Με δυο δεκαεπτάχρονα. Η πρώτη τους φορά

Δημοσιεύθηκε από logotexnis
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Διαβάζοντας κατά καιρούς τις ερωτικές ιστορίες του site πάντα έλεγα από μέσα μου. Μάγκες αυτά που περιγράφετε δεν λένε τίποτα. Έτσι και καθίσω εγώ και σας γράψω τη δική μου ιστορία, θα πάθετε την πλάκα σας.

Και να που το αποφάσισα. Με Λένε (ας πούμε) Ντίνο. Το περιστατικό που θα σας διηγηθώ συνέβη πριν από είκοσι χρόνια κι ήμουνα ακριβώς σαράντα χρονών. Λεπτός ψηλός και γαλανομάτης. Το αντικείμενο του πόθου μου, η μικρή Γιώτα, κόρη του πρώτου εξαδέλφου, ένα φιγουρίνι δεκαεπτά ετών. Πολλές φορές, η μοίρα είναι αυτή που σου προγραμματίζει τις κινήσεις σου και στην πιο απίθανη στιγμή, προκύπτουν πράγματα ανείπωτα.

Έτυχε να βρίσκομαι στο σπίτι του πρώτου μου εξαδέλφου πάνω που ετοιμάζονταν να βγούνε σε ταβέρνα με τον αδελφικό του φίλο και κουμπάρο για να γιορτάσουν κάποια επέτειο. Με κάλεσε κι εμένα. Δεν ήθελα και πολύ να πω το ναι και ακολούθησα. Δεν ξέρω που βρήκα το θάρρος απόψε κι έκανα αυτό που μήνες κλωθογύριζα στο μυαλό μου όταν βρισκόμουνα μαζί της. Εκμεταλλεύτηκα το στενό χώρο της ταβέρνας με τις παλιές ψάθινες καρέκλες και στριμώχτηκα δίπλα στο Γιωτάκι. Στην αρχή τυχαία και μετά επίτηδες. Στην αρχή το πόδι μου ήταν τέλεια ενωμένο με το δικό της κι ανεβοκατέβαινε δήθεν αμήχανα παρασύροντας την φουστίτσα της που αγκάλιαζε τα τέλεια ποδαράκια της.

Η μικρή το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή όταν με κοίταξε με ένα ηδονικό βλέμμα για μια μόνο στιγμή. Η αμηχανία της την οδήγησε να ρουφήξει σχεδόν απανωτά τρία κιόλας ποτήρια ρετσίνας παροτρύνοντας και τη φίλη της τη Χαρούλα, (κόρη των κουμπάρων στα δεκαεπτά κι αυτή) να κάνει το ίδιο ικετεύοντας τη, αφού κάθε τόσο έγερνε στο αυτί της και την παρακαλούσε σχεδόν «φιλώντας» την Η αφεντιά μου από δίπλα που παρατηρούσε κι ανέλυε κάθε κίνηση ετούτη τη βραδιά, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Πέρασα το δεξί μου χέρι κάτω από το τραπέζι και σε κλάσματα δευτερολέπτου αγκάλιαζα αυτά τα υπέροχα πόδια που έσταζαν κιόλας από τους καρπούς της ηδονής. Το μικρό έχει παραδοθεί παντελώς. Όταν μετά από λίγα λεπτά ακουμπούσα το βρακάκι της, είχε γίνει κατακόκκινη, όχι όμως από ντροπή αλλά από ανείπωτη καύλα.

Στην πρώτη επαφή με το μουνάκι της, κατάπιε μονορούφι ένα ποτήρι και πρόσφερε άλλο ένα στη φίλη της. Σίγουρα η θέση μας δεν βόλευε για πολλά αλλά όταν τα δυο δάκτυλά μου κατάφεραν να χαϊδεύουν μέσα από το βρακάκι της και παλινδρομικά να ερεθίζουν την κλειτορίδα της, η μικρή κόντεψε να λιποθυμήσει. Οι δικοί της θορυβήθηκαν αλλά ήταν όμως βαθειά νυχτωμένοι. Πρότειναν μάλιστα να πληρώσουμε και να φύγουμε αλλά εδώ ήταν που κέρδισα ένα ατράνταχτο ατού που θα με έφερνε πιο κοντά στον σκοπό μου. Πρότεινα να θυσιαστώ εγώ και να πάρω τα κορίτσια για να τα πάω στο σπίτι για να μη γίνει μια μικρή αδιαθεσία της μικρής, η αιτία να χαλάσει το τραπέζι αυτό που έκανε σχεδόν ένα χρόνο να προγραμματιστεί και να πραγματοποιηθεί. Ο Ξάδελφος το βρήκε βολικό ως λύση και σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε στο αυτοκίνητο εγώ, η Γιώτα κι η Χαρούλα η φιλεναδίτσα της.

Το αυτοκίνητο πήγαινε με όσο πιο μικρή ταχύτητα γινόταν, γιατί δεν ήθελα με τίποτα να τελειώσει αυτή η διαδρομή. Έπρεπε όμως να βρω και κάτι να πω αν ήθελα η υπόθεση να έχει θετικά αποτελέσματα. Η καύλα μου είχε φτάσει σε αφάνταστο σημείο αφού ένοιωθα πως έφτανε ένα απλό άγγιγμα και θα έχυνα ατελείωτα. Επέλεξα ως διαδρομή τον ερημικό δρόμο που περνά από το στρατιωτικό αεροδρόμιο. Η μικρή μου ανηψούλα σαν να της έβαλε ο θεός τα λόγια στο στόμα της, έκανε την παρατήρηση.

-    Καλά γιατί ήρθες από εδώ; Μπας κι έχεις κάτι άλλο στο νου σου;

Αυτό ήταν για μένα. Αρπάχτηκα από αυτή τη φράση κι ύστερα κάθε μου λέξη που έλεγα, είχε κι ένα σεξουαλικό υπονοούμενο. Η μικρή φορούσε ένα κατάλευκο πουκαμισάκι που ανάμεσα από τα κουμπιά του όμως έβλεπες δυο βυζάκια να το πιέζουν προς τα έξω συνεχώς σαν να ‘θελαν να απελευθερωθούν. Τότε ήταν που τάχα μου πως τη μάλωνα και τις είπα δήθεν αυστηρά.

-    Άσε τις βλακείες και κουμπώσου. Το στήθος σου κοντεύει να βγει έξω.

-    Και τι σε πειράζει απαντά. Δεν θα ‘θελες να δεις το στήθος μιας δεκαεπτάχρονης;

-    Γιώτα σοβαρέψου, πετάγεται το αστεράκι από το πίσω κάθισμα.

-    Α κατάλαβα, η φίλη μου ζηλεύει. Ε τότε δείξε εσύ τα δικά σου κάλλη…

και με μια αστραπιαία κίνηση γυρνά προς τα πίσω και με μιας της τραβά το μικροσκοπικό μπουστάκι που φορούσε η Χαρούλα και της το έβγαλε κι εγώ που φρόντισα εν τω μεταξύ να σταματήσω το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, είδα μπροστά μου δυο υπέροχα στητά βυζάκια που όμοια τους από τότε δεν ξανάδα ποτέ. Η ανηψούλα φανερά ξαναμμένη τόσο από το ποτό όσο κι από την ολοφάνερα πια ηδονή, μάλλον έκανε ότι μπορούσε για να νοιώσει απόψε για πρώτη φορά στη ζωή της τον οργασμό. Με ύφος δασκαλίστικο και με τις φράσεις να βγαίνουν σχεδόν συλλαβιστά λέει στη Χαρούλα.

-    Λοιπόν Χαρούλα απόψε λέω να κάνουμε στο θείο μου ένα μεγάλο δώρο…

κι όπως μίλαγε είχε εντοπίσει το κουμπί που έκανε την πλάτη του καθίσματος του συνοδηγού, να γύρει προς τα πίσω.

-    Κοίταξε τον κακομοίρη, λιώνει για μας. Έτσι δεν είναι θειούλη μου; Με μια συμφωνία όμως. Θα τον αφήσουμε να μας χαδέψει όπου θέλει κι εμείς θα του πάρουμε μια πίπα. Πέρα από αυτό όμως τίποτα, έτσι θειούλη;

Η Χαρούλα ήταν ως συνήθως αποσβολωμένη.

-    Έλα μωρή ξεκόλλα που δε θες…

και με μια κίνηση την έριξε ξάπλα στο πίσω κάθισμα.

-    Εγώ όμως θέλω εσένα, ψέλλισα.

-    Καλά κάνε ότι θες, μόνο μην αργείς δεν αντέχω, θα λιώσω.

Η Χαρούλα ανασηκώθηκε στη θέση της κι εγώ από τη θέση του οδηγού έγειρα στο ανοιχτό κάθισμα που ήταν ξαπλωμένη η ανηψούλα μου και σε χρόνο μηδέν έχω στο στόμα μου ένα μουσκεμένο μουνάκι να το γλείφω και να το γαμώ με τη γλώσσα μου.

-    Θειούλη μου τι μου κάνεις, θέλω να ουρλιάξω.

-    Ουρλιαξε, της λέω, δεν μας ακούει κανείς.

Η Χαρούλα είχε μείνει για λίγο να κρύβει με τις παλάμες τα βυζάκια της αλλά εγώ πολύ γρήγορα με το δεξί μου χέρι της άνοιξα τα πόδια της και χούφτωνα απλόχερα το μουνάκι της. Μόλις της έκανα νόημα να βγάλει το εσώρουχό της δεν άργησε καθόλου να το κάνει. Έτσι όπως ήτανε γυμνούλι πια, σήκωσε και λύγισε τα πόδια της ακουμπώντας τα πάνω στο κάθισμα. Χωρίς να χάσω καθόλου την επαφή μου με τη Γιώτα που τώρα της είχα δυο δάχτυλα μέσα στο μουνάκι της, πήρα το χέρι της Χαρούλας και το οδήγησα πάνω από το μουνάκι της και με τις κινήσεις μου κατάλαβε πως την παρότρυνα να χαϊδεύει από μόνη την τρυπούλα της.

Μετά από μισό λεπτό το έκανε με τόσο πάθος που κι εδώ έχω να πω πως και στις καλύτερες τσόντες που έχω δει, έτσι δεν το κάνουν. Μέσα στο αυτοκίνητο γινόταν το έλα να δεις. Η Γιώτα ούτε που ξέρω πόσες φορές είχε χύσει. Τα ματάκια της έδειχναν ν’ αλληθωρίζουν. Πρόλαβα να της ψιθυρίσω παραπονιάρικα πως έχω κι εγώ σειρά. Αλλάξαμε θέση βγαίνοντας από το αυτοκίνητο και ξάπλωσα εγώ στο ανοιχτό κάθισμα του συνοδηγού κι αυτή στη θέση του οδηγού. Είχα ήδη βγάλει το παντελόνι και το εσώρουχο, πριν μπω. Η Γιώτα έμεινε κάγκελο μόλις με είδε.

-    Θειούλη μου τι ωραίο εργαλείο έχεις; μου είπε. Χαρούλα για έλα να ευχαριστήσουμε το θειούλη μου για το δώρο που μας έκανε…

κι αμέσως η μικρή Χαρούλα ξεδιπλώθηκε σε χρόνο μηδέν και βρέθηκε να έχει το καυλί μου στο στόμα της. Όσο αδέξια κι αν πεις πως ήταν, αυτή τη στιγμή θα την θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Μόλις το Γιωτάκι έβαλε τα δακτυλάκια της κάτω από τ’ αρχίδια μου και μου τα χάιδεψε, δεν πρόλαβα να κάνω ούτε κιχ. Ένα παρατεταμένο «χύνω» ξεστόμισα και το μουτράκι της Χαρούλας γέμισε ζουμιά. Η Χαρούλα απομακρύνθηκε και προσπαθούσε να σκουπιστεί με το χαρτί τουαλέτας που τράβηξα από το ντουλαπάκι. Ίσα που σκουπίστηκα λίγο κι εγώ και η καλή μου ανηψούλα μου λέει παθιάρικα.

-    Εγώ το χρέος μου δεν το ‘βγαλα…

και συνεχίζει μια θεϊκή πίπα που για αυτήν έχω να πω πως ποτέ στη ζωή μου ξανά η πούτσα μου δεν ορθώθηκε χρονικά τόσο άμεσα μετά από προηγούμενο χύσιμο. Όσην ώρα το Γιωτάκι με τα ολόδροσα χειλάκια της μου χάριζε στιγμές ανείπωτης ηδονής το ένα μου χέρι δεν άφηνε ούτε δευτερόλεπτο να πάει χαμένο και χάιδευε το ολοστρόγγυλο βυζάκι της Χαρούλας που κάποια στιγμή την τράβηξα κοντά μου κι εκεί μάλλον ανακάλυψε για πρώτη φορά πως δίνονται τα γλωσσόφιλα. Δευτερόλεπτα πριν χύσω για δεύτερη φορά, είχα καταρρεύσει. Ούτε κι εδώ πρόλαβα να την προειδοποιήσω πως τελειώνω και ήταν τώρα η σειρά της να γίνει χάλια στο πρόσωπο και στα μαλλιά.

Κάναμε ώρα να συνέλθουμε. Και οι τρείς μας παίρναμε βαθιές αναπνοές. Συνεννοηθήκαμε να τις αφήσω έξω από το σπίτι και να φύγω. Ούτε κι εγώ άλλωστε ήθελα να μπω γιατί η ώρα να γυρίσουν οι άλλοι πλησίαζε επικίνδυνα και δεν ήθελα μπλεξίματα. Από τότε συναντηθήκαμε με τη Γιώτα πολλές φορές, ποτέ όμως μόνοι μας κι έτσι έγινε αυτό που ζήσαμε μια πολύ γλυκιά ανάμνηση που ακόμα μέχρι και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, μ’ ερεθίζει και αφιερώνω στα κορίτσια μια μοναχική μαλακία, έτσι για ανάμνηση.

 

(Copyright protected OW ref: 78077)