Λεσβία μάνα σαδιστής γιος (7ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Ο Ντέξτερ Tατσγουόρθ συνέχισε να τη γαμάει με βία και με πάθος. Τα βαριά αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στα αφράτα κωλομάγουλα της Φωφώς, ενώ η πούτσα του μπαινόβγαινε λυσσασμένα μέσα στη σφιχτή και ζουμερή μουνότρυπά της.
παράλληλα η 'Όλγα πατούσε διάφορα πλήκτρα του πιάνου και τραβούσε πότε την κλειτορίδα και πότε τις ρώγες απ' τις βυζάρες της Φωφώς. Απ' το πολύ και παρατεταμένο τράβηγμα, τα ευαίσθητα αυτά σημεία του σώματός της εκτός του ότι πονούσαν, είχαν πληγωθεί κι έσταζαν αίμα.
Ο Ντέξτερ άρχισε να της γλείφει τις ρώγες και να ρουφάει το αίμα σαν βρικόλακας. Η Φωφώ άρχισε να έχει τον ένα μετά τον άλλο οργασμό και να χύνει τρελά.
Κάθε φορά που έχυνε, το κορμί της μούδιαζε κάπως και της ξαλάφρωνε ο πόνος. Έφτασαν στιγμές που ο πόνος υποχωρούσε τελείως και τη θέση του έπαιρνε η μεγάλη και έντονη ηδονή. Μόλις τελείωνε ο οργασμός, άρχιζε και πάλι να πονάει. Χρειάστηκε να περάσει μια ώρα περίπου μέχρι τ' αρχίδια του Ντέξτερ ν' αρχίσουν να εκσφενδονίζουν τα χύσια τους. Τα καυτά ψωλοχύματά του καρφώνονταν σαν βολίδες στον πάτο του μουνιού της και μέσα στη μήτρα της. Η Φωφώ έπαιρνε μέσα της την πυρακτωμένη λάβα της ψωλής του και με τα σφιχτά μουνόχειλά της έσφιγγε το χοντρό του παλαμάρι για να του το στραγγίσει μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Ο Ντέξτερ κι η 'Όλγα κρατούσαν αιχμάλωτη τη Φωφώ περισσότερο από μία βδομάδα. 'Όλες αυτές τις μέρες την είχαν κλεισμένη μέσα στο υπόγειο κελί του αρχοντικού του Ντέξτερ, αλυσοδεμένη με βαριές αλυσίδες, σαν λυσσασμένο σκυλί.
Γύρω απ' το λαιμό της της είχαν βάλει ένα σιδερένιο κολάρο το οποίο το συγκρατούσε μια αλυσίδα κι ένας κρίκος στηριγμένος στον ένα τοίχο του κελιού. Οι κινήσεις που της επέτρεπε η αλυσίδα να κάνει περιορίζονταν απλά σε μια ακτίνα δύο μέτρων περίπου.
Πότε πότε κατέβαινε στο υπόγειο η 'Όλγα η οποία της έφερνε χυλό μέσα σ' ένα τσίγκινο πιάτο που σκόπιμα το άφηνε σε θέση που η Φωφώ έπρεπε να τεντωθεί υπερβολικά για να το φτάσει και να το φάει. ί4 'Όλγα τη βασάνιζε για να της πάει πιο κοντά το πιάτο. 'Ήθελε πρώτα να της κάνει γλειφομούνι.
Μέσα σ' αυτό το σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η Φωφώ θα έγλειψε καμιά εκατοστή φορές το γερασμένο και βρωμερό παλιομούνι της 'Όλγας για να φάει ένα πιάτο χυλό. Και δεν ήταν μόνο αυτό. 'Έπρεπε να κάνει σωστό γλειφομούνι για να την ευχαριστήσει.
Ο Ντέξτερ έλειπε τις περισσότερες ώρες της ημέρας γιατί είχε να κάνει ένα σωρό δουλειές. Τις ώρες που έλειπε απ' το σπίτι, η 'Όλγα έβρισκε την ευκαιρία βασανίζει τη Φωφώ. Κυκλοφορούσε μπροστά της γυμνή και έκανε τη Φωφώ ν' αηδιάζει βλέποντας κρεμασμένα και γέρικα κρέατά της.
Τα βράδια ο Ντέξτερ πήγαινε στο υπόγειο κελί παίξει και να βασανίσει τη Φωφώ. Μια φορά πήγε ντυμένος σαν πειρατής με το ένα μάτι του κλεισμένο μ ένα μαύρο πανί και μ' ένα αιχμηρό ξίφος. Η 'Όλγα έντυσε τη Φωφώ σαν πριγκίπισσα με ακριβά ρούχα - διαμάντια και την υποχρέωσε να κάνει αισθησιακό στριπ-τηζ.
Μια άλλη φορά ο Ντέξτερ εμφανίστηκε μ ένα σμόκιν και αξίωσε απ' τη Φωφώ να τον συνοδεύσει σε μια κοσμοπολίτικη δεξίωση ντυμένη μ' ένα κατάλευκο ακριβό φόρεμα. Μετά την έγδυσε και την άφησε ολόγυμνη μέσα στο παγερό κελί. Η γούνα που της είχε Φέρει η 'Όλγα είχε λερωθεί και βρωμούσε σαν σκυλί. Η Φωφώ τα υπέμενε όλα αυτά Χωρίς να λέει λέξη.
'Ένα άλλο βράδυ εμφανίστηκε ο Ντέξτέρ και η 'Όλγα ντυμένοι σαν ένα πλούσιο ζευγάρι, κάθισαν να φάνε σ' ένα πολυτελέστατο τραπέζι με κηροπήγια και πετούσαν τα κόκαλα του κρέατος και τ' αποφάγια τους στη Φωφώ για να τα φάει που πεινούσε σαν λύκος απ την πολυήμερη νηστεία.
Τέλος, ήρθε κάποια μέρα που η 'Όλγα κατέβηκε στο κελί, έλυσε τη Φωφώ και της είπε:
·    Είσαι ελεύθερη. Ο κύριός μου βρήκε καινούριο θύμα.
Η Φωφώ φόρεσε τα ρούχα που Φορούσε όταν είχε πρωτοεμφανίστηκε στο αρχοντικό του Ντέξτερ Τσατγουόρ και εξαφανίστηκε. Τα όνειρά της είχαν γίνει κομμάτια.
Βγήκε στο δρόμο, σταμάτησε ένα ταξί, μπήκε μέσα, αλλά δεν ήξερε που να πει στον οδηγό να την πάει. Σίγουρα δεν ήθελε να πάει στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει με το γιο της.
Άραγε θα μπορούσε να βρει το διαμέρισμα της Αυγής για να πάει εκεί; Μάλλον όχι. Θα μπορούσε άραγε να μείνει μαζί τους; Σίγουρα όχι.
·    Τελικά θ' αποφασίσεις καμιά φορά που θέλεις να πάμε; τη ρώτησε θυμωμένα ο ταξιτζής.
Η Φωφώ έβαλε τα κλάματα. Στην τσέπη της είχε δυο δολάρια μόνο τα οποία της είχε δώσει η 'Όλγα την ώρα που την ξεπόρτιζε.
«Αυτά στα δίνει ο κύριός μου. Τόση είναι η αμοιβή σου», της είχε πει.
Η Φωφώ είχε φάει τις ψωλές της ζωής της. Είχε ξεχειλώσει απ' τη χοντρή ψωλή του Ντέξτερ που κάθε δυο και τρεις την ξεμούνιαζε με το μουνοτρύπανό του. Έφτασε κάποια στιγμή που άρχισε να προβληματίζεται σοβαρά αν θα ευχαριστιόταν γαμήσι μαζί της ένας άντρας με μέτριο σε μέγεθος πούτσο.
Η Φωφώ σταμάτησε προς στιγμήν τα κλάματα και έδωσε στον ταξιτζή ένα χαρτάκι που έγραφε τη διεύθυνση του σπιτιού του άντρα της. Ο Τάσος βέβαια της είχε πει να μην τολμήσει να πάει ποτέ στο σπίτι του, αλλά η Φωφώ δεν φοβόταν. Μετά απ' όλα όσα είχε περάσει, τα νεύρα του Τασου δεν μπορούσαν να είναι χειρότερα. Εκτός αυτού δεν μπορούσε να πάει πουθενά αλλού. Το πιο φτηνό και μπουρδελιάρικο ξενοδοχείο κοντά στο λιμάνι ήταν πολύ ακριβό για το πορτοφόλι της.
Ήταν Κυριακή μεσημέρι, όταν το ταξί μπήκε στο γνωστό δρόμο που βρισκόταν το σπίτι του Τασου. Την ώρα εκείνη οι περισσότεροι γείτονες βρίσκονταν στις αυλές τους και ασχολούνταν με κήπο τους. Η Φωφώ ένιωθε τόση ντροπή που δεν είχε το θάρρος να τους αντικρύσει κατάματα και να τους χαιρετίσει.
Κάποια στιγμή το ταξί σταμάτησε μπροστά στη είσοδο του σπιτιού του Τασου. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ήταν κλειστές. Το σπίτι της φάνηκε έρημο κι ακατοίκητο. Παρόλα αυτά το αυτοκίνητο του Τασου ήταν παρκαρισμένο μέσα στο γκαράζ.
·    Τι θα γίνει κυρά μου; θα φάμε όλη τη μέρα μας; Θ' αποφασίσεις να κατεβείς; Εδώ δεν μου είπες να έρθω;
·    Καλά, θα κατέβω,
του είπε και του έδωσε τα τελευταία δύο δολάρια που είχε πάνω της.
Η Φωφώ δεν είχε κλειδί για το σπίτι. Το είχε μέσα στο τσαντάκι της που το έκλεψε εκείνος ο αλήτης πριν μια, βδομάδα. Αλλά και να είχε, δεν επρόκειτο να της χρησιμεύσει γιατί ο Τασος είχε αλλάξει κλειδαριά. Η Φωφώ πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε δειλά δειλά το κουδούνι της πόρτας.
Της άνοιξε ο Τασος ο οποίος έδειχνε νυσταγμένος. Εκείνη την ώρα φορούσε μια ρόμπα δωματίου. Πριν χωρίσουν ο Τασος ήταν αεικίνητος δραστήριος και ζωηρός. Τώρα η Φωφώ τον έβλεπε αλλαγμένο.
·    Τασο, σε παρακαλώ, μη μου κλείσεις κατάμουτρα την πόρτα. Άσε με να μπω μέσα,
του είπε σε ήπιο τόνο.
·    Μπορείς να μπεις αλλά εγώ δεν έχω καμιά διάθεση να σου μιλήσω. Θα τα μιλήσεις με το δικηγόρο μου. Ελπίζω να ξέρεις ότι έχω υποβάλλει αίτηση διαζυγίου ".
Ή Φωφώ άρχισε να βουρκώνει. Τα δάκρυά της κύλησαν στα μάγουλά της και τα μούσκεψαν. Της έκανε πάντως εντύπωση το γεγονός ότι ο Τασος δεν την πέταξε ξω με τις κλωτσιές.
·    Μπορούμε να μιλήσουμε; Ομολογώ ότι η στάση μου ήταν απαίσια. Ξέρω ότι έσφαλα. Τώρα πλέον έχω αλλάξει και θα γίνω καλή σύζυγος και πάλι.
Ο Τασος την κοίταξε απορημένος. Παρόλο που ήταν ατημέλητος εκείνη την ώρα, έδειχνε μια παράξενη γοητεία και φαινόταν πολύ αρρενωπός.
·    Και πως έγινε αυτή η ξαφνική αλλαγή; τη ρώτησε. Μήπως ο Τακης βαρέθηκε να σε γαμάει και σε πέταξε στο δρόμο;
Η Φωφώ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Ή γλώσσα της είχε δεθεί κόμπος και δεν μπορούσε ν' αρθρώσει λέξη.
·    Φωφώ, εμένα πλέον δεν μου κάνεις για γυναίκα. Δεν μ' απασχολεί αν άλλαζες ή όχι. Εγώ έχω βρει κάποιο άλλο ταίρι που με γεμίζει περισσότερο απ' όσο εσύ.
·    Τόσο σύντομα;
τον ρώτησε απορημένη. Μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούσε τον Τασο σαν τον τύπο εκείνο που δύσκολα θα άλλαζε γυναίκα.
·    Την πρώτη κιόλας μέρα που έφυγες τη βρήκα. Είναι πολύ πιο νέα και πολύ πιο καυλιάρα από σένα.
·    Σοβαρά;
ρώτησε η Φωφώ μη θέλοντας να τον πιστέψει.
·    Κοίταξε τι κατάφερε να κάνει στην ψωλή μου
της είπε κι άνοιξε τη ρόμπα του να της δείξει το ματσούκι του.
·    Με αυτή τη γυναίκα στο πλευρό μου έχω μονίμως καύλες. Τέτοιες ορθοκαυλίτιδες δεν ένιωσα μαζί σου. Μόνο τότε που κάναμε το μήνα του μέλιτος. Αυτό το μουνάκι που γαμάω τώρα, το ξεσκίζω πέντε κι έξι φορές την ημέρα.
Η Φωφώ ήταν έτοιμη να του ζητήσει να τη γαμίσει για μια τελευταία φορά. 'Ήταν πρόθυμη να γίνει και σκλάβα του σαν την 'Όλγα. Πριν όμως προλάβει να μιλήσει, άκουσε μια τρυφερή νεανική φωνή λέει:
·    Μπαμπά, ποιος είναι; Με ποιον μιλάς τόση ώρα στη πόρτα;
'Ήταν η κόρη τους, η Τζολίν. Μια νεαρή κούκλα σαν τη Φωφώ στα νιάτα της.
·    Μιλάω με κάποιον παλιατζή που ήρθε να πάρει κάτι παλιοσαβούρες, είπε απτόητος ο Τασος.
·    Διώξτον αμέσως κι έλα γρήγορα στο κρεβάτι!
·    Γαμάς την κόρη μας; ρώτησε έξαλλη η Φωφώ. Κάνεις τέτοιο πράγμα βρε κάθαρμα;
·    Όχι δεν κάνουμε τίποτα πρόστυχα πράγματα είπε χαμογελαστά ο Τασος. Η τζολίν απλώς έχει αναλάβει να μου καυλώνει όλη νύχτα τον πούτσο. Αυτή την ταχτική την ακολουθούμε από τότε που της έσπασα την παρθενιά. Ξέρεις πόσο σφιχτομούνα είναι η κόρη μας;
·    Και τόλμησες βρε κτήνος να μου στείλεις εκείνη την παλιολεσβία να μου ζητήσει τα ρέστα;
·    Στο παιχνίδι που μπλεχτήκαμε, όλα επιτρέπονται, 'Όσο για καύλες έχω όσες δεν φαντάζεσαι. Αν θες ρώτησε τη τζολίν.
·    Τζολίν, πες σ' αυτόν τον μαλάκα τον παλιατζή ότι είμαι πουτσαράς και τρελαίνεσαι να γαμιέσαι μαζί μου. Πες του πόσο πολύ θέλεις τον πούτσο μου για να φύγει και να μας αφήσει ήσυχους.
·    Βεβαίως κι έχεις πουτσάρα. Γουστάρω να γαμιέμαι συνέχεια μαζί σου. 'Έλα λοιπόν στο κρεβάτι για να συνεχίσουμε.
Η Φωφώ φούντωσε απ' το θυμό της κι έσφιξε τη γροθιά της.
·    Το ξέρεις βρε κτήνος ότι αυτή η παλιολεσβία που μου έστειλες στο σπίτι μου πήρε το Τακη απ' τα χέρια μου; και σαν να μην έφτανε αυτό, γάμησες και το μπουμπούκι μας.
·    Απ' την πρώτη στιγμή που τη γνώρισα, κατάλαβα ότι θα τη γούσταρε ο Τακης.
·    Ξέρεις πως τον τύλιξε; του υποσχέθηκε ότι θα του γνωρίζει κάθε μέρα και μια διαφορετική παρθένα για να την ξεμουνιάζει.
·    Χαίρομαι! Ο γιος μου είναι πουτσαράς σαν κι εμένα και πρέπει να γαμάει συνέχεια. Ευτυχώς, γιατί μετάνιωσα που τον έδιωξα απ' το σπίτι τότε που σας βρήκα να πηδιέστε. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εσύ έφταιγες. Εκείνος ήταν αθώος.
·    Ομολογώ ότι έσφαλα. Είμαι πρόθυμη να πληρώσω γι αυτό και να κάνω ότι μου ζητήσεις για να με συγχωρέσεις.
·    Τότε πέσε γονατιστή μπροστά μου και πάρε μου τσιμπούκι, της είπε χαμογελώντας. Ομολογώ ότι η τζολίν δεν είναι το ίδιο καλή στο τσιμπούκι όσο στο γαμήσι. Εσύ στο τσιμπούκι είσαι μάνα!
·    Εδώ μπροστά; Εδώ που θα μας βλέπει όλη η γειτονιά;, τον ρώτησε έκπληκτη.
και πράγματι εκείνη την ώρα δεν ήταν ένας ή δύο αυτοί που τους κοιτούσαν, αλλά όλη η γειτονιά.
·    Οι γείτονες σε ξέρουν τι κουμάσι είσαι. 'Όταν είπα στη τζολίν την αλήθεια, τη διέδωσε αμέσως. Κι έτσι όλοι έχουν μάθει την περίπτωσή σου με λεπτομέρειες.
·    Εσύ πως επέτρεψες να γίνει κάτι τέτοιο;", ρώτησε η Φωφώ καταντροπιασμένη.
·    Δεν το επέτρεψα απλώς. Εγώ δημιούργησα μεγαλύτερο θόρυβο. 'Ήθελα να δώσω κάποια εξήγηση που δεν έβγαινα καθόλου απ' το σπίτι κι έμενα την ώρα μαζί με την τζολίν.
·    Και θέλεις να με ταπεινώσεις ακόμη πιο πολύ με να σου πάρω τσιμπούκι εδώ, μπροστά στα μάτια
·    Αν μου πάρεις πίπα εδώ που είμαστε, δεν πρόκειται να μας δουν. Εγώ γουστάρω να μου γλείφεις τον πούτσο στην αυλή που θα μπορούν να μας πάρουν όλοι μάτι.
'Ήταν έτοιμη να του πει ότι ήταν το μεγαλύτερο καθίκι και το χειρότερο κτήνος στον κόσμο, αλλά δεν το είπε γιατί θυμήθηκε ξαφνικά τον Ντέξτερ.
·    Σύμφωνοι. Θα σου πάρω τσιμπούκι στην αυλή.
Τα βίτσια του Ντέξτερ την είχαν κάνει τελείως αναίσθητη κατέβηκε αμέσως τα σκαλιά, μπήκε στο παρτέρι της αυλής, γονάτισε και περίμενε να έρθει κι εκείνος.
Ο Τασος έλυσε τη ζώνη της ρόμπας του και μ' αυτή της έδεσε τα χέρια πισθάγκωνα.
·    Αυτό το κάνω μην τυχόν κι αλλάξεις γνώμη και σκεφτείς να μου δαγκώσεις τον πούτσο ή τ' αρχίδια.
Μετά της έδεσε και τα πόδια στο ύψος των αστραγάλων και την είχε μετατρέψει σε σκλάβα του. Η Φωφώ άκουγε τα μουρμουρητά των γειτόνων της που είχαν μαζευτεί για να παρακολουθήσουν το θέαμα. Έσκυψε το κεφάλι της και προσπάθησε να δείξει αδιαφορία για όσα έλεγαν ή σκέφτονταν να πουν για λογαριασμό της. Μετά Ο Τασος έφερε τη συσκευή αυτόματου ποτίσματος του γκαζόν, την έβαλε ανάμεσα στα σκέλια της Φωφώς και άνοιξε τη βρύση.
·    Πρέπει να σε πλύνω μωρή τσούλα πριν μου πάρεις πίπα γιατί δεν ξέρω με πόσες ψωλές σκυλογαμήθηκες μέχρι τώρα, της είπε.
Το κρύο νερό άρχισε να τινάζεται με δύναμη πάνω της. Τα ρούχα της μούσκεψαν στη στιγμή. Η Φωφώ άρχισε να τρέμει απ' το κρύο.
Με το που άρχισε να τρέμει η Φωφώ, ακούστηκαν και τα πρώτα γιουχαΐσματα των γειτόνων. Κανένας δεν έδειξε ότι συμπαθούσε τη Φωφώ. 'Ολοι ήταν εναντίον της. Ακόμη κι οι γειτόνισσες της ενέκριναν αυτή τη μέθοδο ταπείνωσης που είχε επιλέξει ο Τασος. 'Ήξεραν ότι είχε ξελογιάσει το γιο της και φοβούνταν ότι κάποια μέρα μπορεί να ξελόγιαζε και του άντρες τους. Μια γειτόνισσά της η οποία φορούσε καυτό σορτς και είχε κομμένα τα μαλλιά της κοντά σαν να ήταν κοριτσάκι πλησίασε απτόητη τη Φωφώ κρατώντας ένα ψαλίδι.
·    Σκέφτομαι να σου κόψω τα μαλλιά και να τα κάνω δώρο στον άντρα μου, είπε που είχε ξετρελαθεί μαζί σου.
Και τελειώνοντας τη φράση της άρχισε να κόβει όσο πιο κοντά μπορούσε τα μαλλιά της Φωφώς. Αμέσως μετά την πλησίασε μια άλλη γειτόνισσα.
·    Ο άντρας μου μόλις έβλεπε τις βυζάρες σου, ήταν ικανός να χύσει. Τώρα, μιας και μας δόθηκε αυτή η ευκαιρία, λέω να του της δείξω για να καυλώσει,
είπε και άνοιξε το πουκάμισο που φορούσε η Φωφώ. Στη στιγμή ξεχύθηκαν έξω δυο τεράστιες και χυμώδεις βυζάρες με ρώγες καυλωμένες απ' το παγωμένο νερό που είχε πέσει πάνω τους. Λίγο αργότερα πλησίασαν κι άλλες εξοργισμένες γειτόνισσες οι οποίες όρμησαν πάνω της και την έγδυσαν τελείως. Μια απ' αυτές πήρε το κιλοτάκι της Φωφώς διότι ήθελε να το χαρίσει στον άντρα της που ήθελε να μυρίσει το μουνάκι της Φωφώς αλλά δεν μπορούσε όλα αυτά τα χρόνια που τη γνώριζε. Μια άλλη πήρε το σουτιέν της που το ήθελε ο άντρας της για να το χαϊδέψει.
·    Είσαι τυχερή που δεν έχω μαχαίρι", της είπε. "Αλλιώς θα σου έκοβα σύρριζα τις βυζάρες σου να του τις δώσω μαζί με το σουτιέν σου.
'Όλες αυτές η Φωφώ τις θεωρούσε φίλες της! Πού να φανταζόταν πόσο τη ζήλευαν! Δεν ήξερε ότι τόσοι γείτονές της την έβλεπαν, την ποθούσαν και έχυναν για πάρτη της. Η Φωφώ δεν ήξερε τι να υποθέσει. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να νιώθει περηφάνια ή ντροπή γι αυτά που μάθαινε τώρα. Ο Τασος έκλεισε τη βρύση και είπε:
·    Λοιπόν, οι κυράδες να μαζευτούν και να καθίσουν ήσυχες. Τώρα ήρθε η ώρα για να μου πάρει η Φωφώ τσιμπούκι. Αν καμιά από σας γουστάρει να μου τον γλείψει πρώτη, εγώ δεν έχω αντίρρηση.
Εκείνες έχασαν τη φωνή τους. Ξαφνιάστηκαν.
·    Μη σοκάρεστε κυρίες μου. Μιλάω σοβαρά. Αν οι σύζυγοί σας θέλουν να γαμήσουν την πρώην σύζυγό μου, μπορούν να έρθουν κι αυτοί στο πάρτυ μας. Αν θέλουν μπορούν να έρθουν να γλείψουν, να χουφτώσουν ή και να γαμήσουν. Απ' όλα έχει ο μπαξές. Βυζάρες, ρώγες, μουνάρα, μπουτάρες, κωλομάγουλα, μουνόχειλα.... απ' όλα!
Οι γείτονες άρχισαν να χειροκροτούν τον Τασος για την προσφορά που τους έκανε. Η Φωφώ άκουγε όλα όσα λέγονταν και γίνονταν και τα είχε χαμένα τελείως. Δευτερόλεπτα αργότερα μαζεύτηκαν γύρω της πέντε έξι πουτσαράδες γείτονες, έτοιμοι όλοι να μουντάρουν πάνω της.
Η γυναίκα εκείνη που έκοψε τα μαλλιά της Φωφώς έπεσε γονατιστή μπροστά στα πόδια του Τασου κι άρχισε να του γλείφει λαίμαργα τον πούτσο. Ο άντρας της θύμωσε. Γύρισε αμέσως και κοίταξε τη Φωφώ.
·    Αφού η γυναίκα μου παίρνει τσιμπούκι στον άντρα σου, τότε εσύ πρέπει να πάρεις σε μένα της είπε.
Χωρίς να χάσει χρόνο έβγαλε έξω απ' το παντελόνι του μια χοντρή πούτσα σαν λουκάνικο και την έχωσε με το ζόρι στο στόμα της Φωφώς η οποία το είχε ανοίξει για να βάλει τις φωνές. Εκείνος που γούσταρε τις βυζάρες της πλησίασε πίσω της και τις χούφτωσε στο άψε σβήσε. Τις έτριψε λίγο για να καυλώσουν οι ρώγες τους και μετά άρχισε να γλείφει και να ρουφάει τη μία, ενώ την άλλη την έσφιγγε δυνατά λες κι ήθελε να την αρμέξει. 'Ένας άλλος γείτονας ξάπλωσε στο γρασίδι, ανάμεσα στα μπούτια της κι άρχισε να της γλείφει τα μουνόχειλα. Ένας άλλος πλησίασε από πίσω και προσπάθησε να της φυτέψει την πουτσάρα του στην κωλοτρυπίδα. Οι άλλοι τρεις πουτσαράδες που περίμεναν να έρθει η σειρά τους για ν' αναλάβουν δράση, είχαν βγάλει έξω τα ψωλιά τους και μαλακίζονταν ξέφρενα. Τα πρώτα ψωλοχύματα άρχισαν να τινάζονται πάνω στο πρόσωπό της. Την ίδια στιγμή μια μυτερή και καυτή γλώσσα σφηνώθηκε μέσα στη μουνότρυπά της, μια χοντρή παλουκάτη ψωλή καρφώθηκε στην κωλοτρυπίδα της και μια άλλη πουτσάρα χοντρή σαν βοθροσωλήνα καρφώθηκε μέχρι το λαρύγγι της. 'Ένας άλλος έξαλλος γείτονας έγλειφε τις βυζάρες της σαν πειναλέος μπέμπης και τις ρουφούσε λαίμαργα.
Ο Τασος παρακολουθούσε τη σκηνή χαμογελαστός. Μπροστά του είχε ήδη μια γειτόνισσα η οποία του έγλειφε τον πούτσο και μια άλλη ετοιμαζόταν να γονατίσει να την γευτεί κι αυτή με τη σειρά της. Η πρώτη ντρεπόταν και δεν ήθελε να τον αφήσει να χύσει μέσα στο στόμα της γι αυτό παραχώρησε πρόθυμα τη θέση της στην άλλη. Τα αρχίδια του Τασου είχαν πρηστεί από χύσια κι είχαν πάρει το μέγεθος των αυγών.
Στο μεταξύ η τζολίν έβλεπε ότι ο πατέρας της καθυστερούσε να επιστρέψει στην κρεβατοκάμαρα για να γαμηθούν, άκουγε και τη φασαρία στον κήπο και αποφάσισε να βγει έξω να δει τι συνέβαινε. Βγήκε έξω μισόγυμνη. Πάνω στο πλούσιο και χυμώδες νεανικό κορμί της φορούσε ένα κατάλευκο αραχνοΰφαντο νεγκλιζέ που το φυσούσε ο αέρας κι αποκάλυπτε όλα της τα υπάρχοντα. Το μουνάκι της έτσουζε ακόμη απ' το συνεχόμενο άγριο γαμήσι. Ο Τασος δυσκολεύτηκε πολύ να της ξεσκίσει την παρθενιά γιατί ήταν αρκετά σκληρή. Με τα πολλά όμως γαμήσία την ξεμούνιασε κανονικά και τώρα την είχε κάνει και γαμώ τις μούνες. Στο μπροστινό μέρος του κατάλευκου νεγκλιζέ της φαίνονταν κάποιες ξερές σταγόνες απ' το αίμα της παρθενιάς της. Αίματα επίσης φαίνονταν και στα μπούτια της ανάμεσα. Κανείς όμως απ τούς γείτονες δεν την πρόσεξε γιατί όλοι είχαν βρει κάποια πιο ενδιαφέρουσα ασχολία εκείνη την ώρα.
Ο Τασος δεν άργησε να χύσει. Η πουτσάρα του είχε καρφωθεί στο λαρύγγι της γειτόνισσας που έμενε στο διπλανό σπίτι και έχυνε με τους κουβάδες. Εκείνη τα έγλειφε λαίμαργα και τα κατάπινε στο άψε σβήσε. Η τζολίν μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι η πούτσα του πατέρα της ήταν αποκλειστικά δική της. Τώρα όμως που έβλεπε ότι ο Τασος την απατούσε, μελαγχόλησε.
·    Τελικά εμένα μήπως με γουστάρει κανείς που τυχαίνει να μη γαμάει
φώναξε δυνατά από το κεφαλόσκαλο στο οποίο στεκόταν και παρακολουθούσε τα πρωτόγνωρα αυτά όργια.
Η τζολίν βρήκε αμέσως ανταπόκριση από δύο μεσόκοπους πουτσαράδες οι οποίοι είχαν παράπονα στο γαμήσι απ' τις γυναίκες τους. Την άρπαξαν στη στιγμή, την ξάπλωσαν στο γρασίδι και ο· ένας μπήκε στο μουνί της κι άλλος στην παρθενική και σφιχτή κωλοτρυπίδα της. Εκείνη κουνούσε το γατίσιο κορμί της μπρος πίσω και μια έπαιρνε τον ένα πούτσο βαθιά μέσα στο μουνί της και μια τον άλλο που της είχε καρφωθεί μέσα στην κωλότρυπα της. Βέβαια κανείς απ τους δύο νέους γαμιάδες της δεν είχε το μέγεθος και το πάχος της ψωλής του Τασου, αλλά αυτό δεν την ένοιαζε καθόλου. Εκείνη την ώρα είχε στη διάθεσή της δυο ψωλές κι όχι μόνο μία. Έγειρε στο πλάι για να βολεύεται καλύτερα κι άρχισε να κουνιέται σαν ελατήριο, πότε μπρος και πότε πίσω. Σε λίγο οι δύο μεσόκοπες ψωλές άρχισαν να τινάζουν μέσα στις τρύπες της τα χύσια τους και να την πλημμυρίζουν απ' όλες τις πάντες. Η τζολίν με τα κουνήματά της τους έκανε να χύσουν άγρια και πολλά χύσια. Πότε έσφιγγε τα μουνόχειλά της και πότε τη ροδέλα της κωλοτρυπίδας της για να στραγγίσει μέσα της όλα τους τα χύσια.
Στο μεταξύ ο Τασος έδινε τον πούτσο του λαρυγγοτσίμπουκο σε μια τρίτη κατά σειρά γειτόνισσα. Αυτή ήταν η γυναίκα ενός απ τους δύο τύπους που του γαμούσαν την κόρη. Ο Τασος δεν χρειάστηκε να ρωτήσει τη τζολίν αν ευχαριστιόταν γαμήσι. Γι αυτό ήταν σίγουρος. Το καταλάβαινε απ' τα απανωτά βογγητά της καύλας της. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μόνιμα στην πρώην γυναίκα του. Οι γείτονές του την είχαν ήδη ξελύσει. Ο ένας απ αυτούς είχε ακινητοποιήσει με τα γόνατά του τα μπράτσα της Φωφώς. 'Ένας άλλος της κρατούσε ακίνητα τα πόδια πάνω στο γρασίδι. Ένας τρίτος τυχεράκιας είχε πέσει πάνω της και την ξεμούνιαζε αγρίως. Στην αρχή η Φωφώ φοβόταν ότι το μουνί της είχε ξεχειλώσει απ' τη γιγάντια πουτσάρα του Ντέξτερ τσατγουόρθ, αλλά όταν ο Τασος την μούσκεψε με κρύο νερό, τα μουνόχειλά της έσφιξαν και στένεψαν σαν να ήταν παρθένα.
Η Φωφώ ξεπέρασε τις ντροπές της και τις αναστολές της κι απολάμβανε αυτό το άγριο και ξέφρενο γαμήσι. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί πάνω στο πρόσωπο του Τασου. Τώρα που σύγκρινε τον πούτσο του άντρα της έβλεπε τη διαφορά που είχε απ' όλες τις άλλες ψωλές. Η δική του ήταν η πιο μεγάλη κι η πιο χοντρή απ' όλων των άλλων. Παρόλα αυτά όμως αυτός ήταν ο μόνος που της είχε φερθεί τόσο βρώμικα, ο μόνος που την είχε ταπεινώσει και προσβάλει τόσο πολύ. Μπροστά στον Τασος είχε δημιουργηθεί μια σειρά από καυλωμένες και τσιμπουκλούδες γειτόνισσες οι οποίες παρόλο που είχαν βρέξει τα λαρύγγια τους με χύσια του, περίμεναν στη σειρά και για μια δεύτερη τσιμπουκοπιπίλα. Ο άνθρωπος τον οποίο τόσα χρόνια η Φωφώ περνούσε για μαλάκα, ήταν πολύ πουτσαράς και είχε τόσες πολλές κατακτήσεις. Η Φωφώ άρχισε να ζηλεύει.
Ένας μεσόκοπος γείτονάς τους αφού έχυσε μέσα στο μουνί της Φωφώς πλησίασε τη νεαρή της κόρη και περίμενε να έρθει η σειρά του να ρίξει ένα πούτσο και σε κείνη. Αφού είδε ότι το μουνί της ήταν κατειλημμένο και το ξεμούνιαζε άλλος, και αφού δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, άρπαξε μια γειτόνισσα του που περίμενε στη σειρά να πάρει πίπα στον Τασος, την έριξε κάτω στο γρασίδι και άρχισε να την ξεμουνιάζει αγρίως.
·    Γιατί μανάρι μου περιμένεις τόση ώρα στην ουρά; της είπε. Έλα στο θείο να φας την ψωλή του.
·    Σωστά λες,
του είπε και δέχτηκε αγόγγυστα το γαμήσι του.
·    Εδώ και δεκαπέντε χρόνια είμαστε γείτονες και περίμενα μήπως και βρεις ποτέ το θάρρος να μου ζητήσεις να με ξεσκίσεις.
·    Σοβαρά μιλάς;
Αυτό έδωσε μια νέα διάσταση στο όργιό τους.
Η Φωφώ είχε φουντώσει τόσο πολύ από καύλα που δεν υπήρχε λόγος να την κρατούν από χέρια και πόδια για να μην τους φύγει. Οι δύο γείτονές της που την συγκρατούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή έπεσαν πάνω της κι άρχισαν να τη γλείφουν και να τη γαμούν ο ένας μετά τον άλλον. Αν τα χύσια ήταν ικανά να αντικαταστήσουν τη βενζίνη στ' αυτοκίνητα, τότε η πετρελαϊκή κρίση κι οι απεργίες των βενζινάδικων δεν θα ήταν πλέον καθημερινά προβλήματα! Σε λίγο ο κήπος του Τασος Ιωάννου είχε καλυφθεί από ολόγυμνα ζευγάρια που γαμιούνταν τρελά λες και τους είχες ρίξει καυλωτικό στον καφέ τους.
Ο Τακης όμως (ο γιος της της Φωφώς) δεν ήταν τόσο τυχερός όσο νόμιζε. Η Αυγή είχε παραιτηθεί απ τη δουλειά της για να βρίσκεται στο σπίτι και να σκυλογαμιέται μαζί του. Αυτό όμως δεν την ένοιαζε και πολύ γιατί τη δουλειά της την είχε πιάσει για να περνάει την ώρα της κι όχι για να κάνει μια ημέρα καριέρα Μέσω της δουλειάς της όμως μπορούσε να έρχεται σ' επαφή με άλλα νεαρά μουνάκια, να δημιουργεί ομοφυλοφιλικούς δεσμούς και να κάνει λεσβιακό έρωτα.
Στην αρχή, λόγω του ότι ήταν ξετρελαμένη με τον γαμιά της, του έκανε όλα τα χατίρια και του έφερνε τα μουνάκια που του είχε υποσχεθεί. Ο Τακης μέσα σε μια βδομάδα συμβίωσης μαζί με τη Αυγή, ξεμούνιασε τόσες παρθένες που δεν είχε ξεμουνιάσει κανένας άντρας σ' ολόκληρη τη ζωή του. Για μια βδομάδα ήταν ο υπ' αριθμόν ένα παρθενοσπάστης της περιοχής. Το Σάββατο όμως τ' απόγευμα γυρίζοντας στο σπίτι που έμενε με τη Αυγή, βρήκε ένα σημείωμα κολλημένο στο τζάμι της πόρτας.
"Νομίζω ότί ήρθε η ώρα να του δίνεις και να γυρίσεις στη μαμάκα σου", έγραφε το σημείωμα. "Βρήκα έναν άλλο γαμιά με μια ψωλή πολύ μεγαλύτερη απ' τη δική σου. Αυτός ο νέος μου γαμιάς είναι πολύ πιο ώριμος, πολύ πιο έμπειρος και πιο βαρβάτος από σένα".
"Πουτάνα. Καργιόλα! Ξεκωλιάρα! Παλιομούνα! Είσαι η πιο πρόστυχη γυναίκα που γνώρισα στη ζωή μου. Είσαι πολύ χειρότερη τσούλα κι από τη μάνα μου", είπε πάνω στα νεύρα του ο Τακης χτυπώντας τις γροθιές του πάνω στην πόρτα.
Μάζεψε τα βρεγμένα του και πήρε το δρόμο να γυρίσει στο πατρικό του σπίτι. · Όση ώρα περπατούσε προσπαθούσε να βρει κάποια δικαιολογία που να πείσει τον πατέρα του να τον δεχθεί στο σπίτι.