Οικογενειακή μεταμόρφωση (10ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από ggeorgi
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.25 (8 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Οικογενειακή μεταμόρφωση (9ο μέρος)

Είχε περάσει πάνω από μία ώρα από την τελευταία φορά που είχα τελειώσει με τη θεία Άννα και αρκετά ξεκούραστος και αυτό που είδα με καύλωσε μέσα σε δευτερόλεπτα. Η μικρή ήταν μπροστά στην ηλεκτρική κουζίνα, με πλάτη σε μένα, και το μόνο που φορούσε ήταν η κλασσική ποδιά που φορούν οι νοικοκυρές, η οποία κάλυπτε όλη την μπροστινή πλευρά της. Αλλά άφηνε ακάλυπτο το κωλαράκι της. Το υπέροχο νεανικό κωλαράκι της. Σφιχτό. Γυμνασμένο. Καμία σχέση με της πεσμένες κωλάρες της μάνας μου και της αδερφής της. Είχαν βέβαια άλλες χάρες αυτές, αλλά αυτό το θέαμα το είχα ανάγκη. Την πλησίασα από πίσω, κόλλησα πάνω της και την αγκάλιασα, φιλώντας την στο λαιμό.

-    Μ... Έλα μωρό μου. Δεν μπορώ να μαγειρέψω έτσι!

-    Ας μην μου έκανες αυτή την έκπληξη, να μην φοβόσουν ότι θα κάψεις το φαγητό. Πουτανάκι μου.

-    Σου αρέσει μωρό μου; Χθες με τρέλανες και είπα…

-    Και είπες να τον ξαναφάς μανάρι μου;

-    Έλα, μην μου μιλάς έτσι.

-    Σκάσε

-    Γιάννη;

Είχα ήδη κατεβάσει το φερμουάρ και η πετρωμένη ψωλή μου τριβόταν στα κωλομέρια της. Ήθελε και πάλι κώλο η καργιολίτσα. Μέχρι τώρα δεν τον έδινε εύκολα αλλά το χθεσινό μας γαμήσι, της άλλαξε το μυαλό. Πράγματι είχε χύσει τόσο δυνατά και την είχα γαμήσει τόσο έντονα αλλά δεν ήξερε ότι η πηγή της έμπνευσης μου ήταν η μάνα μου. Εκείνη ένιωθα ότι ξεσκίζω όταν τον είχα μέσα στον κώλο της Γεωργίας. Γαμώτο, θα ήμουν το ίδιο καλός και σήμερα; Πάντως το θέαμα με είχε φτιάξει και ήδη τριβόμουν πάνω της.

-    Τι φτιάχνεις;

-    Γεμιστά μωρό μου. Το αγαπημένο σου φαγητό.

-    Βάζεις και πολύ κουκουνάρι, όπως η μάνα μου;

-    Ναι μωρό μου. Όπως μου το έδειξε η μάνα σου.

Αυτό ήταν. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα ότι η μάνα μου ήταν ακριβώς δίπλα μας και έδειχνε πώς να φτιάχνει τα γεμιστά στην Γεωργία ενώ παράλληλα καμάρωνε το αγόρι της. Την φαντάστηκα ακριβώς με το ίδιο ντύσιμο με την μικρή. Ο πεσμένος κώλος της, αντί να με ξενερώνει, δίπλα στην μικρή, ίσως η αντίθεση που έκανε η εικόνα και η σύγκριση, με καύλωνε περισσότερό. Με τρόπο, άνοιξα τα κωλομέρια της και τον έσπρωξα μέσα στο μουνί της.  Το σπρώξιμο την ανάγκασε να σηκωθεί στις μύτες και να τουρλώσει το κωλαράκι της. Το ένιωθα να με σπρώχνει. Το δεξί μου χέρι πέρασε γύρω από την κοιλιά της και το αριστερό μπήκε κάτω από την μασχάλη της και μέσα από την ποδιά. Της γράπωσα γερά το βυζί, ενώ άρχισα ένα έντονο σφυροκόπημα, μέσα της.

-    Αχ ναι! Έτσι! Αυτό…

-    Με σκεφτόσουν όλη μέρα;

-    Ναι. Ναι. Συνέχεια. Το χθεσινό ήταν φανταστικό…

-    Σκληρό γαμήσι θέλει το κορμί σου, πουτανάκι.

-    Έτσι άντρα μου, έτσι… δικιά σου είμαι…

-    Θα σου γαμήσω ότι έχεις και δεν έχεις καριόλα

-    Ναι… Η καριόλα σου είμαι…

-    Μια ζωή θα σκέφτεσαι την ψωλή μου. Ανήκεις στην ψωλάρα μου για πάντα.

-    Ότι θες, ότι ζητάς… εγώ!

Είχα φτάσει στη μήτρα της. Το γαμήσι στα όρθια ήταν τελικά η αγαπημένη μας στάση. Έτσι τη βρίσκαμε καλύτερα. Είχε αφήσει τα πάντα και στηρίζονταν πάνω στην κουζίνα. Την είχα σηκώσει ελαφρώς και τα πόδια της πλέον δεν πατούσαν στο πάτωμα. Ήταν στον αέρα και εγώ την είχα πιάσει γερά από την μέση, την είχα κολλημένη πάνω  μου, την είχα σηκώσει και σφυροκοπούσα το μουνάκι της. Ήταν στο έλεος μου. Είχα τόσο ανάγκη να έχω επιτέλους εγώ το πάνω χέρι σε ένα γαμήσι. Αυτή την αίσθηση την είχα χάσει με τη μάνα και την αδερφή της. Με έκαναν σχεδόν ότι ήθελαν. Ήμουν σχεδόν άβουλος και υπάκουα στις κάβλες τους και στις κάβλες μου. Ήμουν ο μικρός για εκείνες, αλλά για την Γεωργία, είμαι ο μεγάλος άντρας της. Της είχα γαμήσει το μυαλό με το χθεσινό μας γαμήσι και τώρα ήταν στο δικό μου «έλεος».

Αλλά η Σοφία δεν είχε βγει από το μυαλό μου. Τη φανταζόμουν ότι έχει σταθεί δίπλα μας και απολαμβάνει το θέαμα, με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα. Τι νόημα; Δεν ξέρω. Μπορεί να απολάμβανε οπτικά το γαμιά γιο της. Μπορεί να έπαιρνε ιδέες σαν να βλέπει τσόντα. Μπορεί να έπαιρνε μάτι τη Γεωργία και να γούσταρε το μωρό μου. Όλα μαζί; Ίσως. Την κοίταζα και παρατηρούσα το αρχοντικό της στυλ, το ύφος της, της καυλωμένες ρώγες που φαίνονται μέσα από την μπλούζα της. Ήταν σχεδόν σαν πραγματικότητα. Και αυτή η εικονική πραγματικότητα με καύλωνε περισσότερο. Μέσα στο μυαλό μου ακούστηκε η φωνή της. «Σκίσε της τον κώλο τώρα».

Είχα τρελαθεί από την κάβλα. Εντελώς θολωμένος, πιάνω σφιχτά, και με τα δύο χέρια, τη Γεωργία, και χωρίς να βγω από μέσα της, την ρίχνω στο πάτωμα στα 4. Άκουγα την φωνή της, τα λόγια της, αλλά τίποτα δεν προχωρούσε μέσα στο μυαλό μου. Ήμουν αλλού. Ήταν σαν να γαμούσα ένα σακί. Σε τόσο κτηνώδη κατάσταση βρισκόμουν. Η μικρή στα 4 και εγώ κολλημένος πάνω στο κώλο και την πλάτη της, την γαμούσα τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα μπουν μέσα της και τα αρχίδια μου. «Σκίσε της τον κώλο σου είπα μαλάκα».

Υπάκουσα. Με απίστευτη τρέλα, τον τράβηξα μέσα από το μουνί της και ακούστηκε εκείνη η χαρακτηριστική φωνή της που υποδήλωνε την αίσθηση της έλλειψης του καυλιού μου από το μουνί της. Χωρίς ειδοποίηση, ούτε λέξη, σαν ένα ζώο, τον έσπρωξα μέσα στο κωλάντερο της. Ναι, εκεί έφτασε αμέσως. Ήταν ήδη ανοιχτή από χθες, όχι εντελώς, αλλά αρκετά, για να χωρέσει η χοντρή ψωλή μου. Τα ? του καυλιού μου είχαν μπει μέσα της και το επόμενο σπρώξιμο τον κάρφωσε όλο μέσα της. Δεν ένιωθα τίποτα άλλο πέρα από οργή. Όχι οργή τσαντίλας, αλλά οργή κάβλας. Ήταν δικιά μου, ιδιοκτησία μου και θα έκανα πάνω της ότι γούσταρα, εκείνη τη στιγμή.

-    Δεν το πιστεύω… δεν το πιστεύω, κανείς δεν με έχει κάνει έτσι. Μόνο εσύ ρε πούστη, μόνο, αχ… τι μου κάνεις ρε γαμιόλη;

-    Που να ήξεραν οι μαθητές σου πόσο πουτάνα καθηγήτρια έχουν, πόσο ξεκωλιάρα!

-    Μόνο εσύ άντρα μου, μόνο! Θεέ μου!

Μέσα στο μυαλό μου έβλεπα την μάνα μου όρθια μπροστά από την Γεωργία, με τα χέρια σταυρωμένα, ακουμπισμένη στον τοίχο και με εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο της ικανοποίησης. Γιατί; Επειδή ο γιος της έχει φτάσει μία γυναίκα στο απόλυτο σημείο κάβλας, ένα τόσο δυνατό σημείο, που θα το θυμάται η μικρή το αποψινό γαμήσι για όλη της τη ζωή; Γιατί με χειραγώγησε και πάλι και με οδήγησε να κάνω ότι ήθελε εκείνη; Γιατί, εγώ ως γιος της, είμαι η προέκταση της και ουσιαστικά εκείνη γαμάει την Γεωργία τώρα; Είχα ξεφύγει εντελώς. Η μικρή είχε χύσει ήδη 2 φορές, από ότι μου είπε μετά κι εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Η αίσθηση που είχα ήταν ότι ήμουν εγώ, που γαμούσα κάτι-κάποια-οτιδήποτε, και η μάνα μου. Δεν ένιωθα ότι γαμούσα μια γυναίκα με τον κλασσικό τρόπο όπου παίρνεις κάβλα από την κάβλα της, αλλά ότι εξυπηρετούσα μόνο την δική μου κάβλα αδιαφορώντας για την άλλη. Ίσως έπαιρνα κάβλα από την κάβλα της μάνας μου, που ήταν όμως μέσα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω. δεν καταλαβαίνω. Δε νιώθω... όπως και δεν ένιωσα πως έφυγε τόσο σπέρμα από μέσα μου και άδειασε όλο μέσα στην κωλοτρυπίδα της μικρής. Άρχισα να νιώθω μόνο όταν αισθάνθηκα εκείνη την ανατριχίλα που αισθάνεται ένας άντρας ακριβώς μόλις βγάλει και την τελευταία σταγόνα σπέρματος από μέσα του. Τότε άνοιξα τα μάτια.

Ήμουν ξαπλωμένος πάνω στην Γεωργία, η οποία ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα της κουζίνας. Ήταν τόσο μουδιασμένη που δεν την ενοχλούσε το βάρος μου πάνω της. Ήταν κι εκείνη αλλού. Δεν ξέρω που, αλλά αλλού. Ίσως και στο μυαλό της να είχε εικόνες αντίστοιχες με τις δικές μου που την παρέσυραν στην απόλυτη κάβλα. Οι ανάσες μας ήταν απίστευτα γρήγορες. Ο ιδρώτας μας αναμιγνύονταν έτσι όπως έσταζε ο δικός μου πάνω στον δικό της. Δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο , στιγμή με στιγμή, οι αισθήσεις μας και η λογική μας επανέρχονταν. Η μυρωδιά μας, ο ιδρώτας, η στάση μας, ο συνδυασμός αυτός ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εμάς τους δυο σαν ζευγάρι. Δεν μιλούσαμε για 2-3 λεπτά. Από τη μία συνερχόμασταν και από την άλλη το απολαμβάναμε.

-    Είμαι δική σου για πάντα μετά από αυτό. Ότι και να είχα φαντασιωθεί σεξουαλικά τόσα χρόνια, αυτό το κτήνος που έβγαλες, δεν το φανταζόμουν ποτέ. Δεν ξέρω τι έχεις πάθει. Αν το προκαλώ εγώ, εσύ ή κάτι άλλο, αλλά αυτό που ένιωσα με ξεπερνάει. Με έστειλες.

-    Δεν ξέρω μωρό μου, δεν ξέρω. Κι εγώ δεν έχω αισθανθεί ποτέ έτσι στο παρελθόν.

-    Μη λες τίποτα. Δε χρειάζεται. Θα το συζητήσουμε άλλη φορά. Σήκω από πάνω μου τώρα γιατί αν μείνεις κι άλλο, δεν θα σου μείνει τίποτα για να ξαναγαμήσεις. Με λιώνεις.

Τη φίλησα στο λαιμό, σχεδόν στον σβέρκο της και σηκώθηκα. Τότε συνειδητοποίησα ότι ήμουν ακόμη με το κοστούμι της δουλειάς. Είχαν φύγει 2 κουμπιά από το πουκάμισο και είχε σκιστεί μία πλαϊνή τσέπη του παντελονιού. Πάει το γάμησα, για πέταμα είναι πλέον. Κάθε τέτοια παρατήρηση που έκανα μου θύμιζε ότι πριν λίγα λεπτά ήμουν εντελώς σε άλλο κόσμο. Δεν ένιωθα, δεν σκεφτόμουν. Γαμούσα σα ζώο.

Το φαγητό είχε αρπάξει, ευτυχώς που δεν πήραμε καμιά φωτιά. Ήμασταν τόσο μουδιασμένοι από την ένταση που μας είχε βγει, που δεν είχαμε το κουράγιο να πούμε πολλά για αρκετή ώρα. Κάναμε το μπάνιο μας, ξεχωριστά, για να αποφύγουμε περαιτέρω επαφή. Θέλαμε και οι δυο, χωρίς να το επικοινωνήσουμε, να κρατήσουμε αυτή την αίσθηση για όσο περισσότερο γίνετε και ένα ακόμη πήδημα ίσως και να μας την αφαιρούσε. Πεταχτά φιλιά όποτε περνούσε ο ένας μπροστά από τον άλλο και μικρές αγκαλιές, ήταν τα μόνα που ανταλλάσσαμε.  Παραγγείλαμε απ’ έξω και αράξαμε στον καναπέ, χαζεύοντας την τηλεόραση.

Δεν ξέρω για την μικρή αλλά το μυαλό μου ήταν και πάλι αλλού. Στη μάνα μου, στη θεία μου, στη μικρή. Ανάμικτες εικόνες χωρίς σκέψεις, νιρβάνα. Δεν μπορούσα να καυλώσω ή δεν ήθελα να καυλώσω άλλο. Κάθε φάση που ζούσα τις τελευταίες δυο μέρες, ξεπερνούσε την αμέσως προηγούμενη. Η σχέση μου με την μάνα μου, το σεξ μαζί της, το σεξ με τις δυο αδερφές, το γαμήσι με την θεία, η μικρή. Κάθε φορά, όλο και κάτι πιο έντονο. Δεν ξέρω που θα με έφτανε αυτό ή τι άλλο θα μπορούσα να βιώσω που θα ξεπερνούσε το προηγούμενο γαμήσι. Είναι κάποια γεγονότα που συμβαίνουν και ξαφνικά μας αλλάζουν ένα κομμάτι του εαυτού μας. Δεν ήμουν ποτέ ο μεγάλος γαμιάς. Είχα τις εμπειρίες μου όπως οι περισσότεροι, αλλά ποτέ δεν είχα φτάσει στο σημείο να πάρω μία γυναίκα τόσο έντονα που να την κάνω έρμαιο μου, να την κάνω να νιώσει ότι την έχω κυριεύσει σε αυτό τον βαθμό.

Ίσως φταίει ότι είχα μάθει ότι η θεία μου με γούσταρε από πολύ μικρό. Ίσως φταίει ότι η μάνα μου είχε δηλώσει ότι είμαι τουλάχιστον ισάξιος του πατέρα μου, σαν άντρας, που την είχε κάνει δικιά του για τόσα πολλά χρόνια. Δεν είναι εύκολο ένας άντρας να κάνει αποκλειστικά δικιά του μία γυναίκα, με τις εμπειρίες της μάνας μου. Και είχε δηλώσει ότι και εγώ ήμουν ένας τέτοιος άντρας. Ίσως φταίει η κάβλα της θείας μου, που με τα λόγια της δηλώνει ότι θέλει να κάνει μαζί μου τα πάντα. Ήμουν τόσο άντρας τελικά; Ήμουν τόσο γαμιάς και δεν το είχα καταλάβει; Μήπως όλοι είμαστε τέτοιοι και δεν το καταλαβαίνουμε παρά μόνο όταν φτάσει η στιγμή, μια γυναίκα ή μια κατάσταση, να μας αναγκάσει να βγάλουμε την αντρίλα μας στην επιφάνεια; Δε διαφέρω από τους υπόλοιπους άντρες που γνωρίζω.

-    Σήμερα τελείωσες την παλιά Γεωργία. Μετά από ότι μου έκανες και εκεί που με έφτασες, θα σου ανήκω για πάντα.

Ήταν η ατάκα της την στιγμή ακριβώς που ένιωθα ότι σας περιέγραψα πριν.

-    Μήπως υπερβάλλεις;

-    Δε θέλω να το συζητήσουμε περισσότερο. Αλλά να ξέρεις ότι αυτό το γαμήσι σε πήγε από το 8 στο 10, μέσα στο μυαλό μου και δεν θα αλλάξει ότι και να γίνει στο μέλλον. Το ξέρω και είμαι σίγουρη για αυτό που σου λέω. Δεν είναι εύκολο για μια γυναίκα σαν εμένα να το παραδεχτεί, το είπα. Και δε θα το ξαναπώ. Κράτησε το για πάντα στο μυαλό σου.

Δεν απάντησα. Ήταν η αποθέωση μου εκείνη τη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα ο μεγαλύτερος άντρας του κόσμου. Μία στιγμή που την κρατάει, όποιος την έχει ζήσει, για όλη του την ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αύριο το πρωί θα γαμούσα ότι θηλυκό κυκλοφορούσε μπροστά μου. Ήταν όμως για μία στιγμή. Το περίεργο είναι ότι η Γεωργία σκεφτόταν, μάλλον, ότι εκείνη μου το έβγαλε όλο αυτό. Δεν ήταν όμως έτσι. Σίγουρα βοηθάει ο παθητική της συμπεριφορά που μου επιτρέπει να είμαι εγώ αυτός που έχει το πάνω χέρι. Αλλά η μάνα μου είναι μέσα στο μυαλό μου. Εκείνη με οδηγούσε. Εκείνη με ήξερε. Με ήξερε αφού ήξερε τόσο καλά τον πατέρα μου και δεν θα μπορούσα να διαφέρω πολύ. Η μάνα πάντα ξέρει και διαισθάνεται. Χτύπησε ήχος SMS στο κινητό.

SMS - μαμά: Μου λείπεις. Έλα για 5 λεπτά.
SMS – εγώ: Σε σκεφτόμουν μόλις τώρα. Και σε σκεφτόμουν συνέχεια.

-    Ποιος είναι τέτοια ώρα;

-    Η μάνα μου. Λέει ότι μαγειρεύει και δεν έχει πιπέρι. Αν έχουμε να της πάω λίγο.

-    Τέτοια ώρα μαγειρεύει;

-    Ποιος ξέρει πως είναι να ζεις μόνος σου; Ίσως το κάνει για να ξεχνιέται. Δεν ξέρω.

-    Δεν πέρασες καθόλου από την μάνα σου σήμερα;

-    Όχι. Είχα πολύ δουλειά.

-    Έλα σήκω. Πάρε πιπέρι από την κουζίνα και πήγαινε της το. Κάνε της και λίγο παρέα.

-    Βαριέμαι ρε συ Γεωργία.

-    Σήκω σου είπα. Μπορεί να μην συμπαθιόμαστε πολύ, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα σε τραβήξω μακριά της. Είναι καλή γυναίκα. Ιδίως επειδή έκανε έναν τέτοιο γιο.

«που να ήξερες ότι με στέλνεις στο στόμα του λύκου»… ήταν η μία και μοναδική σκέψη που έκανα. Φόρεσα τις φόρμες μου, πήρα το πιπεράκι μου και βαριά βήματα, βγήκα από την πόρτα. Μόλις βγήκα από το ασανσέρ, το βήματα μου έγιναν αέρας, πετούσα. Τη σκεφτόμουν συνέχεια εδώ και τόση ώρα. Ήθελα να την δω και πάλι. Έφτασα πετώντας ενώ στο μυαλό μου ξαναρχόταν η εικόνα με μένα να γαμάω το κώλο της μικρής και την μάνα μου να μας κοιτάζει με λαγνεία. Δεν μπορούσε να φύγει αυτό από το μυαλό μου. Και με κρατούσε σε μια γλυκιά ένταση. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα άλλες δυνάμεις για sex. Είχα τελειώσει από τις 5.30 μέχρι και τις 10.15, που ήταν εκείνη την ώρα, 3 φορές. Δύο με τη θεία και μία με την μικρή. Και ήταν και οι τρεις απίστευτα έντονες. Δεν είχα άλλες καύλες για εκείνο το βράδυ. Ήθελα απλώς να την δω και να μιλήσουμε τίποτα παραπάνω. Αλλά, η ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία από την δική μας!

**Κυρίες και κύριοι, αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας. Πολλά ακόμη θα μπορούσαν να γραφτούν, αλλά δεν είμαι σε φάση αυτή την περίοδο να συνεχίσω. Ίσως στο μέλλον. Ποιος ξέρει; Ευχαριστώ όλους για τα τρομερά τους σχόλια και όσες/όσους μου έστειλαν προσωπικά μηνύματα και επικοινωνήσαμε.**



(Copyright protected OW ref: 94593)