Οικογενειακή μεταμόρφωση

Δημοσιεύθηκε από ggeorgi
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.45 (20 Votes)
Γεια σε όλους. Έχω διαβάσει πολλές ιστορίες σε αυτό το site και μπήκα στη διαδικασία να γράψω και την δική μου πλέον. Με λένε Γιάννη και αφορά τις σχέσεις μου με κάποια πολύ κοντινά μου άτομα. Αλλά όλα ξεκίνησαν από την μάνα μου. Συζώ με τη σχέση μου σχετικά κοντά στο σπίτι της μάνας μου, 4 χρόνια. Η μάνα μου, η Σοφία, όταν ξεκίνησε το σκηνικό ήταν 53 χρονών και εγώ 28 και ήταν 9 μήνες χήρα. Η μαμά είναι μία συνηθισμένη γυναίκα, με καλό κορμί για την ηλικία της και σχετικά περιποιημένη με προσεγμένο ντύσιμο, είναι αυτό που λέμε κυρία με το Κ κεφαλαίο. 162 ύψος, περίπου 68 κιλά με καρέ μαλλί μαύρο.

Δούλευε περιστασιακά μιας και δεν έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη από χρήματα. Είχε τελειώσει τη νομική και εργαζόταν ως βοηθός δικηγόρου όταν το ήθελε. Με τον πατέρα μου, που είχαν 13 χρόνια διαφορά είχαν έναν πολύ καλό γάμο. Από τότε που έμεινε μόνη, σταμάτησε να δουλεύει και ήταν γενικώς απομονωμένη, έχοντας επαφές μόνο με την αδερφή της και 1-2 φίλες της. Εγώ την επισκεπτόμουν πολύ συχνά, όχι όμως και η κοπέλα μου, μιας και δεν τα είχαν βρει ποτέ οι δυο τους. Τον πρώτο καιρό δεν ήταν καλά ψυχολογικά, αλλά μήνα με τον μήνα συνερχόταν και ξαναέβρισκε το κέφι της. 1-2 φορές την εβδομάδα την έβγαζα για φαγητό και περνάγαμε πολύ καλά, σαν μάνα και γιος. Ποτέ δεν αναφερόμασταν σε σεξουαλικά θέματα, έτσι όπως συμβαίνει συνήθως ανάμεσα στα άτομα που έχουν αυτή τη συγγένεια. Όλα ξεκίνησαν σε ένα τραπέζι μετά τον γάμο μιας ξαδέρφης μου.

Κανόνισα να περάσω να την πάρω με το αυτοκίνητο. Την κάλεσα στο κινητό να κατέβει και μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή όταν την πρωτοείδα. Είναι αυτό το ένοχο συναίσθημα που συνειδητοποιείς ότι η μάνα σου είναι μία πάρα πολύ ωραία γυναίκα με διάχυτο ερωτισμό. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο, με δαντέλα στο στήθος και αυτό το περίγραμμα του σουτιέν από μέσα που ίσα-ίσα που φαίνεται, μαύρες γόβες, λευκό σακάκι και πολύ περιποιημένο μαλλί. Όμορφο μακιγιάζ και κοσμήματα διακριτικά. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακά όμορφη και φαινόταν τουλάχιστον 10 χρόνια νεότερη. Μπήκε στο αυτοκίνητο και φιληθήκαμε στο μάγουλο.

-    Γιάννη τι συμβαίνει;

-    Ρε μάνα, χαίρομαι που μετά από τόσο καιρό σε βλέπω σε τόσο καλή διάθεση, αλλά και τόσο όμορφη.

-    Σε ευχαριστώ αγόρι μου. Πραγματικά αισθάνομαι πολύ καλύτερα τελευταία.

-    Που οφείλεται αυτό;

-    Σε όλους όσους έχω γύρω μου. Σε σένα που με προσέχεις, στην αδερφή μου που μιλάμε πολύ και τις φίλες μου. Ήρθε η ώρα να προχωρήσω παραπέρα.

Την κοίταζα επίμονα και πραγματικά χαιρόμουν για αυτό που άκουγα και έβλεπα. Η πιο αγαπημένη γυναίκα της ζωής μου επανερχόταν στην πραγματικότητα και αυτό με χαροποιούσε αφάνταστα.

-    Να σε φιλήσω άλλη μία φορά μαμά;

-    Και το ρωτάς;

Τη φίλησα στο μάγουλο αλλά ταυτόχρονα ανατρίχιασα από τη μυρωδιά του αρώματος της και μία αίσθηση ερωτισμού και έλξης που ένιωσα στιγμιαία. Δεν ήταν κάβλα. Ήταν μία αίσθηση ότι η μάνα μου με έλκει. Το ένοχο. Πήγαμε στην εκκλησία, είδαμε όλους τους γνωστούς και συγγενείς και παρατηρούσα ότι όλοι χαίρονταν για την «αναγέννηση» της μάνας μου. Είναι πολύ αγαπητό άτομο γενικότερα, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να παρατηρεί και τους άντρες, ανεξαρτήτου ηλικίας που την κοίταζαν κάνοντας «σκέψεις». Ένιωσα μία μικρή οργή αλλά από την άλλη σκέφτηκα ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Για πόσες μανάδες δεν έχω σκεφτεί «βρώμικα»; Ήμασταν σχεδόν συνέχεια μαζί, χαζολογώντας, παρέα με την θεία Άννα. Η θεία Άννα είναι 2 χρόνια μικρότερη, στις ίδιες αναλογίες με τη μάνα μου, αλλά με μία μεγάλη διαφορά. Η μάνα μου έχει κανονικό στήθος. Πρέπει να φοράει 2,5 με 3 νούμερο. Της Άννας είναι 2 φορές μεγαλύτερα! Το πόσες κάβλες μου είχε χαρίσει άπειρα βράδια όταν τον έπαιζα μικρότερος, δεν λέγεται. Πολύ σπέρμα αφιερωμένο στη θεία Άννα.

Η θεία είναι παντρεμένη με κάποιον 14 χρόνια μεγαλύτερο της και 2 γιούς, 22 και 27. Καταλαβαίνετε σε τι κατάσταση βρισκόμουν κάνοντας παρέα με 2 τόσο «ιδιαίτερες» γυναίκες. Γενικώς περάσαμε πολύ καλά, στην εκκλησία. Εντύπωση μου έκανε που όταν απομακρυνόμουν, οι δύο τους τα λέγανε και λίγο γελάγανε, λίγο της έβλεπα να κοκκινίζουν σαν να έλεγαν για πιπεράτα κουτσομπολιά. Δεν πήγε κάπου το μυαλό μου αλλά καταλάβαινα ότι αυτές οι κουβέντες ήταν μόνο για μεταξύ τους. Μετά την εκκλησία, πήρα τη μαμά και πήγαμε στο τραπέζι του γάμου. Για κάποιο λόγο μας έβαλαν σε τραπέζι που δεν γνωρίζαμε πολλούς και ήμασταν σχετικά μακριά από τους γνωστούς μας. Εκεί πιάσαμε τη χαζοκουβέντα και τα κουτσομπολιά. Η μαμά είχε πολύ καλή διάθεση και όρεξη για κουβέντα. Σιγά-σιγά άρχισε να μου λέει και πιο πικάντικα κουτσομπολιά για θείους και θείες μου και λοιπούς συγγενείς.

-    Αυτά λέγατε με την θεία και γελάγατε όταν απομακρυνόμουν;

-    Ναι καλέ. Είμαστε και οι δύο μεγάλες κουτσομπόλες.

-    Δε σας το είχα.

-    Έτσι είναι οι κυρίες Γιάννη μου. Είναι όπως όλος ο κόσμος αλλά φαίνονται τυπικές και πάνω από όλα κυρίες.

-    Κατάλαβα, κατάλαβα. Το γνωστό τρίπτυχο.

-    Το ποιο;

-    Δεν το ξέρεις;

-    Νοικοκυρά στο σπίτι, Κυρία στην έξοδο και Πουτάνα στο κρεβάτι!

Άρχισε να γελάει, σχεδόν νευρικά και χωρίς σταματημό. Σκέφτηκα ότι το κρασί που πίναμε άρχισε να την πιάνει.

-    Πολύ καλό βρε Γιάννη. Δεν το είχα σκεφτεί έτσι ποτέ. Αλλά είναι μεγάλη αλήθεια.

-    Τι άλλα λέγατε;

-    Α… τα υπόλοιπα δε μπορώ να στα πω. Είναι πολύ προσωπικά.

-    Ε; πολύ προσωπικά; Αφορούν και εμένα δηλαδή;

Κόλλησε λίγο σαν να ήθελε να το επεξεργαστεί και να δώσει την κατάλληλη απάντηση.

-    Ίσως.

-    Κατάλαβα. Κουτσομπολεύατε, οι δύο αδερφές και εμένα!

-    Έλα βρε Γιάννη, σιγά το πράγμα. Άλλωστε ήταν κάτι που συνέβη πολλά χρόνια πίσω.

Στην εφηβεία μου, τα καλοκαίρια, με φιλοξενούσε η θεία για διακοπές, για να είμαστε μαζί με τα ξαδέλφια μου. Ήταν σε ενοικιαζόμενα δωμάτια με 2 δωμάτια. Επειδή τα ξαδέλφια μου κοιμόντουσαν οι δυο τους στο ένα δωμάτιο, εγώ αναγκαστικά κοιμόμουν μαζί με τη θεία και τον θείο, σε μονό κρεβάτι βέβαια. Λόγω δουλειάς πολλές μέρες ο θείος έλειπε στην Αθήνα, οπότε κοιμόταν η θεία στο διπλό και εγώ στο μονό. Καταλαβαίνετε ότι έβλεπα την θεία με το μαγιό και τα φορεματάκια, συνέχεια. Και οι βυζάρες της ήταν συνέχεια ελαφρώς καλυμμένες, μπροστά μου. Το πόσες φορές τον είχα παίξει για πάρτι της, αυτά τα διαστήματα, δεν λέγεται. Και βέβαια, έπαιρνα δουλειά και για τον χειμώνα, με τις αναμνήσεις που μου χάριζε.

-    Έλα πες μου.

-    Καλά αλλά υποσχέσου ότι δεν θα νευριάσεις.

-    Οκ δεν θα νευριάσω. Το υπόσχομαι.

-    Ωραία (και άρχισε να γελάει πάλι μόνη της σκεπτόμενη την εικόνα που είχε στο μυαλό της). Θυμάσαι που πήγαινες μικρός μαζί με την θεία σου για διακοπές;

-    Και βέβαια θυμάμαι (ήθελα να τις πω και άλλα για τότε αλλά σκέφτηκα ότι δεν κάνει).

-    Θυμάσαι να έχεις δει ποτέ την θεία σου γυμνή ή έστω μισόγυμνη;

Πάγωσα στιγμιαία. Αφ’ ενός η κουβέντα «χόντρυνε» απότομα και δεν το περίμενα, αφ’ ετέρου θυμήθηκα. Ήταν μία φορά που μέσα στον ύπνο μου άκουσα θόρυβο, άνοιξα ελάχιστα τα μάτια μου χωρίς να κινηθώ και είδα την θεία να βγάζει το σουτιέν της και να βάζει το μαγιό της. Το κάτω μέρος το φορούσε ήδη αλλά είδα, σε απόσταση 5 μέτρων, τις θεϊκές βυζάρες της! Μεγάλες, βαριές, με πολύ σκούρες ρώγες. Πραγματικά αυτό που λέμε βυζάρες. Δεν κινήθηκα για να μην τρομάξει και φύγει αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε καταλάβει ότι την βλέπω. Είχα καβλώσει με το θέαμα που είχε κρατήσει κάτι περισσότερο από 1 λεπτό. Μόλις η θεία πήγε στο διπλανό δωμάτιο, τον έπαιξα και πρέπει να ήταν το γρηγορότερο χύσιμο που είχα κάνει ποτέ.

-    Ναι, ναι. Θυμάμαι… και;

-    Τι είδες;

-    Την αδερφή σου από την μέση και πάνω γυμνή να βάζει το μαγιό της.

-    Από ότι μου είπε σου άρεσε πολύ αυτό που είχες δει.

-    Ε ναι… βέβαια. Και πως το ξέρετε εσείς αυτό;

-    (Άρχισε να χαζογελάει πάλι) Αυτό μου έλεγε η Άννα πριν.

-    Μάλιστα. Δηλαδή τι άλλο σου είπε;

-    Ότι μετά από λίγο…

-    Τι;

-    Ξέρεις τι.

-    Και πως το ξέρετε εσείς;

-    Σε είδε που χαϊδευόσουν!

Κοκκίνισα, ντράπηκα και νεύριασα ελαφρώς. Όλα μαζί. Γελάγανε με έναν έφηβο που δεν μπόρεσε κρατηθεί σε ένα τέτοιο θέαμα. Δεν καταλάβαινα που ήταν το αστείο.

-    Ε και; Που είναι το αστείο ρε μάνα;

-    Έλα μη νευριάζεις. Η θεία σου είναι απίστευτο… χμ… πώς να το πω… πειραχτήρι μάλλον.

-    Τι εννοείς ρε μάνα;

-    Επίτηδες το έκανε ρε Γιάννη μου.

Προσπάθησα για λίγα δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω ότι η ίδια μου η θεία, έπαιζε μαζί μου. Και σε κλάσματα του δευτερολέπτου σκέφτηκα ότι αν το είχα καταλάβει τότε, ίσως και να την είχα γαμήσει, τότε. Και ένιωσα ηλίθιος για λίγο. Αλλά επανήλθα.

-    Σοβαρά μιλάς; Έπαιζε μαζί μου για να με ερεθίσει;

-    Άσε σου λέω. Η θεία σου είναι από άλλο ανέκδοτο. Πως το λέτε; Δεν υπάρχει!

-    Τουλάχιστον σου είπε αν της άρεσε το θέαμα;

-    Γιάννη!

-    Ε τι; Μόνο εσείς θα με κουτσομπολεύετε και θα με πειράζετε;

-    Ε…

-    Τι ε; Δεν τη ρώτησες;

-    Την ρώτησα (λέει και γελάει πάλι). Μου είπε ότι δεν μπόρεσε να δει γιατί ήσουν σκεπασμένος.

-    Ρε κοίτα, που οι δύο αδερφές είναι πολύ πιο ξεπεταγμένες από ότι φαίνονται.

-    Θα της πεις κάτι από μένα;

-    Τι;

-    Ότι είδα τότε, δεν το έχω ξαναδεί, παρόλο που δεν έχω πάει και με λίγες γυναίκες μέχρι στιγμής.

Εδώ κάπου σταμάτησε αυτή η κουβέντα, γιατί παρόλο που είχε την πλάκα της, είχαμε αρχίσει να μπαίνουμε σε άλλα θέματα, πολύ πιο χοντρά και δεν είχαμε ξαναφτάσει να κάνουμε τέτοιου είδους κουβέντες με τη μάνα μου στο παρελθόν. Γενικώς περάσαμε πάρα πολύ καλά στο τραπέζι. Υπήρχαν στιγμές που κοίταζα την μάνα μου όταν χόρευε και μου ξυπνούσε άλλα συναισθήματα. Έντονα. Σεξουαλικά. Και το βλέμμα μου πήγαινε στη θεία Άννα και τις βυζάρες της και τότε ένιωθα την κάβλα μέσα από το μποξεράκι μου. Στον τελευταίο χορό πριν φύγουμε, τις κοίταζα. Όταν το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με της θείας, υπήρξε μία ένταση. Και τότε κατάλαβα. Της το είχε πει. Η θεία ήξερε για το κομπλιμέντο που τις έκανα και προφανώς της άρεσε. Με κοίταξε και χαμογέλασε. Αλλά δεν ήταν το χαμόγελο του χαβαλέ αλλά το χαμόγελο που λέει ότι μου αρέσει κάτι σε σένα. Είχαμε πιεί αρκετά εκείνο το βράδυ. Όχι τόσο ώστε να είμαστε μεθυσμένοι, αλλά είχαμε κάνει ωραίο κεφάλι όλοι. Κάποια στιγμή σηκωθήκαμε να αποχαιρετίσουμε τον κόσμο. Όταν ήρθε η ώρα να χαιρετηθούμε με την θεία, φιληθήκαμε στο μάγουλο.

-    Από ότι κατάλαβα σου είπε η μαμά τι της είπα, ε;

-    Ναι. Και ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ακούσει εδώ και πολύ καιρό. Να προσέχεις τη μάνα σου έτσι;

-    Εννοείτε θεία. Αφού ξέρεις.

-    Ναι ξέρω. Να την προσέξεις περισσότερο το επόμενο διάστημα. Σε έχει ανάγκη. Θα καταλάβεις.

Εγώ, για άλλη μία φορά, έμεινα αποσβολωμένος. Τι εννοούσε; Συμβαίνει κάτι; Μπήκα αμέσως στο τρυπάκι να μάθω. Έπρεπε να μάθω. Μπήκαμε στο αμάξι και ξεκινήσαμε για να γυρίσουμε σπίτια μας. Είχα μία ένταση να μάθω αλλά δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω την κουβέντα. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που ήθελε. Και τι καλύτερο από το να το γυρίσω στην πλάκα.

-    Ώστε οι δυο σας πάντα έτσι πειραχτήρια ήσασταν και μικρές;

-    Εννοείς για αυτό που σου είπα πριν;

-    Ναι.

-    Κάναμε πολλά οι δυο μας μικρές. Αλλά πάντα αυτή που ήταν πιο ξεπεταγμένη ήταν η Άννα. Πάντα αυτή έκανε τις τρέλες και εγώ ακολουθούσα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεν την σταματούσε τίποτα.

-    Αλλά κι εσύ δεν πρέπει να έκανες λίγα.

-    Αυτά είναι στο παρελθόν αγόρι μου και νομίζω ότι εκεί πρέπει να μένουν.

-    Ε και; Δεν έχεις δικαίωμα στη διασκέδαση πλέον;

-    Η ηλικία μου βρε Γιάννη δεν είναι για τρέλες πλέον.

-    Αν στην θέση σου ήταν η θεία, θα έκανε τρέλες;

-    Α… Εννοείται καλέ!

-    Ενώ εσύ δεν μπορείς πλέον;

-    Ξέρεις κάτι; Ακριβώς την ίδια κουβέντα έκανα και με την θεία σου. Μήπως είστε συνεννοημένοι;

-    Στο λόγο μου, όχι. Τι σου είπε δηλαδή;

-    Αχ βρε Γιάννη, τέτοια ώρα θα λέμε αυτά;

-    Έχουμε μισή ώρα δρόμο ρε μάνα. Άλλωστε νιώθω ότι δε σε ξέρω τόσο καλά με αυτά που ακούω σήμερα. Θέλω πολύ να μάθω.

-    Καλά. Όταν ήμασταν μικρές, κάναμε πολλά, πάρα πολλά. Όσοι ήξεραν λεπτομέρειες για εμάς, μας κακοχαρακτήριζαν. Ξέρεις.

-    Ναι. Ότι είστε πουτανίτσες και άλλα τέτοια (το κρασί είχε λύσει την γλώσσα και η μαμά δεν φάνηκε να αντιδρά σε αυτή την έκφραση).

-    Ακριβώς. Αλλά εμείς διασκεδάζαμε όσο και όπως μπορούσαμε. Σε παρακαλώ όμως μην με ρωτήσεις τι κάναμε.

-    Εντάξει, καταλαβαίνω. Ξέρω κι εγώ τέτοια κορίτσια και πίστεψε με δεν έχω κακή γνώμη. Θεωρώ ότι αφού μπορούν, καλά κάνουν. Όσες περισσότερες εμπειρίες μαζέψει κανείς, τόσο λιγότερα απωθημένα θα έχει αργότερα.

-    Γιάννη, με εκπλήσσεις. Αυτό ακριβώς συνέβη, είναι η αλήθεια. Κάποια στιγμή γνωρίσαμε τους άντρες μας και σοβαρέψαμε. Ωριμάσαμε πιστεύω.

-    Και δεν σας έλειπε αυτή η διασκέδαση;

-    Στην αρχή ίσως. Αλλά και οι δύο ερωτευτήκαμε τους άντρες μας. Δε νιώθαμε ότι είχαμε ανάγκη για άλλους άντρες πλέον.

-    Να το πιστέψω αυτό;

-    Κοίτα, εγώ μετά από 29 χρόνια γάμου, δεν απάτησα ποτέ τον πατέρα σου. Ποτέ και θέλω να με πιστέψεις. Τώρα πλέον δεν έχω λόγο να πω ψέματα.

-    Εντάξει, σε πιστεύω. Αλήθεια σε πιστεύω.

-    Ευχαριστώ αγόρι μου.

-    Η θεία όμως;

-    Ε… εντάξει. Είπαμε η θεία σου είναι αλλιώς. Ξέρω ότι τον απάτησε 2 φορές. Και τις δύο με μικρότερους της, αλλά αρκετά χρόνια παλιότερα. Πιστεύω ότι αν είχε πάει με περισσότερους, θα το ήξερα.

-    Κοίτα να δεις η θεία. Μόνο εγώ… (μονολόγησα)

-    Τι;

-    Τίποτα, τίποτα.

-    Έλα πες μου.

-    Δεν κάνει ρε μαμά.

-    Α να σου πω. τόση ώρα σου λέω τα προσωπικά μου και τώρα με αρχίζεις στα τίποτα;

-    Μόνο εγώ δεν την γάμησα όταν είχα την ευκαιρία!

Κάπου εδώ περίμενα να αντιδράσει η μάνα μου. Αλλά όχι.

-    Κοίτα, αν κατάλαβα καλά, αν της δινόταν η ευκαιρία, θα σου καθόταν.

-    Πως είσαι σίγουρη;

-    Ε δεν είπαμε μόνο αυτά.

-    ΛΕΓΕ!

-    Α είσαι απότομος τώρα.

-    Οκ. Συγνώμη. Μου άναψες φωτιές ρε μάνα. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση;

-    Τι αγόρι μου;

-    Ότι την ρώτησες αν της άρεσε το θέαμα.

-    Είσαι και έξυπνος ανάθεμα σε.

-    Μέχρι εδώ το έχω. Τώρα πρέπει να μου πεις.

-    Ξέρω ότι το «εργαλείο» σου πρέπει να είναι πολύ… ικανοποιητικό!

-    Πως το ξέρεις αυτό; Με έπαιρνες μάτι ρε μάνα;

-    Όχι καλέ. Προς θεού. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα έτσι για εσένα.

-    Τότε;

-    Ο πατέρας σου…

-    Μεγάλο;

-    Πολύ!

-    Μάλιστα… έτσι εξηγείτε η σιγουριά σου!

Δεν ξέρω εσείς που διαβάζετε αυτή την ιστορία μου, πως νιώθετε, αλλά εγώ την ώρα που έκανα αυτή την κουβέντα με την ίδια μου την μάνα, παράλληλα έφερνα εικόνες στο μυαλό μου. Εικόνες της θείας, της μαμάς και του πατέρα μου. Μέχρι εκείνο το βράδυ δεν είχα σκεφτεί κάτι πέρα από τις βυζάρες της θείας. Αλλά σιγά-σιγά το πράγμα εξελίσσετε περίεργα. Η «απελευθέρωση» της μαμάς, έστω και με την μορφή σεξουαλικής κουβέντας και ιδίως όταν είπε την λέξη «εργαλείο» με καύλωσε πολύ. Και δεν αισθανόμουν ένοχα, περιέργως. Ήταν όμορφη κάβλα.

-    Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν τον απάτησες ποτέ;

-    Όλα τα πιάνεις πονηρέ. Πράγματι, ο μπαμπάς σου με ικανοποιούσε σεξουαλικά, πέρα από ότι είχα βιώσει ποτέ. Και όχι μόνο σεξουαλικά. Και σαν άνθρωπος με κάλυπτε πάρα πολύ. Περνούσα πάρα πολύ καλά μαζί του. Και δεν είχα ανάγκη άλλους άντρες.

Είχαμε φτάσει κάτω από το σπίτι της. Κάπου εκεί ένιωσα να την παίρνει από κάτω. Να ξαναπέφτει ψυχολογικά. Την κοίταξα και ένιωσα μία έντονη έλξη αλλά και ταυτόχρονα στεναχωρήθηκα για εκείνη. Ταυτόχρονα ήρθε στο μυαλό μου η ατάκα της θείας «Να την προσέξεις περισσότερο το επόμενο διάστημα. Σε έχει ανάγκη. Θα καταλάβεις.». Κατάλαβα εκείνη τη στιγμή. Έσκυψα πάνω της και κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της. Πάγωσε για λίγο. Άρχισα να της ρουφάω τα χείλη και ανταποκρίθηκε. Οι γλώσσες μας ενώθηκαν. Παίξανε έντονα. Συνέχισα να τη φιλάω και κατέβηκα στο λαιμό της.

-    Αχ Αλέξανδρε Πάγωσα.

Αλέξανδρο έλεγαν το πατέρα μου. Η μάνα μου μέσα από εμένα, έβλεπε το πατέρα μου και πάλι. Και της άρεσε. Είχε παρασυρθεί.

-    Συγνώμη Γιάννη μου…

και έκανε να φύγει. Την έπιασα από το χέρι.

-    Μη ζητάς συγγνώμη. Δεν πειράζει. Είναι φυσιολογικό και το καταλαβαίνω. Θα έρθω και θα κοιμηθούμε μαζί απόψε.

-    Μα…

-    Δεν ακούω τίποτα.

Πάρκαρα και ανεβήκαμε μαζί. Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ…

-    Λοιπόν; Είμαι το ίδιο καλός;

-    Τι με ρωτάς τώρα;

-    Την αλήθεια θέλω να μάθω. Άλλωστε ούτε ξέρει κανείς τίποτα ούτε θα μάθει κανείς κάτι ποτέ.

-    Ίσως και καλύτερος!

Την κόλλησα στο πλάι και άρχισα να τη γλωσοφιλάω πάλι. Αφέθηκε στα χέρια μου τα οποία βρίσκονταν παντού. Δεν είχα επεξεργαστεί τι είχε συμβεί ούτε με ποια ήμουν εκείνη τη στιγμή. Βρισκόμασταν σε έναν άλλο κόσμο. Πολύ καυλωτικό. Τη χούφτωνα με μανία στον κώλο, στα μπούτια, στα βυζιά. Το ασανσέρ είχε σταματήσει αλλά δεν είχαμε βγει. Η μάνα μου το απολάμβανε, ίσως και περισσότερο από εμένα. Οι γλώσσες μας έπαιζαν πρόστυχα. Οι ανάσες μας βαριές και πρόδιδαν την καύλα που είχαμε εκείνη την στιγμή.

-    Αχ αγόρι μου. Είσαι πολύ καλός.

-    Σε θέλω!

Εκείνη τη στιγμή ακούμε κάποιον να χτυπάει την πόρτα του ασανσέρ από πιο κάτω όροφο. Βγήκαμε έξω γελώντας σαν παιδιά και μπήκαμε στο σπίτι της. Δεν ήξερα πως συνέβη όλο αυτό τόσο εύκολα. Θα μάθαινα σύντομα!

Συνεχίζεται…



(Copyright protected OW ref: 92909)