Γαμώντας τη θεία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Καλοκαίρι του 2005. Μόλις είχαμε πιάσει το νέο μας σπίτι και είχε κατέβει η θεία μου από τον Βόλο για βοήθεια. Μια θεία εξήντα χρονών, αλλά με κάτι βυζάρες, άλλο πράγμα!

Μια μέρα, έλειπαν όλοι και είχα μείνει με τη θεία μου. «Ωραία!», λέω. «Ευκαιρία να τη γαμήσω».  Η θεία μου ήταν ανεβασμένη σε μια σκάλα για να καθαρίσει τα ντουλάπια κι εγώ από κάτω να κοιτάζω την κωλάρα της. Ξαφνικά με βλέπει και μου λέει:

-    «Τι κάνεις εκεί;»

-    «Σε κοιτάζω. Κακό είναι;»

-    «Κακό δεν είναι, κακό είναι αυτό που κοιτάς».

-    «Αφού σε έχω χουφτώσει και σε έχω δει και γυμνή. Τι σε πειράζει;»

Και με τη μία, την έχω πάρει αγκαλιά και έχω χουφτώσει την τέλεια κωλάρα της. Αυτή έχει πιάσει ο καυλί μου (20 εκατοστά) κι αρχίζει να το παίζει στα χέρια της, ώσπου κατεβαίνει και το βάζει στο στόμα της. Εγώ να της πιέζω το κεφάλι κι αυτή να αγκομαχάει. Όπως ήταν κάτω, την πετάω στο πάτωμα, τη γυρνάω και χώνω το σκληρό και χοντρό καυλί μου στη μουνάρα της. Αυτή φώναξε και της λέω:

-    «Φώναξε μωρή παλιοκαριόλα! Τσουλάρα! Θα σε γαμάω ανελέητα!»

-    «Γάμησε με ανιψιέ! Σκίσε με. Χρόνια το ήθελα το καυλί σου. Σκίσε με! Βρίζε με!»

-    «Μωρή γαμιόλα! Μωρή παλιοπουτάνα! Σου αρέσει να σε βρίζουν; Ε;»

Κι όπως τα λέω αυτά, σκίζω με τη μια σουτιέν και κιλότα και τη γαμάω από την κωλάρα της. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή, από εδώ ίσαμε τον Βόλο. Μετά από ένα μισάωρο χωρίς σταματημό, της λέω ότι χύνω κι αυτή τον αρπάζει και αρχίζει να τα καταπίνει όλα!

Μετά από αυτό, το κάναμε άλλες επτά φορές. Μετά από τις επτά φορές, αυτή δεν μπορούσε να κλείσει τα πόδια της! Έκατσε στο κρεβάτι κι εγώ το εκμεταλλευόμουν και της τον έχωνα όποτε γούσταρα...

Πολύ καιρό μετά από την επίσκεψη της εδώ, βοηθώντας μας στο νέο σπίτι, ανεβήκαμε στον Βόλο, εκεί όπου μένει μαζί με τον άντρα της και τη γιαγιά μου. Ένα βράδυ, αφού καληνυχτιστήκαμε, ανεβαίνουμε στο δωμάτιο μου, έχοντας τον ίδιο σκοπό. Το γαμήσι. Βρίσκουμε κάτι χαρτιά εκεί και της λέω:

-    «Τραβάμε και όποιος τραβήξει το μεγαλύτερο, κερδίζει και κάνει ότι θέλει στον άλλο».

Για καλή μου τύχη, τράβηξα μεγαλύτερο. Και της λέω:

-    «Τώρα θα με υπακούσεις».

Και υπάκουσε...

Της έσκισα τη νυχτικιά και κατέβηκα στην κιλότα της. Αφού τη διέλυσα, ανέβηκα πάνω και τη φίλησα, παρόλο που δεν ήθελε. Με βία. Μετά, τη διέταξα να πάρει το καυτό μου καυλί και να το βάλει όλο μέσα της. Αυτή, αφού δίστασε, το έκανε. Μετά από κανένα δεκάλεπτο, της είπα:

-    «Και τώρα ήρθε η ώρα σου».

Την πιάνω από τα μαλλιά, βάζω το κεφάλι της στο μαξιλάρι, τούρλωσα την κωλάρα της και της τον έχωσα με τόση δύναμη, αλλά ευτυχώς δεν ακούστηκε, λόγω μαξιλαριού. Αφού την πήδηξα επί είκοσι λεπτά, μετά χωρίς να σταματήσω, τη βάζω στη μουνάρα της και την πήρα για άλλα είκοσι λεπτά. Αφού ικανοποιήθηκα, τη βγάζω, πιάνω τα μαλλιά της, φέρνω το κεφάλι της στο «κεφάλι» μου και αρχίζει και τα πίνει όλα. Σταγόνα δεν άφησε.

Από τότε, όταν πάω εγώ σε αυτή κι αυτή σε μένα, ξεσκιζόμαστε, χωρίς να νοιαζόμαστε αν υπάρχουν δικοί μας μέσα στο σπίτι. Αφού μια μέρα της είπα ότι θέλω ένα παιδί από αυτή κι εκείνη μου απάντησε ότι γουστάρει να έχει από τον γαμιά της (εμένα), αλλά θα το εξετάσει, λόγω ηλικίας. Φυσικά, δεν φοράω καπότες, γιατί κι εγώ θέλω ένα παιδί από αυτή, αλλά και από την κόρη της, την οποία γάμησα χτες, ύστερα από καιρό κι αυτή.