Ο αδερφός μου ο Διαμαντής (6ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.78 (9 Votes)

Προγφούμενο μέρος: Ο αδερφός μου ο Διαμαντής (5ο μέρος)

Ένιωθα το κεφάλι μου ελαφρύ, όπως και τις σκέψεις μου. Καθώς βάδιζα ξυπόλυτη πάνω στην άμμο, τη βρήκα απέναντί μου καθισμένη σε έναν μικρό βράχο. Κοίταξα πίσω μου, η φωτιά φαινόταν μακρινή. Το μισό φεγγάρι ήταν αρκετό για να φωτίσει τη ματιά της.

-          Άκουσα το όνομά σου πριν... Βίβιαν σωστά; (Δεν ανέμεινε ούτε ένα δευτερόλεπτο για απάντηση.) Εγώ είμαι η Χριστίνα.

-          Χάρηκα.

-          Πως θα σου φαινόταν να βουτάγαμε;

-          Η αλήθεια είναι πως κρυώνω αρκετά για να βγάλω τα ρούχα μου. (Μα τι ψέμα!)

-          Τότε άφησέ με να σε ζεστάνω εγώ.

Η φωνή της ήταν κοφτή. Τα μαλλιά της απροσδιόριστου χρώματος καρέ, το δέρμα της λευκό (σίγουρα περισσότερο από το δικό μου). Δε δίστασα, έβγαλα το σορτσάκι μου και τη μπλούζα και αντίστοιχα εκείνη. Περπατήσαμε αργά προς την θάλασσα. Τα βότσαλα τσαλάκωναν τα πέλματα μου. Σταθήκαμε αντικριστά μέσα στο νερό και με ρώτησε:

-          Λοιπόν, κρυώνεις ακόμα;

-          Αρκετά, απάντησα με πονηρό βλέμμα.

Φαντάστηκα ότι θα με φιλούσε, όμως το μόνο που έκανε ήταν να με πλησιάσει και να μου τραβήξει παρατεταμένα τα μαλλιά.

-          Πες την αλήθεια, μωρό μου.

-          Όχι, δεν κρυώνω, απλά μ' αρέσει να είμαι κοντά σου.

-          Σας είδα σήμερα, εσένα και τον αδερφούλη σου. Σας ακολούθησα από τον παραλιακό δρόμο.

-          Και τ…

Με φιλάει βαθιά, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της, ενώ δεν έχει σταματήσει να κρατάει τα μαλλιά μου. Με το άλλο χέρι χουφτώνει τον κώλο μου. Νιώθω καύλα. Ο πειραματισμός μου με γυναίκες σχεδόν ανύπαρκτος κατ' επιλογήν, όμως αυτή εδώ, συλλογίζομαι, είναι απίστευτη. Περνάω τα δάχτυλα μου στις ρώγες της που καυλώνουν κατευθείαν. Πριν προλάβει να συνεχιστεί η στιγμή μας:

-          Βίβιαν; Βίβιαν που είσαι παιδί μου; (Ακούω τη φωνή της μητέρας μου, ξεκολλάω από πάνω της και βουτάμε στη θάλασσα για να μην αποκαλυφθούν τα γυμνά σώματά μας.)

-          Εδώ μαμά, έγινε κάτι;

-          Ανησύχησα παιδί μου. Βλέπω γνωρίστηκες με τη Χριστίνα. Φαντάζομαι, κορίτσι μου, πως ανέφερες ότι είναι μακρινή ανιψιά σου, αποφάνθηκε με τα μάτια της στη Χριστίνα.

-          Φυσικά, αυτό συζητούσαμε, ανταπάντησε χαμογελαστά εκείνη.

-          Εντάξει, σας αφήνω. Βίβιαν, εμείς αύριο θα φύγουμε νωρίς το πρωί. Πρέπει να ταξιδέψουμε μέχρι Αθήνα και μετά να προλάβουμε την πτήση, θα σας πετάξει η Χριστίνα μέχρι το σπίτι. Καληνύχτα από εμένα.

-          Υπερβάλλει αρκετά, ουσιαστικά έχουμε πολύ μακρινή συγγένεια, δε θεωρώ πως ονομάζεται συγγένεια καν.

Η συνομιλία με επανέφερε στην πραγματικότητα.

-          Πάμε προς τα έξω, άρχισα όντως να κρυώνω.

-          Κυρίες μου, οι πετσέτες σας είναι ακριβώς εδώ, ανέφερε με ήπιο τόνο ο Διαμαντής. Θα σας δω αργότερα.

Τα μάτια μου ορθώθηκαν. Μας είχε ακολουθήσει. Είχε δει τα πάντα. Η ιδέα με φόβιζε όπως με ερέθιζε. Αφουγκράστηκα μία πρόχειρη δικαιολογία και εξαφανίστηκα. Λούστηκα σύντομα, φόρεσα τα ρούχα μου και τον αναζήτησα στην καφετέρια - μπαρ του camp το οποίο είχε σχεδόν κλείσει. Ανίκανη να συνδυάσω λέξεις για μια πρόταση τον ρώτησα:

-          Τι πίνεις;

-          Καυλίτσες, καύλα μου; Δεν σε ικανοποιώ εγώ; Ε, μικρή; Θέλεις και άλλο άτομο;

-          Δεν…

-          Τώρα μαζί μου, τώρα.

Με έπιασε από το χέρι και με τράβαγε πίσω του. Τρομαγμένη κοιτούσα γύρω μου μήπως μας δει κάποιος. (Ευτυχώς κανένας δεν ήταν ξύπνιος στις δύο τα ξημερώματα). Σταμάτησε και με πέταξε πάνω στην άμμο με απίστευτη δύναμη, τόση που στιγμιαία θεώρησα ότι το κορμί μου είχε κομματιαστεί. Σήκωσε τη φούστα μου και παραμέρισε τον στρινγκάκι μου. Ο πούτσος του γεμάτος προσπερματικά και σκληρός. Ξεκίνησε να με πηδάει ανελέητα, να μου χαρίζει επίπονη ηδονή. Έσφιξε το λαιμό μου με το χέρι του:

-          Αρκετά παλιοπουτάνα, είσαι μόνο δική μου. Τέρμα οι μαλακίες σου.

Η παλάμη του έγινε ένα με το πρόσωπό μου. Ο πόνος με διαπέρασε ακόμα μια φορά. Ο ερεθισμός του ήταν άπειρα δυνατός και δεν άργησε να χύσει μέσα μου με ισχυρούς σπασμούς. Έπεσε πάνω μου και η καρδιά του πάλλονταν σε ασταμάτητους ρυθμούς. Όταν βρήκε την ανάσα του, ψιθύρισε χαμηλόφωνα:

-          Με καύλωσε υπερβολικά πολύ το θέαμα και σου άξιζε ένα αντίστοιχο γαμήσι. Όμως να θυμάσαι κανείς δεν σε αγγίζει ξανά χωρίς την άδεια μου.

Ξεκόλλησε από πάνω μου, κούμπωσε το φερμουάρ του και με άφησε εκτεθειμένη και ταπεινωμένη στο έδαφος.

Υπό την έγκρισή σας, έπεται και συνέχεια.



(Copyright protected OW ref: 95604)