Άτακτες Δίδυμες (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Arrogant
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.23 (11 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Άτακτες Δίδυμες

Χτύπησε το τηλέφωνο της Μαρίας. Ήταν η μαμά. Είχαμε αργήσει να γυρίσουμε και ανησύχησε. Της είπαμε πως μείναμε με τον κ. Χρήστο για "ιδιαίτερα".

-    Κορίτσια μπορώ να σας πάω εγώ σπίτι.

-    Μπα, δεν είναι ανάγκη κύριε, θα πάμε με τα πόδια.

-    Σιγά, δεν είναι κόπος. Και να μου μιλάτε στον ενικό ρε κορίτσια.

-    Εντάξει Χρήστο...

είπαμε και οι 2 ταυτόχρονα με τις ναζιάρικες φωνές μας. Έβγαλα κάτι χαρτομάντιλα που έχω πάντα στην τσάντα μου "για ώρα ανάγκης" και έδωσα στον καθένα να σκουπιστούμε. Ντυθήκαμε στα γρήγορα και φύγαμε. Πάνω από το σχολείο είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του ο κ. Χρήστος. Αν και έπαιρνε μισθό καθηγητή, το αμάξι του ήταν ένα καινούργιο BMW μαύρου χρώματος. Μας άνοιξε την πίσω πόρτα και μας έπιασε από το χέρι ευγενικά και μας συνόδευσε μέσα στο αυτοκίνητο λες και ήμασταν διάσημες. Εμείς χαμογελάσαμε και μπήκαμε μέσα. Στην διαδρομή δεν έγινε τίποτα το "άτακτο". Γελούσαμε όλη την ώρα και πειράζαμε ο ένας τον άλλον. Τελικά δεν είναι τόσο κακός ο κ. Χρήστος. Τώρα φαίνεται ένας πολύ ευχάριστος άνθρωπος.

-    Με πόσες γυναίκες έχεις πάει ρε Χρήστο; (ρωτάει η Μαρία).

-    Καμιά 20αριά.

-    Μόνο;…

ρώτησε η Μαρία με το συνήθη τσαχπίνικο τρόπο που μιλάει.

-    Ε ναι, παντρεύτηκα από τα 24 και δεν ξανά πήγα με άλλη εκτός από εσάς.

Βάλαμε και οι δυο μας τα γέλια.

-    Καλά ρε κορίτσια τι γελάτε;

-    Γελάμε γιατί εμείς τον αριθμό 20 τον έχουμε περάσει καιρό τώρα...

συνεχίσαμε να γελάμε.

-    Το κατάλαβα αυτό. Ούτε η γυναίκα μου δεν κάνει τέτοια κόλπα και ας έχει τα διπλάσια σας χρόνια.

-    Στην 5ήμερη θα έρθεις;

-    Α κορίτσια δεν ξέρω. Δεν είμαι πολύ για τέτοια.

-    Ε έλα και θα περάσουμε καλά. Στο εγγυώμαι αυτό (του έκλεισα το μάτι πονηρά από τον καθρέφτη).

-    Καλά θα το σκεφτώ (είπε χαμογελώντας).

Φτάσαμε στο σπίτι, φιληθήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε. Μπήκαμε στο σπίτι και αφήσαμε τις τσάντες μας.

-    Καλά που ήσασταν τόση ώρα;

-    Μείναμε λίγο ακόμα για να μας εξηγήσει κάτι καλύτερα ο κύριος Χρήστος.

-    Εσείς κάνατε και άλλο μάθημα; (γέλασε υστερικά). Εσείς καλά-καλά δεν πατάτε το πόδι σας στο μάθημα, με κάνα γκόμενο θα γυρνούσατε πάλι, σας ξέρω εγώ.

Τη μαμά μας την λένε Αμαλία. Είναι 37 χρονών, μελαχρινή με καστανά μάτια, μεγάλα βυζιά και ωραίο κώλο, γενικά της μοιάζαμε πάρα πολύ αν εξαιρέσεις μερικές διαφορές που είχαμε. Δεν θα την έλεγα στρίγκλα αλλά είναι πολύ αυστηρή. Μας αγαπάει πολύ, αλλά ξέρει τι πουτανάκια είμαστε και προσπαθεί να μας σοβαρέψει. Καθίσαμε στο τραπέζι και φάγαμε.

-    Μαμά, αύριο λέμε να πάμε στου μπαμπά.

-    Πως και; Εσείς έχετε να τον δείτε κάνα μήνα. Καμιά χάρη θα θέλετε πάλι.

Κοιταχτήκαμε πονηρά.

-    Ε να, πλησιάζει η 5ήμερη και.

-    Μαρία, στο είπα και εγώ και ο μπαμπάς. Αν δεν πάρετε πάνω από 15, δεν πάτε εκδρομή με το σχολείο.

-    Μα γι' αυτό μείναμε παραπάνω καλέ μαμά. Μιλούσαμε με τον κ. Χρήστο για το μάθημα και μας είπε πως θα πάρουμε 20 στο μάθημα του. Έχουμε γίνει πολύ καλές.

-    Καλά...

μας κοίταξε καχύποπτα η μαμά γιατί ήξερε πως δε διαβάζουμε ποτέ. Η μέρα σε γενικές γραμμές πέρασε γρήγορα. Εγώ άραζα στο κρεβάτι μου βλέποντας ταινίες και η Μαρία μιλούσε στον υπολογιστή μέσω κάμερας με έναν άντρα. Με τη Μαρία μυριζόμαστε το ίδιο δωμάτιο. Το βράδυ είδαμε μαζί τις σειρές στην τηλεόραση, βγάλαμε το dildo μας, παίξαμε το μουνί μας και μετά κοιμηθήκαμε σαν πουλάκια. Το επόμενο πρωί θα ερχόταν ο μπαμπάς. Τον μπαμπά μας τον λένε Ηλία. 39 χρονών, μελαχρινός, γύρω στο 1.80, με μπλε μάτια. Δεν ήταν από αυτούς τους χοντρούς τους μπυροκοίλιδες, αλλά είχε μια μικρή κοιλίτσα. Γενικά και ο πατέρας μας ήταν πολύ "άτακτος". Αγάπησε τη μαμά και την παντρεύτηκε, αλλά μετά άρχισαν οι τσακωμοί, ο μπαμπάς είχε πολλές γκόμενες και γι' αυτό χώρισαν. Σίγουρα από αυτόν μοιάσαμε και εμείς, δεν εξηγείται αλλιώς. Ο μπαμπάς όμως, μπορεί να είναι γκομενιάρης, αλλά μας αγαπάει πολύ και δε μας χαλάει ποτέ χατίρι.

Κι εμείς δε θέλουμε να τον στεναχωράμε ποτέ γι' αυτό όποτε έρχεται είμαστε σοβαρές και κόσμιες. Ξυπνήσαμε το πρωί. Κατεβήκαμε για πρωινό και μετά γυρίσαμε στο δωμάτιο μας να ετοιμαστούμε. Ντυθήκαμε σεμνά. Φόρμα, μπλούζα μακρυμάνικη και ζακέτα και τα στρινγκάκια μέσα από την φόρμα. Ετοιμάσαμε τις τσάντες μας με το απαραίτητα. Κατεβήκαμε στο σαλόνι και άνοιξε η πόρτα.

-    Καλημέρα κοριτσάρες μου!

-    Καλημέρα μπαμπά…

τρέξαμε και τον αγκαλιάσαμε.

-    Καλημέρα Αμαλία, τι κάνεις;

-    Καλά, εσύ;

Η μαμά και μπαμπάς δεν είναι και φίλοι αλλά κρατούσαν μια δήθεν ευγενική στάση για να μη στεναχωρηθούμε. Φύγαμε από το σπίτι. Το σπίτι του μπαμπά ήταν καμιά ώρα μακριά. Φτάσαμε στο σπίτι του. Το σπίτι του μπαμπά ήταν ένα μικρό διαμέρισμα. Δύο υπνοδωμάτια, ένα μπάνιο και μια κουζίνα με ένα μικρό σαλόνι, γενικά ήταν ότι πρέπει για έναν εργένη που θέλει να κάνει τις γκομενοδουλειές του. Ο μπαμπάς μας αγαπούσε αλλά δεν θα μας άφηνε έτσι εύκολα να πάμε 5ήμερη. Μπορεί να το παίζαμε σεμνές μπροστά του αλλά ήξερε τι άτακτες που ήμαστε οπότε αποφασίσαμε να αφήσουμε αυτή τη μέρα και να του το πούμε αύριο. Η μέρα κύλισε ομαλά, λίγες ταινίες, μπλα-μπλα στον υπολογιστή και στα κινητά και βράδυ άραγμα. Ο μπαμπάς μας δούλευε το βράδυ οπότε το σπίτι του μπαμπά ήταν για εμάς η απόλυτη ελευθερία. Με το που έκλεισε την πόρτα και έφυγε εμείς βγάλαμε τα ρούχα μας και μείναμε μόνο με τα στριγκάκια και αράξαμε στα κρεβάτια μας βλέποντας τηλεόραση. Στρίψαμε και τα τσιγάρα μας και καπνίζαμε και συζητούσαμε.

-    Λοιπόν εγώ θα αρχίσω πρώτη και μετά εσύ, ok;

-    Ok. Να του πούμε τίποτα και για τη μαμά να του φτιάξουμε το κέφι.

-    Ναι.

Πέσαμε για ύπνο. Την επόμενη μέρα προσπαθούσαμε και του πιάναμε την κουβέντα για άκυρα θέματα για να του φτιάξουμε τη διάθεση. Του είπαμε και για τους βαθμούς μας και χάρηκε. Του είπαμε μερικές βλακείες για την μαμά ότι και καλά, είναι μόνη και θέλει έναν άντρα σαν αυτόν. Ο μπαμπάς ήταν ακόμα ερωτευμένος με τη μαμά. Εγώ που ήξερα να μαγειρεύω του έφτιαξα και το αγαπημένο του φαΐ και κάτσαμε να φάμε. Μόλις τελειώσαμε το φαγητό "μπήκαμε στο ψητό".

-    Α κορίτσια, ότι άλλο θέλετε εκτός από αυτό. Είναι μακριά η Θεσσαλονίκη.

-    Μα μπαμπά όλη η τάξη θα πάει και δεν θα είμαστε μόνες μας και.

-    Δεν ακούω τίποτα κορίτσια. Δεν θα πάτε, είστε μικρές ακόμα.

-    Τι μικρές, 17 είμαστε, όχι 10.

-    Μίλησα κορίτσια. Δεν πρόκειται να πάτε.

-    Καλά…

είπε η Μαρία, σηκώθηκε από το τραπέζι θυμωμένη και πήγε στο δωμάτιο μας. Μάζεψα τα πιάτα χωρίς του μιλήσω και μετά πήγα και εγώ στο δωμάτιο μας. Το απόγευμα κατά τις 7 εγώ άραζα στο δωμάτιο μας με το κινητό μου, ο μπαμπάς έκανε μπάνιο και η Μαρία έβλεπε τηλεόραση στο σαλόνι. Ξαφνικά ακούω τη Μαρία να μου ψιθυρίζει απ έξω.

-    Λίζα, Λίζα!

-    Τι;

-    Έλα να δεις.

Σηκώθηκα και βγήκα από το δωμάτιο. Η Μαρία είχε σκύψει στην κλειδαρότρυπα του μπάνιου και έβλεπε.

-    Τι κάνεις;

-    Έλα, δες και μόνη σου.

Έκανε λίγο πέρα, έσκυψα και είδα από την κλειδαρότρυπα. Είδα τον μπαμπά με τον πούτσο στο χέρι να είναι όρθιος και να την παίζει. Κοίταξα ξανά τη Μαρία. Είχε αυτό το πονηρό χαμόγελο που είχε και στην τάξη προχθές.

-    Όχι, όχι, όχι!

-    Έλα τώρα.

-    Καλά είσαι σοβαρή; Με τον ίδιο μας τον πατέρα;

-    Και; Εδώ έχουμε πάει με τόσους και τόσους, ο μπαμπάς σε πείραξε;

-    Άλλο οι άλλοι. Όχι και με τον μπαμπά.

-    Σιγά μωρέ, εμένα μου φαίνεται καλός γαμιάς. Άσε που θα μας αφήσει και για την 5ήμερη.

-    Καλά μωρή πουτάνα, ακούς τι λες; Ο μπαμπάς μας είναι.

-    Καλά-καλά, κάνε ότι θες εσύ εγώ πάντως θα κάνω κίνηση το βράδυ. Σιγά μην αφήσω τη Σαλόνικα έτσι.

Ακούσαμε την βρύση να κλείνει και καταλάβαμε πως σε λίγο θα βγει οπότε τρέξαμε στο δωμάτιο μας. Δεν ξανά μίλησα με την Μαρία μέχρι το βράδυ. Πέσαμε να κοιμηθούμε αλλά δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Κατά τη 1, σηκώνεται η Μαρία από το κρεβάτι της εντελώς γυμνή εκτός από το κλασσικό στρινγκάκι που πάντα φοράμε.

-    Μαρία όχι! (είπα ψιθυριστά).

-    Μα έλα, χωρίς εσένα δεν είναι το ίδιο. (ψιθύρισε χαμογελώντας).

-    Καλά εσύ είσαι τελείως ηλίθια.

Περπατούσε στις μύτες των ποδιών και έφυγε για το δωμάτιο του μπαμπά. Είναι τελείως ηλίθια... όπως κι εγώ. Δεν άντεξα, σηκώθηκα από κρεβάτι. Ήθελα να το δω αυτό. Πήγα σιγά-σιγά στο δωμάτιο του μπαμπά. Εγώ έφτασα στην πόρτα του δωματίου, η Μαρία πήγαινε στα τέσσερα και έφτανε το κρεβάτι του μπαμπά. Εγώ απλώς κοιτούσα κρυμένη και αγχωμένη. Ανεβαίνει στο κρεβάτι. Τον ξεσκεπάζει σιγά-σιγά με τρόπο και του κατεβάζει σιγά-σιγά το μποξεράκι. Σκύβει και τον παίρνει στο στόμα της. Εγώ τα είχα χάσει, ήταν λες και έβλεπα τσόντα. Τον πίπωνε αργά και σταθερά. Σιγά-σιγά άρχιζε και του καύλωνε. Τώρα τον πίπωνε αργά και του τον έπαιζε απαλά με το χέρι της.

-    Λίζα; (είπε ο μπαμπάς νυσταγμένος).

-    Η Μαρία είμαι... μπαμπάκα (και τον πήρε πάλι στο στόμα της).

-    Τι κάνεις εκεί; (είπε αυτή την φορά συνειδητοποιημένος για το τι γίνεται).

-    Έλα μη μου πεις τώρα πως δε σου αρέσει γιατί θα πεις ψέματα.

-    Μαρία, είμαι... ο... πατέρας σου... μη (έλεγε κοφτά και αναστέναζε).

-    Ναι μπαμπά, και ο πούτσος σου είναι τέλειος!

Άρχισε να τον πιπώνει και να τον παίζει πιο γρήγορα.

-    Αχ, τι κάνεις μωρή, αχ.

-    Σου αρέσει μπαμπάκα μου;

-    Σε παρακαλώ σταμάτα, αχ (αναστέναξε και κοίταξε το ταβάνι).

-    Κοίτα με στα μάτια και πες μου το.

Την κοίταξε στα μάτια. Σε αυτό το σημείο τρελάθηκε. Η Μαρία να τον πιπώνει και να τον κοιτάει συγχρόνως ερωτικά.

-    Αχ, συνέχισε... Εκεί δεν άντεξα. Άναψα το φως και τους κοιτούσα με σταυρωμένα τα χέρια.

-    Λιζάκι;…

είπε τρομαγμένος ο μπαμπάς και έτοιμος να κρύψει τον καυλωμένο πούτσο του. Τους κοίταξα για 3 δευτερόλεπτα με σοβαρό βλέμμα, χαμογέλασα και τους πλησίασα. Έσκυψα, κοίταξα την Μαρία με το πονηρό κλασσικό βλέμμα που κοιταζόμαστε πριν κάνουμε μια αταξία και τη φίλησα. Μετά έπιασα τον πούτσο του μπαμπά και τον έβαλα στο στόμα μου.

-    Μπαμπάκα μου εσύ!...

είπε η Μαρία, έπεσε πάνω του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Εγώ συνέχισα να του τον παίζω και να τον πιπώνω και ο μπαμπάς χούφτωνε τον κώλο και φιλούσε με γλώσσα τη Μαρία. Μετά από 5 λεπτά σταματάω και κάνω διακριτικά νόημα της Μαρίας να φέρει το κινητό. Ο μπαμπάς ήταν κάπως σαν ξαπλωμένος και καθιστός στην αρχή του κρεβατιού πάνω στα μαξιλάρια. Εγώ ανέβηκα πάνω του και κάθισα στον πούτσο.

-    Λοιπόν μπαμπάκα μου, θέλω να με γαμάς, αλλά να έχεις κλειστά τα μάτια σου (του είπα ναζιάρικα).

-    Ότι θες εσύ κοριτσάρα μου.

Έκλεισε τα μάτια του και με γαμούσε. Η Μαρία έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο μας να φέρει το κινητό. Δε θέλαμε να ξέρει ο μπαμπάς πως κρατάμε αρχείο με όλα τα γαμήσια μας γιατί θα φρικάρει. Εγώ πόζαρα στη κάμερα του κινητού με την γλώσσα μου έξω και το ένα μάτι μου κλειστό καθώς αγκάλιαζα τον λαιμό του μπαμπά που μου. Ο μπαμπάς μου με κλειστά τα μάτια, είχε χώσει την μούρη του στα βυζιά μου και με γαμούσε συγχρόνως. Η Μαρία έβγαλε 5-6 φωτογραφίες, άφησε το κινητό στο πάτωμα και ξανά γύρισε στο κρεβάτι.

-    Να τα ανοίξω τώρα;

-    Ναι μπαμπάκα.

Συνέχισε να με πηδάει για κάνα 10λεπτο. Τώρα ήταν η σειρά της Μαρίας να φάει πούτσο. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και ήρθε από πάνω της.

-    Μπαμπάκα κλείσε για λίγο πάλι τα μάτια σου (είπε η Μαρία).

-    Μα καλά τι έχετε πάθει με το να έχω κλειστά τα μάτια μου; Εγώ θέλω να βλέπω τις κοριτσάρες μου.

-    Κλείσε τα που σου λέω!

-    Καλά, καλά!

Τα έκλεισε και έπιασα το κινητό γρήγορα. Ο μπαμπάς της φιλούσε το λαιμό και η Μαρία έκανε αυτές τις πόζες που είχαν τα μοντέλα με το κλασσικό ερωτικό απλανές βλέμμα που έχουν στα εξώφυλλα των περιοδικών. Έπρεπε να το παραδεχτώ, από όλα τα γαμήσια μας, αυτό με το μπαμπά ξεχώρισε. Μπορεί να μην ήταν ο τέλειος γαμιάς, αλλά έχει κάτι το special. Μετά από λίγο μας έβαλε και τις 2 στα τέσσερα και μπαινόβγαινε από το ένα μουνί στο άλλο.

-    Αχ έτσι ρε ψωλαρά μου. Γάμησε τις μουνάρες μας.

-    Τι είστε εσείς κοριτσάρες μου! Αχ.

Σε μια στιγμή σταμάτησε και κοιτούσε τους κώλους μας περίεργα.

-    Ρε κορίτσια πολύ ανοικτές κωλοτρυπίδες έχετε. Δεν νομίζω να;

Εμείς κοιταχτήκαμε και χαμογελάσαμε.

-    Σιγά ρε μπαμπά δεν είμαστε και τόσο μικρές…

είπαμε χαμογελώντας. Δεν ρώτησε καν, έπιασε τον πούτσο του και τον έχωσε στον κώλο της Μαρίας. Μπήκε αργά και ευγενικά. Η Μαρία φαινόταν από τον πρόσωπο της πως είχε καυλώσει άγρια. Εγώ τη φιλούσα και έπαιζα με το μουνί μου καθώς ήμουν στα τέσσερα. Μετά από 2-3 λεπτά ήρθε και η σειρά μου. Μπήκε αργά και ευγενικά όπως και στη Μαρία. Αναστενάζαμε τόσο πολύ. Η καύλα ήταν απίστευτη.

-    Αχ πιο γρήγορα μπαμπά. Αχ ναι.

Όσο πήγαινε ήταν και πιο γρήγορα. Μετά από λίγο σταμάτησε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η Μαρία άρχισε την πίπα και εγώ από δίπλα του τον φιλούσα και έτριβα το μουνί μου.

-    Αχ τι μου κάνεις! Τέτοια πίπα δεν μου έχει πάρει ούτε η μαμά σας.

-    Σου έπαιρνε καλή πίπα η μαμά μπαμπάκα μου; (ρώτησε η Μαρία καθώς του την έπαιζε με τα βυζιά της).

-    Η καλύτερη ήταν. Από ότι φαίνεται το μήλο κάτω από την μηλιά έπεσε.

Γελάσαμε και του κλείσαμε το μάτι πονηρά. Κατέβηκα κι εγώ στα πόδια του να βοηθήσω τη Μαρία. Κάναμε αυτό το κόλπο που κάνανε στις τσόντες, του τον γλείφαμε εγώ από αριστερά και η Μαρία από δεξιά συγχρόνως και πηγαίναμε πάνω κάτω ταυτόχρονα και τον κοιτούσαμε.

-    Θα χύσω!

Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι εμείς περιμέναμε από κάτω του με ανοικτά τα στόματα. Έβγαλε πολύ χύσι. Το περισσότερο το πήρα εγώ αλλά το μοιράστηκα με την Μαρία όπως κάνουμε πάντα. Ο μπαμπάς έπεσε ξερός στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε. Και εμείς ξαπλώσαμε μαζί του, η κάθε μια από μια πλευρά και τον αγκαλιάσαμε. Κοιμηθήκαμε μαζί μέχρι το επόμενο πρωί.

Συνεχίζεται...



(Copyright protected OW ref: 89646)