Ξανθιά βιτσιόζα σκλάβα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
«Μα... Που με τραβολογάτε;» ρώτησε διστακτικά η Λίντα Μπράουν καθώς ακολουθούσε προς το γειτονικό δάσος τα δυο της ανήλικα ξαδέρφια.

Tο πυκνό δάσος σιγά σιγά κύκλωνε με τα θεόρατα δέντρα του και τους πυκνούς καταπράσινους θάμνους του τα δυο αγόρια και την ψηλή ξανθιά κοπέλα με τα υπέροχα στητά στήθεια που τέντωναν απειλητικά το φόρεμά της.

Γελώντας κι οι τρεις έτρεχαν παραμερίζοντας τα κλαδιά που τους έκοβαν το δρόμο και πατούσαν πάνω στο σκεπασμένο από πευκοβελόνες νωπό χώμα.

Hταν μεσημέρι ακόμα αλλά το φως όλο και λιγόστευε, καθώς τα πυκνά καταπράσινα κλαδιά δεν άφηναν τις αχτίδες του ήλιου να περάσουν και να φτάσουν ως κάτω στη γη.

«Ελα, έλα Λίντα!» γέλασε ο Τζέησον καθώς άνοιξε δρόμο ανάμεσα στα φυτά με τα χέρια του.

«Ελα, λίγο ακόμα και φτάσαμε.»

«Αλήθεια σου λέει Λίντα, μόνο λίγο έμεινε και φτάσαμε. Δεν θες να δεις το μυστικό ρυάκι;» συμπλήρωσε ο Φρανκ ο άλλος ξάδερφός της, ο μικρότερος, και της χαμογέλασε παράξενα.

«ναι, εντάξει αυτό θέλω να το δω» συμφώνησε η κοπέλα τραβώντας τα μάτια της από το επίφοβο βλέμμα του Φρανκ. Πραγματικά, ένοιωθε πολύ περίεργη να δει αυτό το περίφημο «μυστικό ρυάκι».Της το είχαν περιγράψει τόσες φορές και η ιδέα την είχε συναρπάσει. Θα ήτανε σίγουρα κάτι ξεχωριστό, κάτι μαγευτικά όμορφο, δεν θα έμοιαζε με τίποτε από όσα είχε δει μέχρι τώρα στην άχαρη ζωή της στο απρόσωπο Λος Άντζελες. Αλλά από την ώρα που απομακρύνθηκαν οι τρεις τους από το ράντζο της θείας της που την φιλοξενούσαν και χάθηκαν μέσα σ’ αυτό το αδιαπέραστο δάσος, είχε αρχίσει να νοιώθει παράξενα ανήσυχη.

Tο ράντζο ήταν κοντά στην μικρή πόλη Ήστόιλ κάπου στην Βόρεια καλιφόρνια και ήταν κτισμένο στην έξοδο της πόλης και ακριβώς πάνω στην αρχή του τεράστιου δάσους.

Tα ξαδέρφια της ήταν κι οι δυο πιο μικροί απ’ αυτήν. Ο Φρανκ ήταν ένας γεροδεμένος 18άρης με φαρδείς ώμους, καθώς ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της περιοχής, και είχε πυκνά καστανά μαλλιά που ήταν πάντα ανακατεμένα. Ο αδερφός του ο Τζέησον ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος αλλά το ίδιο ψηλός και γεροδεμένος, μόνο που είχε ξανθά μαλλιά και λίγα νεανικά σπυράκια στο παιδικό σχεδόν πρόσωπό του.

«Λίγο ακόμα ξαδερφούλα» είπε χαρούμενα ο Φρανκ, αλλά η Λίντα πίστευε πως τώρα πια είχαν χαθεί εντελώς, καθώς δεν μπορούσε να διακρίνει τα αόρατα μονοπάτια που ακολουθούσαν. Προσπαθούσε να μην αφήσει να φανεί ο φόβος της, αλλά ήταν έτοιμη να ζητήσει να γυρίσουν πίσω.

Ξαφνικά ο Τζέησον εξαφανίστηκε σε μια απότομη κλίση του εδάφους και ακούστηκαν ήχοι από ξερόκλαδα που σπάζουν, καθώς για λίγο συνέχιζε να πέφτει προς τα κάτω. Ο Φρανκ άφοβα κουτρουβάλησε και κείνος προς τα κάτω και τώρα της φώναζαν και οι δύο μαζί να τους ακολουθήσει.

Η Λίντα σκεφτόταν πόσο θα μπορούσε να χτυπήσει αν τους ακολουθούσε. Ευχόταν να μπορούσε να το αποφύγει αλλά εκεί μέσα στο δάσος δεν είχε που αλλού να πάει. Θα χανόταν σίγουρα. Κι αν ήταν παγίδα για να την ξεμοναχιάσουν; Η ιδέα αυτή της καρφώθηκε στο μυαλό. Σοκαρισμένη έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει ικανοποιημένα σ αυτή την παράλογη σκέψη. Άκου να την απαγάγουν ,τα δυο της ξαδέρφια, δύο ανήλικα μαθητούδια, δεν θα είμαστε καλά! σκέφτηκε πάλι μόνη της.

Αποφάσισε να κατέβει και κείνη αμέσως. Προσπάθησε να πιαστεί με τα χέρια της από τα βρεγμένα φύλλα που όμως γρήγορα γλίστρησαν και έτσι άγαρμπα άρχισε να κουτρουβαλάει και κείνη προς το πάτο αυτής της κρυμμένης ρεματιάς, ενώ το βαμβακερό φόρεμά της τριβόταν στο χώμα και στα πεσμένα φύλλα.

Tελικά έφτασε και κείνη κάτω στην ρεματιά ενώ στο μυαλό της τώρα ξανάρχονταν τα λόγια που τόσες φορές της είχε πει η μητέρας της:

«Εάν σε πιάσω να τριγυρνάς με τίποτε αλήτες πριν γίνεις είκοσι ενός χρονών, να το ξέρεις ότι θα σε πετάξω έξω από το σπίτι. Αλίμονό σου φουκαριάρα μου! Νάτο θυμάσαι πάντα. Όλοι οι άντρες θέλουν μονάχα ένα πράγμα από σένα Λίντα! και όταν το πάρουν θα σε πετάξουν σαν σκουπίδι!»

Tα προειδοποιητικά λόγια της μητέρας της χτυπούσαν σαν σφυριά στο ταραγμένο μυαλό της. Αλήθεια, ίσως να ήταν αυτή η αιτία που την έστειλε αυτό το καλοκαίρι στα ξαδέρφια της που έμεναν σ αυτήν την ερημιά που δεν υπήρχε σχεδόν ψυχή. Πού να ξέρε η μητέρα της ότι τα ξαδέρφια της ήταν τώρα πια δύο μαντραχαλάδες που κοιτούσαν ξελιγωμένα απ’ το πρωί ως τΟ βράδυ το κορμί της Λίντας.

πραγματικά τους είχε πιάσει αρκετές φορές, μια βδομάδα τώρα που είχε έρθει, να ρίχνουν κλεφτές ματιές όποτε μπορούσαν πάνω από τους ώμους της για να πάρουν μάτι τα στητά βυζιά της που τέντωναν απειλητικά τα πουκάμισά της.

Tο φόρεμά της καθώς κατρακυλούσε προς τα κάτω σηκώθηκε αρκετές φορές ψηλά πάνω από τα γόνατά της αφήνοντας να φανούν τα μακριά καλλίγραμμα μπούτια της.

«Εντάξει, την έπιασα!» είπε χαρούμενα ο Τζέησον μόλις έφτασε η Λίντα κάτω στο πάτο της ρεματιάς. Η βλάστηση εδώ κάτω ήταν ακόμα πιο πυκνή και επικρατούσε απόλυτη ησυχία, ενώ ακόμα και το φως έφτανε λιγοστό μέχρι εδώ. Ο Τζέησον την έπιασε σφιχτά από το χέρι και δεν έλεγε να την αφήσει.

«Αλήθεια ξαδερφούλα, είσαι ακόμη παρθένα;» ρώτησε ξαφνικά ο Τζέησον.

Η ερώτηση την έκανε πραγματικά να αναπηδήσει. Απόμεινε να τον κοιτάζει άφωνη προσπαθώντας να πιστέψει ότι δεν την είχαν γελάσει τα αυτιά της.Τα μάτια της γούρλωσαν όμως μόλις είδε τον ξάδερφό της να ξεκουμπώνει αργά αργά το φερμουάρ του παντελονιού του.

«Ει τι κάνεις εκεί;» φώναξε έκπληκτη η Λίντα, ενώ μπορούσε να νοιώσει μια παράξενη αναστάτωση ανάμεσα στα σκέλια της. Χωρίς να μπορεί να κάνει οτιδήποτε για να το σταματήσει, το μουνάκι της είχε μουσκέψει!

«Τι λες αδερφέ, θα συνεργαστεί μαζί μας η όμορφη ξαδερφούλα μας;»

«πρέπει, βλέπω μάλιστα πως έχει και ένα θαυμάσιο καυτό στόμα. ‘Όλα τα κορίτσια από το Λος ‘Άντζελες ξέρεις κάνουν απίθανα κόλπα και ‘δω πάνω, όλα αυτά μέχρι τώρα τα διαβάζαμε μόνο σε περιοδικά. Μάλλον ήρθε η ώρα τώρα να τα δοκιμάσουμε και στην πράξη!...»

«‘Όχι, όχι, μα τι είναι αυτά που λέτε;»Τους φώναξε έντρομη η Λίντα. Προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά τους, στραβοπάτησε και έχασε την ισορροπία της. Σωριάστηκε κάτω ενώ σκεφτόταν ότι τελικά οι χειρότεροι φόβοι της κινδύνευαν τώρα να αποδειχτούν πραγματικότητα.

«Μη μου κάνετε τίποτε. Σας παρακαλώ! Δεν θέλω! ‘Όχι! »

«Όχι...»Τους παρακάλεσε και με γρήγορες κινήσεις σηκώθηκε από κάτω, ξέφυγε από τα δυο αγόρια και τρέχοντας έφτασε στην απότομη πλαγιά της ρεματιάς. Προσπάθησε απεγνωσμένα να σκαρφαλώσει στην γλιστερή πλαγιά. Ο πανικός την είχε κυριεύσει και δεν μπορούσε να ξεφύγει.Τα γόνατά της γρατσουνίστηκαν πάνω στα βράχια και το φόρεμά της λερώθηκε με λάσπες.

Tα μικρά φυτά που προσπαθούσε να αρπάξει για να σκαρφαλώσει υποχώρησαν από το βάρος της και έτσι κύλησε πάλι κάτω στο χώμα ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε.

Ο Τζέησον την πλησίασε κι έτσι όπως ήταν μπρούμυτα ξαπλωμένη στο έδαφος, την έπιασε με τα δυνατά χέρια του την σήκωσε στον αέρα και την κόλλησε πάνω του ακινητοποιώντας την.

Η Λίντα, μπορούσε να νοιώσει τώρα τον πούτσο του ξαδέρφου της να μεγαλώνει και να της πιέζει τα κωλομέρια καθώς την έσφιγγε πάνω του.

Ω θεέ μου! σκέφτηκε η κοπέλα, πρέπει να ‘χει ένα τεράστιο πράμα μέσα στο μπλου τζην του.Το νοιώθω μακρύ και χοντρό!

«Μμμμ! ‘Έτσι μπράβο να είσαι φρόνιμο κορίτσι!

να ξερες πόσο καιρό περίμενα αυτή τη στιγμή!»Της είπε ο Τζέησον καθώς την έσφιγγε πάνω του.

Η αίσθηση του ζεστού κορμιού της πάνω στο δικό του τον είχε αναστατώσει. Με το στόμα του της παραμέρισε τα μακριά ξανθά μαλλιά της και την δάγκωσε απαλά στο σβέρκο. Η γλώσσα του υγρή και καυτή της έγλειφε το λαιμό.

Η Λίντα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να τον αποφύγει.Τα δάχτυλά του την πονούσαν καθώς την έσφιγγαν πάρα πολύ δυνατά.

«‘Έλα και συ κοντά μας Φρανκ! ‘Έλα να δεις πόσο καυτή είναι η γαμημένη η ξαδερφούλα μας», είπε ο Τζέησον στον αδερφό του.

«‘Όχι, μη μ’ αγγίζετε! Σταματήστε! Άφησε με!» ούρλιαζε η Λίντα ενώ κοίταξε με γουρλωμένα μάτια των Φρανκ που την πλησίαζε απειλητικά. Ο ξάδερφός της πέρασε την παλάμη του από τα χείλια του νευρικά, προσπαθώντας να βρει θάρρος να την αγγίξει.

Tης χαμογέλασε αμήχανα, αλλά η Λίντα νόμιζε πως το χαμόγελό του έμοιαζε με κείνο του λύκου όταν βρεθεί μόνος του με το ανήμπορο ν’ αντιδράσει θήραμά του.

Ο Φρανκ άπλωσε το χέρι του που γλίστρησε κάτω από το βαμβακερό φόρεμα της Λίντας και τ’ άφησε να φτάσει μέχρι ψηλά στα βυζιά της που ασφυκτιούσαν μέσα στο σουτιέν της.Το νεαρό αγόρι της χάιδεψε νευρικά τα βυζιά και η Λίντα χωρίς να το θέλει ένοιωσε να μουσκεύει χαμηλά, ανάμεσα στα κάτασπρα μπούτια της. «Μμμ! Είναι πράγματι καυτή! Η σάρκα της ζεματάει Τζέησον!» είπε ο Φρανκ καθώς κατέβαζε το χέρι του αργά στη γυμνή σάρκα της κοιλιάς της, μέχρι που τα δάχτυλά του συνάντησαν την δαντελένια κιλότα της και την ίδια στιγμή ένα σχεδόν ηλίθιο χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλια του..

‘Άφησε τα δάχτυλά του να χαϊδέψουν την απαλή δαντέλα που ήταν τόσο λεπτή, ώστε μπορούσε να νοιώσει τις μεταξένιες τριχούλες του μουνιού της που τώρα πια είχε μουσκέψει ολότελα.

καθώς τα δάχτυλά του έφθασαν στην υγρή σχισμή του μουνιού της και πίεσαν ελαφρά το απαλό ύφασμα πάνω της, η ξανθιά κοπέλα ένοιωσε ηδονικά ρίγη να ανεβαίνουν απ’ το μουνί της σ’ όλη της την πλάτη και μέχρι το λαιμό της, κάνοντάς την να ανατριχιάσει χωρίς να το θέλει.

«Βρεγμένη είσαι δω κάτω ξαδερφούλα;» ρώτησε ο Φρανκ χαμογελώντας.

«πω πω! Αλήθεια σου λέω Τζέησον είναι μουσκεμένη. Λες και περίμενε όλη της τη ζωή αυτό το άγγιγμα!» είπε ο ξάδερφός της και άφησε ένα του δάχτυλο να τρίψει την πρησμένη κλειτορίδα της ξαδέλφης τους!

Η Λίντα ένοιωσε τα γόνατά της να λύνονται, ενώ από τις γλυκές ανατριχίλες που συντάραζαν το κορμί της αναγκάστηκε για να ηρεμίσει να γείρει το κεφάλι της προς τα πίσω, τόσο που ακούμπησε στον ώμο του άλλου της ξαδέρφου που την κρατούσε σφιχτά από τα μπράτσα για να μην τολμήσει να το σκάσει. Δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό που της συνέβαινε. Προσπαθούσε να αγνοήσει την καυτή ευχαρίστηση που ολοένα κυρίευε το κορμί της, αλλά δεν τα κατάφερνε.

Αργά αργά, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει ο κώλος της, άρχισε να τρίβεται πάνω στο σκληρό εξόγκωμα του πούτσου που φούσκωνε το παντελόνι του Τζέησον πίσω της. «Αμάν τι μουνί καυτό είναι τούτο εδώ!» φώναξε σ Φρανκ καθώς τώρα χούφτωνε ξεδιάντροπα όλη τη μουσκεμένη μουνάρα της Λίντας. Δύο του δάχτυλα πέρασαν κάτω από το δαντελένιο βρακάκι της και της έτριψαν την κλειτορίδα.

Η Λίντα κόντευε πια να χάσει εντελώς το μυαλό της.Το αγριεμένο πρόσωπο της μητέρας της ερχόταν στην φαντασία της και την μάλωνε αυστηρά. Αμέσως όμως μετά φανταζόταν τα δύο της ξαδέρφια να την γαμάνε και κόντεψε να λιποθυμήσει από στην πρωτόγνωρη κάβλα. Ο Φρανκ πασάλειψε όλα τα δάχτυλα του χεριού του με τα χύσια του μουνιού της Λίντας.

Ύστερα με μια απότομη κίνηση έβγαλε το χέρι του από το μουνί της και της το βαλε στο στόμα και στην μύτη. Η Λίντα θέλοντας και μη μύρισε τους χυμούς του ίδιου της του μουνιού! πράγματι είχαν δίκιο.Το χέρι του Φρανκ ήταν μούσκεμα! πρώτη της φορά έβλεπε τόσους χυμούς στο μουνί της.Τι της συνέβαινε άραγε; Έστριψε το κεφάλι της για να αποφύγει το χέρι του. Ο Φρανκ κατέβασε το χέρι του κι άρχισε να της βγάζει την κιλότα αργά αργά.

Η Λίντα τραβήχτηκε προς τα πίσω για να τον αποφύγει, και κόλλησε με δύναμη τα κωλομέρια της πάνω στο πρησμένο τεράστιο καβλί του Τζέησον που στεκόταν πίσω της ατάραχος.

«Ξέρεις κάτι Φρανκ; Η ξαδερφούλα μας θέλει να ξεφύγει από το χέρι σου και να καρφωθεί στον πούτσο μου. Ολοένα μου τρίβεται!»

«Αλήθεια; Ε τότε να της χώσω κάνα δυο δάχτυλα στην μουνάρα της να το φχαριστηθεί. Στο χουν ξανακάνει αυτό ξαδερφούλα; Σ έχουν ξαναγαμήσει ποτέ με δάχτυλο; Ξέρω βέβαια ότι θα προτιμούσες να ‘χωνες στην μουνάρα σου ένα χοντρό καυτό καυλί, έτσι δεν είναι; Λοιπόν για να δούμε αν χώσουμε δυο δάχτυλα μαζί δεν θα & αρέσει περισσότερο;

Η Λίντα κουνήθηκε απεγνωσμένα για να ξεφύγει από το σφίξιμο του Τζέησον αλλά δεν τα κατάφερε.Την είχαν στριμώξει για τα καλά και δεν μπορούσε να σκεφτεί πως θα τα κατάφερνε να ξεφύγει.

Ο Φρανκ ξανάπλωσε το χέρι του στο μουνί της που έσταζε από την κάβλα.Της χάιδεψε την απαλή καυτή σάρκα των μπουτιών της, ενώ ταυτόχρονα από πίσω της ο Τζέησον έσπρωχνε τον καβλωμένο πούτσο του πάνω στα καυτά της κωλομέρια.

Η Λίντα είχε κοκκινίσει από την ντροπή πού ένοιωθε.Τότε ο Φρανκ της χούφτωσε με την παλάμη του τα ροδαλά της μουνόχειλα και γλίστρησε μέσα στην μουσκεμένη της μουνότρυπα τα δυο του δάχτυλα. Η κοπέλα ένοιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν από την κάβλα και κόντεψε να σωριαστεί στο έδαφος.

«Μη! Σταμάτα! Όχι!» μπόρεσε να ψελλίσει η Λίντα. Ο Φρανκ τράβηξε τα δάχτυλά του από το μουνάκι της και άρχισε να της ανεβάζει το φόρεμα για να της το βγάλει. Ο Τζέησον την άφησε μια στιγμή για να καταφέρει ο αδερφός του να•της περάσει το φόρεμα πάνω από τους ώμους της και να της το βγάλει τελείως.

Tην στιγμή αυτήν ακριβώς η Λίντα κατάλαβε ότι δεν την κρατούσε κανένας από τους δύο. Αρπάζοντας την ευκαιρία τινάχτηκε σαν αγρίμι κι άρχισε να τρέχει στην ρεματιά ουρλιάζοντας:

«Βοήθεια! θεέ μου, ας με βοηθήσει κάποιος. Ε, εε!! Δεν μ’ ακούει κανείς; ΒΟΗθΕίΑΛΑΛ!!»

«πιάστηνε την παλιοβρόμα!» φώναξε ο Φρανκ που είχε απομείνει με το φόρεμα της Λίντας στα χέρια του και ξεχύθηκαν κι οι δυο τους μαζί ξοπίσω της.

Η Λίντα έφτασε στην απέναντι πλαγιά της ρεματιάς και με υπεράνθρωπες προσπάθειες άρχισε να σκαρφαλώνει με χέρια και πόδια.

Tα ξανθιά μακριά μαλλιά της είχαν μπερδευτεί και το σουτιέν της τριβόταν πάνω στο λασπωμένο χώμα καθώς προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να σκαρφαλώσει στην απότομη πλαγιά της ρεματιάς.

«Γρήγορα Τζέησον! πρέπει να την πιάσουμε που να πάρει ο διάολος! ‘Έτσι και ξεφύγει τη γαμήσαμε! θα πει στους γονείς μας τι συνέβη και τότε τη βάψαμε για τα καλά. Γρήγορα πιάστη» φώναζε ο Φρανκ τρέχοντας κι αυτός πίσω της.

Η Λίντα άκουγε καθαρά το θόρυβο που έκανε ο ξάδερφός της καθώς σκαρφάλωνε πίσω της κυνηγώντας την.Το χώμα ήταν βρεγμένο και γλιστρούσε. Προσπάθησε να αρπαχτεί από κάτι ρίζες που εξείχαν, αλλά από το βάρος της αυτές κόπηκαν και η Λίντα ένοιωσε να γλιστράει λίγο προς τα κάτω. ‘Ένα χέρι γράπωσε τον γυμνό αστράγαλό της και την τράβηξε.Την είχαν προλάβει!...

«ΜΗ! ΟΧί!» φώναξε απελπισμένη η κοπέλα.

«Νόμιζες πως θα το σκάσεις έ; και θα γλίτωνες μόνο με λίγο χούφτωμα; τώρα θα δεις!»

«‘Όχι... μη μου κάνετε τίποτα... σας παρακαλώ...» προσπάθησε να τον κάνει να την λυπηθεί αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ο Τζέησον είχε βουτήξει τώρα με το χέρι του γερά τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της και την τραβούσε δυνατά προς τα κάτω. Δάκρυα πόνου φάνηκαν στα μάτια της.

«Ααααχχχ!» ούρλιαζε η Λίντα.

«Βγάλε τον σκασμό παλιογαμημένο πουτανάκι!»

Η κοπέλα πάγωσε. Πώς την είχε πει ο ξάδερφός της; Έκπληκτη γύρισε προς το μέρος του αλλά δεν πρόλαβε να διαμαρτυρηθεί. Ο Τζέησον είχε σηκώσει το άλλο του χέρι στον αέρα και χωρίς κανένα δισταγμό κατέβασε την ανοικτή παλάμη του με δύναμη πάνω στο μάγουλό της.

«Ωωωχχ!» πρόλαβε να φωνάξει η Λίντα πριν ο ξάδερφός της της δώσει άλλο ένα πιο δυνατό χαστούκι. Άστρα έλαμψαν στο μυαλό της και χάνοντας την ισορροπία της άρχισε να κουτρουβαλάει γρήγορα προς τα κάτω.

«Φερ’ την εδώ κάτω και θα την περιποιηθούμε όπως της αξίζει. Θέλω να δω πόσο καλό γαμήσι κάνει η ξαδερφούλα μας.Τι λες Τζέησον είναι πράγματι παρθένα; ‘Έτσι δεν μας είπε; Για να δούμε!» άκουσε τον Φρανκ να λέει ενώ ο Τζέησον την ξαναβούτηξε από τα μαλλιά κι άρχισε να την τραβάει πίσω εκεί που ήταν ο αδερφός του.

«Λοιπόν δεν ξέρω αν είναι παρθένα, αλλά σκοπεύω να το μάθω και γρήγορα μάλιστα»... είπε ο Τζέησον.

«Αλήθεια... σας λέω αλήθεια... Είμαι.... » ψέλλισε η Λίντα.

Tα δύο αδέρφια κοιτάχτηκαν πονηρά.

«Ξέρεις δεν γουστάρω τελικά να λερώσω τον πούτσο μου με τίποτα αίματα! Γι’ αυτό έχω μια ιδέα!» είπε ο Τζέησον και βάζοντας το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του τράβηξε έξω έναν πελώριο σουγιά για πολλές χρήσεις.

«Αυτό μου το ‘χει δώσει ο πατέρας Φρανκ.Το είχε όταν υπηρετούσε στο ναυτικό. Ξέρεις οι ναύτες το χρησιμοποιούσαν παντού...»

καθώς άνοιξε τον σουγιά, τα μάτια της Λίντας καρφώθηκαν με τρόμο στη μεγάλη ατσάλινη λεπίδα.Τι θα της έκανε μ’ αυτό το απαίσιο πράγμα; θεέ μου, πώς μπλέχτηκα έτσι; σκέφθηκε με απόγνωση η ξανθιά κοπέλα. «Ξέρεις ε; μ’ αυτό μπορείς να κόψεις ακόμα και τρίχα, αλλά επίσης μπορείς να ράψεις κάτι ή να φας με τη λάμα κουτάλι, ακόμα και να ψαρέψεις αν θέλεις. Αλλά για να της βγάλουμε κι ότι άλλο φοράει πρώτα!» είπε ο Τζέησον, ενώ έπαιζε στα χέρια του τον σουγιά!

Ο Φρανκ την κράτησε τώρα ακίνητη, ενώ ο Τζέησον πλησίασε και με το σουγιά έκοψε τα λάστιχα του σουτιέν της, ελευθερώνοντας τα στητά βυζιά της που τρεμοπαίξανε. Η κοπέλα τρομαγμένη βρέθηκε έτσι μισόγυμνη.

«ΜΗ! κατόρθωσε να φωνάξει και οπισθοχώρησε μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε πίσω σε κάποιο κορμό δέντρου. Σταύρωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της προσπαθώντας να κρύψει τη γύμνια της από τα αχόρταγα βλέμματα των δύο αγοριών. Ο Τζέησον άπλωσε το χέρι του στο μικροσκοπικό κυλοτάκι της κι άρχισε αργά να το κατεβάζει. Η Λίντα έτρεμε από τον πανικό και το φόβο της, και δεν βρήκε κουράγιο να αντιδράσει καθώς ο Τζέησον της έβγαζε την κιλότα.

«πω! πω! τι κορμάρα είναι αυτή ξαδερφούλα;»

«πόσο πολύ θέλω να χώσω την ψωλάρα μου στο μουσκεμένο μουνάκι της!» συμπλήρωσε και ο Φρανκ που κοίταζε ξελιγωμένος την ολόγυμνη ξαδέλφη του. ο Τζέησον πλησίασε απειλητικά το σουγιά του στο πρόσωπο της Λίντας και με βραχνή φωνή την πρόσταξε:

«πέσε στα τέσσερα! ‘Έλα, μπρος γονάτισε. Στα τέσσερα είπα! Δείξε μας τι καλή σκυλίτσα που είσαι!»

Η κοπέλα κατατρομαγμένη, υπάκουσε και αργά αργά γονάτισε στο μουσκεμένο γρασίδι όπως την είχε διατάξει ο ξάδερφός της.

Tριγύρω επικρατούσε μια περίεργη ησυχία που έσπαζε μόνο από τις φωνούλες των πουλιών που αμέριμνα φτεροκοπούσαν κάπου κοντά τους κρυμμένα στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων. Η Λίντα σκέφτηκε ότι εδώ πέρα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί κανείς για να την ακούσει και να την βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσει από τα ξαδέρφια της θα ήταν να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Ένοιωθε φοβερή ντροπή, έτσι ολόγυμνη καθώς στεκόταν γονατισμένη μπροστά τους. Ένοιωθε τα βλέμματα τους να τρέχουν αχόρταγα πάνω στα πιο απόκρυφα σημεία του νεανικού κορμιού της.Τα βυζιά της κρεμόντουσαν ολοστρόγγυλα και σφιχτά μπροστά της και προσπαθούσε όσο ήταν δυνατόν να κρατάει κλειστά τα μπούτια της για να καλύπτεται το αφράτο μουνί της.

Ο Τζέησον πλησίασε με το σουγιά στα χέρια και της τον ακούμπησε στον γυμνό της ώμο. Πίεσε λίγο περισσότερο το σουγιά στην κατάλευκη επιδερμίδα της και κούνησε το χέρι του αργά προς τα κάτω.

Μια μικρή κόκκινη γραμμή από αίμα παρουσιάστηκε πίσω από την πορεία του σουγιά ενώ η Λίντα έβαλε τις φωνές πανικόβλητη.

«Ααααχχ! ΜΗ! ΜΕ πΟΝΑΣ! ΜΕ πΟΝΑΣ! Γιατί μου το κάνεις αυτό; Σταμάτα!»

«Δεν υπάρχει γιατί! Είναι πολύ απλό. Γιατί έτσι μ’ αρέσει!»Της απάντησε μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο ο ξάδερφός της.

«Σε παρακαλώ, σταμάτα! πάρε αυτό τΟ πράγμα μακριά μου! Μη, με πονάς!»Τον ικέτευσε η Λίντα.

«Βγάλε το σκασμό και κάνε ακριβώς ότι σου λέμε για να μην πάθεις τίποτε! συμπλήρωσε ο Φρανκ.»

«Τι...Τι θα μου κάνετε;»Τον ρώτησε ενώ τα μάτια της σηκώθηκαν από το έδαφος που ήταν καρφωμένα για να τον κοιτάξει. Είδε αμέσως το μεγάλο εξόγκωμα που φούσκωνε μπροστά στο παντελόνι του.

«Δεν θα ρωτάς τίποτε. Μόνο θα υπακούς!» είπε ξανά ο Φρανκ. Η κοπέλα ένοιωσε τον τρόμο να της παραλύει το κορμί.Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος από το φόβο. Άκουσε τα βήματα του Φρανκ δίπλα της• την πλησίαζε κι αυτός. Η βαριά ανάσα του ακουγόταν τώρα πολύ κοντά της, αλλά η Λίντα δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι για να τον δει.

«Άνοιξε τα μπουτάκια σου Λίντα» ακούστηκε η βαριά φωνή του, καθώς ο Φρανκ γονάτισε πίσω της.

Η κοπέλα αισθάνθηκε απαίσια, ήθελε να πεθάνει, να εξαφανιστεί, να λιώσει, αλλά ήξερε ότι όλα αυτά ήταν όνειρα μόνο. Αργά αργά, φοβισμένη άφησε τα πόδια της να ξεσφιχτούν και να ανοίξουν λίγο.

Η ροδαλή επιδερμίδα των μουνόχειλών της, άρχισε να φαίνεται ανάμεσα στα μπούτια της που άνοιγαν αργά αργά μπρος στα γουρλωμένα μάτια του ξαδέρφου της. Και να φανταστείς ότι η μητέρα μου μ’ έστειλε εδώ πέρα για μεγαλύτερη ασφάλεια, σκέφτηκε πικρόχολα η κοπέλα...