Λεσβία μάνα σαδιστής γιος (5ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Η Φωφώ σκέφτηκε να του πει ένα καλό και πιστευτό παραμύθι. Του μίλησε για κάποιον κακό σύζυγο που είχε, ο οποίος την ξυλοφόρτωνε καθημερινά και δεν την αγαπούσε καθόλου, παράλληλα προσπαθούσε να βρει με το μυαλό της ένα τρόπο για να πέσει στο κρεβάτι αυτής της νέας της κατάκτησης.

Ο Ντέξτερ την κοιτούσε σαν ξερολούκουμο. Χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να φανεί διακριτικός. Η Φωφώ δεν είπε ούτε λέξη για την κόρη της. Ούτε για τον πουτσαρά το γιο της, με τον οποίο μέχρι πριν λίγες ώρες είχε αιμομικτικές σχέσεις. Βέβαια του μίλησε για τα βασανιστήρια που της έκανε δήθεν ο άντρας της με αλυσίδες, μαστίγια κλπ.

Αυτό έδωσε την αφορμή στον Ντέξτερ να δείξει περισσότερο ενδιαφέρον.

 

  • Καημένη μου, τι τράβηξες! της έλεγε πότε-πότε κουνώντας το κεφάλι του.
  • Είναι δυνατόν να σου Φερθεί τόσο απαίσια ένας άντρας; Σε σένα που είσαι σωστή κούκλα, ένας άγγελος; Φαντάζομαι ότι από τότε που χωρίσατε με τον άντρα σου δεν θα τολμάς ν' αφήσεις άντρα να σ' αγγίξει.
  • Εμένα πλέον μ' ενδιαφέρουν εκείνοι οι άντρες που μπορούν να μου φερθούν τρυφερά κι ευγενικά.

Ο Ντέξτερ χαμογέλασε.

  • Φωφώ, ξέρεις, πηγαίνω για το σπίτι μου. Μήπως θα ήθελες να έρθεις μαζί μου να φάμε μαζί και να συνεχίσουμε την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας;
  • Φυσικά. Πολύ θα το ήθελα!, του είπε προσπαθώντας να μην εξωτερικεύσει τη χαρά της. Άλλωστε, δεν έχω ούτε λεφτά πάνω μου ούτε μπορώ να πάω κάπου.
  • Αν έρθεις μαζί μου, θα έχεις όσα δεν κατάφερες ν' αποκτήσεις μέχρι τώρα στη ζωή σου. Πολύ θα ήθελα να σε δω ντυμένη με μακριές ρόμπες, να φοράς γούνες και διαμαντένια κοσμήματα.
  • Γούνες και διαμαντένια κοσμήματα; ρώτησε έκπληκτη η Φωφώ Ιωάννου.

Η Φωφώ ανέκαθεν είχε τέτοια όνειρα αλλά ο σύζυγός της δεν έπαιρνε πολλά χρήματα απ' τη δουλειά του, κι εκτός αυτού είχαν να αναθρέψουν και δύο παιδιά.

  • Στο σπίτι μου έχω ολόκληρες ντουλάπες με πλούσια φορέματα, είπε ο Ντέξτερ. Η σύζυγός μου πέθανε μόλις πριν ένα χρόνο, αλλά δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο και το θάρρος να τα πετάξω. Νομίζω ότι θα σου ταιριάζουν περίφημα. Ηταν κι αυτή νέα και όμορφη και με χυμώδη σιλουέτα σαν κι εσένα, Φωφώ. Ακόμη είχε ακριβώς τα ίδια μαλλιά μ' εσένα. Κι αυτή τη χτύπησε κάποιο αυτοκίνητο και τη σκότωσε. Φαντάζεσαι επομένως τι ένιωσα όταν σε είδα πεσμένη στο δρόμο.
  • Απ' ότι καταλαβαίνω πρέπει να την αγαπούσατε πολύ.
  • Αυτό είναι αλήθεια. Κι όποτε τύχει να συναντήσω κάποια που να της μοιάζει, αναστατώνομαι.


Η Φωφώ μπορεί μεν να μην ήθελε να πάρει τη θέση μιας χαμένης αγάπης, αλλά δεν ήθελε και να χάσει την ευκαιρία της ζωής της που της παρουσιάστηκε τώρα με τον Ντέξτερ. Γι' αυτό τον πλησίασε περισσότερο κι ακούμπησε τρυφερά το χέρι της πάνω στο γόνατό του.

  • Φαντάζομαι ότι όλο αυτό τον καιρό θα πέρασες πολύ άσχημα.
  • Σωστά. Ποτέ άλλοτε δεν έτυχε να συναντήσω μια γυναίκα σαν εσένα που να της μοιάζει τόσο και να με γεμίζει όσο εκείνη.
  • 'Ήταν όμορφη; Είχε ωραίο σώμα; ρώτησε η Φωφώ.
  • Ναι. 'Ηταν πολύ σέξι γυναίκα. Έρχονταν φορές που δεν μπορούσα να της ικανοποιήσω όλα τα γούστα και τις επιθυμίες, της είπε χαμογελώντας ύποπτα.

Η Φωφώ πλησίασε το χέρι της πιο κοντά προς τα σκέλια του.

  • Εγώ πάντως νομίζω ότι τα δικά μου γούστα θα μπορείς να τα ικανοποιήσεις πλήρως.

Την ίδια στιγμή ένιωσε το πουτσοσήκωμά του, που λεπτό προς λεπτό γινόταν όλο και πιο φανερό. Τα δάχτυλά της δεν άργησαν να αγγίξουν και να χαϊδέψουν το χοντρό κι ατσάλινο παλαμάρι του, που βρισκόταν μέσα στο ακριβό παντελόνι του.

  • Μήπως αυτό που αγγίζεις τώρα σου αρέσει πολύ περισσότερο από τα διαμάντια και τις γούνες; τη ρώτησε χαμογελώντας.
  • Σίγουρα. Σίγουρα αυτό μ' αρέσει περισσότερο", του είπε ναζιάρικα και κατέβασε χωρίς καθυστέρηση το φερμουάρ του παντελονιού του.

Αμέσως μετά έπιασε την χοντρή πούτσα του και την έβγαλε έξω απ' το παντελόνι. Άρχισε να του τον χαϊδεύει και να την παίζει.

  • Πωπωπω, τι πουτσάρα είν' αυτή; Ποτέ άλλοτε δεν έχω αντικρίσει τόσο καυλάτη πούτσα σαν τη δική σου Ντέξτερ.

Ο Ντέξτερ χάρηκε που άκουσε το σχόλιο αυτό της Φωφώς, ενώ κάποια στιγμή έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου του και το οδήγησε προς τους γειτονικούς λόφους. Η γειτονιά του Ντέξτερ ήταν αριστοκρατική. 'Όλα τα σπίτια ήταν βίλες με τεράστιους κήπους, πισίνες, κι άλλα αξιοπρόσεχτα χαρακτηριστικά, αλλά η προσοχή της Φωφώς ήταν στραμμένη μόνο προς την πούτσα του που σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση, ήταν περίπου τριάντα ολόκληρους πόντους.

Το σπίτι του Ντέξτερ ήταν το μεγαλύτερο και το πιο πλούσιο απ' όλα τα σπίτια της γειτονιάς. Η Φωφώ αυτό έπρεπε να το περίμενε. Εκείνη όμως την ώρα δεν την απασχολούσαν οι υλικές ομορφιές της περιοχής, παρά μόνο η ψωλάρα του Ντέξτερ, την οποία μάλιστα άρχισε να γλείφει μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε.

Ο Ντέξτερ ακούμπησε την πλάτη του στην ξαπλωμένη καρέκλα της λιμουζίνας του κι άφησε τη Φωφώ να του περιποιηθεί με τα απαλά της χείλια το σκληρό απ' την καύλα ματσούκι του. Η Φωφώ είχε γίνει πολύ έμπειρη τσιμπουκλού, ιδίως μετά τα έξτρα μαθήματα γλειψίματος που είχε πάρει από την Αυγή. Παρόλο που ο γιος της την είχε εγκαταλείψει για χατίρι της Αυγής, δεν νοιαζόταν πλέον γιατί τώρα είχε δίπλα της ένα πλούσιο, πουτσαρά άντρα που σίγουρα δεν θα την ταλαιπώρησε όσο εκείνος. Με κάθε στροφή που έκανε η γλώσσα της πάνω στο πουτσοκέφαλό του, το καυλί του Ντέξτερ έπαιρνε νέες διαστάσεις κι εκείνος βογκούσε απ' τον πόθο και την ηδονή. Κάποια στιγμή άπλωσε και τα δυο του χέρια και της χούφτωσε τις υπέροχες και χυμώδεις βυζάρες της, που κρέμονταν σαν μπαλόνια πάνω στο βελούδινο μπούστο της. Η Φωφώ ένιωσε το τρυφερό του χάδι πάνω στις μπάλες του στήθους της και αναστέναξε από ηδονή κι ευχαρίστηση.

Το άγγιγμά του κι οι κινήσεις του ήταν απαλές και τρυφερές. Της χάιδευε τρυφερά τις χοντρές και καυλωμένες ρώγες της που ξεπετιόνταν σαν καρφιά κάτω απ' το σουτιέν και το λεπτό μπλουζάκι που φορούσε. Από κάποια στιγμή και μετά ο Ντέξτερ έχωσε τα χέρια του κάτω απ' το σουτιέν, της πίεζε απαλά τις ρώγες της, άρχισε να ανεβοκατεβάζει το καυλί του και να της το σφηνώνει ρυθμικά μέσα στο στόμα, ώσπου κάποια στιγμή έχυσε ηδονικά μέσα της.

  • Πωπωπω καύλα! Γουστάρω το τσιμπούκι σου, μανάρι μου. Ρούφα μου τα χύσια και κατάπιε τα όλα", της έλεγε με πνιχτή απ' την καύλα φωνή ενώ συνέχισε να της γαμάει ρυθμικά το στόμα.

Τα χείλια της Φωφώς σφίγγονταν δυνατά πάνω στο κρεάτινο ματσούκι του και δεν άφηναν ούτε σταγόνα απ'ο τα πηχτά ώριμα ψωλοχύματά του να χαθούν και να γλιστρήσουν προς το σλιπάκι του. Κάθε χυσιά που της έριχνε, τη ρουφούσε λαίμαργα και την κατάπινε μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ιι ενώ η ψωλή του Ντέξτερ συνέχιζε να χύνει ασταμάτητα εκείνη του είχε χουφτώσει τα τριχωτά του αρχίδια και τα έσφιγγε σαν να ήθελε να τα στραγγίσει. Και μιλάμε για πολύ μεγάλα αρχίδια. Ήταν δύο μεγάλου μεγέθους παπίσια αυγά.

Ο Ντέξτερ συνέχισε να χύνει στο στόμα της με μεγάλες δυνατές χυσιές. Η Φωφώ ρουφούσε, έγλειφε και κατάπινε τα ψωλοχύματά του σαν να ήταν μέλι. Τα μάγουλά της ανοιγόκλειναν λες και φούσκωνε μπαλόνι. Απ' τις άκρες των χειλιών της άρχισαν να γλιστρούν μερικά άσπρα και πηχτά χύσια που δεν είχε προλάβει να γλείψει και να ρουφήξει. Μετά από κάμποσες δυνατές και παρατεταμένες χυσιές, το πουτσοκέφαλο του Ντέξτερ σταμάτησε να της ρίχνει
μέσα στο λαρύγγι της τα αλμυρά του χύσια. Η χοντρή και μακριά πούτσα του έμεινε για λίγο ακίνητη μέσα στο λαρύγγι της.

  • Ποτέ άλλοτε δεν μου πήραν τόσο απολαυστικό τσιμπούκι. Ούτε κι η ίδια μου η γυναίκα που μ' αγαπούσε και μ' εκτιμούσε. Ποτέ δεν μου είχε ρουφήξει όλα μου τα χύσια μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Η Φωφώ σήκωσε το κεφάλι της, έγλειψε λαίμαργα και τα τελευταία του χύσια που είχαν μουσκέψει τα χείλια και το σαγόνι της και του αφιέρωσε ένα καυλιάρικο χαμόγελο.

  • θα δεις ότι το μουνάκι μου θα σου φανεί ακόμη πιο γλυκό, του είπε.
  • Μ' αυτό το απολαυστικό τσιμπούκι που μου έδωσες, με καύλωσες άτσαλα και γουστάρω γαμήσι.
  • Μη βιάζεσαι μανάρι μου. · Ένας άντρας στην ηλικία μου δεν καυλώνει τόσο γρήγορα όσο ένας νεαρός. Χρειάζεται λίγος χρόνος για ν' αναλάβω και πάλι δυνάμεις και να μου σηκωθεί η πούτσα. Πάμε τώρα, μέσα να σου δείξω το δωμάτιό σου.

Ο Ντέξτερ την οδήγησε σε μια πολυτελέστατη σουίτα στο δεύτερο όροφο της έπαυλής του. Το σαλόνι ήταν ένας τεράστιος χώρος. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα μαρμάρινο τζάκι στο οποίο υπήρχε ήδη μια πλούσια φωτιά με χοντρά κούτσουρα. Δίπλα ακριβώς υπήρχε ένα μεγάλο κρεβάτι με αφράτο στρώμα. Στ' αριστερά του δωματίου βρισκόταν μια τουαλέτα με καθρέφτη και πολλά καλλυντικά. Μέσα στη μια απ' τις γκαρνταρόμπες του δωματίου της, η Φωφώ βρήκε
του κόσμου τα ακριβά φορέματα. Στην απέναντι πλευρά υπήρχε μια άλλη ντουλάπα στην οποία υπήρχαν μόνο γούνες. Όλες πανάκριβες, περιποιημένες και ένα σωρό τζάκετ, ημίπαλτα και μπουφάν από γούνα και δέρμα.

  • Απ' την εποχή που έχασα τη γυναίκα μου, εσύ είσαι η μόνη που μπαίνεις σ αυτό το. δωμάτιο.

Μετά σχημάτισε ένα συνδυασμό σε κάποιο σύστημα ασφαλείας που υπήρχε στο διπλανό τοίχο και ξαφνικά άνοιξε μια κρυφή πόρτα. Μέσα εκεί υπήρχε ένα μικρό... κοσμηματοπωλείο με του κόσμου τα σμαράγδια, διαμάντια ζαφείρια και ένα σωρό άλλους πολύτιμους λίθους. Η Φωφώ τα κοιτούσε έκπληκτη κι άφωνη. Τα ακριβά αυτά κοσμήματα αστραφτοκοπούσαν μπροστά σαν τον ήλιο. Τα κοιτούσε, δεν τα χόρταινε και της ερχόταν ζαλάδα.

  • Πάρε και φόρεσε όποιο σου αρέσει περισσότερο, της είπε. Είμαι σίγουρος ότι θα σε κάνουν να δείχνεις ακόμη πιο ωραία, κούκλα. Εμένα να με συγχωρείς για λίγο. Πρέπει να ειδοποιήσω τη μαγείρισσά μου να ετοιμάσει κάποιο σπέσιαλ δείπνο ειδικά για μας τους δυο. Μετά το φαγητό κούκλα μου, θα έρθουμε στην κρεβατοκάμαρά σου για τρέλες. 'Ήδη έχω αρχίσει να καυλώνω με τη σκέψη ότι θα γαμήσω την ωραία μουνάρα σου.

ήθελε να βάλει τη Φωφώ στη θέση της χαμένης του συζύγου, η ΦωφώΗ Φωφώ κόντευε να τρελαθεί απ' τη χαρά της. Τον είδε που έφυγε και την άφησε μόνη κι ήταν έτοιμη να αρχίσει να χτυπάει παλαμάκια και να κάνει σαν παιδί απ' τη χαρά της. Το μέλλον της πλέον διαγραφόταν ρόδινο. Αν ο Ντέξτερ ήταν πρόθυμη να παίξει και αυτό το ρόλο. Η Φωφώ δοκίμασε κάμποσα φορέματα για να καταλήξει σε ένα σύνολο που της άρεσε περισσότερο. Τελικά αυτό που διάλεξε ήταν ένα κατάλευκο, σχεδόν διαφανές νυχτικό που την έκανε να μοιάζει με τη Χιονάτη. Από πάνω της έριξε μια μπλε σκούρα γούνα που έφτανε σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους της. Η Φωφώ στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του δωματίου της και καμάρωνε τον εαυτό της. Παράλληλα χάιδευε απαλά το μαλακό τρίχωμα της γούνας και ξαφνικά έφερε στο μυαλό της το μεταξένιο ξανθό μαλλί της Αυγής.

  • Tι τυχερή που είμαι, μονολόγησε. Εκτός απ' τα πλούτη του, ο Ντέξτερ έχει και μια τεράστια ψωλή, πράγμα που τον κάνει ακόμη πιο ενδιαφέροντα τύπο. Με το κορμί μου μπορώ να τον κάνω να μην θέλει να δει άλλη γυναίκα εκτός από μένα.

Η υπηρέτρια του Ντέξτερ ήρθε μόλις η Φωφώ είχε διαλέξει κάποιο κολιέ, μερικά μπρασελέ, και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ήταν μια ψηλή, αδύνατη και μαυροντυμένη γυναίκα γύρω στα πενήντα, που η όψη της έδινε την εντύπωση κορακιού. Μόλις είδε τη Φωφώ έμεινε άφωνη. Η Φωφώ γύρισε να τη δει κα ξαφνιάστηκε απ' τη. ασχήμια της. Σε σύγκριση με αυτή τη γυναίκα, εκείνη ήταν η πανέμορφη βασιλοπούλα του παραμυθιού.

  • Θέλετε τίποτα; ρώτησε η Φωφώ χαϊδεύοντας απαλά τη γούνα που φορούσε ενώ παράλληλα το άλλο της χέρι έπαιζε με τα κοσμήματα που είχε διαλέξει κι επρόκειτο να φορέσει.
  • Όχι. Τίποτα. Απλώς ξαφνιάστηκα γιατί της μοιάζετε τόσο πολύ... Εννοώ την πρώην σύζυγο του κυρίου. Είμαι σίγουρη ότι ο κύριος μου θα εκπλαγεί μόλις σας δει.
  • Αυτό το πιστεύω κι εγώ, της είπε μ' έναν αέρα σαν να ήταν ήδη η κυρία του σπιτιού κι αυτή η άσχημη πενηντάρα η δούλα της.
  • Ο κύριος μου είπε να σας πω ότι σας περιμένει στο κάτω πάτωμα, της είπε μάλλον ψυχρά.

Η Φωφώ την ακολούθησε στο κάτω πάτωμα, αφού πέρασε πρώτα από ένα φαρδύ διάδρομο που οι τοίχοι του ήταν ντυμένοι με γκριζωπά μάρμαρα.

  • Με συγχωρείτε, δεν περάσαμε ήδη απ την τραπεζαρία; ρώτησε η Φωφώ.
  • Ναι, αλλά σας πάω εκεί που θα σας περιμένει ο κύριός μου. Τον ξέρω πολύ καλά. Εργάζομαι κοντά του από τότε που εσείς δεν είχατε ακόμη γεννηθεί.

Η Φωφώ άρχισε να εκνευρίζεται απ το ύφος\ υπηρέτριας του Ντέξτερ κι άρχισε να κάνει σχέδια\ την απολύσει, μόλις θα είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του νέου της γαμιά. Εκεί που την πήγε η υπηρέτρια ο χώρος έμοιαζε με φυλακή μάλλον παρά με κάποιο πλούσιο δώμα στο οποίο να ήθελε ο οικοδεσπότης δεχθεί κάποιον επισκέπτη του.

  • Είστε σίγουρη ότι με πάτε στο σωστό μέρος; ρώτησε η Φωφώ.
  • Σιγουρότατη. Δεν είστε η πρώτη που περνάει δω μέσα.
  • Δηλαδή;

Κάποια στιγμή σταμάτησαν μπροστά σε μια ατσάλινη πόρτα. Η υπηρέτρια την ξεκλείδωσε έσπρωξε τη Φωφώ να μπει μέσα. Η Φωφώ τα έχασε. Μέσα εκεί ήταν πίσω της ακριβώς στεκόταν η κοκαλιάρα υπηρέτρια, η οποία χαχάνιζε απαίσια και διασκέδαζε με την τρομαγμένη Φωφώ. Μετά, χωρίς να χάσει χρόνο, κλείδωσε την πόρτα του κατασκότεινου αυτού κελιού.

  • Δεν είσαι η πρώτη αστεία και άπληστη γκόμενα που πέρασε από εδώ μέσα για να ξεγελάσει τον και να του φάει την τεράστια περιουσία του, εξήγησε με κάποια καθυστέρηση η υπηρέτρια.

Η υπηρέτρια πρέπει να διέθετε την όραση τη νυχτερίδας. Χωρίς καμιά απολύτως δυσκολία, έπιασε τα χέρια της Φωφώς και τους φόρεσε χειροπέδες. Η Φωφώ τα έχασε ακόμη περισσότερο. Το πήγε αμέσως στον ύπουλο τρόπο με τον Οποίο της φερθεί πριν λίγες ώρες κι η Αυγή, η οποία την είχε αλυσοδέσει πάνω στο κρεβάτι της. Οι χειροπέδες συγκρατούνταν με ένα κρίκο από μια βαριά αλυσίδα που περιόριζε σημαντικά τις κινήσεις της Φωφώς και δεν της επέτρεπε να αντιδράσει καθόλου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε το παγερό γέλιο του Ντέξτερ που ήταν σε κάποια γωνιά του κελιού.

Η Φωφώ άκουγε τη φωνή του αλλά δεν τον έβλεπε. Κάποια στιγμή τον είδε. Φορούσε μια κατάμαυρη ολόσωμη πλαστική φόρμα η οποία ήταν τόσο εφαρμοστή πάνω του που σου έδινε την εντύπωση ότι δεν φορούσε τίποτε. Στο μέρος των ματιών του υπήρχαν δυο μικρές χαραμάδες για να βλέπει. Μια τρύπα υπήρχε και στο μέρος του στόματός του και στα σκέλια του, ίσα ίσα για να ξεπροβάλλει το καυλί του με τα βαριά τριχωτά αρχίδια του. Η υπηρέτρια έδεσε τα αλυσοδεμένα χέρια της Φωφώς σ' ένα χοντρό σιδερένιο κρίκο που κρεμόταν απ' το ταβάνι του κελιού και τέντωσε την αλυσίδα. Η Φωφώ τώρα βρισκόταν κρεμασμένη απ' το ταβάνι και τα πόδια της δεν ακουμπούσαν πλέον στο πάτωμα.

  • Σ' ευχαριστώ Όλγα, είπε ο Ντέξτερ. Πάντοτε ήσουν σωστή και υπάκουη υπηρέτρια.
  • Χαρά και υποχρέωσή μου κύριε, του είπε χαμογελαστά.

Ο Ντέξτερ άναψε και τους άλλους τρεις δαυλούς του κελιού, κι η Φωφώ μπορούσε να βλέπει περισσότερες λεπτομέρειες. Τώρα που κοιτούσε το χώρο στον οποίο βρισκόταν καταλάβαινε ότι αυτό το κελί στο οποίο την είχε κλείσει ο Ντέξτερ, ήταν πιστό αντίγραφο ενός μεσαιωνικού κολαστηρίου. Μετά κοίταξε ολόγυρά της και ξαφνιάστηκε για μια ακόμη φορά. Το περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν ήταν σωστός τόπος μαρτυρίου.

  • Λοιπόν, περιμένω να μου πεις την αλήθεια, είπε ξαφνικά ο Ντέξτερ. Αυτά που μου αράδιασες στο αυτοκίνητο, ήταν όλα παραμύθια.
  • Όλα όσα σου είπα ήταν αλήθεια. Ο άντρας μου με πέταξε απ' το σπίτι του και μ' άφησε στους πέντε δρόμους.
  • Φαίνεται θα του έκανες κάτι χοντρό για να πετάξει απ' το σπίτι του μια τέτοια μουνάρα σαν και σένα.
  • Δεν μπορώ να σου πω τον πραγματικό λόγο. Ντρέπομαι.
  • Την ώρα που μοστράριζες μπροστά στον καθρέφτη, σε άκουσα τι έλεγες. Δίπλα ακριβώς απ' τον καθρέφτη υπάρχει ένα κενό. Εγώ στεκόμουν εκεί και σ άκουγα.
  • Αποκλείεται! Δεν είναι δυνατόν! είπε έκπληκτη η Φωφώ.
  • Αν κατάλαβα καλά, είχες αιμομικτικές σχέσεις με το γιο σου. Μήπως αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο άντρας σου σε πέταξε στο δρόμο; της είπε και κουνούσε απειλητικά το μαστίγιο που κρατούσε στο χέρι του.
  • Ακριβώς. Σε παρακαλώ Ντέξτερ, άφησε με να καθίσω τώρα γιατί τα χέρια μου με πονούν και έχουν εξαρθρωθεί οι κλειδώσεις τους.
  • Αυτό δεν είναι τίποτα. Αργότερα θα δεις τι σε περιμένει. Τελικά δεν είσαι άγια, όπως σε είχα περάσει στην αρχή, αλλά πολύ πιο καργιόλα απ' τη γυναίκα μου".
  • Εμένα μου έδωσες την εντύπωση ότι τη γυναίκα σου την αγαπούσες. Εγώ νόμιζα ότι πέθανε. Τώρα με κάνεις να υποθέτω ότι εσύ τη σκότωσες.
  • Γιατί να σου πω την αλήθεια, αφού κατάλαβα αμέσως ότι όλα όσα μου έλεγες ήταν παραμύθια; Ξέρεις τι ξεκωλλιάρα ήταν η γυναίκα μου; Εγώ της φερόμουν σαν να ήταν βασίλισσα κι αυτή η πουτάνα πήγαινε και με κεράτωνε με το μαλάκα τον σοφέρ μου. Πίστευε ότι εκείνος είχε πιο μεγάλη και πιο χοντρή ψωλή απ' τη δική μου. Το ίδιο καργιόλα είσαι κι εσύ.

Ο Ντέξτερ σήκωσε το χέρι του και το κατέβασε αμέσως μετά με δύναμη. 'Όταν οι λουρίδες έπεσαν πάνω στο τρυφερό κορμί της Φωφώς έσκισαν την αραχνοΰφαντη ρόμπα που φορούσε και χαράκωσαν το κορμί της. Το σημείο που τη χτύπησαν, μελάνιασε αμέσως. Η Φωφώ άρχισε να ουρλιάζει και να ωρύεται.

  • Αν μου έλεγες την αλήθεια, τώρα θα καθόμαστε αγαπημένοι στη μεγάλη τραπεζαρία του αρχοντικού μου, θα τρώγαμε αστακό, θα πίναμε παλιό γλυκό κρασί και θα λέγαμε γλυκόλογα κάτω απ' το φως των κεριών. 'Όλοι αυτοί οι θησαυροί τους οποίους είδες στο δωμάτιο που πήγες ν' αλλάξεις, θα ήταν δικοί σου. Επειδή όμως προσπάθησες να με ξεγελάσεις, θα τιμωρηθείς ανελέητα,
της είπε και της έδωσε άλλη μια δυνατή βουρδουλιά που της χτύπησε τα πλούσια στήθια.

Η ρόμπα της Φωφώς άρχισε να γίνεται κουρέλια. Το ίδιο και τα όνειρά της. Κάθε βουρδουλιά που της έδινε ο Ντέξτερ, την έκανε να πονάει περισσότερο. Ο Ντέξτερ τη χτυπούσε αλύπητα, λες κι είχε απέναντί του το μεγαλύτερό του εχθρό. Το κορμί της Φωφώς άρχισε να πονάει φοβερά. Οι χαρακιές απ' το μαστίγιο την έτσουζαν και την πονούσαν.

  • Όλγα, λούσε αυτή την ξεκωλιάρα με παγωμένο νερό. Δεν έχω όρεξη να μου λιποθυμήσει πριν τελειώσω την περιποίηση που της έχω ετοιμάσει.

Η κοκαλιάρα κι απαίσια στρίγγλα που έπαιζε το ρόλο της υπηρέτριάς του, πλησίασε τη Φωφώ μ' ένα κουβά γεμάτο κρύο νερό.

  • Κύριε, να της ρίξω νερό ή μήπως προτιμάτε αλατόνερο;
  • Ρίχτης νερό. Βγάλε όμως πρώτα το σουτιέν και το κυλότάκι της μη μας κρυώσει η περιστέρα μας.

Η Φωφώ προσπάθησε να ρίξει μια κλωτσιά στη στρίγγλα που πήγε να την πλησιάσει. Η 'Ολγα όμως παραμέρισε έγκαιρα κι έξυπνα και με μια απότομη κίνηση της κατέβασε το σουτιέν και το κυλοτάκι.

  • 'Ολγα, γλείφτης λίγο το μουνάκι και πες μου αν έχει καλή γεύση για να το δοκιμάσω αργότερα κι εγώ.

Η Φωφώ πονούσε ολόκληρη. 'Έτσι που ήταν κρεμασμένη, δεν είχε και πολλά περιθώρια για ν' αντιδράσει. Τη στιγμή που η γριά στρίγγλα της άνοιξε τα μπούτια και ετοιμαζόταν να αγγίξει με τη γλώσσα της τα μουνόχειλά της, προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά στάθηκε αδύνατον.

  • Πουφ. Τι μπόχα είναι αυτή. Το παλιομούνι της βρωμάει χύσια, είπε η 'Ολγα.

Ο Ντέξτερ γέλασε γοερά.

  • Αν είναι έτσι, φέρε τη μάνικα με το νερό και πλύνε της το μουνί. Πλύνε της και τον κώλο γιατί φαντάζομαι ότι ο γιος της θα την ξέσκισε και από πίσω και θα της έχυσε μέσα στην κωλοτρυπίδα.
  • Μόλις την πλύνω κύριε, μου επιτρέπεται να την ξαναδοκιμάσω; ρώτησε η γριά στρίγγλα. Όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να σιγουρευτώ ότι δεν βρομάει ακόμη".
  • Μπορείς να κάνεις ότι θέλεις 'Ολγα μου. Άλλωστε χρειάζεται λίγη προθέρμανση αφού το μουνί και κώλος της θα παγώσουν με το κρύο νερό που θα ρίξεις.
  • Γιατί με βασανίζεις Ντέξτερ; Δεν σου πήρα τσιμπούκι μέσα στο αυτοκίνητό σου; Δεν σου έγλειψα και σου κατάπια τα ψωλοχύματά σου; Ακόμη και τώρα είμαι πρόθυμη να κάνω ότι μου ζητήσεις. Αρκεί να μη με χτυπάς και να μη με ταλαιπωρείς.
  • Ότι θα μου κάνεις όλα τα χατίρια, αυτό το ξέρω Μην τρέφεις όμως ελπίδες ότι θα μου αποσπάσεις τίποτε Χρήματα. Μαλάκας δεν είμαι. Κάνε υπομονή να σε ταχτοποιήσει η Ολγα, και μετά το ξανασυζητάμε.
  • Ντέξτερ, σε παρακαλώ. Μην αφήσεις αυτή τη στρίγγλα να μ' αγγίξει με τα βρωμόχερά της.
  • Είναι προτιμότερο να είσαι γριά στρίγγλα, παρά νέα και πουτάνα σαν κι εσένα, είπε κοφτά η 'Ολγα και άνοιξε τη μάνικα με το κρύο νερό.

Το νερό άρχισε να πετάγεται με δύναμη πάνω στο μισόγυμνο κορμί της Φωφώς. Από κάποια στιγμή και μετά το κορμί της άρχισε να περιστρέφεται σαν κούνια. Η Φωφώ ζαλιζόταν απ' την ιλιγγιώδη ταχύτητα που ανέπτυξε. Μετά η Όλγα την έπιασε με το ένα της χέρι, τη σταμάτησε με το άλλο, και έχωσε τη μάνικα μέσα στο μουνί της Φωφώς για να το πλύνει. Η Φωφώ ούρλιαξε απ' τον πόνο και την παγωνιά που απλώθηκε σ' ολόκληρο το μουνί της. Το νερό της μάνικας πεταγόταν με δύναμη μέσα στο μουνί της. Τόση πίεση δεν είχε νιώσει ποτέ ακόμη κι από την πιο βαρβάτη πούτσα που είχε σφηνωθεί μέσα της. Τα τοιχώματα του μουνιού της άρχισαν να τεντώνονται, να πρήζονται με το νερό που έπαιρναν μέσα τους κι η Φωφώ να τσιρίζει απ' τον πόνο. Κάποια στιγμή η 'Ολγα έβγαλε τη μάνικα απ' το μουνί της Φωφώς και παραμέρισε. Το μουνάκι της Φωφώς συνέχιζε να χύνει τα νερά που είχε μαζέψει μέσα του και έμοιαζε με σιντριβάνι. Μετά από λίγο, η Ολγα έχωσε τη μάνικα στην κωλοτρυπίδα της Φωφώς κι ακολούθησε την ίδια διαδικασία για να της πλύνει κι αυτή την τρύπα. Η 'Ολγα άκουγε τα ουρλιαχτά του πόνου της Φωφώς και χαχάνιζε με την καρδιά της. Το κορμί της Φωφώς άρχισε ν' ανατριχιάζει απ το κρύο νερό που την είχε μουσκέψει απ' την κορφή ως τα νύχια.

  • Για να δοκιμάσουμε αν πλύθηκες καλά, είπε η Ολγα.

Έσκυψε ανάμεσα στα σκέλια της Φωφώς και προσπάθησε ν' ακουμπήσει τη γλώσσα της πάνω στα μουνόχειλά της. Η Φωφώ τρόμαξε ακόμη και με την ιδέα ότι αυτή η βρωμόγρια θ' ακουμπούσε πάνω στο μουνάκι της τη γλώσσα της. Η 'Ολγα άρχισε να γλείφει το ένα μετά το άλλο τα νεανικά μουνόχειλα της Φωφώς και να κροταλίζει τη γλώσσα της.

  • Μπρρρ! Είναι παγωμένη. Τώρα όμως δε βρωμάει το μουνί της όπως πρώτα. Τώρα μπορείτε να τη γλείψετε κύριε. Το μουνάκι της μυρίζει σαν της παρθένας".
  • Tι κρίμα που δεν είναι παρθένα, είπε ο Ντέξτερ. "Αυτή εδώ που βλέπεις Ολγα, έχει φάει ένα σωρό πούτσες. Ακόμη και με το γιο της γαμήθηκε. Προσπάθησε ·μάλιστα να με κοροϊδέψει και να μου φάει χρήματα.

Η Φωφώ στο μεταξύ είχε ανατριχιάσει. Οι κινήσεις της Όλγας, γρήγορες κι απότομες, της θύμιζαν τη γλώσσα του σκύλου που είχε ριχτεί με τα μούτρα σ' ένα κουβά νερό για να ξεδιψάσει. Παρόλα αυτά, η 'Ολγα ήξερε πως να κάνει τη Φωφώ να καυλώσει γλείφοντας της τη κλειτορίδα.



Ο Ντέξτερ στεκόταν λίγο πιο πέρα και κοιτούσε με λαίμαργο βλέμμα. Το χυμώδες κορμί της Φωφώς μπορούσε ν' ανάψει την καύλα ακόμη και ετοιμοθάνατο. Κάθε φορά που άκουγε τα βογκητά της Φωφώς, η πούτσα του τεντωνόταν και γινόταν σωστό παλούκι.

Τα κοκαλιάρικα χέρια της 'Όλγας άνοιγαν με μα νία τα στρογγυλά και τρυφερά κωλομάγουλα της Φωφώς, ενώ παράλληλα η γλώσσα της κουνιόταν μέσα έξω απ' τα ζουμερά νεανικά της μουνόχειλα. Η 'Ολγα ζήλευε τη Φωφώ που ήταν ακόμη νέα, ζωηρή, καυλιάρα και με σωστές αναλογίες. Τα δικά της κάλλη της τα είχε αφαιρέσει ο χρόνος. Παρά το γεγονός ότι αηδίαζε το άγγιγμα της γριά μέγαιρας, η Φωφώ άρχισε να φουντώνει από καύλα. Κόντευε να χύσει μ αυτό το άτσαλο γλειφομούνι της έκανε. Την ένιωθε μπροστά της, την αηδίαζε, αλλά παρόλα αυτά δεν είχε τη δύναμη να της δώσει κλωτσιά και ν' απαλλαγεί απ' τα βρωμερά και χάδια της. Φαίνεται ότι ο Ντέξτερ χρησιμοποιούσε σκόπιμα τη γριά κι άσχημη 'Ολγα στα τακτικά βασανιστήριά του, για να ταλαιπωρεί και να καταρρακώνει τα εκάστοτε θύματά του.

Ο Ντέξτερ καθόταν αμίλητος, παρακολουθούσε το θέαμα, ενώ η πούτσα του γινόταν κάθε λεπτό και πιο χοντρή και μακριά. Την 'Ολγα τη θεωρούσε σαν το δεξί του χέρι σ' αυτά τα κόλπα του. Αυτή ήταν κι η πρώτη γκόμενα που είχε γαμήσει όταν ήταν μικρός κι ήθελε να σπάσει την παρθένιά του.

  • Εντάξει 'Ολγα. Μπορείς να σταματήσεις τώρα, της είπε μ' ένα αηδιαστικό χαμόγελο.
  • Όπως επιθυμείτε κύριε.

Η 'Ολγα κατέβασε την αλυσίδα κι η Φωφώ μπορούσε πλέον να σταθεί στα πόδια της. Το κορμί της και τα πόδια της ιδίως ήταν τόσο μουδιασμένα και πονούσαν που δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι να μπορέσει να σταθεί όρθια.

  • Λοιπόν. Και τώρα ήρθε η σειρά σου γατούλα μου να γλείψεις το γερασμένο μουνί της 'Όλγας, είπε ο Ντέξτερ.
  • Αποκλείεται!, είπε έντρομη η Φωφώ.
  • Διάλεξε τι προτιμάς. Θα κάνεις γλειφομούνι στην Ολγα ή μήπως προτιμάς να σε μαστιγώσω;
  • Χίλιες φορές να με μαστιγώσεις!
  • Ωραία λοιπόν! Αν στο μεταξύ αλλάξεις γνώμη να μου το πεις, της είπε χαχανίζοντας.

Ο Ντέξτερ σήκωσε απότομα το χέρι του με το οποίο κρατούσε το μαστίγιο κι ήταν έτοιμος να μαστιγώσει τη Φωφώ. Εκείνη κατέβασε τα χέρια της για να προστατεύσει το μουνί της. Ο Ντέξτερ προτίμησε να τη χτυπήσει δυνατά πάνω στο πρόσωπο. Η Φωφώ ούρλιαξε απ' τον πόνο και έγειρε το πρόσωπό της προς την άλλη πλευρά.

  • Μη! Όχι άλλο! θα της γλείψω το παλιομούνι!
  • Έχε υπόψη σου ότι πρέπει να κάνεις σωστή δουλειά και να κάνεις την Ολγα να πιστέψει ότι γουστάρεις να της γλείφεις το μουνί
  • Θα προσπαθήσω, είπε φουντωμένη απ' το θυμό της η Φωφώ. Και τι δεν θα έδινε τώρα για να μην είχε κάνει την πουστιά στον άντρα της και να βρισκόταν στο σπιτάκι της!
  • 'Ολγα, έλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Αφού μου έγλειψες εσύ πρώτη το μουνί, θα ι γλείψω και το δικό σου τώρα. Ο κύριός σου μου έδωσε την άδεια να σου γλείψω τη μουνάρα σου και να σε κάνω να χύσεις.
  • Το ήξερα ότι ο κύριός μου ήταν τόσο καλός και με σκεφτόταν κι εμένα", είπε χαρούμενη η Ολγα. Έπρεπε όμως να ξέρει κι εκείνος ότι εδώ και είκοσι χρόνια, το μουνάκι μου δεν έχει καυλώσει ούτε έχει χύσει μετά από γλειφομούνι.
  • Μετά το γλειφομούνι που θα σου κάνω εγώ, να είσαι σίγουρη ότι θα καυλώσεις και θα χύσεις".

Η Φωφώ στο μεταξύ τα έλεγε όλα αυτά για να ηρεμήσει τον Ντέξτερ ο οποίος είχε έτοιμο το μαστίγιο για να την ξαναχτυπήσει. Και λόγω του ότι ήθελε να πονέσει και πάλι, το πήρε απόφαση ότι μόνη λύση που υπήρχε ήταν να γλείψει αυτό το γέρικο μουνί.