Φόρος τιμής στη θεία

Δημοσιεύθηκε από vyro
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.45 (19 Votes)
Ο αδελφός του πατέρα μου παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος, πρέπει να ήταν περίπου 45, και η γυναίκα που πήρε ήταν 20 χρόνια μικρότερή του. Όταν παντρεύτηκαν ήμουν 16 χρονών και η γυναίκα του, η θεία μου δηλαδή, ήταν μόλις 9 χρόνια μεγαλύτερή μου. Δεν ήταν θεά, ήταν η γυναίκα της διπλανής πόρτας, όμως ήταν αρκετά ελκυστική. Μακρύ σγουρό μαύρο μαλλί, μέτριο ύψος, ωραία όμως φιγούρα, με μικρό στήθος, αλλά εκπληκτικό κώλο, μεγαλούτσικο και στητό. Εκτός του κώλου, τα άλλα δύο χαρακτηριστικά που της έδιναν πολλούς πόντους, ήταν οι μεγάλες και στητές ρώγες της και το ιδιαίτερα προκλητικό και διερευνητικό βλέμμα της. Οι ρώγες της ήταν ένα θέμα, γιατί μόνιμα, ότι κι αν φορούσε, ήταν πολύ δύσκολο να κρυφτούν. Κατά ένα περίεργο τρόπο ήταν σχεδόν μόνιμα καυλωμένες και το μέγεθός τους την πρόδιδε και δεν μπορούσε να τις κρύψει (κατάφερα μετά από κάποια χρόνια να την πείσω να της βγάλω δύο φωτογραφίες μόνο το στήθος της και τις έχω ανεβάσει στο προφίλ μου).

Το βλέμμα της σου έκανε ακτινογραφία, βασανιστικά επίμονο επάνω σου και ανεπαίσθητα πονηρό. Αυτό που έβγαζε ήταν καθαρή πρόκληση. Στην ηλικία που ήμουν, οι ερωτικές εμπειρίες που είχα ήταν μόνο με μεγαλύτερους άντρες και συνομήλικούς μου. Όμως οι γυναίκες με έλκυαν, απλά δεν τολμούσα, δεν είχα το θάρρος να κάνω κίνηση και έτσι οι καύλες μου εκτονώνονταν με μαλακία και με τα ομοφυλοφιλικά παιχνίδια, στα οποία με είχαν ξεπετάξει αυτοί που είχαν το θάρρος να το κάνουν. Στα αρσενικά διέπρεπα, στα θηλυκά δεν γινόταν τίποτα. Η θεία μου ήταν φυσικό να μου ασκήσει τρομερή έλξη από την πρώτη στιγμή. Τη ζούσα από πολύ κοντά και ειδικά τα καλοκαίρια που ερχόταν στο εξοχικό μας για διακοπές, την απολάμβανα. Με τα λίγα και λεπτά ρούχα του καλοκαιριού, το θέαμα που προσέφερε ήταν σπάνιο για εμένα. Ειδικά όταν φορούσε λεπτό νυχτικό χωρίς σουτιέν, βρακάκι και στήθος κρατούσαν διαρκώς το βλέμμα μου απασχολημένο.

Αμέτρητες φορές με είχε πιάσει να την λιγουρεύομαι, όμως δεν έλεγε τίποτα. Αντίθετα κάρφωνε πάνω στα μάτια μου αυτό το απίστευτο βλέμμα της με το μισοπόνηρο χαμογελάκι, σαν να μου έλεγε… «σου αρέσει μαλακισμένο αυτό που βλέπεις; σε καυλώνει; απόλαυσέ το...». Πέρασαν δύο χρόνια κατά τα οποία ήρθαμε αρκετά κοντά. Μιλούσαμε άνετα και λέγαμε τα πάντα μεταξύ μας. Ήξερε τα πάντα για τα ερωτικά μου και πάντα μου έλεγε ότι θα βρεθεί αυτή που θα μου δείξει και τα κάλλη και προτερήματα των θηλυκών. Εγώ της έκανα πάντα πλάκα και της έλεγα ότι θέλω να είναι αυτή, όμως το ρίχναμε πάντα στο γέλιο και τη πλάκα, άσχετα αν εγώ το έλεγα πάντα σοβαρά και το πίστευα. Δεν την αποκαλούσα θεία, δεν το ήθελε, αλλά με το όνομά της. Ας την πούμε Ειρήνη, μια και δεν θέλω να πω το πραγματικό της όνομα.

Τη χρονιά εκείνη, έκλεινα τα 18 και έβαλα στόχο να φάω κάτι από αυτήν. Φαντασιώσεις πολλές, όμως το που θα μπορούσε να με βγάλει ότι έκανα, δεν το ήξερα. Ήξερα πάντα ότι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμα ξεσκιζόμενος στη μαλακία για πάρτη της. Το πρώτο «κάστρο» που κατάφερα να ρίξω, ήταν τα χείλια. Πάντα, όποτε βρισκόμασταν, ανταλλάσσαμε το παραδοσιακό σταυρωτό φιλί στα μάγουλα, όμως εγώ μια μέρα, μετά το φιλί αυτό, ξεκίνησα μια κουβέντα του στυλ… «ρε συ Ειρήνη, τι φιλιόμαστε σαν κουλά; Πειράζει να φιλιόμαστε στα χείλια δηλαδή;». Αντιμετώπισε με πολύ φυσιολογικό και θετικό τρόπο αυτό που είπα κι έτσι από εκείνη την ημέρα και μετά, κάθε φορά που βρισκόμασταν το φιλί έπεφτε στα χείλια. Φυσικά ήταν χωρίς γλώσσα, όμως το γεγονός, πως όταν βρίσκονταν μπροστά οι άλλοι, χωρίς να έχουμε προ-συνεννοηθεί, ακολουθούσαμε τη παραδοσιακή τακτική, είχε δώσει στο φιλί στα χείλια μία πονηρή φύση. Ήρθε το καλοκαίρι και βρεθήκαμε στο εξοχικό μας. Η Ειρήνη πέρναγε σχεδόν όλο το καλοκαίρι εκεί. Η μητέρα μου, χωρισμένη ήδη σχεδόν 4 χρόνια εκείνο το καιρό, πάντα κατά τα μέσα Ιουλίου έφευγε για Ινδία. Ο θείος μου δούλευε και πάντα έπαιρνε άδεια από τις 15 Αυγούστου και μετά. Έτσι σχεδόν για ένα μήνα κάθε καλοκαίρι, μέναμε για σχεδόν ένα μήνα οι δυο μας, εγώ με την Ειρήνη. Ο θείος μου ερχόταν μόνο Σαββατοκύριακα.

Από τις πρώτες μέρες εκείνου του καλοκαιριού που βρεθήκαμε εκεί, απολάμβανα τα βρακάκια και τα στήθη της Ειρήνης και άφηνα το βλέμμα μου επίμονα πάνω τους για να το αντιλαμβάνεται. Φαινόταν καθαρά ότι της άρεσε αυτό που έκανα, ότι την έκανε να αισθάνεται ωραία. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει κάτι, αντίθετα σε κάθε ευκαιρία που δεν έβλεπαν άλλοι, μου χαμογελούσε πονηρά και έσκυβε περισσότερο, ή άνοιγε παραπάνω τα πόδια της, ή έκανε κανένα πονηρό σχόλιο. Όταν υπήρχαν άλλοι μπροστά, Παναγία. Η τακτική του φιλιού, η ίδια. Η μητέρα μου έφυγε τον Ιούλιο και μείναμε οι δυο μας. Τα βράδια δούλευα σε μια καφετέρια και γύριζα στο σπίτι πάντα κατά τις 2. Μου είχε ζητήσει μόλις γυρίζω, ακόμα κι αν κοιμάται να πηγαίνω να της το λέω για να μην ανησυχεί. Έτσι, τα πρώτα βράδια μόλις γύριζα πήγαινα πάνω από το κρεβάτι που κοιμόταν, έσκυβα, της έδινα ένα φιλί στα χείλια και της έλεγα ότι γύρισα. Προσπαθούσα να βρω τη δύναμη να κάνω το βήμα παραπάνω, όμως φοβόμουν ποια θα ήταν η αντίδρασή της.

Ένα βράδυ δεν άντεξα και αποφάσισα να το ρισκάρω. Το πολύ-πολύ αν τα πράγματα έπαιρναν κάποια άσχημη τροπή θα άρχιζα τα παρακάλια και τις συγγνώμες. Γύρισα σπίτι, πήγα πάνω από το κρεβάτι της, έσκυψα πάνω από το πρόσωπό της και της είπα:

-    Ειρήνη, γύρισα.

Εκείνη άνοιξε τα μάτια και ακούμπησα τα χείλη μου στα δικά της. Όμως αυτή τη φορά δεν έκανα πίσω. Έμεινα εκεί, κολλημένος και άνοιξα το στόμα μου βγάζοντας τη γλώσσα μου πάνω στα κλειστά χείλια της. Αυτά άνοιξαν και η γλώσσα της ήρθε να συναντήσει τη δική μου. Αρχίσαμε ένα τρελό γλωσσόφιλο. Είχα μπήξει το ένα μου χέρι μέσα στα σγουρά μαλλιά της και έβαλα το άλλο στο στήθος της πάνω από το νυχτικό. Αισθανόμενος την καυλωμένη τεράστια ρώγα της. Μου το τράβηξε από εκεί και δεν το δοκίμασα ξανά. Το φιλί τελείωσε και πήγα για ύπνο τρισευτυχισμένος. Ήξερα ότι είχα ανοίξει το «κουτί της Πανδώρας». Την άλλη μέρα δεν έγινε η παραμικρή κουβέντα σαν μην είχε συμβεί τίποτα. Όλα φυσιολογικά. Το πρωί φιληθήκαμε στα χείλη για καλημέρα και όλη την ημέρα είχαμε πονηρά γελάκια και βλέμματα. Το θεώρησα καλό σημάδι και αποφάσισα να επιχειρήσω ξανά. Το βράδυ που γύρισα και πήγα πάνω από το κρεβάτι της, έμεινα μαλάκας. Φορούσε ένα εντελώς διάφανο πολύ κοντό νυχτικό και ένα μαύρο κιλοτάκι που φαινόταν ολόκληρο, καθώς το νυχτικό είχε ανέβει ψηλά. Αυτή τη φορά δεν έσκυψα να της μιλήσω και να τη φιλήσω. Αντίθετα, πήγα στο δωμάτιό μου, γδύθηκα, γύρισα ολόγυμνος και στάθηκα όρθιος από πάνω της.

Δεν μίλησα, αλλά άρχισα να τραβάω μαλακία απολαμβάνοντας το θέαμα που μου πρόσφερε το λιγοστό μεν βραδινό φως, αλλά αρκετό για να βλέπω όσα χρειαζόταν για να καυλώνω. Η καύλα μου με είχε τρελάνει. Έφυγα από το πλάι του κρεβατιού και πήγα στο κεφαλάρι, στεκόμενος όρθιος και παίζοντας το καυλί μου ακριβώς πάνω από το πρόσωπό της. Σταμάτησα όταν αισθάνθηκα ότι πλησίαζα να χύσω και έσκυψα πάνω από το πρόσωπό της, βάζοντας τα χείλια μου στα δικά της. Αμέσως ξύπνησε, τα άνοιξε και άρχισε να με φιλάει, αυτή τη φορά από μόνη της με γλώσσα. Όπως ήμουν από πάνω της δεν έβλεπε ότι ήμουν γυμνός και από κάτω. Μόλις όμως έσκυψα λίγο παραπάνω πάνω από το κεφάλι της για να φτάσω με τα χέρια μου τα στήθη της και να τα χαϊδέψω, ακριβώς τη στιγμή που τα χέρια μου έκλειναν γύρω από τις τρελές της ρώγες, ο καυλωμένος μου πούτσος ακουμπούσε πάνω στον γυμνό της ώμο στα δεξιά του προσώπου της. Αυτή τη φορά με άφησε να της μαλάξω τα στήθια και εγώ παίρνοντας θάρρος έβαλα τα χέρια μου κάτω από το νυχτικό, έκλεισα τις ρώγες της μέσα στα δάχτυλά μου και άρχισα να τις πιέζω και να τις τραβάω. Ταυτόχρονα έτριβα τον πούτσο μου στον ώμο της. Ένα πολύ σιγανό και ήρεμο «σταμάτα, δεν κάνει...» βγήκε από τα χείλη της, όμως για εμένα δεν υπήρχε γυρισμός. Είχα θολώσει.

Έσκυψα ακόμα περισσότερο, τράβηξα στην άκρη το νυχτικό, πήρα τις ρώγες στο στόμα μου και άρχισα πηγαίνοντας από τη μία στην άλλη, να τις δαγκώνω και να τις πιπιλάω σαν να μην υπάρχει αύριο. Τον πούτσο μου τον αισθανόμουν πλέον ακριβώς δίπλα από το πρόσωπό της να τρίβεται έντονα πάνω στο πάνω μέρος του στήθους της και τα αρχίδια μου να ακουμπούν στον ώμο της. Δαγκώνοντας και γλείφοντας τις ρώγες, άπλωσα το ένα μου χέρι κάτω και το ακούμπησα πάνω από το βρακάκι, στο μουνί της, αισθανόμενος το λοφάκι του τριχωτού της. Πίεσα... Την άκουσα να βγάζει βαθιούς αναστεναγμούς και ξαφνικά... πετάχτηκε, με έσπρωξε από πάνω της και σηκώθηκε καθιστή στο κρεβάτι. Εγώ, όρθιος γυμνός, δεν ήξερα τι να κάνω. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να γίνεται αυτό και εγώ την κοίταζα αποσβολωμένος, χωρίς να είμαι ικανός να πω κάτι και εντελώς καυλωμένος και θολωμένος. Κατάλαβε τη θολούρα μου και μου ζήτησε να ηρεμήσω και να κάτσω δίπλα της. Της είπα ότι δεν αισθάνομαι καλά έτσι γυμνός και εκείνη μου είπε πάλι να κάτσω και αφού κατέβασε τα ραντάκια από το νυχτικό της, σηκώθηκε όρθια δίπλα στο κρεβάτι, το άφησε να πέσει κάτω, μένοντας με το βρακάκι μόνο και επέστρεψε να καθίσει δίπλα μου.

-    Ορίστε, τώρα είμαστε ίδιοι...

μου είπε.

-    Όχι εντελώς...

της απάντησα γελώντας και μου είπε να μην είμαι πλεονέκτης. Το πρώτο που μου είπε μόλις έκατσε δίπλα μου, ήταν πως ξέρει ότι τη θέλω από καιρό και ότι αυτό την κάνει να αισθάνεται όμορφα. Το επόμενο με έστειλε:

-    Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δεν θα πεις ποτέ σε κανένα φίλο σου για όσα έχουν γίνει ή θα γίνουν μεταξύ μας από εδώ και στο εξής.

-    Ή θα γίνουν;

Είχα ακούσει καλά;

-    Μα είσαι καλά ρε Ειρήνη; Εγώ για τέτοια θέματα μόνο με εσένα μιλάω ούτως ή άλλως. Φυσικά στο υπόσχομαι.

Μου χαμογέλασε, ξάπλωσε και με τράβηξε λέγοντάς μου να ξαπλώσω λίγο εκεί δίπλα της. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον χώρο που μου έκανε δίπλα στο δικό της στο μαξιλάρι της. Αισθάνθηκα τη μυρωδιά από τα μαλλιά της, την ανάσα της και καύλωσα πάλι αμέσως. Όπως ήταν γυρισμένη στο πλάι, οι ρώγες της χάιδευαν το στήθος μου και έσκυψα να τη φιλήσω. Άνοιξε το στόμα της και αρχίσαμε ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο. Γύρισε και ξάπλωσε από πάνω μου, καβαλώντας με. Αισθανόμουν τις ρώγες της σα μικρές πετρούλες να πιέζουν το στήθος μου και τον καυλωμένο μου πούτσο να τρίβεται κάτω από το μουνί της, πάνω στο βρακάκι της. Τα χέρια μου είχαν αρπάξει τα κωλομέρια της και τα χάιδευαν μέσα από το βρακάκι. Μόλις άρχισε να με γλείφει στο λαιμό, δεν άντεξα παραπάνω. Το σώμα μου παρακούοντας οποιαδήποτε προσταγή του μυαλού μου ξεκίνησε να έχει σπασμούς. Έχυνα πάνω στη κοιλιά μου και το βρακί της. Εκείνη με φιλούσε και μου έλεγε να ηρεμήσω, να χαλαρώσω και να το απολαύσω. Όταν επιτέλους τελείωσα εκείνη έμεινε κολλημένη πάνω μου, με μία λίμνη από χύσι ανάμεσά μας.

Δεν ήξερα τι να πω. Ήμουν σε απόγνωση. Σα να το κατάλαβε μου είπε να μην ανησυχώ και ότι ήταν απόλυτα φυσιολογικό αυτό που συνέβη. Ότι θα της έκανε εντύπωση αν δε γινόταν. Αυτό με συνέφερε λίγο και με έβγαλε μέσα από το αφόρητο συναίσθημα ντροπής που με είχε καταβάλει. Σηκωθήκαμε, σκουπιστήκαμε, έκανε πρώτα εκείνη μπάνιο και μετά εγώ και πήγαμε για ύπνο ο καθένας στο κρεβάτι του χωρίς κανένα άλλο σχόλιο και καμία κουβέντα. Την άλλη μέρα, όλα φυσιολογικά. Το μεσημέρι ήρθε μάλιστα ο θείος μου για να περάσει το Σαββατοκύριακο μαζί μας. Έτσι τα δύο επόμενα βράδια, απλά ονειρευόμουν και τον έπαιζα. Περίμενα πως και πως το βράδυ της Δευτέρας, αυτό που έμελλε να είναι το πιο όμορφο βράδυ της νεανικής μου ζωής. Γιατί το πρωί της Τρίτης μας βρήκε ακόμα αγκαλιασμένους, μουσκεμένους από ιδρώτα και χύσι, να παλεύουμε πάνω στο κρεβάτι και να μη θέλουμε να σταματήσουμε να πηδιόμαστε.

Όταν γύρισα το βράδυ της Δευτέρας στο σπίτι, με περίμενε. Μόλις μπήκα, ήρθε φορώντας το ίδιο διάφανο κοντό νυχτικάκι. Οι ρώγες της ήθελαν να το τρυπήσουν και να πεταχτούν έξω και από κάτω φόραγε ένα σκούρο μπορντώ βρακάκι, το οποίο έχω ακόμα, μέχρι σήμερα φυλαγμένο. Με φίλησε και μου είπε να πάω να κάνω μπάνιο και να πάω στο κρεβάτι όπου θα με περιμένει. Στο κρεβάτι την βρήκα χωρίς το νυχτικό και έπεσα πάνω της φιλώντας την ασταμάτητα, με τα χέρια μου να εξερευνούν όσο περισσότερο από το κορμί της μπορούν. Ανέβηκα πιο ψηλά και έφτασα να της γαμάω τα βυζιά και τις ρώγες με το καυλί μου κι εκείνη με τα χέρια της στα κωλομέρια μου να με πιέζει πάνω της. Και τότε μπήκα στον παράδεισο! Με πήρε στο στόμα της, σε ένα βαθύ, αργό τσιμπούκι, με τα χείλια της, κάθε φορά που με έπαιρνε μέχρι το τέρμα, να τα αισθάνομαι στα αρχίδια μου, με τη γλώσσα της να παίζει με αυτά και το καυλί μου ερεθιστικά, αργά και βασανιστικά.

Μέσα στους πνιχτούς ήχους απόλαυσης και ηδονής που έβγαζα, την άκουγα να αναστενάζει βαθιά και απολαυστικά. Τα χέρια της δούλευαν στα κωλομέρια μου και τα δάχτυλά της άρχισαν να περιεργάζονται τη κωλοτρυπίδα μου. Εκεί, με τον πούτσο μου μέχρι τέρμα στο στόμα της, τις τρίχες του εφηβαίου μου στη μύτη της και τα αρχίδια μου στα χείλια της, με δύο της δάχτυλα να μου πηδάνε τη κωλοτρυπίδα, άρχισα μέσα σε σπασμούς να αδειάζω τα χύσια μου μέσα στο λαιμό της. Κατάπιε μέχρι και τη τελευταία μου σταγόνα και με άφησε εκεί, μέσα στο στόμα της μέχρι να ηρεμήσω. Μετά, με τη δική της καθοδήγηση, έμαθα να της κάνω γλειφομούνι. Με άφηνε να απολαμβάνω ότι ήθελα από το μουνί της και όσο ρούφαγα, δάγκωνα και πιπίλαγα, όποτε έκρινε μου έλεγε… «πιο απαλά εκεί... πιο γρήγορα τώρα... πιο αργά... μη δαγκώνεις εκεί.... εκεί ρούφα... τώρα βάλε τη γλώσσα σου βαθιά...». Με τα μπούτια της να μου κάνουν κεφαλοκλείδωμα έχυσε στο στόμα μου δύο φορές, με τον οργασμό της τη δεύτερη φορά να με σηκώνει ψηλά μαζί με όλη της τη λεκάνη, όπως τη σήκωνε με ορμή στον αέρα από την ηδονή της. Αυτό με έκανε να φτάσω μαζί της σε οργασμό και να χύσω στα σεντόνια, χωρίς καν να την αγγίξω με το καυλί μου.

Ξαπλώσαμε δίπλα-δίπλα να ηρεμήσουμε και μετά, μόλις άρχισε με το χέρι της να παίζει το καυλί μου, ήμουν πάλι έτοιμος. Είχε έρθει η ώρα. Αυτή τη φορά με έφερε από πάνω της, άνοιξε τα πόδια της επιτρέποντάς μου να ξαπλώσω ανάμεσά τους και με πήρε μέσα της, σε ένα καυτό υγρό ταξίδι που δε θα ξεχάσω ποτέ μου. Άρχισε να με φιλάει και να μου λέει να κινούμαι αργά μέσα της. Μου είπε να μην σκέφτομαι καν πότε και πως θα τελειώσω, ότι θέλει να τελειώσω μέσα της, να με νιώσει καυτό, ότι δεν υπάρχει πρόβλημα γιατί παίρνει χάπι, ότι δεν πρέπει να έχω άγχος. Μόλις άρχισε να κουνάει τη λεκάνη της με τέτοιο τρόπο που μου επέτρεπε να πηγαίνω βαθιά μέσα της, βογκώντας άρχισα να αδειάζω τα χύσια μου μέσα στο μουνί της, κάτι που την έκανε κι αυτήν να τελειώσει ξανά μαζί μου. Στη διάρκεια της νύχτας δοκιμάσαμε αρκετές στάσεις, τις περισσότερες φορές με τη καθοδήγησή της. Όμως κι εγώ πλέον είχα ξεψαρώσει εντελώς κι άφηνα τη φαντασία μου να λειτουργεί, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι μπορούσα πλέον να αντέχω πολύ περισσότερη ώρα.

Κι εκείνη όμως είχε πλέον ξεθαρρέψει. Μου μιλούσε πρόστυχα κάποιες φορές και μου άρεσε. Μου ζήτησε να της γαμήσω τον κώλο, κάτι που είδα ότι απολάμβανε ιδιαίτερα. Έχυσα μέσα στον κώλο της και είχε ένα ακόμα οργασμό. Το πρωί μας βρήκε, όπως είπα και πριν να πηδιόμαστε ακόμα. Πρέπει να έχυσα 7-8 φορές όλες αυτές τις ώρες. Είπαμε ότι θα έπρεπε να κοιμηθούμε λίγες ώρες και μείναμε εκεί, γυμνοί, αγκαλιασμένοι. Ξύπνησα το μεσημέρι με το στόμα της στον πούτσο μου. Ρίξαμε ένα ακόμα πήδημα και σηκωθήκαμε. Οι επόμενες μέρες ήταν παραδεισένιες και τα Σαββατοκύριακα που ερχόταν ο θείος το απόλυτο βασανιστήριο. Η σχέση μου με την Ειρήνη κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια. Σταμάτησε όταν εγώ έκανα σοβαρή σχέση και δεν ήθελε να είναι εμπόδιο. Όμως ακόμα και σήμερα, όταν βρισκόμαστε ο ηλεκτρισμός είναι εκεί, ολοζώντανος. Αγγιζόμαστε και το αισθάνομαι. Όποτε βρίσκω ευκαιρία τη χαϊδεύω, τη φιλάω και ανταποκρίνεται το ίδιο. Ακόμα ελπίζω και θέλω να τη ρίξω πάλι στο κρεβάτι.



(Copyright protected OW ref: 88447)