Λεσβία μάνα σαδιστής γιος (1ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Η Φωφώ Ιωάννου ξύπνησε τρομαγμένη. Κρύος ιδρώτας είχε μουσκέψει το πλούσιο και χυμώδες κορμί της. Απ’ τα μάτια της κυλούσαν άφθονα δάκρυα που κατηφόριζαν στα βελούδινα μάγουλά της. Το όνειρο που είχε δει ήταν συνταρακτικό.

-    «Τάκη, σε παρακαλώ ξύπνα!», ψιθύρισε χωρίς καθυστέρηση στο γιο της που τραβήχτηκε από κοντά της μουγκρίζοντας ενοχλημένος. «Θέλω να με γαμήσεις! Θέλω να νιώσω την ψωλάρα σου μέσα μου!»

Η Φωφώ Ιωάννου ήταν μια τριανταεφτάρα κούκλα με πλούσιες καμπύλες κι ένα σώμα σωστής κούκλας. Τον τελευταίο καιρό όμως την βασάνιζε συνέχεια μια σκέψη: φοβόταν ότι είχε αρχίσει να γερνάει.

Για να διώξει αυτές τις σκέψεις απ’ το μυαλό της, πριν πέντε μέρες είχε καταφέρει να πείσει το γιο της να την γαμήσει. Ο σύζυγός της, ο Τάσος, είχε σαν συνέπεια να διαλύσει το σπιτικό τους. Πάνω στα νεύρα του είχε πετάξει μάνα και γιο έξω απ το σπίτι.

Η Φωφώ όμως δεν ένιωθε καθόλου ντροπή γι’ αυτό που είχε κάνει. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν να νιώσει νέα, να αισθανθεί σαν τις νεαρές γκόμενες που το κορμί τους έσφυζε από νιότη και ζωντάνια, και το μουνί τους από πάθος για γαμήσι.

-    «Σε παρακαλώ Τάκη. Σου είπα ότι σε θέλω. Έλα μανάρι μου να με γαμήσεις και να με κάνεις να χύσω…»

-    «Γαμώ το κέρατό μου!», είπε τσαντισμένος. «Χθες το βράδυ δεν σου έριξα τέσσερα γαμήσια; Έχεις υπόψη σου ότι είναι δύο τα ξημερώματα κι ότι στις οχτώ πρέπει να πάω στο σχολείο; Εγώ σαν άνθρωπος δεν πρέπει να κοιμηθώ καθόλου;»

-    «Το ξέρω αγόρι μου. Δεν γίνεται όμως να μου ρίξεις άλλον ένα πούτσο; Νιώθω τέτοιες καύλες που δεν μπορώ να κοιμηθώ ήσυχη.».

Ένα ανυπόμονο και τρεμάμενο χέρι γλίστρησε πάνω στην πλάτη του και τελικά κατέληξε πάνω στο παλαμάρι του πούτσου του. Μόλις το έπιασε άρχισε να το χαϊδεύει απαλά.

-    «Είπα, όχι. Δεν γαμάω άλλο!», της είπε θυμωμένα και της έσπρωξε το χέρι.

Ο Τάκης ένιωθε πτώμα απ’ την κούραση και δεν μπορούσε ούτε τα μάτια του ν’ ανοίξει.

-    «Θα σε γαμήσω όταν θα γυρίσω το μεσημέρι απ’ το σχολείο».

-    «Δεν θ’ αντέξω να περιμένω μέχρι τότε…», του είπε παραπονιάρικα. «Τώρα θέλω να νιώσω μέσα μου την καυλάρα σου».

-    «Εσύ γουστάρεις να γαμηθείς, αλλά εγώ πρέπει να κοιμηθώ. Τι διάβολο σ’ έχει πιάσει και θέλεις να σε γαμάω συνεχώς; Μέσα στις τελευταίες πέντε μέρες θα πρέπει να σ’ έχω ξεμουνιάσει τουλάχιστον πενήντα φορές!»

Τα πρασινογάλαζα μάτια της Φωφώς βούρκωσαν και πάλι.

-    «Δεν μ’ αγαπάς. Το έχω καταλάβει. Έπαψες πια να με θεωρείς ότι είμαι νέα κι ελκυστική και δεν με κάνεις κέφι για να με γαμάς…»

-    «Βρε άνθρωπε του θεού, ποιος σου είπε ότι δεν σ’ αγαπάω; Δεν σου έχω πει χιλιάδες φορές ότι είσαι και γαμώ τις μουνάρες;»

-    «Μου λες ψέματα. Είμαι γριά και γι’ αυτό δεν γουστάρεις να με γαμάς».

-    «Κάνεις λάθος! Απλώς μ’ έχεις στραγγίξει ολόκληρο, γι’ αυτό δεν μπορώ να σε γαμήσω τώρα…», της είπε σε πιο ήπιο τόνο καθώς είχε αρχίσει να συγκινείται απ’ την επιμονή και το μελόδραμα ύφος της. «Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να σηκώσω το καυλί μου».

-    «Μην ανησυχείς, θα φροντίσω να σου πάρω μια πίπα και θα δεις πως θα στο σηκώσω. Θα σου τον κάνω παλούκι και τότε θα μπορείς να μου τον σφηνώσεις!», του είπε και προσπάθησε να τον γυρίσει προς το μέρος της.

-    «Δεν καταλαβαίνεις από λόγια; Σου είπα, δεν γαμάω τώρα!», της είπε και κάλυψε με τα δυο του χέρια τον ξεθεωμένο απ’ τα γαμήσια πούτσο του.

Εκείνη όμως κατάφερε να χώσει το χέρι της και ν’ αγγίξει την ψωλή του. Ο Τάκης τινάχτηκε όρθιος και φουντωμένος απ’ το θυμό του.

-    «Μωρή ξεκωλιάρα. Εσύ δεν είσαι γυναίκα, αλλά νυμφομανής. Δεν καταλαβαίνεις όταν σου λέω ότι δεν μπορώ να γαμήσω άλλο;»

Ο Τάκης την κοιτούσε και χαμογελούσε.

-    «Ξέρεις τι κάνουν σε κείνους που δεν μπορούν να λογικευτούν με τα λόγια;», της είπε κοφτά.

Η Φωφώ κούνησε το κεφάλι της κι έγειρε στο πλάι. Τα δάκρυά της έσταζαν συνεχώς και μούσκευαν το σεντόνι του κρεβατιού. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της που συνήθιζε να τα κάνει κοτσίδες για να δείχνει κοριτσόπουλο, είχαν πέσει πάνω στο κορμί της.

-    «Σε κάτι τρελές σαν κι εσένα φοράνε ζουρλομανδύα!», της είπε και το ύφος του είχε αλλάξει ριζικά.

Τα μάτια του γυάλιζαν περίεργα. Αυτό που είχε πει έτσι, πάνω στα νεύρα του, του έδωσε μια ιδέα. Το μαύρο πέτσινο μπουφάν του το είχε ρίξει πάνω σε μια καρέκλα του δωματίου. Το πήρε βιαστικά και όρμησε καταπάνω της. Η Φωφώ τραβήχτηκε προς τον τοίχο φοβισμένη.

-    «Τάκη, τι πας να κάνεις;», τον ρώτησε τρομαγμένη απ’ το ύφος του γιου της.

Ο Τάκης την ανάγκασε να βάλει τα χέρια της μέσα στα μανίκια, από την ανάποδη. Η Φωφώ ανατρίχιασε μόλις το σώμα της ήρθε σ’ επαφή με την κρύα σατινένια φόδρα. Μετά την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την πέταξε πάνω στο κρεβάτι μπρούμυτα. Στη συνέχεια της έκλεισε το φερμουάρ του τζάκετ που βρισκόταν πίσω απ’ την πλάτη της. Η Φωφώ προσπάθησε να ελευθερωθεί αλλά στάθηκε αδύνατο.

Μετά πήρε το κορδόνι της κουρτίνας και την έδεσε γύρω γύρω, πάνω απ’ τα χέρια της, σαν σαλάμι. Η Φωφώ προσπαθούσε να ελευθερωθεί, αλλά μάταια. ο Τάκης την είχε δέσει γερά. Τα χέρια της πονούσαν.

-    «Λύσε με!», του φώναζε.

-    «Το πρωί, πριν φύγω για το σχολείο…», της απάντησε.

-    «Τάκη δεν μπορείς να μου φέρεσαι τόσο απαίσια. Μην ξεχνάς ότι είμαι μάνα σου!»

-    «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να σου κρατήσω τα χέρια μακριά απ’ την πούτσα μου!», της είπε κι έπεσε και πάλι στο κρεβάτι.

Απ’ την ένταση των τελευταίων δύο - τριών λεπτών κόντευε να του περάσει η νύστα. Η πούτσα του παραδόξως είχε αρχίσει να ξεμουδιάζει και σιγά - σιγά να γίνεται παλούκι. Η Φωφώ πρόσεξε το παλαμάρι του που στεκόταν όρθιο και του είπε:

-    «Αφού το ξέρω βρε αγόρι μου ότι όταν με βλέπεις γυμνή καυλώνεις!»

Ο Τάκης ήταν όντως πουτσαράς. Το καυλί του ήταν τουλάχιστον 22 πόντους σε μήκος και 5 πόντους στο πλάτος. Τέτοια ψωλή η Φωφώ δεν είχε γνωρίσει στην ζωή της.

Ο Τάκης δεν κατάλαβε ότι είχε καυλώσει. Το κατάλαβε όταν είδε την έκφυλη έκφραση που είχε πάρει το πρόσωπό της και μόλις είδε τα μουνόχειλα της να γυαλίζουν απ’ τα ζουμιά της. Η πούτσα του στεκόταν καμαρωτή και οι χοντρές φλέβες της πετάγονταν με μανία.

Η Φωφώ προσπάθησε με κόπο να γυρίσει ανάσκελα.

-    «Τώρα που καύλωσες αγόρι μου, νομίζω ότι μπορείς να με ξεμουνιάσεις άλλη μια φορά…»

-    «Αυτή την φορά δεν σκοπεύω να γαμήσω μουνί. Το βαρέθηκα. Τώρα λέω να στον σφηνώσω στην κωλοτρυπίδα!»

-    «Όχι, δεν θέλω απ’ τον κώλο!», ούρλιαζε η Φωφώ. «Ποτέ δεν άφησα κανέναν να με γαμήσει απ’ τον κώλο».

-    «Αυτό με συγκινεί ιδιαίτερα. Πάντοτε γούσταρα να γαμήσω παρθένα κωλοτρυπίδα. Είμαι περίεργος να δω τι θα νιώσει η πούτσα μου μπαίνοντας μέσα σε μια σφιχτή κωλοτρυπίδα..», της είπε και την πίεσε με δύναμη στην πλάτη για να μην την αφήσει να γυρίσει ανάσκελα.

Ο Τάκης την πλησίασε από πίσω και της άνοιξε με το ζόρι τα πόδια για να χωθεί ανάμεσά τους. Οι παλάμες του ήρθαν σ’ επαφή με τα σφιχτοδεμένα και πλούσια κωλομέρια της.

-    «Όχι βρε μανάρι μου. Δεν θέλω απ’ τον κώλο. Με τέτοια χοντρή ψωλάρα που έχεις θα με ξεσκίσεις!», του φώναξε. «Σε παρακαλώ Τάκη. Γάμησέ με απ’ το μουνί. Εγώ σε ξύπνησα για να μου τον χώσεις στο μουνί…»

-    «Δεν με νοιάζει αν γουστάρεις ή δεν γουστάρεις. Αυτή τη φορά θα κάνω αυτό που με καυλώνει. Θα γαμήσω κώλο. Έτσι γουστάρω!», της είπε.

Πλησίασε ακόμη περισσότερο, της άνοιξε το κωλοβάρδουλα και ακούμπησε στην κωλοχαράδρα της το πουτσοκέφαλό του.

-    «Όχι Τάκη. Σου είπα: δεν θέλω γαμήσι από τον κώλο!», διαμαρτυρόταν έντονα η Φωφώ.

-    «Αυτά να σου λείπουν. Πριν λίγο μου ζάλισες τ’ αρχίδια κι επέμενες να σε γαμήσω!», της είπε κοφτά και της έσπρωξε την ροδέλα της κωλοτρυπίδας της με το κεφάλι της ψωλής του.

-    «Δεν θέλω να με γαμήσεις από τον κώλο…», του έλεγε με παράπονο. «Θα τολμήσεις να βιάσεις την μανούλα σου;»

-    «Εδώ και πέντε μέρες έχω ξεχάσει ότι είσαι μάνα μου. Εσύ μου ρίχτηκες, μην το ξεχνάς. Από ‘δω και πέρα θα κάνω ότι γουστάρω εγώ. Εσύ έπαψες πια να με κάνεις ότι θέλεις. Και κάτσε τώρα φρόνιμα για ν’ απολαύσεις τη χαρά του πούτσου μου που θα σου μπει στον κώλο…»

Με μια δυνατή σπρωξιά της κάρφωσε το πουτσοκέφαλο στην κωλάρα της. Η Φωφώ βόγκηξε απ’ τον πόνο κι ο Τάκης χαμογέλασε ικανοποιημένος απ’ τα έργα της πούτσας του. Ο Τάκης έσπρωξε κι άλλο το καυλί του και την έκανε να ουρλιάξει απ’ τον πόνο. Ήταν αποφασισμένος να την ξεκωλιάσει για να πάρει την εκδίκησή του.

Εκείνη την ώρα πλέον δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο παρά μόνο ένα βάρβαρο γαμήσι. Στην αρχή η καύλα του τον έκανε να ξεχάσει κάθε αίσθημα ενοχής. Εκείνο που τον είχε τρομάξει περισσότερο από κάθε άλλη φορά ήταν ο θυμός του πατέρα του την ώρα που τους έπιασε πάνω στο κρεβάτι να σκυλογαμιούνται με ξέφρενο ρυθμό.

-    «Εγώ τώρα σε βλέπω σαν μια ξεκωλιάρα που ψοφάει να φάει πούτσο!», της είπε και της κάρφωσε πιο βαθιά το παλούκι του.

Η Φωφώ σπαρταρούσε καθώς το παλαμάρι του ξέσκιζε την κωλοτρυπίδα της. Τα μάτια της γούρλωσαν απ’ το ζόρι που ένιωθε στην κωλοτρυπίδα της.

-    «Καλά να πάθω η μαλακισμένη…», μονολογούσε η Φωφώ. «Άφησα τον άντρα μου και την κόρη μου επειδή ήθελα να γαμηθώ με τον γιο μου».

-    «Πολύ χειρότερα σου αξίζουν μωρή καριόλα. Είσαι μια πουτάνα και τίποτα παραπάνω!», της είπε και παίρνοντας φόρα βυθίστηκε μέσα της ακόμη πιο βαθιά.

Η ροδέλα της κωλοτρυπίδας της του έσφιγγε σαν μέγγενη τον πούτσο. Τα βογκητά του πόνου που έβγαζε η Φωφώ έκαναν τα τζάμια του φτωχού διαμερίσματος να τρίζουν. Το δωμάτιό τους βρωμούσε κατρουλίλα και κλεισούρα. Οι τοίχοι του ήταν παλιοί κι ετοιμόρροποι και ο χώρος ήταν κρύος.

Στην αρχή ο Τάκης αδιαφορούσε τελείως για το σπίτι. Η καύλα του τον είχε κάνει να ξεχάσει τα πάντα. Το μυαλό του πήγαινε συνέχεια στο καυτό και ζουμερό μουνί της που ήθελε να γεμίζει συνέχεια με πούτσο. Τώρα όμως που είχε περάσει η πρώτη του καύλα, αναπολούσε τις παλιές καλές εποχές που έμεναν όλοι μαζί στο πλούσιο διαμέρισμα του πατέρα του.

Ξαφνικά ο Τάκης έβγαλε όλο το καυλί του απ’ την κωλοτρυπίδα της κι αμέσως μετά της το ξαναφύτεψε με δύναμη. Η Φωφώ ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Εκείνος έκανε ότι δεν άκουγε και συνέχισε αργά - αργά να μπαινοβγαίνει μέσα της.

-    «Σταμάτα βρε αγόρι μου. Σε παρακαλώ… Έτσι όπως πας εσύ, θα με ξεσκίσεις!»

-    «Δεν πρόκειται να με πείσεις πλέον. Θα κάνω ότι μου γουστάρει!», της είπε και ταυτόχρονα απολάμβανε το τρίψιμο της ψωλής του απ’ τη σφιχτή κωλοτρυπίδα της Φωφώς.

Από κάποια στιγμή και μετά τα βογκητά του πόνου άρχισαν να συνοδεύονται κι από κάποια ξεφωνητά πόθου και καύλας. Μόλις ο Τάκης τράβηξε το καυλί του κι ετοιμαζόταν να της το βγάλει απ’ τον κώλο, η Φωφώ αναστατώθηκε. Η πούτσα του σφιγγόταν και κόντευε να κοπεί σε φέτες απ’ την σφιχτή και δυνατή ροδέλα της κωλοτρυπίδας της.

-    «Σταμάτα αγόρι μου. Δεν αντέχω άλλο αυτό το μαρτύριο. Άρχισε να με τσούζει η κωλοτρυπίδα μου…»

-    «Μπα; Δεν φανταζόμουν ότι θα χόρταινες τόσο γρήγορα τον πούτσο μου…!»

Λεπτό προς λεπτό ο πόνος γινόταν αβάσταχτος και τα μάτια της γέμισαν και πάλι με δάκρυα. Η Φωφώ βογκούσε, ούρλιαζε και προσπαθούσε απεγνωσμένα να του ξεφύγει. Εκείνος αδιαφορούσε για τον πόνο της και συνέχισε να την γαμάει με το χοντρό νεανικό παλαμάρι του.

Η κωλοτρυπίδα της άρχισε ν’ ανοιγοκλείνει από μόνη της. Αυτή ήταν η μόνη αντίδραση της Φωφώς για να χαλαρώσει και να μην πονάει τόσο. Από κάποια στιγμή και μετά, αυτό που έκανε άρχισε να της αρέσει και περίμενε με αγωνία το επόμενο μπάσιμο της ψωλάρας του στην κωλοτρυπίδα της. Ο Τάκης έπαιρνε φόρα και χωνόταν ρυθμικά και με δύναμη μέσα στην κωλοτρυπίδα της.

-    «Έλα αγόρι μου. Ξέσκισέ με. Δική σου είμαι πλέον. Τώρα σε συνήθισα και σ’ αυτή την τρύπα μου. Χώσ’ την όλη την ψωλή σου μέσα μου. Μ’ αρέσει! Γουστάρω το γαμήσι σου…!»

Ο Τάκης ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε ότι η Φωφώ θα άλλαζε ριζικά απ’ την μια στιγμή στην άλλη. Δεν άργησε όμως να καταλάβει ότι η πούτσα του ήταν θαυματουργή κι ότι η ασυνήθιστη αυτή επαφή με την μάνα του, της είχε προκαλέσει και πόνο και μεγάλη καύλα.

-    «Τελικά απ’ τον κώλο μ’ αρέσει περισσότερο απ’ ότι στο μουνί. Έλα λοιπόν αγόρι μου, έλα ψωλαρά μου, ξέσκισε της μαμάς την κωλοτρυπίδα!»

-    «Βλέπω ότι κι ο κώλος σου είναι το ίδιο παλαβός όσο και το μουνί σου!», της είπε με κομμένη ανάσα ο Τάκης.

-    «Μη σταματάς! Χώσ’ τον μου μέσα μου. Κάνε με αγόρι μου να χύσω. Γουστάρω αυτό το ξεκώλιασμα. Αν συνεχίσεις έτσι, θα με κάνεις να χύσω περισσότερο από ποτέ άλλοτε..!»

Προς στιγμήν ο Τάκης σκέφτηκε να σταματήσει και να την αφήσει να ουρλιάζει και να τον παρακαλάει να συνεχίσει. Τ’ αρχίδια του όμως είχαν πρηστεί κι είχαν βαρύνει με ψωλοχύματα. Οι παλμικές κινήσεις της κωλοτρυπίδας της τον έκαναν να τρέμει από καύλα. Κάθε φορά που της τον έμπηγε μέσα στον κώλο, τα βαριά αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στα κωλομάγουλα της και τον καύλωναν περισσότερο.

-    «Έτσι μωρό μου. Γάμησε με άγρια!», φώναξε με πνιχτή φωνή η Φωφώ και τέντωνε προς το μέρος του την κωλάρα της για να τον παίρνει όσο πιο βαθιά μπορούσε.

Ο Τάκης της άφησε ακίνητη την ψωλή του μέσα στην κωλοτρυπίδα της και την έκανε να σπαρταράει και να διαμαρτύρεται.

-    «Απ’ ότι βλέπω θέλεις άγριο γαμήσι κι απ’ τον κώλο, όσο κι απ’ το μουνί…!»

-    «Σίγουρα. Και να σκεφθείς ότι πριν λίγο ήμουν παρθένα απ’ τον κώλο…», του είπε με καμάρι για την νέα της αυτή εμπειρία.

Ο Τάκης άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της με μανία. Η πούτσα του είχε γίνει τόσο χοντρή και σκληρή που της άνοιγε τα κωλοβάρδουλα σαν τριαντάφυλλο. Τώρα πλέον είχε ξεχάσει όλες τις τύψεις και τις αναστολές του και την γαμούσε με ξέφρενο ρυθμό. Δεν τον ένοιαζε το παρελθόν ούτε και το μέλλον. Μόνο η καύλα του μετρούσε εκείνη την ώρα.

Τ’ αρχίδια του είχαν πρηστεί απ’ τα καυτά του ψωλοχύματα και δεν άντεχαν άλλο. Κάποια στιγμή άρχισαν να τινάζονται με δύναμη προς τα μέσα, ενώ ο κώλος της Φωφώς έτρεμε και σπαρταρούσε από ηδονή. Τα χύσια του μούσκεψαν το καυλί του και το έκαναν να γλιστράει πιο εύκολα μέσα κι έξω απ’ την κωλοτρυπίδα της. Κάθε φορά που της τον κάρφωνε στον πάτο, το πουτσοκέφαλο του της έκανε και μια καυτή ένεση από πηχτά χύσια.

Η Φωφώ ούρλιαζε και βογκούσε από καύλα καθώς η κωλοτρυπίδα της γέμιζε από χύσια και κρέας τεντωμένο. Αυτή η πούτσα με τις τόσες χάρες ήταν που την έκανε να εγκαταλείψει την συζυγική στέγη και να σκυλογαμιέται με το γιο της.

Αργά - αργά τα κουνήματα του κώλου της και το σφίξιμο της ροδέλας της κωλοτρυπίδας της έκαναν τ’ αρχίδια του Τάκη να στραγγίσουν μέσα της όλα τους τα χύσια. ‘Όμως απ’ τα πολλά γαμήσια που της είχε ρίξει τις τελευταίες μέρες κόντευε να στεγνώσει εντελώς η αρχιδοσακκούλα του.

Ο Τάκης όμως είχε ξυπνήσει τώρα για τα καλά και δεν είχε σκοπό να σταματήσει σ’ αυτό το σημείο. Ήθελε πολύ μεγαλύτερη περιποίηση το καυλί του. Κάποια στιγμή η Φωφώ έστησε στον αέρα τον κώλο της και ο Τάκης τράβηξε αργά - αργά την ψωλή του έξω.

-    «Μη! Όχι ακόμη! Μη μου τον βγάζεις τόσο γρήγορα..!», του φώναξε παραπονιάρικα.

Ταυτόχρονα το μουνάκι της άρχισε να κάνει έντονους κι απότομους σπασμούς απ’ την καύλα που είχε φουντώσει σ’ ολόκληρο το κορμί της.

-    «Μην ανησυχείς.. Δεν τελειώσαμε ακόμη. Θα πρέπει να έχεις μάθει ήδη ότι ο πούτσος μου δεν καταθέτει τα όπλα με ένα μόνο γαμήσι…», της είπε χαμογελώντας ύποπτα.

-    «Αυτό το ξέρω αγόρι μου. Γι’ αυτό και γουστάρω να γαμιέμαι μαζί σου. Είσαι και ψωλαράς, αλλά και δεν σου πέφτει εύκολα. Μήπως προτιμάς τώρα να γαμήσεις και λίγο το μουνάκι μου;», του είπε και προσπάθησε να πέσει ανάσκελα.

Της ήταν όμως αδύνατο γιατί ο Τάκης την είχε δέσει σφιχτά.

-    «Προς το παρόν δεν μ’ απασχολεί το μουνί σου…», της είπε και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.

«Ίσως να μη μ’ απασχολήσει ποτέ ξανά η μουνότρυπα σου...», σκέφτηκε. Φαίνεται είχε αρχίσει να νιώθει τύψεις που μέχρι τώρα γαμούσε το μουνί απ’ το οποίο είχε βγει.

-    «Αυτό που θέλω τώρα από σένα είναι να μου πάρεις μια σωστή πίπα!»

Ο Τάκης έπιασε με τα χέρια του τις επωμίδες του τζάκετ που είχε φορέσει στη Φωφώ, και τη σήκωσε όρθια. Εκείνη κάθισε κανονικά στην άκρη του κρεβατιού και κοιτούσε με λάγνο βλέμμα το παλούκι του γιου της.

-    «Λοιπόν, μην κάθεσαι. Άρχισε το γλείψιμο!», της είπε.

-    «Θα σου πάρω πίπα, αφού πρώτα πλύνεις τον πούτσο σου..», του είπε.

Η Φωφώ είδε μερικές σκουρόχρωμες κηλίδες κάτω απ’ το ελαφρύ στρώμα των χυσιών του που ήταν αλειμμένα στο καυλί του. Προφανώς ήταν κάποιες ακαθαρσίες που είχαν κολλήσει πάνω στον πούτσο του αφού της τον είχε σφηνώσει στον κώλο. Με τη σκέψη και μόνο ότι θα έπαιρνε στο στόμα της το βρώμικο καυλί του, της ερχόταν να κάνει εμετό.

-    «Άσε κατά μέρος τις αντιρρήσεις και γλείφ’ τον όπως είναι!», της είπε θυμωμένα.

Αμέσως μετά την άρπαξε απ’ τις κοτσίδες και της έφερε το πρόσωπο κοντά στο καυλί του. Πάνω στην ερεθισμένη του επιδερμίδα άρχισε να νιώθει την καυτή της ανάσα.

-    «Μην είσαι τόσο κάθαρμα Τάκη..», του είπε με ύφος παρακλητικό. «Πλύνε τον πούτσο σου και μετά θα στον πάρω πίπα πολύ ευχαρίστως!»

-    «Εσύ θα αναλάβεις να μου τον πλύνεις, με την γλώσσα σου. Δικό σου πρόβλημα αν δεν γουστάρεις να γλείφεις τα σκατά του κώλου σου. Για να δούμε αν η γλώσσα σου είναι τόσο καλή όσο πρώτα…»

Ο Τάκης την έπιασε και πάλι απ’ τις κοτσίδες και την τράβηξε πιο κοντά στον πούτσο του. Η Φωφώ αναστέναξε βαθιά. Μετά έσφιξε τα δόντια της κι αρνήθηκε να βάλει στο στόμα της το σκατωμένο καυλί του. Ταυτόχρονα τον φοβόταν κιόλας γιατί πίστευε ότι ο γιος της δεν ήταν και τόσο αθώο αγγελούδι όσο νόμιζε και αν τον νεύριαζε θα την ανάγκαζε με το ζόρι να του κάνει το χατίρι.

-    «Πριν λίγη ώρα ήσουν πρόθυμη να μου πάρεις τσιμπούκι για να με καυλώσεις. Πάρτον μου τώρα. Είτε γουστάρεις είτε όχι, δεν πρόκειται να περάσει το δικό σου!»

-    «Μη! Όχι! Δεν θέλω…», διαμαρτυρόταν η Φωφώ.

Ταυτόχρονα άρχισε να τεντώνει τα χέρια της μήπως και καταφέρει να ελευθερωθεί. Δυστυχώς όμως για κείνην, ήταν δεμένη σφιχτά και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Χωρίς να το καταλάβει είχε γίνει σκλάβα του. Μέχρι πρότινος η μάνα του ήταν εκείνη που τον διέταζε να κάνει αυτό, να κάνει εκείνο. Τώρα τα πράγματα είχαν πάρει μια διαφορετική τροπή και μάλιστα σε βάρος της.

Η πούτσα του Τάκη είχε σταθεί σαν ατσάλινο παλούκι μπροστά στα μούτρα της. Στην χαραμάδα του πουτσοκέφαλου του έκανε την εμφάνισή της η πρώτη σταγόνα απ’ τα νέα χύσια του. Την άρπαξε απ’ τις κοτσίδες και απαίτησε να του πάρει τσιμπούκι.

-    «Μπρος, μην κάθεσαι! θα μου πάρεις πίπα. Ξεκίνα και άρχισε να μου τον γλείφεις».

Η Φωφώ άνοιξε το στόμα της και έβγαλε την γλώσσα της έξω. Την ακούμπησε πάνω στο πουτσοκέφαλό του κι άρχισε να γλείφει την χαραμάδα του. Η γεύση των, χυσιών του ήταν αλμυρή και της άρεσε. Εκείνο όμως το οποίο την απωθούσε ήταν η σκέψη ότι αν συνέχιζε και λίγο πιο κάτω, στο ματσούκι της ψωλής του, ίσως έγλειφε και τα σκατά της κωλοτρυπίδας της.

-    «Είδες που σου το έλεγα; Δεν ήταν και τόσο άσχημο να μου γλείψεις τον πούτσο έτσι. Δεν συμφωνείς;», της έλεγε με σαρκασμό ο Τάκης καθώς η Φωφώ άρχισε να γλείφει πάνω κάτω το παλαμάρι του. «Έλα μωρή ξεκωλιάρα. Πάρε μου τον πούτσο μέσα στο στόμα σου. Γλείφ’ τον και ρούφα μου τα χύσια!»

Ο Τάκης τραβήχτηκε για λίγο πίσω και μετά, με μια απότομη κίνηση της μπούκωσε το στόμα με το παλαμάρι του. Εκείνη κόντεψε να πνιγεί καθώς το πουτσοκέφαλό του χτύπησε βαθιά μέσα στο λαρύγγι της.

Αμέσως το στόμα της πήρε μια πικρή γεύση. Η γλώσσα της μαζεύτηκε καθώς αισθάνθηκε αηδία απ’ το σκατωμένο καυλί του. Ο Τάκης όμως δεν της άφησε περιθώρια ν’ αντιδράσει. Της φύτεψε ακόμη πιο βαθιά το καυλί του στο στόμα. Τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα καθώς το χοντρό παλαμάρι του της έκλεισε το λαιμό και δεν μπορούσε να πάρει ούτε ανάσα.

Όλες τις προηγούμενες φορές καμάρωνε και υπερηφανευόταν ότι μπορούσε να πάρει όλη την ψωλάρα του στο στόμα της χωρίς να πνιγεί. Κάτι τέτοια γαμησιάρικα κόλπα τα έκαναν μόνο μερικές νεαρές ψωλαρπάχτρες και μια καριόλα σαν την Φωφώ. Η Φωφώ του είχε πάρει τέτοια λαρυγγοτσίμπουκα μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσει και να τον πείσει ότι ήταν κι αυτή νέα και τολμηρή σαν τα πουτανάκια της ηλικίας του. Ποτέ της όμως δεν φαντάστηκε ότι θα έφτανε σ’ αυτό το σημείο:  να του παίρνει τσιμπούκια με σκατωμένο πούτσο.

Αφού είδε όμως ότι δεν την έπαιρνε να του φέρει αντιρρήσεις, άρχισε να του γλείφει τον πούτσο σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Ο Τάκης συνέχισε να της κρατάει γερά τις κοτσίδες για να μην προσπαθήσει να τραβηχτεί από κοντά του.

Στο μεταξύ η ψωλάρα του άρχισε να φουντώνει άτσαλα από καύλα. Ο Τάκης γούσταρε το τσιμπούκι περισσότερο από κάθε άλλη σεξουαλική πράξη. Τώρα του άρεσε ακόμη περισσότερο γιατί την έκανε ότι ήθελε εκείνος. Οι πρώτες της αντιδράσεις είχαν υποχωρήσει και τώρα καταλάβαινε ότι είχε πεισθεί να του πάρει σωστό τσιμπούκι, πράγμα που επιθυμούσε.

Κάποια στιγμή έβγαλε το χοντρό του καυλί απ’ το στόμα της αφήνοντας μέσα μόνο το του. Αυτό το έκανε για να της δώσει την ευκαιρία να πάρει μια βαθιά ανάσα και να μην σκάσει. Μετά πήρε φόρα και της το κάρφωσε βαθιά μέσα στο λαρύγγι της. ‘Όταν άκουσε το βογκητό της, καύλωσε περισσότερο. Του άρεσε να νιώθει ότι η πούτσα του ήταν ικανή να την πνίξει. Η Φωφώ ρουφούσε και ταυτόχρονα βογκούσε από αηδία.

-    «Αχχχ! Τι μου κάνεις βρε κάθαρμα! Θα με πνίξεις μ αυτό τον χοντρό πούτσο που μου έχωσες!», διαμαρτυρόταν με πνιχτή φωνή η Φωφώ.

-    «Εσύ μ’ έμαθες να γαμάω τόσο άγρια. Ρούφα την ψωλή μου και μην βγάζεις άχνα. Ρούφα και κάνε με να νιώσω ωραία!»

-    «Κτήνος! Αχ!», συνέχισε να βογκάει η Φωφώ εν παράλληλα προσπαθούσε ν’ απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά της.

Ξαφνικά άρχισε να κουνάει το κεφάλι της πίσω και να του παίρνει τον πούτσο βαθιά μέχρι το λαρύγγι της. Την ίδια στιγμή οι ψωλότριχές του της γαργαλούσαν τα χείλια και όταν της τον φύτευε έμοιαζαν με κατσαρό μαύρο μουστάκι.

-    «Συνέχισε μωρή ψωλού την δουλειά σου και μη φωνάζεις. Μου ζάλισες τ’ αρχίδια. Κάνε σωστή δουλειά!»

Η Φωφώ συνέχισε τα τσιμπουκογλειψίματα και προσπαθούσε να τον κάνει να χύσει για ν’ απαλλαγεί απ’ αυτό το μαρτύριο. Ταυτόχρονα αναρωτιόταν αν αυτός που της φερόταν τώρα έτσι ήταν ο γιος της, το σπλάχνο της ή κάποιο κάθαρμα που την είχε κάνει σκλάβα του. Άραγε γιατί της το έκανε αυτό; Μήπως ήθελε να την εκδικηθεί;

Κάποια στιγμή το λαρύγγι της χαλάρωσε για να δεχθεί πιο βαθιά το κρεάτινο ματσούκι του. Η Φωφώ το είχε πάρει απόφαση ότι δεν μπορούσε πλέον να το παίζει αφασία. Ήταν πλέον πολύ αργά για ν’ αντιδράσει. Αλλά και ν’ αντιδρούσε, δεν θα έβγαινε τίποτα. Ο γάμος της είχε ήδη χαλάσει. Ο Τάσος την είχε πετάξει στο δρόμο μαζί με τον γιο της.

Την ίδια στάση θα είχε ακολουθήσει και κάθε σύζυγος που γυρνούσε ξαφνικά στο σπίτι του κι έβρισκε τη γυναίκα του να σκυλογαμιέται με το γιο του. Τον Τάκη τώρα έπρεπε να τον ακούει γιατί αυτός ήταν το μόνο στήριγμα που είχε σ’ αυτό τον κόσμο. Έπρεπε να του κάνει όλα τα χατίρια, ανεξάρτητα απ’ το πόσο ταπεινωτικά ή εξευτελιστικά ήταν γι’ αυτήν. Έτσι, πήρε την απόφαση να του γλείψει τον πούτσο κανονικά σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

-    «Βλέπω αρχίζεις και στρώνεις. Το ήξερα ότι τελικά θα το έπαιρνες απόφαση. Ρούφα μου σωστά τον πούτσο. Γαργάλησε μου το πουτσοκέφαλο με τη γλώσσα σου. Και έχε υπόψη σου ότι αν κάποια μέρα βρω κανένα άλλο μουνί πιο σωστό από σένα, θα σε παρατήσω κι από ‘κει και πέρα να πας να κόψεις το σβέρκο σου!»

Η Φωφώ τον άκουγε και ο φόβος της μεγάλωνε. Αυτό το φοβόταν υπερβολικά. Το ύφος και ο τρόπος του όμως την έκανε να φουντώσει κι εκείνη από καύλα. Έπρεπε λοιπόν να τον ικανοποιήσει για να πάρει κι αυτή στο τέλος τα ψωλοχύματά του για αμοιβή της.

-    «Άκουσε να σου πω μωρή καριόλα! Δεν μου αρκεί που μου τον έχεις στο στόμα. Θέλω να μου κάνεις και διάφορα κόλπα για να καυλώνω πιο πολύ!»

-    «Τάκη, όχι τόσο δυνατά. Θα με πνίξεις!», του είπε με παράπονο.

Ο Τάκης δεν της έδινε σημασία. Κάθε σπρωξιά της έδινε με τον πούτσο του, ήταν και πιο δυνατή το ψωλοκέφαλό του χωνόταν πιο βαθιά μέσα λαρύγγι της.

-    «Αν μου κάνεις σωστή δουλειά, μπορώ να σου εγγυηθώ τον πούτσο μου, όποτε τον θελήσεις!», της είπε.

-    «Καλά αγόρι μου. ‘Όμως μη με κάνεις να πονάω…»

-    «Το μεσημέρι που θα γυρίσω από το σχολείο, θέλω να έχεις φροντίσει να μου βρεις μια παρθένα για να γαμήσω. Να μου την έχεις γδύσει, να την έχεις στο κρεβάτι μ’ ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια για να γαμήσω!»

-    «Δεν είμαι σίγουρη αγόρι μου. Δεν έχω παρτίδες με παρθένες…», του είπε κι εκείνος της κάρφωσε με δύναμη το πουτσοκέφαλό του στο λαρύγγι.

-    «Αν θέλεις να ξανανιώσεις τον πούτσο μου μέσα στο μουνί σου, να φροντίσεις να βρεις!», της είπε και της φόρεσε τις ψωλότριχές του σαν μουστάκι στο πάνω χείλι της.

Ο Τάκης ήταν αποφασισμένος να την κάνει να σέρνεται στα πόδια του. Αν τυχόν κατάφερνε να του βρει την παρθένα που ζητούσε, τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Στο μυαλό του Τάκη είχε κολλήσει ένα ονειρεμένο γαμήσι με ένα παρθενικό μουνάκι που να το ξεσκίσει εκείνος με την ψωλάρα του.

Δευτερόλεπτα αργότερα κι ενώ ο ρυθμός του είχε επιταχυνθεί πολύ, άρχισε η ψωλή του να την ραντίζει με τα χύσια του. Η Φωφώ την ώρα που κατάπινε τα χύσια του φούντωσε κι αυτή από καύλα κι έχυσε σχεδόν ταυτόχρονα μαζί του. Παρόλη την ταλαιπωρία της, αυτό το τσιμπούκι το ευχαριστήθηκε πάρα πολύ.

Η Φωφώ του ρούφηξε όλα του τα χύσια και τα κατάπιε. Η πούτσα του Τάκη ήταν ότι πολυτιμότερο είχε σ’ αυτό τον κόσμο κι ήταν πλέον αποφασισμένη να κάνει οτιδήποτε για να μην την χάσει…