Πονηρές περιπέτειες (2ο μέρος): Οικογενειακή συνάντηση

Δημοσιεύθηκε από Chr24
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.09 (17 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Πονηρές περιπέτειες (1ο μέρος): Ο Θείος

Αργότερα, το βράδυ της ίδιας μέρας, ήρθε η ξαδέρφη μου η Μαρία να με φωνάξει να κατέβω για φαγητό. Ο πατέρας μου έψηνε έξω με τον παππού και τον θείο και τα λέγανε. Τα ξαδέρφια μου τρώγανε σουβλάκια και η μάνα μου με την θεία και την γιαγιά κουτσομπόλευαν. Πέρασε η ώρα και μαζεύτηκαν όλοι στα τραπέζια. Έβλεπα πως με κοιτούσε ο θείος και λίγο τα βλέμματα, λίγο τα γέλια τους, με έκαναν να νιώσω άβολα. Σα να γελούσαν με μένα. Τότε ένιωσα το χέρι του θείου στο μπούτι μου και μου ψιθύρισε πόσο καλά πέρασε και να μην πω τίποτα. Μετά τον έβγαλε και μου ζήτησε να του τον παίξω κάτω απ’ το τραπέζι. Όταν προσπάθησα να του πω πως δεν ήθελα μου έδειξε το βίντεο. Τον έπιασα και άρχισα να τον μαλακίζω, ενώ αγχωμένη σκεφτόμουν μην το καταλάβει κανείς. Μετά από λίγο έριξε ένα μαχαίρι τάχα μου τυχαία.

-    Χριστινάκι, σκύβεις να πάρεις το μαχαιράκι καλή ανηψούλα μου, γιατί εγώ έχω τη μέση μου και δεν μπορώ να σκύψω;

-    Κάνε τι σου λέει ο Θείος κορούλα μου (είπε ο μπαμπάς μου).

Γονάτισα κάτω απ’ το τραπέζι και καθώς έψαχνα το μαχαίρι το είδα πως το πατούσε, μου είπε:

-    Εδώ είναι το μαχαίρι Χριστίνα, πιασ’ το προσεκτικά...

και μου έδωσε τον πούτσο του στο χέρι. Με έπιασε από τα μαλλιά και με πίπωσε εκεί, δυνατά και σφιχτά μέχρι που με έχυσε μετά από λίγα δευτερόλεπτα στο στόμα. Με ανάγκασε να τα καταπιώ όλα. Σηκώθηκα και έκατσα και πάλι στην θέση μου. Ο θείος μου χάιδευε το μπούτι μέχρις ότου ζήτησα να πάω για ύπνο γιατί δεν ένιωθα καλά. Αργότερα τη νύχτα καθώς όλοι ήταν ακόμη στον κήπο, μέσα στον ύπνο μου άκουγα στο σκοτάδι μια βαριά ανάσα και αισθάνθηκα κάτι να μ’ ακουμπά πότε στα χείλη πότε στα μάγουλα. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα το μπαμπά μου να τον παίζει πάνω απ’ το πρόσωπό μου. Όταν με είδε ξαφνιασμένη μου έκλεισε το στόμα να μην κάνω φασαρία και μου είπε:

-    Ο θείος μου τα ‘πε όλα. Το πως του την έπεσες και του ζήτησες να σε γαμήσει, αλλά δέχτηκε μόνο από κώλο φοβούμενος ότι είσαι παρθένα.

-    Όχι μπαμπά. Εγώ δεν έκανα τίποτα ο θείος μου επιτέθηκε... με ανάγκασε.

-    Σκασμός πορνίδιο που πας να βγάλεις τον αδερφό μου ψεύτη. Έλα Χριστίνα μου πάρε τσιμπούκι στον πούτσο μου, γλείψε με καργιολάκι, βαλ’ τον μέσα στο στοματάκι σου.

Έπιασα με το χέρι μου το σηκωμένο πούτσο του και βγάζοντας την γλωσσίτσα μου, την πέρασα από το υγρό του πουτσοκέφαλο. Τη στριφογύριζα γύρω από το κεφαλάκι και την έχωνα απαλά στην τρυπούλα. Τότε ένιωσα ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο και μου είπε:

-    Κοριτσάκι μου, τι γλώσσα είναι αυτή; Τι ταλέντο είσαι καυλιάρα μου; Χώστον όμως στο στόμα σου καργιόλα. Εγώ σε είπα να τον τσιμπουκώσεις όχι να τον γλείψεις σαν γλειφιτζούρι. Ρούφα τον…

και πιάνοντας το κεφάλι μου, τον έχωσε βαθιά μέσα στο στόμα μου. Ένιωσα το πουτσοκέφαλο να φτάνει το λαρύγγι μου, να το γδέρνει. Πνιγόμουν! Δάκρυσαν τα μάτια μου από την προσπάθεια να πάρω ανάσα, αλλά δε μ' άφηνε. Έχωνε την ψωλάρα του γρήγορα και βαθιά στο λαιμό μου.

-    Σε χύνω πουτάνα... σε χύνω! Παρ’ τα, παρ’ τα καργιόλα... πνίξου με το σπέρμα που σ' έφτιαξε…

και άδειασε όλο το σπέρμα του μέσα στο στόμα μου, πιέζοντας το κεφάλι μου. Κατάπινα γρήγορα, προσπαθώντας να μην πνιγώ.

-    Τώρα θέλω να στον χώσω Χριστινάκι, το σώμα σου έχει δημιουργηθεί για να το ξεσκίζουν κορούλα μου…

και λέγοντας αυτά, ήρθε από πάνω μου, άνοιξε τα πόδια μου με τη βία, τα σήκωσε κάτω από τους αγκώνες του και κάρφωσε με την μια τον πούτσο του μέσα στο υγρό μου μουνί.

-    Θεέ μου... κορούλα μου... τι μουνάκι στενό είναι αυτό; Θα σε ξεσκίσω κορούλα μου!

Τον έχωνε αργά, βαθιά, φτάνοντας στη μήτρα μου. Βογκούσε, μου άνοιγε το στενό μουνάκι μου με την σκληρή ψωλή του. Αίματα άρχισαν να τρέχουν, ήταν πράγματι η πρώτη μου φορά. Μόλις είδε τα αίματα, τα μάτια του γούρλωσαν, μου σήκωσε τα πόδια, τα έβαλε στους ώμους του και άρχισε να με γαμάει πιο γρήγορα, πιο άγρια λέγοντας μου:

-    Σ' αρέσει ο πούτσος του μπαμπά πορνίδιο Χριστινάκι; Ήθελε γαμήσια το μουνάκι σου από τόσο μικρή; Θα σε ξεσκίσω καργιολάκι.

Λέγοντας αυτά, τράβηξε έξω τον πούτσο του κι άρχισε να χύνει στο στήθος μου, στην κοιλιά μου και πάνω στο μουνάκι μου. Έπεσε δίπλα μου λαχανιασμένος από το γαμήσι. Με πήρε αγκαλιά, με φίλησε παθιασμένα στο στόμα και μου είπε:

-    Ήθελα πολύ καιρό τώρα να σε γαμήσω. Αφού η μαμά σου δε μου κάθεται, θα σε κάνω την προσωπική μου γκόμενα. Θα κάνεις ότι σου πω. Μην τολμήσεις και πεις τίποτα σε κανέναν, γιατί πρώτα απ’ όλα δε θα σε πιστέψουν αλλά… θα γίνεις ρεζίλι και θα σε διώξουμε και απ’ το σπίτι Χριστίνα.

-    Ναι μπαμπά!

Με έσφιξε στην αγκαλιά του και χαμογέλασε. Όπως με κρατούσε αγκαλιά άρχισε να με μυρίζει, να βαριανασαίνει και να τρίβεται πάνω μου και να καυλώνει πάλι.

-    Είδες Χριστινάκι μου τι κάνεις στην πουτσάρα του μπαμπά σου; Την καυλώνεις και θα σε ξανά ξεσκίσει.

Είχα αγχωθεί ακούγοντας τον να μου μιλάει έτσι. Στον κάτω όροφο ήταν ο θείος, η θεία και τα ξαδέρφια μου η μάνα μου, ο αδερφός μου, η γιαγιά και ο παππούς μου. Ο μπαμπάς μου μερικά μέτρα μακριά έβαζε δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα μου, χαϊδεύοντας τη μαλακά. Αναστέναξα απ’ τον πόνο.

-    Έχεις όμορφο κωλαράκι Χριστινάκι μου και θέλω να στο ανοίξω όπως άνοιξα και την ήδη ξεσκισμένη μουνάρα σου.

-    Μου πήρες την παρθενιά μπαμπά…

είπα με δάκρυα στα μάτια ενώ έφαγα και άλλο χαστούκι και με γύρισε με την βία στα τέσσερα σα σκύλα.

-    Σταμάτα με τα ψέματα Χριστινάκι. Πάω στοίχημα πως έτσι περνάς τα μαθήματα… σε γαμάνε όλοι πουτανάκι. Απλά η πουτσάρα μου στην άνοιξε καλύτερα γι’ αυτό μάτωσες και με καύλωσε πολύ αυτό.

-    Μπαμπά φοβάμαι να μην πονέσω.

-    Μη φοβάσαι δε θα σε πονέσω.

Δεν ήθελα να το κάνω, ήδη ένιωθα άσχημα που μου φερόταν έτσι ο ίδιος ο πατέρας μου αλλά με μερικές απειλές και χαστούκια στήθηκα όπως μου είπε περιμένοντας να τελειώσει το μαρτύριο.

-    Που λες Χριστινάκι μου, δε θα σε πονέσω, θα σε ξεσκίσω, θα σε ματώσω, θα σε πονέσω πάρα πολύ πουτάνα.

-    Σε παρακαλώ μπαμπά σταμάτα. Είσαι ο πατέρας μου δεν καταλαβαίνεις και ο ίδιος πως αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό; Με γέννησες, με μεγάλωσες με έθρεψες για να με καταντήσεις έτσι;

-    Έχει εδώ και κάποια χρόνια που με καύλωνες αλλά σκεφτόμουν «ποτέ την κόρη μου». Δεν είχα καμία ιδέα ότι είσαι τόσο πουτανάκι ρε Χριστινάκι και γι’ αυτό μιας και η μάνα σου δε μου κάθεται γιατί να μην ευχαριστιέμαι όπως και άγνωστοι ευχαριστιούνται τις τρύπες σου; Άλλωστε μου βγάζεις μια αγριότητα πως πρέπει να τιμωρηθείς βρωμοπούτανο.

-    Σε παρακαλώ μπαμπά, μέχρι το πρωί ήμουν παρθένα, πίστεψε με ο θείος με εκμεταλλεύτηκε. Δεν είμαι τέτοιο κορίτσι.

-    Τώρα θα φας πούτσο στο κωλαράκι σου. Τώρα θα σε ξεκωλιάσω Χριστίνα, θα σε καβαλήσω σα σκύλα βρωμιάρα που είσαι...

έπιασε την ψωλάρα του, έχωσε πρώτα το πουτσοκέφαλο και έπειτα την έχωσε στον κώλο μου με βία όλο το μήκος του πούτσου του. Πόνεσα πολύ, μου πάτησε το κεφάλι κάτω για να μην ακουστώ στους υπόλοιπους έξω, αν και η δυνατή μουσική τα κάλυπτε ήδη όλα.

-    Μου τα είπε όλα ο θείος σου τσουλάρα. Ουρές θα κάνουν οι άντρες κοριτσάκι μου για να σε γαμάνε. Θα σε δίνω σε άντρες και γυναίκες, θα σε κάνω την πρώτη παρτουζιάρα βρωμοπούτανο.

-    Με πονάς…

Μπόρεσα και ψέλλισα μέσα απ’ το μαξιλάρι και τότε άρχισε να γραπώνει τα κωλομέρια μου και να με χαστουκίζει με δύναμη στον κώλο αφήνοντας κόκκινες παλάμες παντού.

-    Μου έχεις κάνει τούρμπο την πουτσάρα μου πουτάνα, έχεις τέλειο κώλο θα σε ξεσκίζω για πάντα καργιόλα, τσουλίτσα. Και πρώτα – πρώτα θα πρέπει να ικανοποιείς την οικογένεια σου.

-    Τι εννοείς μπαμπά;

-    Θα δεις, αχ… σε χύνω τσουλάρα... παρ’ τα μωρή Χριστίνα στην κωλάρα σου που στην άνοιξα, να γαμιέσαι, να τον παίρνεις συνέχεια πουτανάρα κόρη.

Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε βήματα από κάτω σαν κάποιος να ανεβαίνει την σκάλα, τρομαγμένη σκέφτηκα αυτό ήταν. Δε με έπιασε το πρωί ο πατέρας μου τώρα ποιος μπορεί να είναι; Τινάχτηκα και ντύθηκα πρόχειρα βάζοντας ένα μπλουζάκι το οποίο υγράθηκε απ’ τα χύσια του μπαμπά που είχαν καλύψει το στήθος μου νωρίτερα και ένα πρόχειρο τζινάκι σορτσάκι, ο μπαμπάς έβαλε ένα αθλητικό σορτσάκι και σηκώθηκε και ήρθε από πίσω μου.  Στην σκάλα είδα τον παππού και το θείο μου να ανεβαίνουν.

-    Γεια σου παππού.

Είπα όλο νάζι, έτσι μιλούσα πάντοτε στον παππού μου. Προς έκπληξη μου όμως ο πατέρας μου ήρθε πίσω μου, μου σήκωσε την μπλούζα και πετάχτηκαν τα βυζιά μου έξω και με έσπρωξε λέγοντας:

-    Μη ντρέπεσαι Χριστινάκι, ο παππούς με το θείο ήρθαν να θαυμάσουν τα κάλλη σου και να απολαύσουν το κορμάκι σου.

Ο παππούς μου (πατέρας του μπαμπά και του θείου μου) είναι ένας στο ύψος μου περίπου, γεράκος με γυμνασμένα χέρια, γκρίζα μαλλιά, γύρω στα 78 σε ηλικία.

-    Καλά σου λέει εγγονή μου ο γιός μου. Είσαι πολύ όμορφη, έχεις υπέροχο σώμα και τέλεια στητά βυζιά. Μη ντρέπεσαι, ο παππούς σου ήρθε να σε δει και να απολαύσει τις τρύπες που πήρανε οι γιοί του.

-    Δεν πάμε μέσα;… Ρώτησε ο Θείος.

Πήγαμε στο δωμάτιο ξανά. Ο Θείος κλείδωσε την πόρτα και άρχισαν να γδύνονται αυτός κι ο μπαμπάς. Δάκρυα άρχισαν πάλι να κυλάνε στο πρόσωπο μου και τους παρακάλεσα μια τελευταία φορά, ενώ ο παππούς μου τράβηξε με δύναμη τη μπλούζα και την έσκισε στα δύο.

-    Έχω πάρει Βιάγκρα, θα σε ξεμουνιάσω παλιοτσούλα...

είπε ενώ κατέβαζε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαζε μια πολύ χοντρή ψωλή έξω. Ο Θείος πήγε και έκατσε στο κεφαλάρι του κρεβατιού με άρπαξε και μου κατέβασε με βία το σορτσάκι ενώ μου έριχνε χαστούκια και έκλαιγα από τον πόνο.

-    Θα σε χύσω μέσα στην μουνάρα σου σήμερα Χριστίνα καργιόλα. Στ’ αρχίδια μου κι αν σε γκαστρώσω, να κόψεις το λαιμό σου τι θα το κάνεις… μου είπε ο Θείος.

-    Έλα μωρή καριόλα Χριστίνα, παρ’ τον πίπα. Έτσι εγγονούλα είσαι καλό πορνίδιο…μ

ου φώναζε ο παππούς. Άρχιζε να με πνίγει η πουτσάρα του παππού. Πολύ χοντρή πούτσα. Ο Θείος τώρα μου γαμούσε το μουνάκι με δύναμη, και ο παππούς το στόμα. Ο μπαμπάς μου καθόταν στην άκρη και τον έπαιζε. Ο θείος τότε με πήρε αγκαλιά και με ξάπλωσε στο κρεβάτι, εκείνος από κάτω εγώ από πάνω του με τα βυζιά μου στην μάπα του και άρχισε να τον πιέζει με δύναμη στο μουνάκι μου.

-    Καργιόλα, θα σου γαμάω το μουνί συνεχώς, θα σε ξεσκίσω και θα σε γκαστρώσω παλιοπούτανο.

Τότε ήρθε ο μπαμπάς μου από πίσω μου και έβαλε στην κωλοτρυπίδα μου το πουτσοκέφαλο του και αμέσως μου έριξε πέντε, έξι δυνατά κωλοσκάμπιλα. Είδε ότι σφιγγόμουν να τον απορρίψω αλλά τον πίεσε, πόνεσε και εκείνος και μου τον κάρφωσε λέγοντας:

-    Ξεκωλιάρα, θα σε ξεσκίσω παλιοπούτανο, βρωμιάρα. Θα στη ματώσω την κωλάρα σου.

και άρχισε να με δαγκώνει πίσω στην πλάτη και να με γρατζουνά στον λαιμό.

-    Μη… πονάω!

-    Σκάσε πόρνη…

είπε ο παππούς μου και με μια κίνηση μου βουλώνει το στόμα με την χοντρή πουτσάρα του.

-    Σκάσε καριόλα! Σκάσε γαμώτο, θα μας ακούσουν οι γυναίκες κάτω.

Μούγκριζε σα ζώο, με μπούκωνε και με έπνιγε συνεχώς. Κάποια στιγμή μου κλείνει και τη μύτη, τη μοναδική διέξοδο οξυγόνου και μου λέει:

-    Κρατιέμαι τόση ώρα πουτάνα. Άνοιξε καλά βρωμιάρα εγγονή…

και άρχισε να με κατουράει. Προσπάθησα να τραβηχτώ ή να αναπνεύσω τίποτα, είχε σταθεροποιήσει το κεφάλι μου με τις χερούκλες του. Σηκώνω τα χέρια και προσπαθώ να τον τραβήξω. Τα τραβάει με δύναμη ο πατέρας μου πίσω, νόμιζα ότι θα τα ξεριζώσει και με κοπανάνε πιο γρήγορα για να μη μπορώ να ξεφύγω. Να είμαι πάντοτε μπουκωμένη, εκεί σταθερά.

-    Κατάπιε μωρή καργιόλα, άντε ρε ξεφτιλισμένη εγγονή. Γιέ μου τι κόρη έχεις κάνει ρε μαλάκα; Χρόνια είχε να μου τον κάνει κάποια τόσο πέτρα…

είπε ο παππούς στον πατέρα μου. Τότε ένιωσα τον πατέρα μου να μπαίνει όλος με την μια μέσα και ενώ εκείνος καρφωνόταν βαθιά στο κωλάντερο μου ο παππούς μου τον είχε πλέον βαθιά στο λαρύγγι μου έτσι κλειδωμένη όπως ήμουν άκουσα τον πατέρα μου να μουγκρίζει και να λέει:

-    Έτσι πουτανιάρα. Χύνω! Παρ’ τα γαμημένη σκρόφα. Έτσι πουτάνα. Στον κώλο βαθιά μωρή πουτάνα!

Και ο θείος το ίδιο:

-    Θα χύσω μέσα σου Χριστινάκι να σε γκαστρώσω μωρή μαλακισμένη πόρνη. Δεν αντέχω πολύ… α ρε αδερφέ... θα με ξεζουμίζει το καργιολάκι σου.

Τότε άρχισε και ο παππούς στο στόμα μου:

-    Κάνε τσιμπούκι Χριστίνα στην πουτσάρα του παππού σου, έτσι γλειφ’ τη παρτουζιάρα εγγονούλα σα γλειφιτζούρι, καθάρισε την καλά απ’ τα κάτουρα. Κάνε τον παππού σου να σε χύσει. Σε χύνω πουτανίτσα. Το χύνω το στοματάκι της εγγονής μου! Τι βρωμερό σκουπίδι είσαι πουτανιάρα;…

κραύγαζε ο παππούς μου κι άρχισε να αδειάζει τα αρχίδια του μέσα στο στόμα μου. Το ίδιο έκανε και ο θείος μου στο μουνάκι μου. Ο παππούς, μου τον έβγαλε σιγά-σιγά από το στόμα, τον μαλάκιζε πάνω στα χείλη μου και άρχισε να ρίχνει μερικές μικρές ποσότητες σπέρματος ακόμη, λέγοντας πόσο πουτάνα εγγονή έχει. Δεν ξέρω πόσες φορές με έχυσαν όσο με γαμούσαν. Έχασα το λογαριασμό. Με άφησαν στο κρεβάτι ενώ χύσια έτρεχαν από όλες τις τρύπες μου και πασαλειμμένη με το σπέρμα του παππού ακόμα στα χείλη, το λαιμό και τα βυζιά μου. Σηκώθηκαν ντύθηκαν και κατέβηκαν κάτω. Κουρασμένη σηκώθηκα και πήγα ακόμα μια φορά στο μπάνιο. Πλύθηκα και άδειασα όλες τις τρύπες μου από τα χύσια τους. Έβαλα κάτι πρόχειρα ρούχα και πηγαίνοντας στο δωμάτιο μου, τους άκουγα που γελούσαν στο σαλόνι σαν να μην έγινε τίποτα. Πήγα κάτω να πάρω ένα ποτήρι νερό και ένα παυσίπονο απ’ την κουζίνα. Εκεί ήταν ο παππούς με την γιαγιά. Η γιαγιά έπλενε τα πιάτα και ο παππούς έκανε τσιγάρο στο τραπέζι.

Πήγα διστακτικά, προσπαθώντας να τον αποφύγω, στο ψυγείο απέναντι από τη γιαγιά που ήταν γυρισμένη πλάτη έσκυψα να βρω αυτό που ήθελα. Ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει και τινάχτηκα. Με το δάχτυλο έκανε ο παππούς να μην κάνω φασαρία και ενώ με το δεξί χέρι μου χάιδευε τον κώλο με το αριστερό έβγαλε την ψωλάρα του έξω, του έκανα νόημα ότι μπορεί να γυρίσει η γιαγιά και με άρπαξε απ’ τα μαλλιά και μου κάρφωσε τον πούτσο του στο στόμα μου. Γύρισε η γιαγιά απ’ τον θόρυβο να δει και το μόνο που έβλεπε ήταν ο παππούς να στέκεται μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του ψυγείου μιας και εγω ήμουν από πίσω:

-    Θανάση έγινε τίποτα;… είπε η γιαγιά.

-    Όχι Χριστίνα μου, κάνε δουλειά σου, τίποτα για μεζέ ψάχνω εδώ, για τα παιδιά…

αι συνέχισε να τρομπάρει την πούτσα του στο στόμα μου βαθιά ενώ μου είπε:

-    Ξεκουράσου εγγονούλα μου, κοιμήσου λίγο, γιατί έχεις να φας πολύ γαμήσι από εδώ και πέρα. Τώρα ο παππούς θα σε ταΐσει το γαλατάκι σου όμως γιατί είναι αργά και πρέπει να πας για ύπνο…

είπε και έχυσε ακόμα μια φορά στο στόμα μου. Σηκώθηκα παίρνοντας το αγνό γάλα και πηγαίνοντας προς την γιαγιά να πάρω ένα ποτήρι απ’ το ντουλάπι.

-    Α εδώ είσαι Χριστινάκι μου και με τρόμαξες. Ξαφνιάστηκα έτσι αθόρυβα που ‘ρθες.

-    Συγνώμη γιαγιά, ήθελα λίγο γαλατάκι να πάρω για να πάω για ύπνο.

Πήρα το ποτήρι και ενώ πήγα να φύγω με το γάλα ο παππούς μου το πήρε απ’ τα χέρια, έβγαλε την πούτσα του μισοκαυλωμένη και έσταξε μερικά χύσια ακόμα μέσα στο ποτήρι με το γάλα. Τον έβαλε μέσα και πριν φύγω μου γράπωσε δυνατά το ένα κωλομέρι και έβγαλε έναν αναστεναγμό και έφυγα γρήγορα πάνω στο δωμάτιο μου κλειδώνοντας την πόρτα, φοβούμενη μην οι εφιάλτες επιστρέψουν την ώρα που κοιμάμαι. Πέταξα το γάλα στο κάδο και ξάπλωσα.

Είδα το κινητό μου, τις αναπάντητες απ’ το αγόρι μου και τα μηνύματα του. Με έπιασαν τα κλάματα και τα νεύρα μου. Έπεσα και κοιμήθηκα σκεπτόμενη τι θα επακολουθούσε μετά από τόσο μαρτύριο, τέτοια ταπείνωση και ξεφτίλα από τους ίδιους μου τους συγγενείς. Δεν περίμενα να υπάρχει κάτι χειρότερο. Αλλά αργότερα ανακάλυψα πόσο λάθος ήμουν. Γιατί τα χειρότερα θα έρχονταν μετά.



Copyright protected OW ref: 103157