσεις και τίποτα.

-          Ε όχι, ωραία θα περνούσαμε. Εσύ μην το χάσεις.

-          Θα γυρίσω μόλις κοιμηθείς.

-          Ε ναι, μην αφήσεις την αδελφή μου με αυτούς τους δυο.

Τσιμπήθηκα.

-          Τους δυο συναδέλφους της;

-          Ξέρεις ποιους. Μου έχει πει ότι σου λέει για αυτούς.

Αιφνιδιάστηκα. Δεν ήξερα ότι οι δυο τους μιλούσαν για τις φαντασιώσεις μας.

-          Είναι πολύ καυλιάρα η αδελφή σου, είπα για να ρίξω λίγο πιπέρι.

-          Πιο καυλιάρα από εμένα;

Σφίχτηκε πάνω μου.

-          Ίσως το ίδιο με εσένα…

απάντησα, πρώτη φορά τόσο ανοιχτός απέναντί της. Αλλά δεν ανοιγόμουν τώρα, μεσάνυχτα, με τη Μαρία μεθυσμένη και σφιγμένη πάνω μου, πότε; Φτάσαμε στο σπίτι και πήραμε το άλλο ασανσέρ για τον τρίτο.

-          Κανόνισε να πάει αργά, είπε, να μην ζαλιστώ. Κάτσε να σε κρατάω…

και έπεσε στην αγκαλιά μου. Το στόμα της ακούμπησε στο λαιμό μου και ένιωσα την ανάσα της. Κατά λάθος αυτά δε γίνονται. Στο μικρό σαλόνι στου σπιτιού μου έκανε οχτάρια.

-          Σε ποιο κρεβάτι θα με βάλεις;

Ήξερε καλά ότι είχαμε ένα μόνο έξτρα δωμάτιο με κρεβάτι. Μπήκα στο δικό μας δωμάτιο να ψάξω για σεντόνια και κουβέρτες και με ακολούθησε.

-          Θα μου βρεις ένα νυχτικάκι της Φλώρας;

-          Αμέ.

Διάλεξα ένα ολόσωμο, όσο ανοιχτό γινόταν νυχτικό της γυναίκας μου από το συρτάρι που τα έβαζε. Εκείνη με είχε ακολουθήσει και αντί για το «φιλοξενούμενων», έπεσε με φόρα ανάσκελα στο διπλό συζυγικό κρεβάτι.

-          Αχ, εδώ είναι το κρεβάτι της ακολασίας.

Άρπαξα δυο σεντόνια και ένα πάπλωμα.

-          Ποιας ακολασίας; Το συζυγικό σεξ ονομάζεις έτσι;

Γελούσε δυνατά, πάντα ξάπλα στο κρεβάτι μας.

-          Μου τα λέει όλα η καυλιάρα η αδελφή μου. Είστε ακόλαστοι.

Εκείνη τη στιγμή είδε το νυχτικό και ενθουσιάστηκε.

-          Α! Αυτό θα μου φορέσεις;

-          Γιατί, δεν μπορείς να το φορέσεις μόνη σου;

-          Μπορώ, αλλά ζαλίζομαι κιόλας…

και αμέσως έπιασε να τραβά να βγάλει την μπλούζα της. Δε φορούσε φανελάκι και από μέσα βγήκαν αμέσως τα ιερά της στήθη, μέσα σε ένα τρυπητό, μαύρο καυλιάρικο σουτιέν, καρμπόν με της γυναίκας μου. Ήταν συνεννοημένες; Τις είχε πει η Φλώρα πώς καύλωνα; Η μπλούζα είχε κολλήσει κάπου ανάμεσα στο λαιμό και τα μανίκια της και πάλευε να τη βγάλει. Η πουτάνα ήταν εκτός εαυτού και εγώ μετά βίας κρατιόμουν. Ένιωσα το καυλί μου να στέλνει μηνύματα. Δεν έδινε δεκάρα που ήμουν μπροστά. Ή μάλλον το αντίθετο, έκανε κανονική επίδειξη.

-          Πάντως να γυρίσεις μετά, να μη μένει η Φλώρα μόνη.

«Μετά από τι;», σκέφτηκα. Η Μαρία ήθελε καυλί ή απλώς να έχει να λέει ότι με καύλωσε;

-          Γιατί να μη μείνει μόνη; Μην της την πέσουν οι δύο που είπες;

Κατόρθωσε να βγάλει την μπλούζα και έμεινε με το σουτιέν. Με κοίταγε.

-          Αφού ξέρεις ότι την γουστάρουν.

-          Επειδή τους προκαλεί; ρώτησα.

-          Επειδή είναι καυλιάρα.

-          Αλλά δεν μου είπες αν είναι πιο καυλιάρα από εσένα. Γιατί έμαθα εκείνο το βράδυ με τον Ιταλό κάνατε ανταγωνισμό.

-          Ξέρω ότι στα είπε όλα.

Δεν κρατούσαν κανένα μυστικό; Έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παντελόνι και το σουτιέν, τα μάτια κλειστά και τα χέρια ανοιχτά. Χαμογελούσε. Όσο μεθυσμένη και να ήταν δεν μπορεί να μην καταλάβαινε ότι αυτή η θέα θα καύλωνε και άγιο.

-          Μου είπε ότι παίρνατε και οι δύο πίπες μες το αμάξι…

συνέχισα καθώς κάθισα δίπλα της.

-          Και αυτό σε καύλωσε;

-          Με καύλωσε πολύ. Με καυλώνει να ξέρω ότι είστε και οι δύο πουτάνες.

-          Η γυναίκα σου είναι πολύ πουτάνα. Θέλει να γαμάει τον άντρα μου συνέχεια.

Ωπ! Τι εννοούσε; Τον είχε γαμήσει;

-          Και τα καταφέρνει;

-          Την αφήνω, κάνω καλά;

Ήμουν μετά το όριο των δισταγμών.

-          Εξαρτάται από το αν θα γαμάω και εγώ εσένα.

Με κοίταξε κεραυνοβόλα.

-          Θέλεις να με γαμήσεις; Έλα, βγάλε μου το σουτιέν.

Αυτό ήταν. Με μια κίνηση που πιστεύω θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή, χαμήλωσε δεξιά αριστερά τις τιράντες βγάζοντας τα υπέροχα, μικρά και στρογγυλά της στήθη μπροστά μου. Έσκυψα από πάνω της με τα γόνατα και έπιασα τα βυζιά της. Με τα μάτια κλειστά άρχισε να βογκάει, κάτι που η αδελφή της δεν έκανε σχεδόν ποτέ (η Φλώρα δε βογκούσε στο σεξ). Πήρα το ένα βυζί στο στόμα και άρχισα να το φιλώ. Τα βογκητά της μεγάλωσαν και με τα χέρια της έπιασε το κεφάλι μου και το πίεζε πάνω στο βυζί της.

-          Καυλιάρη, πάρε με…

είπε ενώ άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι της. Με κινήσεις των ποδιών της, αφού εξακολουθούσα να είμαι από πάνω, το πέταξε στο πάτωμα και έμεινε με το βρακί. Έπειτα πέταξε μακριά και το σουτιέν, ενώ εγώ έβγαζα το παντελόνι μου.

-          Κρυώνω…

είπε και όρμησε κάτω από το πάπλωμα. Εκεί μόνο έβγαλε και την κιλότα. Για μια στιγμή δίστασα, αλλά ήμουν 100% ότι η Μαρία δεν επρόκειτο να έρθει. Συν ότι κάτι μου έλεγε ότι όλο αυτό ήταν σε γνώση της. Μπήκα από κάτω γυμνός και την έπιασα στα χέρια μου. Το υπέροχο λεπτό της δέρμα, τη μέση της, τα μαλλιά της. Με φιλούσε με πάθος και όταν σταματούσε ψιθύριζε ερωτόλογα «άντρα μου», «καυλιάρη μου», «σε θέλω χρόνια τώρα». Αυτό το τελευταίο ήταν το καλύτερο.

-          Και εγώ σε ήθελα χρόνια, της είπα αλήθεια. Έκανα καλά;

-          Έλα, μπες μέσα…

άλλαξε κουβέντα και με μια κίνηση οδήγησε μόνη το μουνάκι της στο καυλί μου, πριν μου δώσει χρόνο και να σκεφτώ ακόμα το προφυλακτικό. Κατάλαβε την έκφρασή μου.

-          Χύσε ελεύθερα, δεν είναι επικίνδυνη μέρα.

Άρχισε να βογκάει δυνατά, κοιτώντας με βαθιά στα μάτια, με μια έκφραση καύλας και ευτυχίας μαζί. Και τα βογγητά της γίνονταν δυνατότερα και πιο παρατεταμένα με κάθε κίνηση. «Αχ καύλα μου», έλεγε ενδιάμεσα και: «Δημήτρη, Δημήτρη, σε ήθελα τόσο». Μέσα στην καύλα μου ένιωθα ανάταση να ακούω ότι με ήθελε. Δεν ήταν ένα απλό γαμήσι, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή. Το μόνο που ενώ ήθελα δεν έκανα, ήταν να σκύψω και να της φιλήσω τα στήθη, καθώς δεν ήξερα αν θα την ευχαριστούσε κάτι τέτοιο. Αλλά δε χρειάστηκε. Πολύ γρήγορα, με ακόμα μεγαλύτερες κραυγές έχυσε, ενώ τρανταζόταν χωρίς ρυθμό, με βία. Εγώ ούτε που ήμουν κοντά. Όχι ότι «αργώ να χύσω και χύνουν οι γυναίκες πρώτες και όλα τα συναφή». Τίποτα τέτοιο. Απλώς το μεθύσι και η ένταση με έκαναν να νιώθω μακριά από το τέλος. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα, εκείνη σιγά-σιγά ηρέμησε.

-          Τέλειωσες εσύ;… είπε.

-          Όχι ακόμα.

Χαμογέλασε.

-          Ωραία. Έλα, θέλω κι άλλο.

Μα... μα τι ήταν αυτή η γυναίκα;

-          Έλα, σε θέλω κι άλλο. Έλα...

Πήγε να γυρίσει από πάνω μου χωρίς να βγει το καυλί μου έξω, αλλά δεν τα κατάφερε, βγήκε. Με έβαλε από κάτω και με μια κίνηση έβαλε πάλι το καυλί μου, γλιστερό, μούσκεμα στα υγρά της, μέσα της. Άρχισε ξανά να κουνιέται και να βογκάει. Μα δεν είχε χύσει πριν τριάντα δευτερόλεπτα; Ένιωσα αυτή τη φορά το καυλί μου πιο ερεθισμένο, πιο κοντά να χύσω από ό,τι πριν. Ειδικά που μου άρεσε περισσότερο να κάθεται η σύντροφός μου πάνω μου, να νιώθω καλύτερα έτσι το κεφάλι από το καυλί μου στα τοιχώματά της. Έπειτα έγειρε και έφερε τα βυζιά της κοντά στο πρόσωπό μου.

-          Έλα, πάρε τα, είναι δικά σου.

Μόλις πήρα το ένα στο στόμα ένιωσα το δικό μου οργασμό να έρχεται. Συγκριτικά με το δικό της ήμουν ήρεμος, σιωπηλός. Άφησε να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα έγειρε στο πλάι και με αγκάλιασε.

-          Μωρό μου... να ήξερες πόσο καιρό ήθελα να το κάνουμε αυτό.

-          Και εγώ.

Με κοίταξε διερευνητικά – πονηρά.

-          Αλήθεια λέω!

Μου γελούσε.

-          Σε πιστεύω.

Μετά από λίγο μου ζήτησε μια χαρτοπετσέτα να μην τρέξει το σπέρμα στα σεντόνια και πήγε να κάνει ντους. Εγώ έστρωσα το κρεβάτι που προόριζα για εκείνη και την περίμενα. Αγκαλιαστήκαμε λίγο, με φίλησε, μου είπε ότι δεν άντεχε, θα κοιμόταν.

-          Θα γυρίσεις;

-          Θα πάω να πάρω τη Μαρία.

Είχε πάει μια και μισή.

-          Ελπίζω να τη βρεις, απάντησε…

και έκλεισε τα μάτια της. Έμεινα για λίγο στην πολυθρόνα να συνέλθω, βάζοντας ένα σφηνάκι ουίσκι, χωρίς πάγο. Μόλις είχα απατήσει τη Φλώρα με την αδελφή της και ήθελα τουλάχιστον για λίγο να το σκεφτώ, πριν την αντικρίσω απέναντι. Την ίδια στιγμή, μετά την εκσπερμάτωσή μου, είχε επιστρέψει στο μυαλό μου η σκέψη που τόση ώρα είχα αφήσει στην άκρη, «τι κάνει αυτή τη στιγμή η Φλώρα με τους δύο». Έκλεισα για λίγο τα μάτια, ήπια δυο γουλιές και αποφάσισα να ξεκινήσω, ειδάλλως θα με έπαιρνε εκεί στην πολυθρόνα ο ύπνος.



Copyright protected OW ref: 103806