Ερωτευμένα ξαδέρφια

Δημοσιεύθηκε από evangelosq2
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.86 (22 Votes)
Με λένε Ε και αποφάσισα να μοιραστώ τις ερωτικές ιστορίες της ζωής μου στο site σας.

Ήμουν πολύ μικρός θυμάμαι, όταν είχα δει για πρώτη φορά τα βυζιά της ξαδέρφης μου στην παραλία που κάναμε μπάνιο, στην Κερατέα στο εξοχικό μας. Μόλις είχα τελειώσει τη 2α Λυκείου και η ξαδέρφη μου, η Ειρήνη που με περνάει 1 χρόνο, ήταν στην τελευταία τάξη του Λυκείου, ήρθε με την οικογένεια της για διήμερο για να χαλαρώσει από τις εξετάσεις.

Όπως ήμασταν μέσα στη θάλασσα και κάναμε βουτιές και παίζαμε σαν όλα τα παιδιά, εγώ είχα πάρει την μάσκα θαλάσσης και έβλεπα κάτω από την θάλασσα, περιτριγυρισμένος από τα αδέρφια μου και τη θεία μου, είδα πως η ξαδέρφη μου είχε πανέμορφα στητά βυζιά συν του ότι είναι πολύ όμορφη, με μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια, ροζ χειλάκια που σχηματίζουν ένα μικρό χαμόγελο και πολύ ερωτεύσιμη γενικότερα. Δεν την είχα παρατηρήσει έτσι στο παρελθόν. Έτσι λοιπόν σε μια βουτιά της, που εγώ ήμουν με τη μάσκα και έβλεπα την άμμο και τις πέτρες, της βγήκε το πάνω μέρος του μαγιό, ο στηθόδεσμος δηλαδή, μέσα στη θάλασσα και είδα δύο βυζιά με δύο ρώγες ροζ μεγάλες και την είδα που με κοίταξε κάτω από τη θάλασσα γιατί εκείνη μπορούσε χωρίς μάσκα να βλέπει και να προσπαθεί να βάλει στη θέση του το σουτιέν.

Εγώ ενστικτωδώς, βγάζω τη μάσκα και βγαίνω έξω από το νερό και εκείνη έρχεται κοντά μου και με ένα χαμόγελο με σπρώχνει, με ρίχνει ξανά μέσα και μου λέει:

-    Θα σε δείρω ξαδερφούλη μικρούλη!

-    Κι εγώ θα σε δείρω μεγάλη ξαδέρφη…

και γελώντας αρχίσαμε και παίζαμε ποιος θα βουτήξει ποιον μέσα στο νερό, με το μυαλό μου να έχει θολώσει από την ομορφιά των βυζιών της, αλλά και από τη γενικότερη παρουσία της. Στο παιχνίδι μας πάνω και με τους δικούς μας γύρω να μην υποψιάζονται τίποτα, εκείνη με χούφτωνε κάτω από το νερό σε διάφορα σημεία κι εγώ «κατά λάθος» της έπιανα κάτω από το νερό αυτό που από εκείνη την ημέρα έγινε ο διακαής πόθος μου. Το στήθος της. Εκείνο το καλοκαίρι ερωτεύτηκα την ξαδέρφη μου.

O καιρός πέρασε, μεσολάβησαν Πανελλήνιες και για μένα και βλεπόμασταν μόνο σε κάτι γιορτές, όπου και ντρεπόμουν με αυτό που είχα κάνει όταν την έβλεπα. Στο εξοχικό δεν ήρθε ξανά, εγώ την σκεφτόμουν συνέχεια, τότε δεν είχαμε και κινητά παρά μόνο ένα σταθερό τηλέφωνο για να μιλάμε εξάλλου.

Το καλοκαίρι του 2004 ήμουν πρωτοετής πια στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, εκείνη σπούδαζε στο ΕΚΠΑ στο δεύτερο έτος και αποφάσισα να πάω με τους γονείς μου στο εξοχικό για δύο-τρείς βδομάδες, όταν προηγουμένως είχα ακούσει στο τηλέφωνο τον πατέρα μου να μιλάει με το θείο μου και να του λέει πως έχει πάρει όλα τα ψαρικά καθώς τους αρέσει το ψάρεμα και πως ο θείος μου θα έρθει με την οικογένεια του για καμία εβδομάδα μαζί με την Ειρήνη.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και σκεφτόμουν τί να κάνω για να μην καταλάβει κανείς τίποτα, αλλά και να καταφέρω να κάνω έρωτα στην ξαδέρφη μου ή έστω να τη φιλήσω, αν και μόνο στη σκέψη πως θα την ξαναδώ και θα την έχω όλη μέρα κοντά μου με τρέλαινε. Στο Πανεπιστήμιο γαμούσα περιστασιακά μία συμφοιτήτρια μου, αλλά σκεφτόμουν την ξαδέρφη μου κάθε φορά, όπως επίσης σε ένα πάρτι που πήδηξα μία φοιτήτρια από άλλο τμήμα, με λίγα λόγια είχα πάει με δύο γυναίκες όλες και όλες. Ξεκινήσαμε με το αμάξι λοιπόν για Κερατέα από τον Πειραιά που μέναμε με την οικογένεια μου και μέσα σε μία ώρα φτάσαμε. Είδα πως είχε ανοίξει ένα καινούριο club στην περιοχή και αμέσως έβαλα ένα σχέδιο στο μυαλό μου.

Δύο μέρες μετά, ήρθε και η ξαδέρφη μου με την οικογένεια της, το πρωί και τους υποδεχτήκαμε.

-    Γεια σου ρε ξάδερφε, πώς μεγάλωσες έτσι;

μου λέει και μου σκάει ένα χαμόγελο.

-    Ε τί να κάνω προσπαθώ να σε φτάσω…

της λέω, φιλιόμαστε στο μάγουλο και χαιρετάω τη θεία μου και το θείο μου. Φορούσε ένα μπλουζάκι η Ειρήνη που τόνιζε τα βυζιά της. Για αυτά τα βυζιά είχα χύσει πολλές φορές. Ήταν πανέμορφη όπως πάντα, μόνο που η φωνή της ήταν πιο γεμάτη και τα μαλλιά της ήταν πιο μακριά από την τελευταία φορά που την είδα. Μέσα στο μυαλό μου είχε δημιουργηθεί το σενάριο για να έρθει η κατάλληλη στιγμή να της δείξω αυτό που νιώθω. Βέβαια, από την πρώτη στιγμή σκεφτόμουν τί μαλακίες πάω και κάνω και είναι ξαδέρφη μου και τί θα γίνει αν το μάθουν και γενικότερα το κεφάλι μου βρισκόταν σε συνεχή διεργασία.

-    Πάμε για μπάνιο;… μου λέει.

-    Ναι φύγαμε!...της λέω.

-    Περιμένετε με να αλλάξω καλέ να έρθω κι εγώ…

Πετάγεται η θεία μου και μεμιάς τα σχέδια μου αρχίζουν να φαίνονται δύσκολα, αλλά  καθησύχασα τον εαυτό μου σκεπτόμενος πως έχουμε μέρες μπροστά μας.

Η παραλία ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω και όταν φτάσαμε και γδυθήκαμε, η Ειρήνη είχε ένα σώμα  απίστευτο και με μεγάλη δυσκολία προσπαθούσα να μην κοιτάω. Είχε κατάλευκο μπούστο, τεράστια βυζιά, που είχαν μεγαλώσει πάρα πολύ από την τελευταία φορά που τα είχα δεί και ο κώλος της ήταν στρογγυλός και ζουμερός.

-    Φέτες είσαι μικρέ ξάδερφε, τί έκανες και έγινες έτσι ρέ;… μου λέει.

-    Χτυπιέμαι στα γυμναστήρια…

της λέω και βάζει τα γέλια κι εκείνη και η θεία μου. Μέσα σε λιγάκι είχε έρθει και η μάνα μου με τα αδέρφια μου και αρχίσαμε να βουτάμε και να παίζουμε πότε βόλεϊ στη θάλασσα, πότε να κυνηγάει ο ένας τον άλλο, με λίγα λόγια τα κλασικά παιχνίδια. Μετά από λίγο βγήκε η Ειρήνη και έκανα πως βγαίνω κι εγώ για να της προτείνω να παίξουμε ρακέτες να έρθουμε πιο κοντά. Έτσι έγινε. Ξεκινήσαμε να παίζουμε λίγο πιο πέρα με τους δικούς μου να παίζουν στη θάλασσα και τη θεία μου να μην δίνει ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο στο σταυρόλεξο που έλυνε επί ώρες.

Μετά από λίγο, παίζαμε ρακέτες και συγχρόνως συζητούσαμε πώς τα περνούσαμε στο Πανεπιστήμιο, ώσπου μου κάνει την ερώτηση αν μου αρέσει καμία από εκεί μέσα και αν τα έφτιαξα με καμία. Μου φάνηκε σα να μην ήξερε από σχέσεις από τον τρόπο που με ρωτούσε και από το χαμόγελο αμηχανίας και το χρώμα στα μάγουλά της κατάλαβα πως ντρεπόταν. Κάτι μου έλεγε πως δεν είχε αγόρι ή ακόμα και πως δεν είχε κάνει έρωτα.

-    Εσύ κάνα γκομενάκι χτύπησες ξαδερφούλα;… της λέω.

-    Ε, κάτι παίζει αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας, εσείς τα αγόρια είστε μόνο για το εξωτερικό που έχει η γυναίκα ρε, δεν κοιτάτε παραπέρα…

μου απαντάει γελώντας και μου βαράει με δύναμη το μπαλάκι με τη ρακέτα που   κόντεψε να πετύχει στον πούτσο.

-    Κανόνισε να μου τα χτυπήσεις να δω τί θα κάνω μετά… της λέω.

-    Δεν έχεις ανάγκη εσύ…

μου λέει και αρχίζω να την κυνηγάω στην  παραλία. Έτσι, γυρίσαμε στο σπίτι, όπου και δεν την είδα μέχρι και το απόγευμα που κατέβηκε, (το σπίτι είναι διώροφο) και αφού φτιάξαμε καφέ και πίναμε όλοι μαζί στην βεράντα, μανάδες θείοι κλπ, ρίχνω μια ιδέα να πάμε να επισκεφτούμε το καινούριο club που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κάτω, να πάμε όλοι μαζί. Η θεία μου ήταν μέσα ο θείος μου θα έβγαινε για ψάρεμα με τον πατέρα, το ήξερα από πριν αυτό βέβαια και τα αδέρφια μου εννοείται δεν μπορούσαν, ήταν μικρότερα. Η Ειρήνη λέει ένα ξερό «Εγώ είμαι μέσα» και τώρα αυτό που με ένοιαζε ήταν πώς θα ξεφορτωθώ τη θεία. Εκεί έβαλε το χέρι του λίγο ο θείος.

-    Πού θα πάς εσύ χωρίς τον άντρα σου στα club κυρά-Ντίνα; Γιά κάτσε στα αυγά σου…

της λέει χαμογελαστά και όχι με κακία.

-    Άμα θέλω να πάω, θα πάω θα πάω, δε θα μου πεις εσύ τί να κάνω…

του λέει κι εκείνη χαμογελαστά και εγώ έλεγα πως θα με ευνοήσει η τύχη σήμερα.

-    Και τί ώρα ανοίγει αυτό;… λέει η Ειρήνη.

-    Ε, μετά τις έντεκα λογικά θα μαζεύει κόσμο πιστέυω…

λέω και η θεία μου απαντά:

-    Εγώ αγόρι μου τέτοια ώρα δε βγαίνω, άσε που έχω και τη γκρίνια του μπάρμπα σου.

Αρχίζουν τα παράπονα και τα μικρά μου αδέρφια να λένε πως θέλουν κι αυτά και υπήρχε μία οικογενειακή ωραία ατμόσφαιρα. Εγώ απλά σκεφτόμουν την ώρα που θα έρθει. Το σχέδιο μου είχε  πετύχει, χωρίς να το θέλω βέβαια, άδεια έριχνα, γεμάτα έπιανα, λέει μία έκφραση.

-    Άρα μικρέ ξάδερφε, θα πάμε μαζί, κανόνισε να σουρώσεις και είσαι και βαρύς να σε κουβαλάω…

μου λέει η Ειρήνη και λίγο κόντεψε να μου το ακυρώσει ο πατέρας μου γιατί δε γουστάρει ποτά και κραιπάλες. Η ώρα πήγε δώδεκα παρά και ξεκινήσαμε με τα πόδια. Η Ειρήνη φορούσε ένα ασπρόμαυρο κολλητό φόρεμα, με την πλάτη όλη έξω και ο κώλος της  ίσα που καλυπτόταν από το φόρεμα. Τα μπούτια της ήταν γυμνασμένα, λευκά και τα βυζιά της ξεχώριζαν από το υπόλοιπο σώμα βασανιστικά.

Φτάνοντας, γινόταν χαμός στο μαγαζί και βρήκαμε στα όρθια μια γωνιά σε ένα πάγκο και παραγγείλαμε δύο μπύρες. Εγώ είχα  σκοπό να το παίξω τύπου μια μπύρα και καλά και δεν είμαι του ποτού για αρχή. Αρχίσαμε να συζητάμε υπό τη δυνατή μουσική και τα τρεμουλιαστά πολύχρωμα  φώτα, τα κουνήματα των γύρω, ο χορός, η σκοτεινή ατμόσφαιρα και τα χρώματα να παίζουν πάνω μας και κάθε φορά που πλησίαζα στο αυτί της να της μιλήσω, όλα ήταν με τον τρόπο τους τοποθετημένα μαγικά. Εκείνη έδειχνε μια αρχική ανησυχία, σα να φοβόταν κάτι, με κοιτούσε αμήχανα. Δεν είχαμε βγει ποτέ μαζί. Λέω στη σερβιτόρο να μου φέρει 4 σφηνάκια και στην Ειρήνη πως είναι κάτι πολύ ελαφριά και πως μία φορά ερχόμαστε, δεν γαμιέται… πιες. Πίνει τα δύο μονορούφι, πίνω κι εγώ και αρχίζουμε τα ωραία. Εγώ δηλαδή τα άρχισα.

-    Τα έχεις με κανένα;…

τη ρωτάω, την κοιτάζω στα μάτια και τη βλέπω να χαμογελάει και να μου κάνει με νεύμα «Έτσι κι έτσι».

-    Ή τα έχεις ή όχι.

Μου λέει πως δεν εμπιστεύεται εύκολα, είναι ένας που της αρέσει, αλλά δεν κάνει κλπ. Φέρνω δύο υποβρύχια (ποτά), της λέω στην υγειά μας, με ρωτάει αν είναι βαριά και της λέω εξαρτάται πώς θα το πιείς.

-    Εσύ πρέπει να έχεις μάτσο γκόμενες έτσι φέτες που είσαι μικρέ!

-    Δεν παίζει κάτι τέτοιο, αλλά κι εσύ είσαι γκομενάρα (βάζει τα γέλια και με αγκαλιάζει όπως δύο φίλοι), εσύ τους αλλάζεις σαν πουκάμισα, άσε τις μαλακίες σε μένα ξαδερφούλα…

της λέω και τελειώνοντας τη φράση την πιάνω πιο σφιχτά από τη μέση με πρόσχημα να χορέψουμε.

-    Τα βλέπω διπλά και μου φαίνεται θα με γυρίσεις στην πλάτη σου στο σπίτι.

-    Δεν έχεις ανάγκη εσύ…

μου λέει και πίνει το υπόλοιπο ποτό. Εγώ έχω 120 παλμούς το λεπτό και σκέφτομαι να κάνω την κίνηση να τη φιλήσω, από την άλλη σκέφτομαι το γαμήσι που θα φάω έτσι και μας δει κανένα μάτι ή πει τίποτα η Ειρήνη. Γύρω μας γινόταν ένας χαμός γενικότερα, χαρτοπετσέτες κάτω, τσιγάρο και ποτά, χαρούμενα πρόσωπα, ένα κλασικό ελληνάδικο, σκοτεινή ατμόσφαιρα, με λίγες εκλάμψεις φωτεινού κι αυτές για δευτερόλεπτα. Έλεγα στον εαυτό μου να τη φιλήσω και ας γίνει ότι θέλει.

Καθώς χόρευαν γύρω μας κόσμος, μία κοπέλα στον ίδιο πάγκο, έσπρωξε μια μπύρα με το χέρι της και έπεσε κάτω. Ήταν άδεια ευτυχώς, κανείς δεν πήρε χαμπάρι, αλλά πες από ένστικτο πες από προστασία, την παίρνω αγκαλιά μην τα πατήσει τα σπασμένα και όπως τη σφίγγω γυρίζω το κεφάλι μου από τα σπασμένα προς το πρόσωπο της και τη βρίσκω να με κοιτάζει με δύο πανέμορφα μαύρα μάτια και ένα χαμόγελο γεμάτο έρωτα. Τα μάτια μας κοιτάχθηκαν 2 δευτερόλεπτα, αμέσως την τραβάω πάνω μου και το ένα της χέρι νιώθω να σπρώχνει το στήθος μου, το άλλο της χέρι το κρατούσα χαμηλά και με το δεξί μου την είχα φέρει στο σημείο που ήθελα. Τη φιλάω στο στόμα προσπαθεί να πει κάτι, σφίγγοντας το χέρι της στο δικό μου, οι παλάμες μας είχαν ιδρώσει και συνεχίζοντας να με σπρώχνει με το άλλο στο στήθος, το πρώτο μας φιλί γίνεται πραγματικότητα. Μου φαίνεται πως βρέθηκα σε άλλη διάσταση εκείνη τη στιγμή με την Ειρήνη.

-    Τί μου κάνεις, γιατί μου το κάνεις αυτό;…

μου λέει και το χέρι της έχει φύγει από το στήθος μου που το έσπρωχνε και έχει πάει πίσω από το λαιμό μου.

-    Τί σου έκανα, εσύ μου έχεις κάνει τόσα χρόνια…

της λέω και αρχίζω και την φιλάω όπως δεν έχω ξαναφιλήσει ποτέ, με το ποτό να έχει αναλάβει τα ηνία και στους δύο μας. Τώρα είχα ξεχάσει τα πάντα, ντροπές, φοβίες, δεύτερες σκέψεις, κάτι που ήταν όμως λάθος, γιατί φιλούσα την ξαδέρφη μου. Τα χέρια μας είχαν αγκαλιάσει ο ένας τον άλλο, φιλιόμασταν και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε.

Μόλις σταματάμε, κοιταζόμαστε με χαμόγελο και με ρωτάει:

-    Και τώρα; Τί θα κάνουμε τώρα;

-    Τώρα θα σε φιλήσω πάλι και θα δούμε.

Τα ποτά μας είχαν βοηθήσει να αφήσουμε τη λογική στην άκρη.

-    Πάμε να φύγουμε, θέλω να είμαστε μόνοι μας…

της λέω. Με ρωτάει με απορία που θα πάμε τέτοια ώρα και της λέω πως υπάρχει ένα μέρος της παραλίας να κάτσουμε μόνοι μας. Εκεί σύχναζα μακριά από τον κόσμο και από τους δικούς μου όταν ήθελα να ξεχαστώ και να χαθώ για λίγο. Φεύγοντας από το μαγαζί την κρατούσα από την μέση, για να μη ζαλιστεί και μου πέσει, αν κι εγώ ήμουν στην ίδια κατάσταση περίπου.

-    Είναι μακριά;…

με ρωτάει πάλι με το χαμόγελο, αλλά και λίγο φόβο αυτή τη φορά.

-    Όχι, θα περπατήσουμε λίγο, να πάρουμε  αέρα και θα φτάσουμε.

Μέσα σε 10-15 λεπτά είχαμε φτάσει και δεν είχαμε μιλήσει καθόλου, παρά μόνο χαμογελούσαμε ο ένας στον άλλο. Η παραλία είχε δύο παγκάκια και δέντρα γύρω και δεν είχε φωτισμό καθόλου.

-    Φοβάμαι είναι σκοτεινά…

μου λέει και μου σφίγγει λίγο το χέρι. Αφού δεν της απάντησα και απλά χαμογέλασα, πλησιάσαμε το παγκάκι της παραλίας. Αμέσως την πήρα αγκαλιά και αρχίσαμε να φιλιόμαστε με τα χέρια μου αυτή τη φορά να χουφτώνουν τον κώλο της και τα βυζιά της και εκείνη να βογκάει και να μου χαϊδεύει συνέχεια τα μαλλιά και να με αγκαλιάζει. Αντί να κάτσουμε στο παγκάκι, έβγαλα τη μπλούζα μου και την έβαλα κάτω στην άμμο, σαν ψάθα δηλαδή και την τράβηξα να ανέβει από πάνω μου. Στην αρχή δυσκολεύτηκε, αλλά μετά πέρασε τα πόδια της και κάθισε με τα γόνατα να ακουμπούν τη μπλούζα μου και το φόρεμα της να έχει σηκωθεί μέχρι που είχε ξεπροβάλλει το στρίνγκ της, ένα μαύρο, με δαντέλα. Ο ήχος της θάλασσας, των τζιτζικιών και το  φύσημα του αέρα ήταν η κάλυψή μας, τα φιλιά μας χανόντουσαν όπως και κάποια λόγια που λέγαμε ενδιάμεσα.

Είχα βγάλει το σουτιέν, της τράβηξα το φόρεμα και έμεινε μόνο με το στρίνγκ. Φιλούσα και δάγκωνα τα βυζιά της, δύο βυζιά που δε χωρούσαν στις παλάμες μου και ρώγες ροζ σαν τριαντάφυλλο που ξεκίνησε να ανοίγει τα πέταλά του. Με το ένα μου χέρι περιεργαζόμουν τον κώλο της και το μουνάκι της  όπου ένιωσα τα υγρά της στα δάχτυλα μου.

Τη  βάζω  να ξαπλώσει και αλλάζουμε θέσεις, ενώ εγώ έχω μείνει μόνο με το σλίπ, η ψωλή μου είχε βγει σχεδόν έξω, αλλά εκείνη δεν με είχε ακουμπήσει εκεί, παρόλο που τον είδε και τον αισθάνθηκε.

Αρχίζω και φιλώ το λαιμό της, τα βυζιά της, την κοιλιά της και τα χέρια της είχαν απλωθεί πίσω στην άμμο, σκεφτόμουν πώς θα γυρίσουμε σπίτι αν πάμε μέσα στην άμμο και ξεμαλλιασμένοι και ξαφνικά νιώθω τα πόδια της να σφίγγουν.

-    Τί είναι;… τη ρωτάω.

-    Δεν μπορώ, μου απαντάει.

-    Κι εγώ το σκέφτομαι αυτό, αλλά δε θα πούμε τίποτα. Δε γίνεται να πούμε τίποτα…

της λέω και την φιλάω πάλι στο στόμα. Μου λέει τότε με γλυκιά ντροπή και ένα μικρό δάκρυ από τα μάτια.

-    Δεν έχω κάνει ακόμα, φοβάμαι!

Κάπου εδώ άρχισαν οι εικόνες να παίζουν σαν ταινία από σινεμά στο μυαλό μου, με μελλοντικές εικόνες, με φωνές και φόβο, πότε με εκρήξεις ηθικής, πότε με χυσίματα στο βυθό της θάλασσας μέσα στην Ειρήνη.

-    Μη φοβάσαι καθόλου…

της λέω και της δίνω φιλιά στο στόμα, ενώ η Ειρήνη έχει αρχίσει να  βογκάει και να κλαίει χαμηλόφωνα, ενώ εγώ μέχρι σήμερα δεν είχα πάει με παρθένα. Της βγάζω το στρίνγκ και το μουνάκι της είναι όλο ξυρισμένο, μικρό και ότι πιο καυλωτικό είχα δει μέχρι τώρα.

-    Είναι πανέμορφο το μουνάκι σου, εσύ είσαι πανέμορφη…

της λέω και φιλάω το  μουνάκι της απαλά και μετά πιο δυνατά, ενώ εκείνη κουνιέται και τρέμει ολόκληρη. Τα πρώτα υγρά της είναι στο στόμα μου, στη γλώσσα μου. Συνέχισα να τη φιλάω και έκανα μία κίνηση να πιάσω το παντελόνι μου, είχα καπότες όπως πάντα. Βγάζω μία και την περνάω στην ψωλή μου που μου είχε ανέβει στον αφαλό από την καύλα, ενώ η Ειρήνη είχε γυρίσει το πρόσωπό της από την άλλη πλευρά και κατάλαβα πως έκλαιγε. Ανοίγω τα πόδια της και την νιώθω να τρέμει ολόκληρη. Αρχίζω και τη φιλάω στο στόμα και ανταποκρίνεται όσο πιο παθιάρικα μέχρι τώρα με είχε φιλήσει και τα χέρια της με δίπλωσαν πάνω στο κορμί της με την ψωλή μου να είναι στα χείλη του μουνιού της.

Τα πόδια της τα είχα σηκώσει ψηλά, καθώς είχα περάσει τα χέρια μου κάτω από τα μπούτια της και οι παλάμες μου ακουμπούσαν στην άμμο. Αρχίζω να μπαίνω στο μουνί της σιγά-σιγά και η Ειρήνη συνέχιζε να τρέμει, να κλαίει να βογκάει. Ήταν τόσο ζεστό και στενό το μουνάκι της, που το ένιωθα όσο έμπαινα να με τυλίγει. Τα βογγητά της άρχισαν να είναι πιο δυνατά και εγώ επιβράδυνα και προσπαθούσα να μπω πιο βαθιά. Ένιωσα μία αντίσταση και υπέθεσα πως έτσι είναι η παρθενιά, οπότε και αρχίζω να της τον χώνω όλο και πιο βαθιά.

-    Πονάω πολύ, πονάω, μην το κάνεις δυνατά…

μου λέει. Δε μπορούσα να της το βάλω όλο κι έτσι αρκέστηκα σε ένα αργό τέμπο και με το δικό μου τρόπο να της το χώνω όλο και πιο βαθιά, ώσπου έγειρα πάνω της, το σώμα της ακούμπησε το δικό μου και την φιλούσα και την δάγκωνα στο λαιμό και στα χείλη της.

-    Πονάω, πονάω πολύ μωρό μου…

μου λέει με κλάματα και βογκητά μαζί και της λέω:

-    Λίγο ακόμα και  θα σταματήσουμε.

Με είπε «μωρό μου». Με έπιασε ένα ρίγος και μία επιθυμία να της πω κάτι αντίστοιχο, αλλά εγώ συνέχισα πιο δυνατά και πιο δυνατά ώσπου η Ειρήνη βάζει το χέρι της μπροστά στο στόμα της και αρχίζει να ουρλιάζει για να μην ακουστεί.

-    Όχι πολύ βαθιά, όχι άλλο…

μου φωνάζει και τη ρωτάω εάν θέλει να σταματήσουμε. Δεν πήρα απάντηση και συνέχισα ακόμα πιο δυνατά και τα χείλη μας ενώθηκαν ξανά, συνεχίζοντας να τη γαμάω και να της καρφώνω γερά την ψωλή μου μέσα στη μουνάρα της και δαγκώνοντας τα βυζιά της και το λαιμό της, που ευτυχώς όλες οι πιπιλιές και τα δαγκώματα καλύφθηκαν ύστερα με ένα μαγικό μέικ-απ.

-    Θα χύσω μέσα σου Ειρήνη…

της φωνάζω και ξεκινάω να την γαμάω πιο σκληρά και δυνατά, χωρίς όμως να καταλήγει όλη μου η ψωλή μέσα της και να την δαγκώνω στο λαιμό.

-    Σε χύνω, σε χύνω, ναι…

της φωνάζω και της τον χώνω βαθιά και βίαια τραβώντας της τα πόδια πιο ψηλά και αρχίζω να χύνω μέσα στο μουνί της και σε κάθε χυσιά, της το έχωνα και πιο βαθιά. Σαν να είχε σφηνώσει το καυλί μου ανάμεσα της, ένιωθα τα τοιχώματα της μουνάρας της να με τυλίγουν κι εγώ συνέχιζα, σε αργότερο ρυθμό, μέσα έξω. Η Ειρήνη έτρεμε και βόγκαγε πια, χωρίς κλάματα κι εγώ συνέχιζα μέσα έξω, αφού είχα χύσει και αν και φοβόμουν μην είχε σπάσει το προφυλακτικό που μου είχε συμβεί 2-3 φορές στο παρελθόν, συνέχιζα να τη γαμάω. Τα μπούτια της έτρεμαν, όλο της το σώμα είχε τρέμουλο κι εγώ συνέχιζα να τη γαμάω μέχρι που άρχισα να φτάνω στο δεύτερο χύσιμο.

-    Αδειάζω μέσα σου μωρό μου, πάρε τα χύσια μου, όλα δικά σου, όλα…

της φωνάζω κι εκείνη με τα βογκητά της μου ψέλλισε:

-    Χύσε με, χύσε με!

Έπεσα πάνω της μετά το δεύτερο χύσιμο και τη φιλούσα. Σηκώνομαι και βγάζω το καυλί μου από μέσα της. Το προφυλακτικό είχε σπάσει και είχε ανέβει μέχρι πάνω σχεδόν στη βάση του πούτσου μου. Εκτός αυτού συνειδητοποίησα πως η μπλούζα μου που είχα βάλει κάτω είχε μία τεράστια κηλίδα με αίματα και χύσια, όπως επίσης και η πούτσα μου. Αφού προσπάθησα κι έμεινα ψύχραιμος, συνέχιζα να τη φιλάω κι έμεινα πάνω της με τον πούτσο μου να αρχίζει πάλι να ανεβαίνει.

-    Μήπως έχεις χαρτομάντηλα μαζί σου Ειρήνη;…

τη ρωτάω κι εκείνη με ρωτάει αμέσως:

-    Γιατί, τί έγινε, έγινε τίποτα, έχω τίποτα;…

καθώς με έβλεπε ότι κοιτούσα ανάμεσα στα πόδια της.

-    Τίποτα δεν έχεις μωράκι μου, να σκουπίσω το μουνάκι σου γιατί ήταν η πρώτη του φορά…

της λέω χαμογελαστά, σκύβω πάνω της και τη φιλάω στο στόμα και τα μάτια της είχαν μαυρίσει από τη μάσκαρα στις βλεφαρίδες. Είχε τρέξει στο πλάι των ματιών της.

-    Πονάω, νιώθω τσούξιμο πολύ, μήπως έγινε τίποτα;…

με ρωτάει και βλέπω την απορία και το φόβο να σχηματίζει το πρόσωπο της.

-    Δεν έγινε τίποτα, λογικό είναι μωράκι μου, κάτσε να σε σκουπίσω γιατί πρέπει να γυρίσουμε…

της λέω και της χαϊδεύω το μάγουλο και τα μαλλιά, αν και αυτό που της είπα δεν ήταν αληθινό, γιατί ούτε εγώ ήξερα από πρώτη φορά, απλά έπρεπε να την καθησυχάσω. Ένιωσα πως αυτό έπρεπε να κάνω. Τη μπλούζα μου ήταν δύσκολο να τη φορέσω, την έκανα ένα κουβάρι και την κρατούσα και αφού τακτοποιηθήκαμε και ετοιμαστήκαμε, ξεκινήσαμε να γυρίσουμε.

Η Ειρήνη δεν φαινόταν διατεθειμένη να φύγει από το μέρος που καθόμασταν. Είχε παγώσει λίγο. Πλησίασα, την αγκάλιασα και την αποκάλεσα πάλι «μωράκι μου» ενώ χάιδευα το  πρόσωπο της και τα πανέμορφα μαύρα μαλλιά της. Τη φιλάω πάλι και το στόμα της είχε τη γλυκιά της γεύση, αναμεμειγμένη με το ποτό.

Η Ειρήνη με αγκαλιάζει τότε και μου λέει με τρεμάμενη φωνή:

-    Δε θέλω να γυρίσω, σ’ αγαπάω, είμαι ερωτευμένη μαζί σου, τί θα κάνουμε τώρα, ποιός θα μας καταλάβει, πώς θα είμαστε μαζί;…

και αυτή τη φορά βούρκωσα κι εγώ, την πήρα πιο σφιχτά αγκαλιά και της λέω:

-    Κι εγώ είμαι ερωτευμένος μαζί σου, δεν ήθελα να σου πω τίποτα. Είμαι ερωτευμένος χρόνια μαζί σου. Πάμε να μην καταλάβουν και το πρωί θα πάμε βόλτα στην παραλία. Το «σ’ αγαπάω» δεν το είπα. Όχι εκείνο το βράδυ.

Σε όλο το δρόμο κοιταζόμασταν, χωρίς να λέμε τίποτα. Που και που, κοιτάζαμε ο ένας τα ρούχα του άλλου, για άμμο και καθαριζόμασταν, ενώ εγώ ήμουν γυμνός από τη μέση και πάνω.

Μέχρι να καταλάβω τί είχαμε κάνει, φτάσαμε σπίτι και προσπαθούσαμε να κάνουμε απόλυτη ησυχία. Μπήκαμε μέσα και η Ειρήνη πήγε στην δικιά μας τουαλέτα αμέσως, εγώ έβαλα την μπλούζα κάτω από το κρεβάτι μου και όλα πήγαν μία χαρά.

Την επόμενη το πρωί, ήταν 6:30, όταν και ένιωσα ένα σκούντημα, ήταν η Ειρήνη, να μου λέει αν θέλω να πάμε παραλία που της είχα πεί. Κοιτάζω το ρολόι και της λέω εντάξει. Σηκώθηκα και βλέπω και τον πιτσιρικά τον αδερφό μου να μας βλέπει, να ετοιμάζεται και του λέω  να κάτσει γιατί έχει κύμα θα πάμε μόνο για βόλτα. Η μάνα μου κοιμόταν με τον πατέρα. Κάποια δικαιολογία θα έβρισκα για το τόσο νωρίς που έφυγα. Κατεβαίνουμε στην παραλία, δεν υπήρχε ψυχή, δεν ήθελα να κάνω μπάνιο. Πήγαμε λίγο πιο πέρα στα βράχια στον μώλο, όπου και κρυφτήκαμε να μην μας βλέπει κανείς και αρχίσαμε να φιλιόμαστε.

-    Πονάω κι έχω πολύ αίμα…

μου λέει.

-    Θα περάσει, ήταν πρώτη φορά…

της λέω και συνεχίζουμε να φιλιόμαστε. Η πούτσα μου σηκώθηκε και φαινόταν από τη βερμούδα που φορούσα. Αρχίζει να μου τον πιάνει από έξω κι εγώ ξεκουμπώνομαι με γρήγορες  κινήσεις, ενώ με κοιτούσε στα μάτια η Ειρήνη. Το καυλί μου ήταν πιο φουσκωμένο από ποτέ και ήδη στη σχισμή διακρίνονταν τα πρώτα υγρά. Για πέντε λεπτά μου τον έπαιζε και μου χάιδευε τα αρχίδια και κόντευα να χύσω.

-    Γλείψε μου την ψωλή μωρό μου, γιατί κοντεύω να χύσω…

της λέω. Σκύβει σιγά-σιγά και το βάζει στο στόμα της. Το πουτσοκέφαλο μου είχε ήδη μπει στο στόμα της και με λίγη βοήθεια από το χέρι μου της έσπρωχνα να το βάλει πιο βαθιά.

-    Ειρήνη θα χύσω στο στόμα σου, μην αφήσεις σταγόνα μωρό μου…

της λέω κι εκείνη αρχίζει και μου τον ρουφάει όλο και πιο δυνατά, ενώ εγώ τρίβω τη ρώγα του βυζιού της και χαϊδεύω την κωλότρυπα της. Μου τον έγλειφε με δυσκολία, υπέθεσα πως δεν είχε ξαναγλείψει πούτσα στο παρελθόν και έτσι την άφησα να το κάνει όπως μπορούσε. Αρχίζω να της πιέζω το κεφάλι και εκείνη προσπαθεί να βάλει όσο πιο βαθιά μπορεί την ψωλή μου στο λαρύγγι της. Τα πρώτα χύσια άρχισαν να φεύγουν και την νιώθω να προσπαθεί να καταπιεί και να πνίγεται. Τραβήχτηκε και τα σπέρματα πήγαν στα μαλλιά της και στο πανέμορφο προσωπάκι της και τα χείλη της περιλούστηκαν με τη λευκή κρέμα μου. Τη φίλησα όπως ήταν, γεμάτη χύσια και δε ντράπηκα καθόλου. Φιληθήκαμε αρκετά, ύστερα πήγαμε στην παραλία όπου και πήγαμε βαθιά και φιλιόμασταν πότε κάτω από το νερό και πότε με την πλάτη στην παραλία ο ένας και να βλέπει ο άλλος μη μας κάνει τσακωτούς κανείς.

Δώσαμε υποσχέσεις, αγαπηθήκαμε, ερωτευτήκαμε, κάναμε έρωτα στην παραλία και  ζήσαμε την καλοκαιρινή αγάπη, αν και η ηθική καταπατήθηκε, όπως επίσης πολλοί κανόνες. Δε θα άλλαζα τίποτα τώρα που κοιτάζω πίσω. Εγώ και η Ειρήνη.

Σήμερα, εν έτη 2016, είμαστε δύο ξαδέρφια, πραγματικά ξαδέρφια, αγαπημένα, μόνο που αυτή αγάπη μας στοιχειώνει. Πότε-πότε βρισκόμαστε σε γιορτές και οι καρδιές μας χτυπούν δυνατά και ζητούν να αγγίξει ο ένας τον άλλο. Ίσως η πλατωνική να είναι το πιο δύσκολο είδος αγάπης.



Copyright protected OW ref: 96135