Εγώ, η μαμά καί διάφοροι συγγενείς

Δημοσιεύθηκε από asdfg123
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.33 (15 Votes)
Γεια σάς. Με λένε Σπύρο και είμαι 37 χρονών. Έχω δυο αδελφές, τη Μαρία 40 χρονών και τη Ντίνα 42 χρονών. Ή μαμά Σοφία 59 χρονών. Ο μπαμπάς, Νίκος 66 χρονών. Μένω Αθήνα. Ή ιστορία μού ξεκίνησε απρόοπτα, και από πολύ μικρός, ένα καλοκαίρι που ήμουν δεκαέξι χρονών. Εκείνο το πρωινό, η μαμά ετοίμαζε τα πράγματα να πάμε διακοπές στη χήρα αδερφή της, στο νησί, πού πριν τρείς μέρες είχαν πάει οι δύο μού αδερφές με το μπαμπά. Ή μαμά είναι μοδίστρα και εγώ πηγαίνω χορευτικό. Οπότε κανόνισαν να πάνε πρώτα ο μπαμπάς με της αδερφές μου και εγώ με την μαμά σε τρείς μέρες που θα είχαμε τελειώσει τις δουλειές μας εδώ. Ποτέ δεν έβλεπα ερωτικά τη μαμά. Ποτέ δεν εμφανιζόταν μπροστά μου ντυμένη με ρούχα που θα προκαλούν. Εκείνο το πρωινό έγινε κάτι πολύ τρομακτικό.

Είχαν μπει τρείς αλβανοί από την πίσω πόρτα της κουζίνας για ληστεία. Έλεγξαν μάλλον το σπίτι ότι δεν ήταν άλλος εκτός από εμάς και ήρθαν δίπλα μάς χωρίς να καταλάβουμε τίποτα. Μάς έδεσαν χέρια και έκλεισαν το στόμα μάς. Και μάς λέει ο ένας. Μάλλον ο πιο μεγάλος.

-    Παίρνω τα λεφτά και φεύγω.

Αφήνουν τη μάνα να τούς πάει στο δωμάτιο με τα χρήματα. Τα πήραν. Έλυσαν κι εμένα που έτρεμα. Τότε ρώτα ο ένας.

-    Που είναι ο άντρας σου;…

και η μαμά τους είπε. Τότε ο μεγάλος άντρας γέλασε και γύρισε πάλι πίσω. Έκατσε σε μία καρέκλα και με φώναξε κοντά του. Φοβόμουν αλλά πήγα. Οι άλλοι δύο γελούσαν. Πήγα κοντά με πήρε αγκαλιά στα πόδια του. Το αριστερό χέρι έπαιζε με ένα μαχαίρι. Έβαλα τα κλάματα. Ένας από τους δύο πήγε στην μαμά μου και κάτι της είπε χαμηλόφωνα. Ή μάνα μου ταράχτηκε, εγώ έκλαιγα. Ακούω να λέει:

-    Όχι το παιδί μου!

-    Τότε καν’ το…

της λέει ο μεγάλος που με είχε αγκαλιά. Τότε βλέπω την μαμά μου να βγάζει σιγά-σιγά τα ρούχα της και να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια της. Σε λίγο μένει με τα εσώρουχα.

-    Μέχρι εδώ…

λέει η μαμά μου. Τότε ο μεγάλος με κατεβάζει και γρήγορα βγάζει τον πούτσο του έξω λέγοντας:

-    Μπορώ να σας γαμήσω και του δύο εδώ. Οπότε κάνε αυτό που σου είπα.

-    Εντάξει, του λέει, αλλά άσε το μικρό.

Έτσι έγινε. Πήγα κοντά της. Με έβαλε σε μία καρέκλα και μου λέει. Σπυράκο μου κάτσε εδώ και κλείσε τα μάτια σου. Αυτό έκανα. Ή μάνα ήταν γυμνή μπροστά μου. Ανοίγω λίγο-λίγο τα μάτια μου και βλέπω τον έναν να έχει πάει κοντά της και να της χαϊδεύει το στήθος. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα.

-    Στοπ λέει ο μεγάλος. Ας παίξουμε λίγο.

Πάει κοντά της, την τραβάει και τη φέρνει δίπλα μου.

-    Άνοιξε τα μάτια σου να δεις τη μάνα σου.

Ή μάνα ντράπηκε, αλλά φοβόταν για μένα.

-    Τέλος πάντων, τους λέει, τι άλλο θέλετε; Τα χρήματα και τα χρυσαφικά τα πήρατε, με είδατε γυμνή όπως θέλατε, φύγετε σας παρακαλώ.

-    Οκ, λέει ο μεγάλος. Κάτι ακόμη και θα φύγουμε. Γδύσε και τον μικρό.

Τι να κάνει και η μαμά μου, μου βγάζει τα ρούχα. Έρχεται κοντά μου ένας και μου λέει.

-    Μικρούλη σου σηκώθηκε που είδες γυμνή την μαμά!

Ντράπηκα. Τότε ακούσαμε σειρήνες από την αστυνομία. Λέει ο μεγάλος σε έναν από αυτούς.

-    Δέσε τους με το σχοινί, κλείσε και το στόμα και σε περιμένουμε κάτω να φύγουμε.

Δένει τη μάνα και της κλείνει το στόμα. Εμένα μου κλείνει το στόμα μόνο. Τότε ακούμε να του λέει κάποιος από κάτω, δεσ’ τους καλά, πάμε να τσεκάρουμε τη γειτονιά αν είναι ήσυχα και θα σε πάρουμε τηλέφωνο να έρθεις. Τότε αυτός δένει και τα πόδια της μάνας μου και αρχίζει να την βάζει δάκτυλο στο μουνάκι της. Αυτή ήταν τόσο δεμένη που δεν μπορούσε να κινήσει τίποτα . Με βλέπει που μου σηκώθηκε η πουτσα πάλι και γέλασε. Τότε, με δένει στο καλοριφέρ, φέρνει τη μάνα μου και την βάζει επάνω μου. Μας ξανά δένει πάλι από ένα σχοινί και τους δύο γύρω-γύρω. Έχω γίνει ένα το κορμί μου με της μάνας. Ο πούτσος ακουμπούσε στην πλάτη της. Όταν τέλειωσε, τον περνούν τηλέφωνο να φύγει. Τότε πιάνει τη μάνα από την μέση και με το άλλο χέρι, μου έπιασε τον πούτσο και χωρίς να καταλάβω χώθηκε βαθιά στον κώλο της μάνας μου. Πόνεσα πολύ. Η μάνα μου χτυπιόταν σαν το ψάρι. Δεν είχα πάει με γυναίκα ακόμη και γαμούσα τη μάνα μου… φανταστικό.

Έκανα πως θα φύγω, ώστε να μπαίνω πιο βαθιά. Πρέπει να έχυσα πολλές φορές. Κάποια στιγμή μετά από ώρες η μάνα λύνεται, λύνει κι εμένα.

-    Πως είσαι Σπυράκο μου.

-    Λίγο νερό…

λέω. Ντύνεται και μου φέρνει νερό. Τότε βλέπει να έχω αίματα στο πούτσο. Με ξεπαρθένιασε η μάνα μου. Με παίρνει αγκαλιά και πάμε στο μπάνιο. Βάζει νερό, γδύνεται γρήγορα-γρήγορα και μπαίνουμε στο μπάνιο.

-    Πονάω μαμά…

της λέω. Μου πιάνει τον πούτσο τρυφερά και τον χαϊδεύει απαλά.

-    Μη φοβάσαι παιδί μου τώρα η μαμά θα σε προσέχει και θα σου πάρει τον πόνο.

-    Ναι μαμάκα, της λέω, κάνε κάτι πονάω.

Δεν ήξερε τί να κάνει, ώσπου μου λέει:

-    Έλα να θηλάσεις τη μαμά και εγώ θα σε τρίβω απαλά και θα σου περάσει.

Αυτό έκανα, μου άρεσε, αλλά νομίζω ότι και στην μαμά της άρεσε. Σε λίγο ξανά τελειώνω στα χέρια της μάνας μου.

-    Πονάς τώρα μικρούλη μου;… με ρώτησε.

-    Όχι πολύ μαμά, είπα.

-    Κοιτά παιδί μου, αυτό θα είναι το μυστικό μας έτσι;

-    Ναι μάμα της λέω. Κοιτά τη μαμά σου τι θα κάνει τώρα.

-    Τι μαμά;… τη ρωτώ.

-    Εδώ στο χέρι μου, έχω αυτό το υγρό που έβγαλες από την πουτσούλα σου αγόρι μου. Θα το βάλω στο στόμα μου και θα το καταπίω μωράκι μου.

Έτσι κι έκανε. Την κοιτούσα χωρίς να ξέρω τι κάνει ακριβώς. Γέλασε με την αμηχανία μου και μου λέει.

-    Έλα μικρό μου. Γλείψε το δάχτυλο της μαμάς να δεις και εσύ τι γεύση έχουν τα χύσια σου.

Σαν υπνωτισμένος πήγα και έγλειψα τα χύσια μου από τα δάχτυλα της μαμάς. Με πήρε αγκαλιά και κοιμήθηκε έτσι στη μπανιέρα για λίγο. Στο επόμενο θα σας πω, για τα βράδια που κοιμάμαι μαζί με τη μαμά μέχρι να πάμε στην αδερφή της που είναι ή οικογένεια μας.



(Copyright protected OW ref: 94747)