Πονηρές περιπέτειες (1ο μέρος): Ο Θείος

Δημοσιεύθηκε από Chr24
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.17 (24 Votes)
Όπως κάθε καλοκαίρι, τελειώνοντας με τις πανελλήνιες εξετάσεις, φύγαμε εγώ ο αδερφός μου και η οικογένεια μας για το πατρικό του πατέρα μου στη Θάσο. Φτάνοντας εκεί μας περίμεναν ο Παππούς και η γιαγιά μας και πριν τα τέλη Ιουλίου ήρθε και ο Θείος με τη θεία και τα ξαδέρφια μου. Είχα αρχίσει να παρατηρώ πως ο θείος μου, με πείραζε περισσότερο τώρα που μεγάλωσα και παρόλο ήμουν ακόμη 17 είχα γίνει ολόκληρη γυναίκα. Είμαι περίπου 1.80 με καστανά μακριά μαλλιά έχω πολύ γυμνασμένες γάμπες και μπούτια από τον αθλητισμό και σχετικά νορμάλ στήθος με πεταχτό κωλαράκι. Έβλεπα να μου ρίχνει κρυφές ματιές, ίσως και γιατί λόγω ζέστης, κυκλοφορούσα με πολύ κοντά και κολλητά τζινάκια, βρεγμένα φανελάκια και παντόφλες.

Ο παππούς μου περίμενε από καιρό την ευκαιρία που θα μαζευτεί η οικογένεια κι έτσι ένα πρωί πήρε την γιαγιά, την μάνα μου και την θεία μου και έφυγαν για την χρυσή αμμουδιά, ενώ τα ξαδέρφια μου και ο αδερφός μου πήγαν να βρουν κάτι φίλους του που είχαν να δουν από το περασμένο καλοκαίρι. Ο πατέρας μου με τον αδερφό του (το θείο μου), είχαν φύγει από νωρίς για το Ραχώνι, να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια και να τα πιούνε με παλιούς συμμαθητές. Εγώ αποφάσισα να την πέσω στην ξαπλώστρα δίπλα στην πισίνα του εξοχικού και να κάνω ηλιοθεραπεία.

Καθώς ήξερα πως όλοι θα έλειπαν μέχρι αργά το απόγευμα αποφάσισα να κάνω κάτι τολμηρό και έβγαλα το πάνω μέρος απ’ το μαγιό μου για να μην κάνω άνισο μαύρισμα. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα και απ’ τη ζέστη σηκώθηκα, έβαλα τα ακουστικά μου και πήγα να βρω τίποτα δροσερό να πιω. Πήρα ένα μπουκάλι γάλα παγωμένο και το έτριψα πάνω μου να δροσιστώ, ανατρίχιασα και οι ρώγες μου είχαν γίνει πέτρα. Ανεβαίνω πάνω να ετοιμάσω ρουχαλάκια για να κάνω ένα μπανάκι να ξε-ιδρώσω. Αφήνω το ποτήρι με το γάλα και σκύβω να διαλέξω ρούχα ενώ αισθάνομαι τον κώλο μου να καταπίνει το μικρό βρακί μου. Ξαφνικά τρώω ένα χαστούκι στον κώλο μου.

-    Χριστινάκι δε ντρέπεσαι να κυκλοφορείς έτσι μέσα στο σπίτι; Τι θα γίνει αν σε έβλεπε κανείς έτσι;

Η φωνή του με ξάφνιασε, σηκώθηκα και γύρισα απότομα προς την πόρτα του δωματίου μου.

-    Θείε... συγνώμη, νόμιζα ότι ήμουν μόνη.

Μασάω τα λόγια μου, με τρόμαξε η εμφάνιση του στο δωμάτιο. Με το ένα χέρι καλύπτω το στήθος και με το άλλο το βρακάκι μου.

-    Είσαι μικρή ακόμη Χριστίνα. Αλλά από τότε που ήρθαμε στο εξοχικό δεν έχεις πάψει να με καυλώνεις ξέκωλο πορνίδιο.

Όσο μου μιλάει κατεβάζει το σορτσάκι του αργά και το αφήνει να πέσει κάτω, με κοιτάζει διαπεραστικά, άγρια στα μάτια και με διατάζει.

-    Περίμενα πως και πως την ευκαιρία μέχρι σήμερα που θα βρεθούμε μόνοι μας και δε θα μπορέσεις να γλυτώσεις. Δεν μπορείς να με καυλώνεις συνεχώς Χριστινάκι και να μην υπάρχουν επιπτώσεις.
-    Θείε σε παρακαλώ να σου εξηγήσω…

Μασάω τα λόγια μου και μένω έκπληκτη από τα λόγια του. Μου ρίχνει ένα χαστούκι στο μάγουλο, με πιάνει και με τραβάει απ’ τις ρίζες των μαλλιών μου.

-    Γονάτισε Χριστίνα!

Με γονατίζει με το ζόρι και το πρόσωπο μου σε απόσταση αναπνοής από τον πούτσο του που ασφυκτιά να βγει, καυλωμένος. Εκπέμπει μια παράξενη μυρωδιά. Πιάνει με το άλλο χέρι του το πούτσο του πάνω από το σλιπάκι του και τον τρίβει με πίεση στο πρόσωπο μου και κυρίως στο στόμα μου.

-    Ξεκωλάκι Χριστινάκι, πουτανίδι, βρωμιάρα λολίτα θα σε φτιάξω εγώ.

-    Σε παρακαλώ θείε… μη μου μιλάς έτσι.

-    Πιάσε με τα χέρια σου το σλιπάκι μου και κατέβασε το.

Το κατεβάζω τρέμοντας, πετάγεται το καυλί του, μεγάλο και τρομακτικό και με χτυπάει στο πρόσωπο.

-    Έχεις πάρει ποτέ πίπα πουτανίτσα Χριστίνα; Θα σε μάθω εγώ και θα περνάμε καλά μαζί από ‘δω και πέρα. Θέλω να το πιπιλίσεις όπως θα έκανες με ένα μακρύ γλειφιτζούρι.

Βάζω και βγάζω το κεφαλάκι του μόνο μέσα στο στόμα μου και τον ακούω να βογκάει να αναστενάζει και να με αποκαλεί πουτάνα. Το τραβάει έξω και με τα χέρια του με αρχίζει στις σφαλιάρες στο κεφάλι όπου βρει. Τα μαγουλά μου καίνε απ’ την σφαλιάρα.

-    Βάλε κάτω τη γλώσσα σου ανηψούλα μου και ανέπνεε από τη μύτη όσο σ’ αφήνω.

Αργά βάζει το κεφαλάκι μέσα και απότομα καρφώνει όλο το μήκος της πούτσας του στο βάθος του λαιμού μου, βαθιά και πνίγομαι, αναγουλιάζω, αισθάνομαι τα μάτια μου να δακρύζουν. Αντιλαμβάνεται τις σπασμωδικές μου κινήσεις και τραβιέται. Τον παρακαλούσα να σταματήσει γιατί πονούσα και είναι θείος μου, αδερφός του πατέρα μου.

-    Σκασμός πουτανάκι Χριστίνα, θα μου τον γλείψεις πουτανιάρα βρώμα…

μου λέει και με χαστουκίζει. Εκείνη τη στιγμή ο χοντρός τεράστιος πούτσος του χώθηκε στα βάθη του λαιμού μου. Πίπωνα με τα χείλια μου και έβγαζα ήχους πνιγμού ενώ  τον κοίταζα ψηλά και με αγριοκοίταζε.

-    Παρ’ τον καργιολάκι Χριστινάκι, πουτανιάρα του δρόμου, όλο μέσα…

μου φώναζε και με πίεζε με τα χέρια του στα μαλλιά μου. Ο Θείος Γιάννης μούγκριζε, ο πούτσος του ήταν πολύ χοντρός για το μικρό μου στοματάκι και φοβόμουν ότι θα μου ξέσκιζε τα μάγουλα έτσι όπως με πίεζε να τον τσιμπουκώσω. Τον κοιτάζω. Ιδρωμένος, φαινόταν πως το απολάμβανε.

-    Θέλω να χύσω μέσα στο στόμα σου Χριστίνα. Παλιοκόριτσο πουτανάκι θα σε χύσω!

Άρχισε να λέει προτού τον νιώσω να τρέμει μέσα στο στόμα μου. Δεν ήξερα τι εννοούσε και ήλπιζα πως το μαρτύριο τελείωνε. Το στόμα μου και το στήθος μου ήταν γεμάτο ήδη από τα σάλια μου που έσταζαν, αλλά άρχισα να νιώθω την αλμυρή πλημμύρα ενός παχύρευστου υγρού που έβγαζε. Δε σταματούσε να με  μπουκώνει. Συνέχισε να μου γαμάει το κεφάλι με δύναμη, δεν ήθελε να πέσει ούτε μια σταγόνα χύσι έξω. Μούγκριζε σαν άγριο κτήνος. Αν ήταν κανένας έξω από το σπίτι τώρα, σίγουρα θα τον άκουγε. Τα κατάπινα με μεγάλη δυσκολία. Τον βγάζει, τον στραγγίζει στην γλωσσίτσα μου και τον ξανά-καρφώνει για ένα τελευταίο χύσιμο. Με πιάνει με βία και μου λέει:

-    Ωραία… θα τα πάμε καλά, πορνίδιο Χριστίνα.

Ξαφνικά τον νιώθω ποιο βίαιο, με αρπάζει με κοφτές και βίαιες κινήσεις δυνατά από το μαλλί, με φτύνει μέσα στην μούρη και με σπρώχνει να γονατίσω στα τέσσερα στο κρεβάτι κοιτάζοντας το. Πιέζοντας την πλάτη μου με το χέρι του, κολλάει το κεφάλι μου στο κρεβάτι.

-    Μείνε εκεί Χριστίνα, ακίνητη! Τι απίστευτη και πλαδαρή κωλάρα είναι αυτή γαμιόλα Χριστίνα; Την ονειρεύομαι πολύ καιρό! Ονειρεύομαι να ξεσκίζω και να αιμορραγεί αυτή η κωλοτρυπίδα.

Η πρώτη σφαλιάρα σκάει με δύναμη πάνω στο αριστερό μου κωλομέρι και με κάνει να τσιρίξω.

-    Αυτό έτσουξε θείε.

-    Πόνεσες ξεκωλίδι Χριστίνα; Είναι απίστευτο αυτό… το όνειρο μου έγινε πραγματικότητα.

Κι εμένα ο εφιάλτης μου, είπα από μέσα μου. Μια δεύτερη σφαλιάρα πέφτει στο άλλο κωλομάγουλο, πάλι έτσουξε και τσίριξα.

-    Δεν σε άκουσα να με ευχαριστείς για το κομπλιμέντο και τα μαθήματα που σου προσφέρω πουτανάκι. Άλλωστε καλύτερα να στα δείξει ο θείος σου παρά κάποιος ξένος που δε σ’ αγαπάει.

-    Θείε, σε παρακαλώ σταμάτα να με χτυπάς… με πονάς…

είπα με νάζι και τον ένιωσα να βάζει 2 δάχτυλα στο μουνάκι μου το οποίο ήταν μούσκεμα.

-    Έχεις καυλώσει  ξεκωλιάρα Χριστίνα; Καλά λέω εγώ ότι είσαι ίδια με τη μάνα σου την πουτάνα. Εγώ και ο πατέρας σου την περιποιούμασταν συχνά όταν ήταν έγκυος με εσένα.  Που να ξέραμε από τα χύσια που θα την μπουκώναμε θα έβγαινες τόσο καύλα πουτανίτσα Χριστίνα μου; Ξέρεις πόσες φορές είχαμε καταλήξει όταν ήσουν μικρότερη να τον παίζουμε για εσένα εγώ και ο πατέρας σου; Φανταζόμασταν ότι πας σε πάρτι και χάνεις την παρθενιά σου με αγοράκια.

Ο Θείος μου και ο μπαμπάς μου τον έπαιζαν για εμένα. Αισθάνθηκα τα δάχτυλά του να μου κατεβάζουν το βρακάκι μου και τα χέρια του να ανοίγουν διάπλατα τα κωλομάγουλα μου και να τα γραπώνουν να τα νυχιάζουν.

-    Από τότε που πήγες γυμνάσιο σε φανταζόμασταν με τον πατέρα σου. Του έλεγα πόσο καύλα θα γίνεις καθώς μεγαλώνεις και θα ‘ναι τυχερός όποιος σε κάνει τσουλάκι του. Φυσικά νευρίασε μ’ αυτά που έλεγα αλλά καύλωνε και το σκεφτόταν.

-    Σε παρακαλώ θείε μου, σταμάτα να μου φέρεσαι έτσι, άσε με να φύγω και υπόσχομαι δε θα πω τίποτα, το ορκίζομαι.

Άρχισε να τρίβει τον πούτσο του με μανία, πάνω-κάτω, μέσα στη χαραμάδα του κώλου μου, μέχρι που μόνος του βρήκε το δρόμο που αναζητούσε. Ξαφνικά έβαλε τον πούτσο του με τόση ορμή μέσα μου κατευθείαν όλο του το μήκος μέσα στον κώλο μου. Ένιωθα τα αρχίδια του να σκάνε με μανία στα κωλομέρια μου και εγώ παρέλυσα. Άρχισα να τρέμω από πόνο και είχα μπήξει τα χέρια μου τόσο βαθιά στα σεντόνια, που είχαν μελανιάσει. Άρχισε σαν έμβολο να μπαινοβγαίνει μέσα μου. Όσα κι αν ήταν αυτά τα λεπτά, ήταν μέχρι σήμερα αυτά που δε θα ξεχάσω ποτέ μου. Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά τόσο πόνο.

Βόγκαγε δυνατά και με έβριζε. Μονολογούσε για την πιο τρελή κωλοτρυπίδα που έχει γαμήσει ποτέ του. Με τράβηξε ολόκληρη στην αγκαλιά του, ενώ έκατσε στην πολυθρόνα και συνέχισε κολλημένος να με τραβάει με δύναμη και να μου πηδάει τον κώλο και να μου δαγκώνει τις ρώγες το λαιμό και τους ώμους, με τα πόδια μου εντελώς ανοιχτά σε κάθε μεριά του.

Δεν ξέρω πόση ώρα με γαμούσε καβάλα πάνω του. Είχα μουδιάσει και δεν αισθανόμουν τίποτα. Την ώρα που τον καβαλούσα και μου δάγκωνε τις ρώγες, ακούστηκε η πόρτα του σπιτιού κάτω να ανοίγει. Μαρμάρωσα και περιμένοντας να ακούσω κάτι, τινάχτηκα από πάνω του και έβαλα πρόχειρα το μαγιό, ένα φανελάκι και μια μικρή φούστα. Ο Θείος Γιάννης επίσης αγχωμένος σηκώθηκε και έβαλε γρήγορα το μπλουζάκι του, όταν ακούσαμε τον πατέρα μου από την κουζίνα κάτω να μιλάει στο σταθερό με τον παππού. Τον ακούσαμε από την άκρη της σκάλας στο διάδρομο έξω απ’ το δωμάτιο να του λέει ότι ήρθε σπίτι και δεν ήταν κανένας και θα έφευγε να βρει τον Θείο Γιάννη που μπορεί να είχε πάει στην παραλία.

Ο Θείος Γιάννης με είχε σπρώξει στην κορυφή της σκάλας για να ακούμε και όπως ήμουν όρθια ήρθε από πίσω μου και άρχισε να μου χτυπά και να μου σφίγγει τα κωλομέρια μέχρι που μελάνιασαν.

Ύστερα άνοιξε με το ένα χέρι τα κωλομάγουλα μου και με το άλλο, οδήγησε τον πούτσο του στην τρύπα μου. Για μια στιγμή ένιωσα μια πίεση και ύστερα έναν αφόρητο πόνο. Τον είχε καρφώσει όλον μέσα μου και ένιωθα να σκίζομαι. Με γαμούσε άγρια και μούγκριζε από ευχαρίστηση. Εγώ τον παρακαλούσα να ηρεμήσει λίγο όμως μου τον έχωνε πιο βαθιά. Όταν κατάλαβε πως έκλαιγα άρχισε να γελάει, πηδώντας με άγρια και βρίζοντας με. Του έκανα νόημα πανικόβλητη ότι μπορεί να ανέβει ο πατέρας μου, όμως με άρπαξε από το μαλλί και με κόλλησε στο τοίχο, όρθια, ακριβώς στην απέναντι μεριά της σκάλας, εκεί που αν ο πατέρας μου, πλησίαζε έστω, να ανέβει προς τα πάνω, θα μας έβλεπε σίγουρα.

-    Μαλακισμένη, πόρνη Χριστίνα! Θα σε γαμήσω μέχρι να σπάσεις…

με απειλούσε ψιθυρίζοντας στο αυτί μου. Ξαφνικά σταμάτησε. Ένιωσα το κορμί του να κολλάει επάνω στο δικό μου. Είχε μπει όλος μέσα μου. Πλησίασε το στόμα του στο αφτί μου και μου είπε:

-    Τι έχεις μέσα στην κωλάρα σου Χριστίνα;

Δεν του απάντησα, τραβήχτηκε προς τα πίσω και ο πόνος δυνάμωσε καθώς ο πούτσος του έβγαινε από τη βιασμένη τρύπα μου.

-    Σταμάτα σε παρακαλώ. Θείε, σταμάτα. Μην κουνιέσαι. Πονάω πάρα πολύ!

Ξαναμπήκε όλος πάλι μέσα μου. Γύριζαν τα μάτια μου και άφριζα απ’ τον πόνο ενώ κρατούσα το στόμα μου να μην ακουστώ.

-    Τι έχεις μέσα στον κώλο σου Χριστινάκι πουτάνα της κοινωνίας;…

με ξαναρώτησε ψιθυρίζοντας στο αυτάκι μου.

-    Το πούτσο σου… είπα κλαίγοντας.

Ξανατραβήχτηκε προς τα έξω και ξαναμπήκε με δύναμη μέσα μου, κάνοντας τα αρχίδια του να χτυπήσουν το μουνάκι μου.

-    Τι κάνει ο πούτσος μου βρωμιάρα Χριστίνα μέσα στον κώλο σου;

-    Με γαμάει…

-    Σου αρέσει που σε γαμάει;

-    Όχι θείε!

Τραβιέται… και αυτή τη φορά καρφώνοντας τον με σηκώνει στον αέρα ενώ μου τσιμπά τις ρώγες έντονα και τις νιώθω να ματώνουν.

-    Σου αρέσει που σε γαμάει Χριστινάκι μου;

-    Ναι, μου αρέσει Θείε, μ’ αρέσει!

-    Το νιώθεις πουτανάκι Χριστινάκι; Το νιώθεις να σε ξεσκίζει; Να σου ανοίγει την κωλάρα σου;…

έλεγε και γάμαγε όλο και πιο έντονα με απότομες κινήσεις της λεκάνης του.

-    Μίλα μου τσουλάρα Χριστίνα…

είπε και ένα δυνατό χαστούκι άφησε σημάδι στο αριστερό κωλομέρι μου.

-    Μίλα, πες μου πόσο καργιόλα είσαι Χριστίνα αλλιώς θα σε λιώσω…

είπε λαχανιασμένος.

-    Είμαι ένα τσουλάκι που μ’ αρέσει να τρώω χοντρές ψωλές…

είπα με δάκρυα στα μάτια καθώς έτρωγα βαθιά το καυλί του. Έμπηξε την πουτσάρα του στον κώλο μου και έχυσε δυνατά μέσα μου, γεμίζοντάς με το σπέρμα του τα σωθικά μου. Φοβάμαι ότι οι ήχοι μας φτάνουν μέχρι κάτω, φοβάμαι, μα και για ένα περίεργο λόγο ερεθίζομαι ακόμα περισσότερο στην ιδέα ότι ο πατέρας μου είναι μερικά μέτρα παρακάτω και ο αδερφός του με γαμάει κρυφά πάνω από το κεφάλι του. Ακούω τον πατέρα μου να κλείνει το ψυγείο της κουζίνας και να περπατάει προς τη πόρτα. Την άνοιξε και βγήκε. Ο αδερφός του βγαίνει απότομα από μέσα μου και με τραβάει από το μαλλί στον κάτω όροφο και με πάει από πίσω σε ένα αποθηκάκι που έχουμε, με σπρώχνει να γονατίσω πάλι μπροστά του και αρχίζει να τον παίζει μπροστά στο πρόσωπό μου. Βγάζει το κινητό του και βγάζει αναμνηστικές φωτογραφίες. Στη συνέχεια καλεί κάποιον στο τηλέφωνο.

-    Έλα ρε αδερφέ, εδώ στο αποθηκάκι είμαι. Ξέρεις ποια έχω εδώ μπροστά μου και με τσιμπουκώνει; Τη φίλη της κόρης σου. Ήρθα σπίτι να πάρω κάτι πράγματα και η κόρη σου πετάχτηκε να κάνει κάτι ψώνια και άφησε το πουτανάκι την φίλη της εδώ.

-    Σε παρακαλώ θείε σταμάτα θα μας πάρει χαμπάρι ο μπαμπάς…

του έλεγα  ψιθυριστά. Ο πατέρας μου περπατάει προς την είσοδο για το αποθηκάκι. Ο θείος είναι με την πλάτη γυρισμένη προς αυτόν και αν γυρίσει και με κοιτάξει ο μπαμπάς μου θα δει την κόρη του σχεδόν γυμνή, γονατισμένη μπροστά στον γυμνό αδερφό του να παίζει με τον πούτσο του πάνω από το πρόσωπο της και την κάνει μπάνιο με ριπές από χύσι. Του λέει να πλησιάσει και να βάλει ένα πανί στα μάτια του γιατί η Μαρία ντρέπεται αν θέλει να γαμήσει. Μπαίνει μέσα ο πατέρας μου και παρακαλάω τον θείο με κινήσεις να σταματήσει.

-    Θα σε χύσουμε παντού σαν πουτάνα καριόλα. Θα σε χύσω μέσα στο κωλαράκι σου ενώ τσιμπουκώνεις τον μπαμπάκα σου. Σκασίλα μου αν γκαστρωθείς…

μου έλεγε, ενώ με σήκωνε όρθια και με γύριζε για να μου καρφώσει στα όρθια τον πούτσο του πάλι στο κώλο μου για τα τελειώματα. Την ίδια στιγμή είδα τον πατέρα μου να ανοίγει το παντελόνι του με ένα πλατύ χαμόγελο και να με αποκαλεί Μαρία.

-    Έλα Μαράκι ξεκωλίδι, πορνίδιο, ξέρεις πόσα χρόνια ήθελα να με τσιμπουκώσεις; Πάντοτε έρχεσαι σχεδόν γυμνή στο εξοχικό και μας καυλώνεις σκατο-πουτανιάρα, έλα σου όμως που θα το ευχαριστηθώ τώρα. Ζήτα το πουτάνα. Ζήτα να σε μπουκώσω με τα χύσια μου.

-    Σου αρέσει η πούτσα μου Μαράκι; Άνοιξε το στοματάκι σου να στο ξεπλύνω βρωμιάρα πουτάνα μπάσταρδη.

-    Δε θέλω…

είπα ψιθυριστά και ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο μου με έκανε και και δάκρυσα απ’ τον πόνο.

-    Μη με εκνευρίζεις μην σου κάνω κακό!

Τον έπιασα και άρχισα να τον γλείφω διστακτικά το κεφάλι. Με έπιασε ξαφνικά ο μπαμπάς από το μαλλί και άρχισε κάτι ζεστό να ρέει στο στόμα μου.

-    Καλά το κατάλαβα ότι είσαι ξεκωλιάρα! Αχ… πάρε το κάτουρο μου τσουλάρα. Και μου το έπαιζες παρθένα σαν την αθώα την κόρη μου.

Που να πάω να κρυφτώ, σκεφτόμουν. Είχα γίνει κατακόκκινη. Πρώτη φορά έβλεπα τον πατέρα μου έτσι και πόσο μάλλον με εμένα χωρίς να ξέρει που βρίσκεται η αθώα κορούλα του.

-    Κοριτσάκι μου, τι γλώσσα είναι αυτή; Με πεθαίνεις! Τι ταλέντο είσαι καυλιάρα μου; Χωσ’ τον στο στόμα σου καριόλα, τσιμπούκωσε τον! Ρούφα τον Μαρία…

και πιάνοντας το κεφάλι μου, τον έχωσε βαθιά μέσα στο στόμα μου. Ένιωσα το πουτσοκέφαλο να φτάνει το λαρύγγι μου, να το γδέρνει. Πνιγόμουν! Δάκρυσαν τα μάτια μου από την προσπάθεια να πάρω ανάσα, αλλά δεν μ' άφηνε. Έχωνε την ψωλάρα του γρήγορα και βαθιά στο λαιμό μου.

-    Σε χύνω πουτάνα Μαρία... σε χύνω! Παρ’ τα, παρ’ τα καριόλα... πνίξου με το σπέρμα μου ξεκωλάκι που δε ντρέπεσαι να κάνεις παρέα με το αθώο μου κοριτσάκι.

Χύνοντας και οι 2 σηκώθηκαν και έφυγαν. Σιγά-σιγά σύρθηκα στο σπίτι ξανά και μέσα στο δωμάτιο μου και κουλουριάστηκα μέχρι το βράδυ. Κατά το βράδυ αποφάσισα να κάνω ένα ντους να ξεπλύνω τις βρομιές τους καθώς η ξαδέρφη μου κοιμόταν στο δίπλα δωμάτιο. Ενώ ήμουν κάτω από το νερό, χωρίς να ακούσω τίποτα, άνοιξε η πόρτα του μπάνιου και αιφνιδιάστηκα ενώ ένιωσα δυο χέρια να μου πιάνουν τον κώλο. Αισθάνθηκα να πιέζει κάτι ζεστό τα κωλομέρια μου. Είδα το τεράστιο καυλί του και τρόμαξα.

-    Δεν το πιστεύω! Για να δούμε... είπε ενώ μου έμπηξε κάτι στην τρυπούλα μου κάνοντας με να βογκήξω από καύλα. Τόσο στενό κωλαράκι Χριστινάκι, πολύ καλύτερο από της θείας σου που το ‘χω ξεχειλώσει. Αλλά με καύλωσες πάλι πουτανίτσα Χριστίνα και ήρθε η ώρα να γίνεις και πάλι ξεκωλιάρα.

Το τεράστιο καυλί του να πιέζει απαιτητικά την τρυπούλα μου. Δε μπορούσα να πάω πουθενά. Με κρατούσε από τον λαιμό με το ένα χέρι ενώ με το άλλο είχε γραπώσει τη μέση μου με δύναμη. Είχε το κεφαλάκι ήδη μέσα.

-    Θα στο ανοίξω το κωλαράκι. Θα νομίζεις ότι σε σκίσανε στα δύο. Θα γίνεις η προσωπική μου τσούλα, θα σε βιάζει όποιος θέλω και θα με πληρώνουν για να γαμάνε αυτήν την κωλάρα.

Έκλαιγα, φώναζα, βόγκαγα, αλλά μόνο σκαμπίλια στα κωλομέρια και Σκάσε, βούλωσε το, άκουγα, καθώς βυθιζόταν το καυλί του μέσα μου μέχρι που μπήκε όλος μέσα μου. Δάκρυα κύλισαν απ’ τα μάτια μου ενώ άρχισε να με γαμάει. Δεν ήμουν αθώα πια. Με βίαζε, με πόναγε και είχα χάσει την παρθενιά του κώλου μου. Μου την είχαν κλέψει. Αυτό θυμάμαι έντονα. Το πρώτο σκίσιμο, το πρώτο ξεφτίλισμα, γιατί ακολούθησαν πολλά.

Αυτή ήταν η αρχή μου. Η ώρα είχε πάει οχτώ το βράδυ, όλοι ήταν στη θάλασσα ενώ τώρα ο θείος ακούραστος, λυσσασμένος είχε κλείσει πάνω από μισή ώρα ξεκωλιάζοντας με, αφότου με είχε ήδη ξεφτιλίσει, Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική.  Έκανε ζέστη, εγώ αγχωμένη αν εμφανιστούν όλοι τώρα τι θα πουν; Τι θα γίνει; Ξαφνικά σταμάτησε. Ένιωσα το κορμί του να κολλάει πάνω μου. Είχε μπει όλος μέσα μου. Πλησίασε το στόμα του στο αυτί μου και μου ψιθύρισε:

-    Χριστινάκι… έπρεπε να είχα αρχίσει να σε γαμάω από μικρότερη ηλικία. Να σου γαμάω τις τρύπες. Και με την οικονομική κρίση βρήκα πως θα κάνω εισόδημα…

είπε καθώς συνέχιζε να με χαστουκίζει. Έμπηξε την ψωλάρα του στον κώλο μου και σε δευτερόλεπτα, σα λυσσασμένος ταύρος κάρφωσε και έχυσε δυνατά μέσα μου γεμίζοντας με σπέρμα τα σωθικά μου. Γύρισε στον καθρέφτη και πήρε το κινητό που τραβούσε τόση ώρα βίντεο. Τώρα έχω και αναμνηστικό βίντεο. Πήγα να του το πάρω, γύρισε γλίστρησε και με χτύπησε. Μελάνιασε το μάτι μου, δεν το περίμενα. Άρχισα να κλαίω ενώ έφυγε και πήγε στην παραλία. Δεν ήξερα τι να κάνω, σε ποιον να το πω και ποιος θα με πίστευε; Έκανα ένα μπάνιο και πήρα μερικά ηρεμιστικά της μανούλας μου απ’ την κουζίνα. Πήγα και ξάπλωσα, κουλουριάστηκα μπας και ηρεμήσω, μπας και ξεχάσω το κακό που συνέβη.



Copyright protected OW ref: 102565