Ξανθιά βιτσιόζα σκλάβα (5ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
«Παναγιά μου, ΟΧΙ! ΟΧΙ! Μη μου το κάνετε αυτό!» τους ικέτευσε η Λίντα μόλις κατάλαβε τι σχεδίαζαν να της κάνουν.

Προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά έτσι όπως ήταν κρεμασμένη στον αέρα από το ταβάνι με τις αλυσίδες, με την παραμικρή κίνηση όλο της το κορμί έκανε κούνια στον αέρα, και πονούσε τρομερά στους καρπούς και τους αστραγάλους καθώς τα μεταλλικά βραχιόλια μπήγονταν στην σάρκα της.

Ο Τζέησον αγνόησε τα παρακάλια της και πλησιάζοντας έχωσε το ένα πυροτέχνημα μέσα στο ορθάνοικτο κρεμασμένο μουνί της.

Ο πόνος της έκανε να μουγκρίζει καθώς ο ξάδερφός της στριφογύριζε τον χάρτινο κύλινδρο μέσα της για να της τον χώσει καλύτερα. Η Λίντα ένοιωθε περίεργα.

Ενώ πονούσε, δεν ήθελε να σταματήσει τις κινήσεις του κυλίνδρου ο Τζέησον. Είχε αρχίσει να ανάβει ακόμα και μ’ αυτόν τον απαίσιο κύλινδρο.

Ο Τζέησον έπιασε με το ένα του χέρι τα κωλόμέρια της, τα σήκωσε λίγο και με το άλλο έχωσε το δεύτερο χάρτινο πυροτέχνημα μέσα στην κωλοτρυπίδα της σπρώχνοντας το μέχρι να στερεωθεί για τα καλά μέσα της. Ύστερα, γελώντας, έβγαλε από την τσέπη του ένα κουτί σπίρτα. Τράβηξε ένα σπίρτο και το άναψε. Η δυνατή φλόγα του σπίρτου έκανε την Λίντα να ξαφνιαστεί. Ο φόβος της μετατράπηκε σε τρόμο.

Η κοπέλα νόμιζε πως θα την έκαιγαν ζωντανή.

«ΟΧΙ!ΟΧΙ! ΜΗ! ΜΗΗΗ!. . .» τα ουρλιαχτά γέμισαν το υπόγειο. Ο Φρανκ ακούστηκε να λέει ότι όταν θα τελείωναν μ αυτό, τότε το μουνί της θα ήταν σίγουρα καυτό! Ο Τζέησον αδίστακτα άναψε με το σπίρτο και τα δυο πυροτεχνήματα. Τα φυτίλια καίγονταν αργά και η κοπέλα είχε παραλύσει από τον τρόμο ενώ τους ικέτευε να τα σβήσουνε. Οι φλόγες από τα φυτίλια ολοένα και την πλησίαζαν. Τα πυροτεχνήματα άναψαν και φλεγόμενα κομματάκια χαρτιού πετάγονταν στην σάρκα του μουνιού της και του κώλου της τσουρουφλίζοντας την.

«ΟΧΙΙΙΙΙΙ!» η κοπέλα ούρλιαξε ξανά, κουνώντας απελπισμένα το κρεμασμένο στον αέρα κορμί της, λες και θα μπορούσε έτσι να πετάξει από μέσα της τα φλεγόμενα πυροτεχνήματα. Η μεταλλική σταυρωτή μπάρα κουνήθηκε ολόκληρη στο ταβάνι από το μετακινούμενο βάρος της. Κι όσο περισσότερο κουνιόταν, τόσο την πλήγωναν οι χαλκάδες στα χέρια και τα πόδια της. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να κάνει για να απαλλαχτεί. Και η θερμοκρασία ολοένα και ανέβαινε στο μουνί της και τον κώλο της. Και κείνη ακριβώς την στιγμή το λιγοστό μπαρούτι των πυροτεχνημάτων εκρήχτηκε στέλνοντας βροχή από σπίθες μέσα της!

«ΑΑΑΑΑΧΧΧΧ!!! ούρλιαξε η Λίντα, καθώς χιλιάδες φλεγόμενες βελόνες νόμιζε πως τρυπούσαν το μουνάκι της και τον κώλο της. Το σώμα της τινάζονταν βίαια από τους πόνους στον αέρα ενώ τα μπούτια της σπαρτάραγαν. Ούρλιαξε ξανά και ξανά. Ο Τζέησον πλησίασε και της έλυσε τα χέρια μόνο. Έτσι βρέθηκε να κρέμεται με τα πόδια ψηλά ενώ οι ώμοι της ακουμπούσαν στο κρύο πάτωμα. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια η Λίντα άπλωσε τα χέρια της και έσβησε τα φλεγόμενα πυροτεχνήματα τραβώντας και τα υπολείμματά τους έξω από το μουνί και το κώλο της. Μπορούσε να μυρίσει τις καμένες μουνότριχές της. Δεν μπορούσε να δει όμως τι ζημιά της είχαν κάνει. Τα εσωτερικά τοιχώματα του μουνιού της αλλά και του κώλου τους ζεμάταγαν κυριολεχτικά.

Η κοπέλα από τους τρομερούς πόνους ένοιωθε τις αισθήσεις της να την εγκαταλείπουν. Μια στιγμή πριν λιποθυμήσει ένοιωσε το μουνί της να κουνιέται μόνο του. Δεν ήταν ακριβώς οργασμός αλλά πλησίαζε. «θεέ μου’ » πρόλαβε να πει κι έγειρε πίσω αναίσθητη.

Αργότερα ο Τζέησον χρειάστηκε να αδειάσει τρεις κουβάδες νερό πάνω της για ν’ αρχίσει να συνέρχεται σιγά σιγά. Η Λίντα άνοιξε τελικά τα μάτια της αλλά μαζί με τις αισθήσεις της ξαναγύρισε και ο φόβος και ο πόνος. Για μια στιγμή προσπαθούσε να θυμηθεί τι είχε συμβεί, αλλά αμέσως το κάψιμο από την επιδερμίδα της ανάμεσα στα μπούτια της που ήταν ακόμα κρεμασμένα ψηλά, της τα ξαναθύμισε οδυνηρά όλα.

Ξαναβόγκηξε από τον πόνο και την αγωνία.

«Έλα να ξεπλύνουμε το γουρουνάκι μας πριν το ξαναγαμήσουμε Τζέησον» ακούστηκε να λέει ο Φρανκ.

Η Λίντα ένοιωσε να της ανοίγουν τους χαλκάδες στους αστραγάλους της και τα πόδια της σωριάστηκαν με θόρυβο στο βρεγμένο πάτωμα. Ο Φρανκ πλησίασε και πιάνοντας την από•τις μασχάλες την βοήθησε να σηκωθεί όρθια.

«Έλα, μπρος ξαναπάμε επάνω. Ανέβα τις σκάλες μωρό μου», της είπε χαστουκίζοντας τη με δύναμη και τα δυο της κωλομάγουλα.

Τα γυμνά βρεγμένα πόδια της γλιστρούσαν και ανέβαιναν με δυσκολία τις ξύλινες σκάλες ενώ ο Φρανκ πίσω της χαστούκιζε ασταμάτητα τον κώλο. Ο Τζέησον άνοιξε την πόρτα και βγήκαν έξω. Ο δυνατός μεσημεριάτικος ήλιος στράβωσε την βασανισμένη κοπέλα που αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια της. Ένοιωθε απαίσια καθώς στεκόταν έτσι ολόγυμνη στην αυλή του σπιτιού, ενώ τα ξαδέρφια της την χάζευαν.

Ο Τζέησον της πέταξε στο πρόσωπο το πουκάμισο και το σορτς της και εκείνη τα πήρε και τα ‘σφιξε πάνω της. Ετοιμάστηκε να τα φορέσει ενώ σκεφτόταν τι θα γινόταν αν εμφανιζόντουσαν ξαφνικά εκείνη τη στιγμή οι θείοι της. Αν έβλεπαν αυτήν την σκηνή τι θα μπορούσαν τα ξαδέρφια της να τους πουν για να δικαιολογηθούν. «πήγαινε εκεί», είπε ο Φρανκ, δείχνοντας με το δάχτυλό του ένα σημείο πίσω από το σπίτι.

Προσεκτικά και κρατώντας ακόμα τα ρούχα της στα χέρια η κοπέλα περπάτησε ως το σημείο που της είχε δείξει. Εκεί ο Τζέησον κρατούσε το πράσινο λάστιχο του ποτίσματος και την σημάδευε.

Η κοπέλα κοίταξε απελπισμένη τα ξαδέρφια της σαν να κοίταζε το εκτελεστικό της απόσπασμα

Tα μάτια της γούρλωσαν, το στόμα της άνοιξε και μια μισοπνιγμένη κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της καθώς παγωμένο ορμητικό νερό ξεχύθηκε από την σωλήνα του ποτίσματος κατευθείαν στο γυμνό στομάχι της. Πέταξε μακριά τα ρούχα της που τα κρατούσε στα χέρια και με τα χέρια της προσπάθησε να προφυλάξει το κορμί της από το παγωμένο νερό. Μετά το τρομερό κάψιμο που είχε νοιώσει προηγουμένως τώρα η αντίθεση με το κρύο νερό ήταν τρομακτική. Πισωπάτησε ενώ τα πόδια της γλιστρούσαν στο βρεγμένο χώμα, τρομοκρατημένη από την επίθεση του νερού.

«Μου φαίνεται πως έπρεπε να σε κρυώσουμε λίγο μιας και αυτά τα κωλοπυροτεχνήματα κόντεψαν να σε κάψουν τελείως...» της είπε σαρκαστικά ο Τζέησον.

Η Λίντα δεν μπόρεσε να απαντήσει μιας και ο σωλήνας σημάδεψε το πρόσωπό της στέλνοντας το νερό καταπάνω της. Σήκωσε βιαστικά τα χέρια της στο πρόσωπό της για να προφυλαχτεί και ο Τζέησον άρχισε να κουνάει την σωλήνα σημαδεύοντας πότε το πρόσωπό της και πότε τα βυζιά της. Η κοπέλα έκανε ένα βήμα ακόμα προς τα πίσω, παραπάτησε και σωριάστηκε με το κώλο στο έδαφος, αφήνοντας μια τρομαγμένη φωνή.

Γαλόνια ολόκληρα νερού έπεφταν με ορμή στο κορμί της από την χοντρή σωλήνα του ποτίσματος κι έτσι όπως ήταν καθισμένη ανάμεσα στις λάσπες, η Λίντα ένοιωσε σαν ένα απαίσιο βρωμιάρικο γουρούνι.

Tα δυο αγόρια είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Η κοπέλα τους γύρισε την πλάτη προσπαθώντας να σηκωθεί αλλά αμέσως το νερό έπεσε με ορμή στην σχισμή του κώλου της. Η Λίντα κατάφερε να σηκωθεί στα τέσσερα.

«Ει δεν σου θυμίζει τις αγελάδες μας όταν τις πλένουμε το καλοκαίρι για να τις πουλήσουμε;» είπε ξεκαρδισμένος ο Φρανκ ενώ ο Τζέησον σημάδευε ξανά το πρόσωπό της δυστυχισμένης ξαδέλφης τους.

Tο νερό μπήκε με ορμή στα ρουθούνια της, στο στόμα της, παντού. Κόντευε να πνιγεί, έχασε την ισορροπία της για να προφυλάξει το πρόσωπό της και ξανάπεσε μπρούμυτα στις λάσπες. Ποτέ στην ζωή της δεν είχε νοιώσει τόσο απελπισμένη και τόσο πολύ ντροπιασμένη.

Ο Τζέησον ξανασημάδεψε την σχισμή του κώλου της ανοίγοντας ταυτόχρονα τέρμα την πίεση του νερού του νερού που έπεσε με τόση δύναμη ώστε παραμέρισε τα κωλομάγουλά της και τρύπωσε με ορμή στην σούφρα του κώλου της.

«Αααχχχ!» μούγκρισε η Λίντα καθώς ο Τζέησον την πλησίασε και σημάδεψε με το νερό την κωλοτρυπίδα της. Η ορμή του νερού νίκησε την αντίσταση της σούφρας της και πέρασε μέσα στον κώλο της. Η κοπέλα ένοιωσε σαν να της έκαναν ένα τεράστιο κλύσμα. Τα πόδια της τρεμόπαιξαν από τον πόνο. Προσπάθησε απεγνωσμένα να σηκωθεί για να ξεφύγει από αυτό το μαρτύριο.

Tα ξαδέρφια της γελούσαν ασταμάτητα, ενώ ο Τζέησον τριγυρνούσε γύρω της και την σημάδευε από παντού εκεί που ήθελε. Η κοπέλα γύρισε ανάσκελα πάντα πεσμένη στο λασπωμένο έδαφος και αμέσως ο Τζέησον ξανασημάδεψε το πρόσωπό της και τα βυζιά της.

«Μη! Όχι... μμμ γκχ γκχ... σε παρακαλώ... σταμάτα!. . .» μπόρεσε να φωνάξει η Λίντα. Ο Τζέησον κατέβασε λίγο την μάνικα και το νερό έπεσε με ορμή κατευθείαν στο μισοκαμένο μουνί της. Η Λίντα έτρεμε ολόκληρη από το παγωμένο νερό. Ένοιωθε σαν να την κρατούσε κάποιος και να την τράνταζε σύγκορμη. Προσπάθησε να ξαναγυρίσει μπρούμυτα. Τα βυζιά της τρίφτηκαν μεταξύ τους. Ο Τζέησον βρήκε ευκαιρία και έστειλε το νερό κατευθείαν πάνω στα μουνόχειλά της.

Η κοπέλα σαν τρελή κατέβασε με ορμή τα χέρια της και σκέπασε το μουνί της για να το προστατέψει από το παγωμένο νερό. Αλλά κάτι περίεργο συνέβαινε. Οι ρόγες της είχαν μεγαλώσει και σκληρύνει από το παγωμένο νερό και καθώς άγγιξε το μουνί της με τα χέρια της ανατρίχιασε σύγκορμη. Χωρίς να το θέλει, τα δάχτυλά της έτριψαν απαλά την κλειτορίδα της.

«Ει της αρέσει! το βλέπεις αδερφέ; το γουστάρει, τα θέλει σου λέω!» είπε ο Τζέησον ενώ κουνούσε πάνω κάτω το νερό από το μουνί στην κωλοτρυπίδα της ξαδέλφης του.

Η Λίντα έπιασε τα μουνόχειλά της με τα δάχτυλά της και τα άνοιξε. Το κρύο νερό έπεσε στο καυτό μουνί της και την κλειτορίδα της. Ο Τζέησον σαδιστικά κατέβασε το νερό στα μπούτια της κόβοντας της την ευχαρίστηση που ολοένα και μεγάλωνε μέσα της. Η Λίντα βόγκηξε και προσπάθησε να κυλίσει προς τα κάτω για να ξαναπέσει το νερό πάνω στην μουνάρα της. Τι της είχαν κάνει; το ήθελε!!! το ήθελε όσο τίποτε άλλο αυτό το παγωμένο νερό στην ερεθισμένη της κλειτορίδα, στο μουνί της, παντού!!! Ήθελε όλο και πιο πολύ να την βασανίσουν, να την ταπεινώσουν, να την εξευτελίσουν!...

«πάρτο κούκλα μου...» είπε ο Τζέησον και ξαναγύρισε την μάνικα πάνω στο ορθάνοικτο από τα δάχτυλά της μουνί της. Η κοπέλα μουγκρίζοντας από την καύλα ένοιωσε το νερό να μπαίνει μέσα της, να γεμίζει το μουνί της και να τρίβει την κλειτορίδα της. Τα μπούτια της άνοιξαν διάπλατα για να διευκολύνουν το νερό που έπεφτε με ορμή στο μουνί της. Τα χέρια της είχαν πέσει παράλυτα στα πλευρά της, ενώ το κεφάλι της γύριζε δεξιά αριστερά από την κάυλα. Καθώς το νερό πλημμύριζε με ορμή την μουνάρα της. Την έβρισκε, γαμιόταν με το νερό, κόντευε να χύσει...

«Αχχχχ... Ω ωω χχχ» αναστέναξε η Λίντα καθώς ένοιωθε έναν συγκλονιστικό οργασμό να την πλησιάζει. Το κρύο νερό -έπεφτε με ορμή πάνω στην κλειτορίδα της κάνοντάς την να τρέμει σύγκορμη από την καύλα. Λίγο ακόμα και θα τελείωνε...

«Δεν θα ξεμπερδέψεις έτσι εύκολα μαζί μας μωρό μου» είπε ο Τζέησον σαρκαστικά και την ίδια στιγμή άφησε κάτω την μάνικα, ενώ ο αδελφός του έκλεινε την βρύση σταματώντας τελείως το νερό.

Η Λίντα τάχασε. Λίγο ακόμα και θα είχε τον πιο συγκλονιστικό οργασμό της ζωής της. Και της τον είχαν κόψει. Το κορμί της δεν έλεγε να ησυχάσει. Έτρεμε ολόκληρη. Τα πόδια της ήταν τεντωμένα και οι ρόγες της πονούσαν φριχτά από την καύλα. Γιατί την παίδευαν έτσι;

Ένοιωθε την ανάγκη να ησυχάσει, να ξεκουραστεί λίγο, να κοιμηθεί, να μπορέσει να συνέλθει, να ξεφύγει λίγο από τους βασανιστές της. Αλλά της το είχαν πει. Μόλις είχαν αρχίσει. Άλλωστε είχαν ώρες ακόμα μπροστά τους μέχρι η θεία της και ο θείος της να γυρίσουν σπίτι. Μέχρι τότε ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να τους ξεφύγει.

«Σήκω πάνω και πήδα.. . » την διέταξε ο Τζέησον χτυπώντας τα χέρια του κοντά στο αυτί της.

Η Λίντα τραβήχτηκε λίγο μακριά του κουνώντας το κεφάλι της απελπισμένα.

«Δεν μπορώ! Είμαι τόσο πολύ κουρασμένη!» του είπε, ενώ προσπαθούσε να απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο μακριά του.

«Σου είπα πριν ότι όταν θα σου λέω-πήδα θα το κάνεις!» φώναξε αγριεμένος ο ξάδερφος της. Και γυρνώντας στον αδελφό του που τους παρακολουθούσε χαμογελώντας, του είπε: «Μου φαίνεται ότι δεν την εκπαιδεύσαμε σωστά».

«πω! πω! ντροπή μας!» είπε ο Φρανκ κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι του.

«Νομίζω όμως ότι μετά απ’ όλα όσα έχουμε ακόμα να της κάνουμε θα μάθει να μας προσέχει καλύτερα» είπε απειλητικά ο Τζέησον.

Η Λίντα κοίταζε απελπισμένα πότε τον ένα και πότε τον άλλο προσπαθώντας να μαντέψει τι εννοούσαν.

«Γιατί μου το κάνετε αυτό; Για όνομα του θεού γιατί;» τους ρώτησε ικετευτικά ενώ τα δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια της.

Κανένας από τους δύο δεν της απάντησε. Σιωπηλοί την πλησίασαν αργά και οι δύο.

Η κοπέλα πανικοβλήθηκε, σηκώθηκε στα τέσσερα σαν ζώο και έτσι προσπάθησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να απομακρυνθεί από κοντά τους. Ο κώλος της τρεμόπαιζε έτσι καθώς έτρεχε στα τέσσερα, ενώ οι βυζάρες της σχεδόν ακουμπούσαν στο έδαφος μπροστά της. Τελικά κατόρθωσε να σηκωθεί στα δυο της πόδια και με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει άρχισε να τρέχει προς την ασφάλεια του σπιτιού.

Ο Φρανκ ατάραχος σήκωσε από κάτω μια πέτρα, σημάδεψε και της την πέταξε πετυχαίνοντας την με δύναμη στον αριστερό μηρό.

«Ααου ου!!!.. !» βόγκηξε η Λίντα, έχασε την ισορροπία της και κυλίστηκε ξανά στο έδαφος. Ανάμεσα από τα μαλλιά της που είχαν καλύψει το μέτωπό της η κοπέλα είδε με το τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της τα δυο ξαδέρφια της να την πλησιάζουν κρατώντας στα χέρια τις δερμάτινες λουρίδες των παντελονιών τους.

Εφιάλτης θα είναι, σκέφτηκε η δυστυχισμένη κοπέλα. Δεν μπορούσε να είναι αλήθεια. Δεν προλάβαινε να κάνει τίποτε για να γλιτώσει. Έκατσε στα γόνατά της και έσκυψε μπροστά κλείνοντας το κεφάλι της στα χέρια της για να προφυλαχτεί όσο καλύτερα μπορούσε.

«Όχι ξανά... όχι πάλι αυτό... σας παρακαλώ... σας ικετεύω.. .» είπε η Λίντα έτσι σκυμμένη όπως ήταν.

Όσο περισσότερο τους ικέτευε, τόσο περισσότερο ερεθίζονταν αυτοί. Το μυαλό της δεν μπορούσε να εξηγήσει τι τούς συνέβαινε. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια κατάφερε να ξανασηκωθεί και με αγωνία κοίταξε τριγύρω για να βρει ένα μέρος να καλυφτεί.

Tα δυο αγόρια ολοένα και την πλησίαζαν.

Η αναπνοή της είχε γίνει πιο γρήγορη από τον τρόμο, τα πνευμόνια της την έκαιγαν ενώ το στομάχι της νόμιζε πως είχε δεθεί κόμπος.

Ο Τζέησον χτύπησε απειλητικά την ζώνη του στον αέρα ενώ την πλησίαζε ολοένα και πιο γρήγορα. Η Λίντα σκόνταψε πάνω σε κάτι. Κοίταξε καλύτερα να δει τι ήταν. Είχε φτάσει στις τριανταφυλλιές της θείας της. Απελπισμένη προσπάθησε να κρυφτεί ανάμεσα στα κλαδιά τους, προσέχοντας να μην τσιμπηθεί από τα αγκάθια.

Ο Φρανκ έβαλε τα γέλια καθώς την πλησίαζαν.

«Τώρα πια τελείωσε. Την πάτησες ξαδερφούλα» της είπε απειλητικά, ενώ η κοπέλα έβλεπε ότι ήταν αδύνατο να κρυφτεί ολόκληρη μέσα στις τριανταφυλλιές. Το κορμί της έμενε ακάλυπτο σε διάφορα σημεία. Είχε παγιδευτεί...

Tην ίδια ώρα τα δύο αγόρια έφτασαν δίπλα της και στάθηκαν δεξιά και αριστερά της χαμογελώντας σαδιστικά και παίζοντας τις ζώνες τους στα χέρια τους.

Ο Τζέησον ήταν αυτός που πρώτος κατέβασε με δύναμη την λουρίδα και την πέτυχε στα πλευρά.

Αααχχχχ! ούρλιαξε η κοπέλα καθώς ένοιωθε το σημείο που είχε πέσει η λουρίδα να την ζεματάει. Πριν προλάβει να ξαναβρεί την ανάσα της που της είχε κοπεί από το χτύπημα, ο Φρανκ κατέβασε κι αυτός το χέρι του με ορμή και η δικιά του δερμάτινη λουρίδα την πέτυχε κάτω από το αριστερό βυζί της.

Η Λίντα άφησε να της ξεφύγει άλλη μια κραυγή κι ύστερα κατόρθωσε να ξεφύγει από τις τριανταφυλλιές κι άρχισε απελπισμένη να τρέχει. Βρέθηκε μπροστά στο φράχτη του κήπου αποκλεισμένη, ενώ τα ξαδέρφια της την πλησίασαν ξανά. Τώρα ήξερε καλά πως δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει. Μπορούσαν να της κάνουν οτιδήποτε ήθελαν χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε για να προφυλαχθεί. Ήταν τουλάχιστον αστείο να πιστέψει ότι θα τα κατάφερνε να προφυλαχθεί με τα χέρια της.

Tα δύο αγόρια την ξανάφτασαν και τώρα δεν είχε πουθενά αλλού να πάει...

Η λουρίδα του Τζέησον προσγειώθηκε με μανία στο δεξί της κωλομάγουλο αφήνοντας μια κόκκινη γραμμή στην κατάλευκη σάρκα του πισινού της. Η λουρίδα του Φρανκ σημάδεψε το άλλο της κωλομέρι και έπεσε με μεγαλύτερη φόρα.

Ούρλιαξε μ’ όλη της την δύναμη από τον πόνο και προσπάθησε να προφυλαχτεί με τα χέρια της. Ξαφνικά άρχισαν να την μαστιγώνουν αδιάκοπα, αλύπητα, παντού. Στην πλάτη, στα μπούτια, στον κώλο, παντού...

«Ααχχ!.. Ωωωχ... Μηηη! Αααχχ! Οχιιι!! Αουτςςςς! Όχι! μη! σταματήστε».

Ρυθμικά οι δερμάτινες λουρίδες έπεφταν με μανία στην κώλάρα της και τα μπούτια της, στέλνοντας κύματα καυτού πόνου αλλά μια περίεργη ευχαρίστηση σ όλο της το κορμί.

Μια παράξενη ζεστασιά είχε απλωθεί στο μουνί της καθώς ο Τζέησον και ο Φρανκ την μαστίγωναν αλύπητα. Προσπαθούσε να καταλάβει πόσο μακριά θα έφτανε αυτή η ευχαρίστηση και πόσο πόνο ακόμα μπορούσε να αντέξει.

«Μμμ!! Ααχχχχ! η Λίντα ούρλιαζε ενώ την μαστίγωναν αλύπητα. Ξαφνικά την κυρίευσε ένας περίεργος πανικός. Τα ξαδέρφια της σταμάτησαν το μαστίγωμα. Τι συνέβαινε; Απλά σταμάτησαν για να πάρουν μια ανάσα ή σχεδίαζαν καμιά καινούργια επίθεση, κανένα χειρότερο βασανιστήριο; Δεν τολμούσε να γυρίσει να τους αντικρύσει.

Ο Τζέησον την πλησίασε περισσότερο και πέρασε την δερμάτινη λουρίδα στην ραχοκοκαλιά της. Ανατρίχιασε ολόκληρη καθώς το κρύο δέρμα έφτασε χαϊδεύοντας την απαλά μέχρι την σχισμή του ξαναμμένου από το μαστίγωμα κώλου της.

«Γύρνα μωρό μου! Μ άκουσες ε; Μην το ξαναπώ! Γύρνα αμέσως. . . »

Προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίησή της από τα μάτια της η Λίντα υπάκουσε και γύρισε αργά. Ο Φρανκ ήταν αυτός που ανέλαβε πρώτος πρωτοβουλία αυτή τη φορά. Σήκωσε την λουρίδα την ακούμπησε στο αυτί της και σιγά σιγά την κατέβασε μέχρι τις μουνότριχές της. Η αίσθηση της λουρίδας που πέρασε πάνω από τα βυζιά της έκανε τα μουνόχειλά της να μισανοίξουν καυλωμένα. Ξαφνικά σήκωσε την ζώνη και την κατέβασε με ορμή πάνω στην κλειτορίδα της.

Η Λίντα νόμιζε πως ο κόσμος είχε κοπεί κομμάτια. Τα αγόρια άρχισαν πάλι να την μαστιγώνουν αυτή τη φορά στα βυζιά της, στο στομάχι της, και στο μουνί της. Προσπάθησε με τα χέρια της να προφυλάξει το μουνί της που ζεμάταγε. Υγρά μούσκεψαν τα μουνόχειλά της από την ευχαρίστηση που ένοιωθε και τον πόνο από το μαστίγωμα.

Kαι τότε ο Φρανκ και ο Τζέησον ξανασταμάτησαν.

Η Λίντα είχε απομείνει μπροστά τους ακίνητη με τα μάτια κλειστά περιμένοντας να δει τι άλλο μαρτύριο θα επινοούσε η αρρωστημένη φαντασία τους. Τι άλλο θα της έκαναν. Μέσα της ευχόταν μ όλη της την δύναμη να άνοιγε η γη να την καταπιεί για να γλυτώσει.