Ξανθιά βιτσιόζα σκλάβα (4ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Image«Θέλεις να χαράξεις τις βυζάρες της;» ακούστηκε η φωνή του Τζέησον.

Η Λίντα ανατρίχιασε, προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι της όσο γινόταν και αντίκρισε με τρόμο τα δυο ξαδέρφια της να την πλησιάζουν κρατώντας στα χέρια τους κοφτερούς σουγιάδες. Θέλησε να ουρλιάξει αλλά οι φωνητικές της χορδές είχαν παραλύσει από τον φόβο.

«Ίσως είναι καλύτερα να χαράξουμε τα αρχικά μας στον κώλο της... ξέρεις... ο καθένας σ’ ένα κωλομάγουλο!» πρότεινε ο Φρανκ.

Η Λίντα προσπάθησε να μείνει ήρεμη. Δεν ήθελε να αφήσει τον εαυτό της να φερθεί υστερικά. Δεν μπορούσαν να της το κάνουν αυτό. Η λογική έλεγε ότι δεν Θα της το έκαναν. Στο κάτω κάτω ήταν η οικογένειά της. Απλά θα θελαν να την τρομάξουν.

«Λύσε την και κράτα την ακίνητη στο έδαφος Φρανκ. Θέλω να τη χαράξω πρώτος εγώ!.» είπε ο Τζέησον και ο αδερφός του πλησίασε περισσότερο και έλυσε το σχοινί ελευθερώνοντας τα πονεμένα χέρια της Λίντας που ήταν δεμένα όλη αυτή την ώρα γύρω από τον κορμό του δέντρου. Την έπιασε με τα δυνατά του χέρια και την ξάπλωσε ανάσκελα στο έδαφος.

«Όχι! Μη! Σταματήστε! θεέ μου! Δεν φτάνουν όλα αυτά που μου κάνατε; Αφήστε με!» είπε η Λίντα που ένοιωθε σιγά σιγά την ψυχραιμία της να εξαφανίζεται. Εκείνοι απλώς γέλασαν και φρόντισαν να την ακινητοποιήσουν στο έδαφος. Ο Τζέησον σκαρφάλωσε πάνω της κι έκατσε πάνω στο στομάχι της. Η κοπέλα ένοιωσε την αναπνοή της να σβήνει από το βάρος του. Εκείνος αδιάφορος, της χαμογέλασε και έβαλε το στιλέτο απειλητικά στο λαιμό της.

«ίσως να θέλω να σε ακούσω να γρυλίζεις... ξέρεις σαν σφαγμένο γουρούνι».

Ή Λίντα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τη λεπίδα του σουγιά που σημάδευε απειλητικά το λαιμό της ακριβώς κάτω από το σαγόνι της. Τα ξαδέρφια της πρέπει να είχαν τρελαθεί! Αφού την είχαν δέσει και βιάσει με τέτοιο τρόπο, τώρα την απειλούσαν με τα στιλέτα τους!

«Οχι σε παρακαλώ...» κατόρθωσε να ψελλίσει σιγανά ενώ ένοιωθε το γυμνό κορμί της να λούζεται από κρύο ιδρώτα. Φοβόταν να κάνει την παραμικρή κίνηση καθώς ένοιωθε την λεπίδα να κινείται σαν από μόνη της απειλητικά. Ακούμπησε την λεπίδα στο μάγουλό της και αργά κατέβηκε μέχρι το λαρύγγι της. Ύστερα κατέβηκε πιο κάτω μέχρι που έκανε κύκλο γύρω από το δεξί βυζί της. Ένοιωθε απειλητικά την ελαφρά πίεση της λεπίδας πάνω στην τρυφερή της επιδερμίδα. Η πίεση έγινε ξαφνικά εντονότερη αφήνοντας πάνω στο δέρμα της μια μακριά κόκκινη γραμμή, χωρίς αίμα, που την έτσουζε όμως αφόρητα.

«Αααααχχχχχχ!» Η Λίντα ούρλιαξε μ όλη της την δύναμη καθώς το τσούξιμο την ξετρέλαινε. Θα πέθαινε αν της το έκαναν αυτό συνέχεια και οι δυο μαζί.

«Αλήθεια που το ξέρεις ότι δεν είμαστε από κείνους τους τύπους που σκοτώνουν γυναίκες για να την βρουν κι ύστερα καίνε τα πτώματα τους και τα εξαφανίζουν;» ρώτησε ο Τζέησον σταματώντας την λεπίδα πάνω στην σκουρόχρωμη επιδερμίδα γύρω από την ρόγα του βυζιού της.

«Θα μπορούσαμε άνετα να σε σφάξουμε και ύστερα με την ησυχία μας να εξαφανίσουμε το κορμί σου κάπου εδώ γύρω. Θα περνούσαν χρόνια πριν σε βρει κάποιος τυχαία και τότε σίγουρα δεν θα μπορούσαν να σε αναγνωρίσουν ούτε και να μας κάνουν εμάς τίποτε»

«Δεν θα το κάνετε!» απάντησε η κοπέλα.

«Και γιατί όχι;» της είπε γελώντας ο ξάδερφος της, χαράζοντας με την λεπίδα το δέρμα ελαφρά γύρω από την ρόγα της. Η κοπέλα έτριψε την πλάτη της στο έδαφος ανήμπορη να ξεφύγει και ούρλιαξε άλλη μια φορά από τον αφόρητο πόνο. Η φωνή της πνίγηκε από την ησυχία του δάσους. Ένοιωσε την απαίσια λεπίδα να κατευθύνεται αργά αλλά σταθερά κατευθείαν πάνω στην ρόγα της. Ο Τζέησον κοιτούσε ικανοποιημένος τον τρόμο στο πρόσωπό της και την έβρισκε καθώς ένοιωθε το κορμί της να τρέμει ανήμπορο κάτω από το. βάρος του.

«Θα πεις σε κανέναν τίποτε για όλα αυτά;» την ρώτησε σκληρά ο Τζέησον, ενώ η μύτη της λεπίδας ακούμπησε την ρόγα της.

«Οχι, όχι! τ’ ορκίζομαι!» βιάστηκε ν’ απαντήσει η κοπέλα.

«θα σου ξεφύγει τίποτε, έστω και μια λέξη στον γέρο μας ή στην γριά μας;» ακούστηκε η φωνή του Φρανκ που απολάμβανε το θέαμα όρθιος πάνω από τον ώμο του αδερφού του.

«Όχι! το υπόσχομαι!»

«Την πιστεύεις;» ρώτησε ο Τζέησον τον αδερφό του.

«Ναι, μου φαίνεται πως λέει αλήθεια» είπε σιγά ο Φρανκ ακουμπώντας καθησυχαστικά το χέρι του στον ώμο του αδερφού του.

Ο Τζέησον πίεσε την λεπίδα του σουγιά πάνω στην ρόγα της Λίντας. Σπασμοί από τον πόνο και την ευχαρίστηση τράνταξαν το κορμί της.

«ΜΗΗΗΗ! ΟΧΙΙΙΙ!» ούρλιαξε άλλη μια φορά.

Η λεπίδα δεν την είχε τρυπήσει, απλά την πίεζε και αυτό παρόλο που την πονούσε τρομερά, ταυτόχρονα άρχισε να ερεθίζεται και πάλι. Έκπληκτη από τα συναισθήματα που ξυπνούσαν μέσα της δεν ήξερε τι να κάνει. ‘Οσο πιο πολύ πίεζε την λεπίδα στην ρόγα της, τόσο πιο πολύ ερεθιζόταν. Δάγκωσε τα χείλη της για να μην αναστενάξει, ενώ ο κώλος της τρίφτηκε αργά στο έδαφος.

«της αρέσει! που να πάρει! την βρίσκει σου λέω!» είπε ο Τζέησον καθώς είδε το πρόσωπο της ξαδέρφης του να κοκκινίζει από ευχαρίστηση. Έκλεισε τα μάτια της και δάγκωσε τα χείλη της. Ο Τζέησον σταμάτησε για λίγο και μετά ξανάρχισε να πιέζει την λεπίδα• πάνω στην ρόγα της, ενώ άπλωσε και το άλλο του χέρι και της τσίμπησε με μανία και την άλλη ρόγα.

Η Λίντα έσφιξε τα μπούτια της μεταξύ τους, τρεμούλιασε λίγο κι ύστερα ένοιωσε το κορμί της να τραντάζεται άγρια καθώς ένας φανταστικός οργασμός ξέσπασε στο μουνί της και την συντάραξε ολόκληρη.

«Ωωωχχχχ!» μούγκρισε καυλωμένη η Λίντα ενώ προσπαθούσε να συνέρθει από τον οργασμό της.

«Εντάξει, δεν πρόκειται να μιλήσει σε κανέναν η χαμούρα, έτσι δεν είναι μωρό μου;» είπε ο Φρανκ και σκύβοντας βούτηξε με τα δάχτυλά του τα μακριά ξανθιά μαλλιά της και τα τράβηξε με μανία σηκώνοντας το κεφάλι της από το έδαφος βίαια.

Η Λίντα ένοιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα από τον καινούργιο αφόρητο πόνο.

«Όχι! Όχι! το υπόσχομαι! το υπόσχομαι!...»

«Εντάξει άστη δεν πρόκειται να μιλήσει! Ας την ντύσουμε και γραμμή πίσω στο σπίτι. Και κάτι ακόμα μωρό μου. Όταν θα σε ξανά-χρειαστούμε να τσακιστείς να έρθεις αμέσως όπου σου πούμε γιατί αλλιώς ειλικρινά θα το μετανιώσεις», είπε ο Φρανκ.

«Ναι, γρήγορα... αμέσως... σαν καλό υπάκουο σκυλάκι...» είπε ο Τζέησον και σηκώθηκε από πάνω της.

«Ναι... Εντάξει θα κάνω ότι μου πείτε...» συμφώνησε βιαστικά η Λίντα καθώς σηκωνόταν όρθια. Ένοιωθε τα ξεραμένα χύσια του Φρανκ και του Τζέησον στα μουνόχειλα της και τον κώλο της.

«Να θυμάσαι Λίντα ότι έτσι και δεν κρατήσεις κλειδωμένο το στόμα σου θα σε κάνω να το πληρώσεις πολύ άσχημα. Μην το ξεχνάς αυτό» της είπε απειλητικά ο Τζέησον ενώ έκλεισε το σουγιά και τον έβαλε στην κωλότσεπη του παντελονιού του.

Η Λίντα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και φόρεσε το φόρεμά της μόνο, κατάσαρκα, μιας και το σουτιέν και την κιλότα της τα μοιράστηκαν τα ξαδέρφια της σαν τρόπαια και τα έκρυψαν στις τσέπες τους.

Η Λίντα άρχισε να σκαρφαλώνει την πλαγιά ενώ ο Φρανκ πίσω της την βοηθούσε σπρώχνοντας την από τα κωλομέρια. Κάνα δυο φορές ο Φρανκ έχωσε το χέρι του κάτω από το φόρεμά της καθώς ανέβαιναν την πλαγιά της ρεματιάς και βούτηξε με τα δάχτυλά του το μουσκεμένο γυμνό μουνί της γελώντας ικανοποιημένος καθώς η Λίντα έχανε τον βηματισμό της. Τελικά ανέβηκαν την ρεματιά και πλησίασαν πάλι πίσω στο σπίτι. Λίγο πριν φτάσουν ο Φρανκ της έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά.

«Να θυμάσαι, ούτε λέξη! θα ανέβεις στο δωμάτιό σου από την πίσω πόρτα και θα πλυθείς μέχρι να καθαριστείς τελείως Έχεις γίνει κώλος. Και μην ξεχνάς ούτε μια λέξη!» της είπε και πλησιάζοντας το στόμα του την δάγκωσε λαίμαργα στο σβέρκο.

Η Λίντα έτρεξε μακριά τους για να μπει από την πίσω πόρτα του σπιτιού. Τα φώτα ήταν αναμμένα στην διώροφη κατοικία. Οι θείοι της είχαν γυρίσει. Η θεία της θα ετοίμαζε τώρα το δείπνο ενώ ο θείος της θα διάβαζε ήσυχος την εφημερίδα του. ‘Όλα ήταν όπως έπρεπε, εκτός από τα παιδιά τους που είχαν γίνει δαίμονες σωστοί, σκέφτηκε η Λίντα.

Η κοπέλα κατάφερε να μπει στο σπίτι χωρίς να την πάρουν είδηση και γρήγορα ανέβηκε στο δωμάτιό της. Κλείδωσε την πόρτα πίσω της και έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της χτυπώντας &απελπισμένα με τα χέρια της το στρώμα και ξεσπώντας σε ασυγκράτητα αναφιλητά.

Τι είχε γίνει; τι της είχαν κάνει; πριν λίγες ώρες ήταν παρθένα και τώρα είχε γαμηθεί όχι με έναν αλλά με δύο άντρες. Και το χειρότερο ήταν ότι οι άντρες αυτοί ήταν τα ίδια της τα ξαδέρφια. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά της άρεσε κιόλας . Τι κοιμισμένα ένστικτα είχαν ξυπνήσει μέσα της;

Tην είχαν βιάσει, την είχαν γαμήσει, την είχαν μαστιγώσει και κείνη τα είχε ευχαριστηθεί όσο τίποτε άλλο στην ζωή της.

Σιγά σιγά ηρέμησε, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια της αλλά δεν μπορούσε να διώξει τις σκέψεις από το μυαλό της. Ο Φρανκ να την δαγκώνει, ο Τζέησον να την γαμάει, να της χώνουν το μαχαίρι στο μουνί, να της χώνουν τους πελώριους πούτσους τους και κείνη να την βρίσκει μ’ όλα αυτά.

‘Ήταν τόσο πολύ διεφθαρμένη, τόσο αυτοκαταστροφική; ‘Έτσι φαινόταν. ‘Όσο περισσότερο την βασάνιζαν και την πονούσαν τόσο περισσότερο την έβρισκε και τόσο πιο έντονα ερεθιζόταν.

«θεέ μου βοήθησε με. . .» μουρμούρισε απελπισμένη. Κι όμως της άρεσε που τριβόταν το κορμί της ολόγυμνο πάνω στο δέντρο που την είχαν δέσει. Της άρεσε το μαστίγωμα από την δερμάτινη λουρίδα που της είχε κατακοκκινίσει τον πισινό. Τα ξαδέρφια της τελικά είχαν ξυπνήσει μέσα της φοβερά αισθήματα πάθους και ηδονής ανάμικτα με πόνο που ούτε καν υποψιαζόταν την ύπαρξή τους.

Κι όμως ακόμα και τώρα έτσι που καθόταν μόνη της ξαπλωμένη στο κρεβάτι συνειδητοποιούσε ότι ήθελε να της ξανασυμβούν όλα αυτά και μάλιστα όσο πιο σύντομα γινόταν.

Το δείπνο εκείνο το βράδυ πέρασε σιωπηλά. Η Λίντα την περισσότερη ώρα είχε χαμηλωμένα τα μάτια της στο πιάτο της.

Είχε δικαιολογήσει την σιωπή της λέγοντας ότι δεν ένοιωθε και πολύ καλά, εξαιτίας ενός πονοκεφάλου. Ο Τζέησον και ο Φρανκ απέναντί τους κρυφογελούσαν μεταξύ τους.

Οι επόμενες δύο μέρες πέρασαν ήσυχα. Τα αγόρια είχαν πάρα πολύ δουλειά στα χωράφια με τον πατέρα τους και θείο της, κι έτσι η Λίντα περνούσε ήρεμα βοηθώντας τη θεία της στις δουλειές του σπιτιού. Οι άντρες γύρναγαν ξεθεωμένοι από την κούραση αργά το βράδυ, έτρωγαν και πήγαιναν κατευθείαν για ύπνο.

Η Λίντα αναρωτιόταν πόσο θα κράταγε αυτή η ηρεμία. Έπρεπε ίσως να ευχαριστεί την καλή της τύχη που γύρναγαν τόσο κουρασμένοι που δεν σκέφτονταν καν να της κάνουν οτιδήποτε. ‘Άλλες τέσσερις μέρες έμεναν και θα γύριζε πίσω στο Λος ‘Άντζελες και στην ασφάλεια μακριά από τα ξαδέρφια της και όλα αυτά που της έκαναν.

Tην επόμενη μέρα το πρωί όμως ξαφνιάστηκε μόλις άκουσε ενώ έτρωγαν πρωινό, ότι ο θείος της με την θεία της θα έλειπαν όλη μέρα γιατί θα κατέβαιναν στην πόλη για ψώνια.

«θα περάσεις μια χαρά αγάπη μου εδώ», της είπε η θεία της. «τα αγόρια θα είναι εδώ για να σου κρατήσουν συντροφιά, κι αν δεις και αργούμε, ζέστανε κάτι στον φούρνο να φας. ‘Έχουν μείνει ένα σωρό φαγητά από χτες στο ψυγείο.» και λέγοντας αυτά μπήκε στο αυτοκίνητο δίπλα στον θείο και ξεκίνησαν. Η Λίντα ήθελε να τρέξει πίσω τους να τους παρακαλέσει να την πάρουν μαζί τους, να μην την αφήσουν μόνη της με τα ξαδέρφια της αλλά με ποια δικαιολογία, τι θα τους έλεγε; Έμεινε καρφωμένη στη θέση της και τους παρακολουθούσε που απομακρύνονταν μέχρι που χάθηκαν αφήνοντας πίσω τους ένα μακρύ συννεφάκι σκόνης.

Η Λίντα άρχισε να βηματίζει αργά για να γυρίσει στο σπίτι. Τα ξαδέρφια της δεν φαινόντουσαν πουθενά αλλά ήξερε πολύ καλά ότι ήταν κάπου εκεί γύρω

Ξαναθυμήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί πριν τρεις μέρες και ανατρίχιασε σύγκορμη. Ένοιωσε την σάρκα της να ανάβει. Θεέ μου, τι μεγάλο πούτσο που είχαν και σι δύο...

Ξαφνικά δύο σκιές φάνηκαν μπροστά της. Σήκωσε το κεφάλι της και τους είδε να στέφονται μπροστά της κλείνοντας της τον δρόμο της χαμογελούσαν και οι δυο. Ήξερε καλά τι ήθελαν. Δεν χρειαζόταν να πει ούτε λέξη.

«Πηγαίνω μέσα, μπορώ να περάσω;» τους είπε χωρίς να πιστεύει ούτε στιγμή ότι ήταν δυνατόν να την αφήσουν να βρεθεί στην ασφάλεια του σπιτιού.

«‘Όχι δεν θα περάσεις γλύκα...» είπε ο Φρανκ.

«Γιατί;» τόλμησε να ρωτήσει.

«Μου φαίνεται πως αυτή η μικρή έχει ανάγκη από πούτσο για να συνέλθει. Ξέχασες ότι συμφώνησες να κάνεις ότι σου λέμε χωρίς να φέρνεις αντιρρήσεις; Μην το ξεχνάς. όταν θα σου λέμε κάτι, θα το κάνεις αστραπιαία! της είπε απειλητικά ο Τζέησον.

Η Λίντα χαμήλωσε τα μάτια της ντροπιασμένη. Είχε γίνει η ιδιωτική τους πουτάνα. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ντροπή.

«Λοιπόν, θα έρθεις μαζί μας κάτω στο υπόγειο. ‘Έτσι θα ξέρουμε κι αν τυχόν γυρίσουν πιο γρήγορα οι γονείς μας», της είπε ο Φρανκ ενώ της άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο και παραμέρισε για να περάσει εκείνη πρώτη.

«Ναι, καλή ιδέα. ‘Έλα πουτανάκι, έλα καυτή μου μουνάρα. ‘Έλα να δεις τι σου ‘χουμε ‘δω κάτω» συμφώνησε και ο Τζέησον.

Η κοπέλα ανήμπορη να αντιδράσει πήγε στην πόρτα και άρχισαν κι οι τρεις να κατεβαίνουν στο υπόγειο κελάρι από την παλιά ξύλινη σκάλα που έτριζε από το βάρος τους, ενώ πηχτό σκοτάδι τους κάλυπτε.

Ο Φρανκ άπλωσε το χέρι του, γύρισε έναν διακόπτη και μια κίτρινη λάμπα άναψε σκορπώντας το αδύναμο φως της ολόγυρα.

‘Έκανε κρύο κι είχε υγρασία στο κελάρι και μια βαρεία μυρωδιά κλεισούρας πλανιόταν στον αέρα.

Ο Τζέησον κατέβηκε τελευταίος αφού πρώτα έκλεισε καλά πίσω του την πόρτα και κλείδωσε.

«Βγάλε τα ρούχα σου» την διέταξε ο Φρανκ.

Η Λίντα τρέμοντας από την ταραχή της και την υγρασία ξεκούμπωσε αργά το πουκάμισό της και το βγάλε όπως την είχαν διατάξει. Η αίσθηση των ελεύθερων χωρίς σουτιέν βυζιών της της άρεσε. Αμέσως τα μάτια και των δυο ξαδέρφων της έπεσαν πάνω στις ολόγυμνες βυζάρες της με τις σκουρόχρωμες ρόγες, που είχαν αρχίσει να σκληραίνουν από μόνες τους.

«Μμμ πράγματι έχει θαυμάσια βυζιά. Ειδικά μάλιστα όταν τα περιποιούμαι με τα δάχτυλα μου» μουρμούρισε ο Τζέησον τρίβοντας ανυπόμονα τα χέρια του.

«και φανταστική κωλάρα επίσης. Θυμάμαι τι ωραία που την κουνούσε την ώρα που την ξέσκιζα με την ψωλάρα μου!» συμπλήρωσε ο Φρανκ ενώ χάιδεψε με την παλάμη του τον πούτσο του που είχε αρχίσει να καυλώνει μέσα στο παντελόνι του.

Η Λίντα με τα δάχτυλά της που είχαν παγώσει από την υγρασία κατέβασε αργά το σορτσάκι της και το ‘βγάλε. ‘Έτσι είχε κάνει ότι της είχαν ζητήσει. Είχε γδυθεί εντελώς και τώρα στεκόταν έτσι ολόγυμνη μπροστά τους, καλύπτοντας με τα χέρια της το μουνάκι της.

Ο Τζέησον πήγε σε ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο το άνοιξε και τράβηξε από μέσα κάτι που έμοιαζε με σωλήνα σε σχήμα σταυρού. ‘Ύστερα έβγαλε μια σειρά αλυσίδες διαφόρων μεγεθών και τις έδωσε στον αδερφό του. Τα δύο αδέρφια δούλευαν γρήγορα. Κρέμασαν την σταυρωτή σωλήνα με ένα τσιγκέλι από τον σωλήνα της Θέρμανσης που περνούσε από τ ταβάνι του υπόγειου και την στερέωσαν καλά.

Η Λίντα τους κοίταγε αμίλητη ενώ αναρωτιόταν που τα είχαν βρει όλα αυτά και μάλιστα τα είχαν κρύψει χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι οι γονείς του.

«‘Έλα δω» της είπε ο Τζέησον.

Η Λίντα ένοιωθε μια περίεργη ταραχή. Ακόμα και χωρίς να ξέρει τι ακριβώς θα της έκαναν, η κρεμασμένη πάνω απ’ το κεφάλι της σταυρωτή σωλήνα και οι αλυσίδες, της έλεγαν αρκετά για να νοιώθει γλυκιές ανατριχίλες σ’ όλο της το κορμί. Ο Τζέησον με μια αλυσίδα έδεσε καλύτερα την σωλήνα πάνω απ το κεφάλι της και την σιγούρεψε έτσι ώστε να μην κουνάει. Καθώς η κοπέλα τον πλησίασε, ο Τζέησον με την αλυσίδα κατέβασε την σταυρωτή σωλήνα στο ύψος του κεφαλιού της.

«Γύρνα με την πλάτη» την διέταξε.

Η Λίντα δίστασε για μια στιγμή. Τότε ο Φρανκ πλησίασε γρήγορα και την χαστούκισε με το χέρι του άγρια. Το χαστούκι είχε τόση δύναμη που η Λίντα έχασε την ισορροπία της και παραπάτησε ενώ ο λαιμός της κόντεψε να φύγει απ’ την θέση του. Δάκρυα φάνηκαν αμέσως στα μάτια της απ τον πόνο και έπιασε τα μάγουλά της και με τα δυο της χέρια για να προφυλαχτεί. ‘Όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν ώρα για τέτοια. Αν καθυστερούσε λίγο ακόμη θα την χτυπούσαν πιο δυνατά. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της έκανε ότι της είχανε πει.

«Ξάπλωσε και σήκωσε τα μπούτια σου! Διάπλατα! Ακούς; Έλα μπράβο... είπα ξάπλωσε κι ανοιχτά! Δεν είσαι πια παρθένα για να ντρέπεσαι. Μπρος λοιπόν!»

Η Λίντα υπάκουσε ξανά, φοβούμενη μήπως την ξαναχτυπήσουν. Το κρύο τσιμέντο του δαπέδου που ακούμπησε την πλάτη της την έκανε να ανατριχιάσει. Ο Ο Τζέησον πήρε στα χέρια του τα πόδια της που τα σήκωσε με τα χέρια του. Πέρασε στους αστραγάλους της κάτι μεταλλικούς χαλκάδες και με τις αλυσίδες έδεσε τους χαλκάδες στην μεταλλική σταυρωτή μπάρα.

Η Λίντα πόνεσε καθώς ο Τζέησον έκλεισε τους χαλκάδες που της στένευαν τους αστραγάλους. Μετά έκαναν το ίδιο και στους καρπούς των χεριών της. Πέρασαν δηλαδή και κει χαλκάδες και με αλυσίδες έδεσαν και τα χέρια της στην μεταλλική μπάρα που κρεμόταν από το ταβάνι. ‘Ύστερα χαμογελώντας, ο Τζέησον τράβηξε την αλυσίδα που είχε δέσει στην σωλήνα και σήκωσε την σωλήνα ψηλά προς το ταβάνι. Η Λίντα βρέθηκε στον αέρα να κρέμεται από τους αστραγάλους και τους καρπούς της κρεμασμένη στην μεταλλική. σταυρωτή σωλήνα.

Η κοπέλα νόμιζε πως οι μηροί της και οι ώμοι της θα ξεκόλλαγαν από το βάρος του σώματός της.

Ο ξάδερφος της πίσω-πάτησε και θαύμασε το έργο του.

«Υπέροχα, μόνο που μου φαίνεται πως χρειάζεται λίγη βοήθεια ακόμα για να το ευχαριστηθεί περισσότερο.. .» είπε ο Τζέησον και πηγαίνοντας ξανά στη κασέλα τράβηξε από μέσα δυο πολύχρωμους αδύνατους κυλίνδρους. ‘Όταν την πλησίασε η Λίντα γούρλωσε τα μάτια της από τρόμο. Ο ξάδερφος της κρατούσε στα χέρια του δυο μικρά πυροτεχνήματα!