Με την αδερφή μου τη Μαρία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.50 (1 Vote)
Το e-mail μου είναι το:

Ήμασταν τέσσερα αδέρφια με την Μαρία να είναι η μικρότερη όλων μας. Οπότε, καταλαβαίνετε πως όλοι την προσέχαμε σαν τα μάτια μας. Με τη Μαρία, λόγω του ότι ήμασταν και πιο κοντά στην ηλικία, είχαμε περισσότερη επαφή σε σχέση με τον Δημήτρη και τον Κώστα που μας περνούσαν περίπου μια δεκαετία.

Εννοείται πως ποτέ δεν είχα δει ερωτικά την αδερφή μου, αλλά με το που μπήκαμε στην εφηβεία άρχισα να βλέπω διαφορετικά τη Μαρία. Στα 18 της ήταν ήδη απίστευτα όμορφη κι έδειχνε πως με τα χρόνια, θα έκανε απίστευτη θραύση. Έτσι, δεν την άφηνα λεπτό από τα μάτια μου. Έτσι, μικροκαμωμένη που ήταν, με το ξανθό μαλλάκι της, τα στητά βυζάκια της και τα πράσινα μάτια της, σου έκοβε την ανάσα και ως μεγαλύτερος αδερφός την πρόσεχα, αλλά και απομάκρυνα όσους της την έπεφταν εντελώς άγαρμπα και ηλίθια.

Πάντως, ήταν κάποιες στιγμές (ιδιαίτερα όταν φορούσε κολάν που ήταν και τα αγαπημένα της και διαγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια τα στρινγκάκια της) που έπιανα τον εαυτό μου να επικεντρώνεται στο κωλαράκι της Μαρίας. Μάλιστα, όταν άρχισα να καυλώνω κάθε φορά που κοιτούσα την αδερφή μου, άρχισα να φέρομαι εντελώς μαλακισμένα. Κι εκεί που ήμασταν μια χαρά, ξαφνικά απομακρύνθηκα από κοντά της λόγω των ενοχών που ένιωθα.

Έπειτα από λίγο διάστημα η Μαρία το κατάλαβε αυτό και ένα βράδυ που ήμασταν μόνοι στο σπίτι, αφού όλοι οι υπόλοιποι είχαν βγει έξω, ήρθε κοντά μου. Είχα ξαπλώσει στον καναπέ και χάζευα στην τηλεόραση. Στο σπίτι έκανε αφόρητη ζέστη και ήμουν μόνο με μια βερμούδα. Η αδερφή μου φορούσε μόνο ένα φανελάκι κι ένα αρκετά κοντό μποξεράκι. Πήρε φόρα και έπεσε επάνω μου, λέγοντάς μου:

-    «Τι γίνεται με σένα; Είσαι καψουράκος με κάποια άλλη και δεν θες να βλέπεις την αδερφούλα σου;»

-    «Φύγε από ‘δω, ρε χαζό και άσε με να δω τον αγώνα».

-    «Α, ναι;» Μου απάντησε θυμωμένα και πήγε μπροστά από την τηλεόραση κρύβοντας την οθόνη. «Τώρα όμως δεν μπορείς να δεις», μου είπε μουτρωμένα και σταύρωσε τα χέρια της.

-    «Μαρία, σήκω και φύγε από μπροστά μου, γιατί κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει!», της είπα σε έντονο ύφος. «Αλλιώς…»

-    «Αλλιώς, τι; Μας απειλείς κιόλας;». Ανταπάντησε, κοκκινίζοντας από θυμό.

Πετάχτηκα από τον καναπέ και πήγα κοντά της.

-    «Μικρό, εξαφανίσου από μπροστά μου γιατί κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει».

-    «Άντε ρε μαλάκα!», τσίριξε και κάνοντας να φύγει, της έριξα ένα χαστούκι φωνάζοντάς της πως αυτό ήταν για να μάθει να μη βρίζει.

Η Μαρία που δεν περίμενε ποτέ τέτοια κίνηση από μέρους μου, πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο της. Για λίγα λεπτά κάθισα και σκεφτόμουν το σκηνικό, οπότε μετά από λίγο πήγα στο κρεβάτι της να κλαίει.

-    «Να μπω;» Την ρώτησα, χωρίς να περιμένω βέβαια να ακούσω το «ναι» που περίμενε. Όμως, η μικρή μου έκανε νόημα να πάω κοντά της.

Κάθισα δίπλα της και την πήρα αγκαλιά, με τη Μαρία να ακουμπάει το κεφάλι της στα πόδια μου.

-    «Με συγχωρείς», της είπα και άρχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά. «Αφού ξέρεις πόσο σε αγαπάω, γιατί μου σπας τα νεύρα;».

Η Μαρία σηκώθηκε, με κοίταξε και τότε πως μου ήρθε, της έδωσα ένα φιλί στο στόμα. Η αδερφή μου «πάγωσε» και με κοίταξε απορημένη.

-    «Γιατί το έκανες αυτό;» Την άκουσα να μου λέει.

-    «Έτσι, τι θες δηλαδή να σου πω; Ότι σε βλέπω και σκέφτομαι διάφορα για την αδερφή μου; Άσε με ήσυχο, είναι καλύτερα και για τους δυο μας», της είπα βλέποντας πως η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο, ενώ ο πούτσος μου άρχισε να σηκώνεται.

Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από τη Μαρία, που μου είπε:

-    «Καλά ρε Χριστόφορε, με την αδερφή σου καυλώνεις; Νομίζω πως αυτό δεν κάνει».

-    «Έλα που κάνει», της είπα και την ξαναφίλησα.

Μάλιστα, αυτή τη φορά φιλιόμασταν γι’ αρκετή ώρα, ενώ αρχίσαμε να χαϊδευόμαστε. Ήταν προφανές πως μας άρεσε αυτό που γινόταν. Άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό, ενώ πέρασα τα χέρια μου κάτω από το φανελάκι της και έπαιζα με τα βυζάκια της.

-    «Στάσου!», μου λέει, «μην δυσκολεύεσαι…» κι έβγαλε το ρούχο της.

Οι ρώγες της είχαν ερεθιστεί και αμέσως έσκυψα και ξεκίνησα να της πιπιλάω. Ήταν απίστευτο που μου συνέβαινε. Έβαζα χέρι στην αδερφή μου, αλλά όχι μόνο δεν ένιωθα ενοχές μα καύλωνα απίστευτα.
Έβγαλα τη βερμούδα και της είπα:

-    «Για να δω τώρα, πόσο πολύ αγαπάς τον αδερφό σου…», και της έσπρωξα το κεφάλι στον πούτσο μου.

Τον έπιασε με το ένα χέρι και μόνο που έβλεπα τα νυχάκια της που ήταν βαμμένα κόκκινα (απίστευτα πρόστυχη εικόνα), ήθελα να τελειώσω στη στιγμή. Την ίδια στιγμή με το άλλο χέρι της μου χάιδευε τον κώλο και άρχισε να μου παίρνει πίπα.

Τα χείλη της ήταν ζεστά και όση ώρα τον είχα μέσα στο στόμα της, κόντευα να τρελαθώ. Η Μαρία παιδευόταν να πάρει τον πούτσο μου όλον μέσα στο στόμα της. Έβγαζε κάτι ακατάληπτα βογκητά, ενώ εγώ την έπιανα από τα μαλλιά και την έσπρωχνα με δύναμη. Δάκρυσε ελαφρώς και τότε βγήκε, φωνάζοντάς μου:

-    «Σιγά ρε αδερφούλη, θα μας πνίξεις».

-    «Τι έγινε, Μαρία; Κάνεις και τη δύσκολη;» Της απάντησα. «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις!»

Τη γύρισα μπρούμυτα στο κρεβάτι. Της κατέβασα το μποξεράκι και έμεινε μόνο με το λευκό στρινγκ που φορούσε. Δεν πίστευα στα μάτια μου και πιστέψτε με, όσοι έχουν δει εφηβικά κωλαράκια, ξέρουν πόσο ερεθιστικό είναι το θέαμα.

Τότε τρώει ένα χαστούκι στο δεξί κωλομέρι. Μάλλον την αιφνιδίασα, αλλά πλέον ήταν αργά. Άρχισα να «παίζω» με το εσώρουχό της και σιγά-σιγά κατέβηκα στο μουνάκι της. Ήταν γεμάτο υγρά και μόλις της έβαλα το πρώτο δάχτυλο, την άκουσα να μου λέει:

-    «Ναι, μην σταματάς. Μ’ έχεις κάνει χάλια».

Έπαιξα αρκετή ώρα με την τρυπούλα της, ενώ έπειτα της είπα να γυρίσει και αρχίσαμε το «69». Της έσκισα το στρινγκ κι έχωνα τη γλώσσα μου όσο πιο βαθιά μπορούσα, ενώ κι εκείνη τον έπαιρνε όλον μέσα στο στόμα της. Που και που της έδινα φιλιά στο κωλαράκι της, όμως περισσότερο με ενδιέφερε το μουνάκι της.

Δεν άντεξα άλλο και την έβαλα να ξαπλώσει. Της άνοιξα τα πόδια και μπήκα μέσα της. Γραπώθηκε επάνω μου, φωνάζοντάς μου:

-    «Τι μου κάνεις ρε Χριστόφορε. Έτσι, γάμα την αδερφούλα σου. Γάμα την όσο πιο δυνατά μπορείς».

Ήταν τόσο υγρή και το μουνί της έκανε απίστευτο θόρυβο. Τη γαμούσα με μανία. Σε μια δόση τη γύρισα στα τέσσερα, αλλά την πόνεσε η στάση κι επειδή δεν ήθελα να κάνω κακό στο Μαράκι μου, ήρθα από πάνω της. Την κοίταξα στα μάτια και τη

-    «Αναλογίζεσαι τι κάνουμε;»

-    «Ναι», μου απάντησε. «Γαμάς την αδερφούλα σου, επειδή σε καυλώνει και θες να τη χύσεις».

Σειρά μου να ξαπλώσω και την άφησα να με καβαλήσει. Χτυπιόταν σαν τρελή, ενώ εγώ της πιπίλιζα τα δάχτυλα που μου έχωσε στο στόμα.

-    «Χύνω μωρό μου», φώναξε τη στιγμή που ήρθε σε οργασμό.

Ένιωθα πως το τέλος πλησίαζε και για μένα. Την έβαλα και έσκυψε. Άρχισε να μου την παίζει, ενώ που και που τον έγλειφε. Κατέβηκε πάλι στα αρχίδια, με τα οποία ασχολήθηκε αρκετή ώρα. Είχαν πρηστεί παρά πολύ και μετά άρχισε να μου γλείφει τον κώλο. Με το που ένιωσα τη γλώσσα της εκεί, δεν άντεξα.

Άρχισα να χύνω σαν τρελός. Το σπέρμα μου πετάχτηκε με δύναμη στο προσωπάκι της. Τα μισά πρόλαβε να τα καταπιεί και μετά τα άφησε να στάξουν από το στόμα της. Η πουτάνα, με κοιτούσε μες στα μάτια όταν τα έφτυνε και με έκανε να ξαναχύσω από την ηδονή.

Αρχίσαμε να γελάμε. Δεν νιώθαμε καμία ενοχή. Ξέραμε πως κάναμε κάτι που άρεσε και στους δύο. Ήταν η αρχή μιας παράνομης, αλλά απίστευτα ερεθιστικής σχέσης. Όταν επέστρεψαν οι γονείς με τα αδέρφια μας στο σπίτι, μας βρήκαν να κοιμόμαστε αγκαλίτσα στον καναπέ. Ήρθε η μάνα μας και μας ψιθύρισε:

-    «Άντε πιτσουνάκια, στα κρεβάτια σας…»

Και που να ‘ξερε…!!!