Ο άγριος βιασμός μου και το ξύλο από το μπαμπά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Γεια σας, είμαι η Βασιλική και είμαι νέο μέλος στο site αυτό. Διαβάζω από το καλοκαίρι μαζί με το μπαμπά μου τις ιστορίες αιμομιξίας, κυρίως αυτές με μπαμπάδες και κόρες και ο μπαμπάς μου με προέτρεψε να γράψω και τη δική μας ιστορία, που αφορά έμενα κι εκείνον.

Αλλά πριν σας τη διηγηθώ θα σας περιγράψω λίγο έμενα και το μπαμπά. Εγώ είμαι 1.78 και 59 κιλά, έχω καστανόξανθα μαλλιά με καστανοπράσινα ματιά και γυμνασμένο σώμα. Έχω μεγάλα βυζιά και πεταχτό κωλαράκι. Ο μπαμπάς μου είναι 1.85, καστανός, κουρεμένος με την ψηλή, γαλανομάτης και πολύ γυμνασμένος. Έχει πουτσάρα 22 εκατοστά, χοντρή τριχωτή, με μεγάλο πουτσοκέφαλο και διαθέτει πολύ τεστοστερόνη. Είναι πολύ βαρβάτος άντρας και η ατελείωτη κάβλα. Επίσης να προσθέσω ότι είμαστε και οι δυο μας άρρωστα Παναθηναϊκάκια.

Η ιστορία μας ξεκινά ως εξής. Ο μπαμπάς μου είναι χωρισμένος με τη μάνα μου από όταν ήμουν μωρό. Οι δυο μας έχουμε πολύ αδυναμία ο ένας στον άλλο. Στο θέμα των σχέσεων, ποτέ του δεν έκανε σοβαρή σχέση, μόνο ξεπέτες, γιατί όσο να το κάνουμε, άντρας είναι δε μπορεί να τον δέσει και φιόγκο. Εγώ από την άλλη, ήμουν αγνή παρθένα και ούτε σχέσεις είχα κάνει ούτε με είχε αγγίξει άντρας. Όμως καύλωνα από πολύ μικρούλα, χάιδευα το μουνάκι μου που ήταν υγρό και ερχόμουν σε οργασμό χωρίς να βάζω δαχτυλάκι στην τρυπούλα μου. Στα 14 μου άρχισα να βλέπω ερωτικά τον μπαμπά μου, τον ερωτεύτηκα, φαντασιωνόμουν ότι με πηδά αγρία κι έχυνα συνεχώς. Προσπαθούσα να είμαι συνεχώς κοντά του και τον έπαιρνα κρυφά μάτι από την κλειδαρότρυπα του μπάνιου ή του δωματίου του, αν δεν είχε το κλειδί. Τον πετύχαινα γυμνό να παίζει την πούτσα του, έτρεχα στο δωμάτιο, κλείδωνα και έπεφτα γυμνή στο κρεβάτι με τα υγρά να στάζουν από την τρυπούλα μου στα μπουτάκια μου, έπαιζα το μουνάκι μου κι έχυνα. Στα 14, άρχισα να το δαχτυλώνω κιόλας.

Πολλές φορές ο μπαμπάς μου κοιμόταν στον καναπέ με κολλητά μποξεράκια και πήγαινα εγώ με νυχτικιές κοντές και καμιά φορά χωρίς βρακί, δήθεν ότι πήγαινα για νερό στην κουζίνα και με φώναζε να ξαπλώσω δίπλα του. Έβαζε το χέρι του στην κοιλιά μου και του το κρατούσα. Το ένα του πόδι, το έβαζε ανάμεσα στα δικά μου, σηκωνόταν η νυχτικιά μου και ακουμπούσε το πόδι του στο υγρό μου μουνάκι και το πίεζε με το πόδι του και τρελαινόμουν. Ένα βράδυ μου λέει…

- Γιατί δεν φοράς βρακάκι μωράκι μου;

Τον κοίταξα και κοκκίνισα και μου λέει…

- χύνεις Βασούλα μου συνέχεια και τρέχουν στα μπούτια μου τα υγρά σου.

Είχα καταντραπεί. Σηκώθηκα και έφυγα και δεν ξαναπήγα δίπλα του να ξαπλώσω. Εν τω μεταξύ, οπότε έκανα βλακείες, μου έριχνε σκαμπίλια κι επειδή καύλωνα πολύ το έκανα επίτηδες η ρουφιάνα για να με κτυπάει. Ένα βράδυ στα 16 θυμάμαι, είχα βγει με μια φίλη μου και άργησα επίτηδες για να με χτυπήσει. Είχα βάλει ένα μαύρο κολάν και μια μαύρη εξώπλατη μπλούζα και φαινόταν το στήθος μου, αλλά όταν έφυγα δεν με πρόσεξε. Είδε που άργησα, με έπαιρνε τηλέφωνο και δεν το σήκωνα. Γύρισα 11:30 και χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε την πόρτα και με αγριεμένο βλέμμα με βούτηξε από το μαλλί και με έφερε μέσα.

- Τι ώρα είναι αυτή που ήρθες μωρή και γιατί δε σήκωνες τα τηλεφώνα που σε έπαιρνα και σε περιμένω σα μαλάκας;

- Μπαμπά συγγνώμη το είχα αθόρυβο, δεν άκουγα…

του είπα με τρεμάμενη φωνή. Με πλησίασε, μου έριξε ένα χαστούκι και με πέταξε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού.

- Τι ντύσιμο είναι αυτό γαμώ την πουτάνα σου; Μετά φταίει ο βιαστής που βιάζει;

Τον κοίταζα βουρκωμένη.

- Απάντα μωρή…

- Συγγνώμη μπαμπά.

- Τι συγγνώμη ρε που ντύθηκες σαν πουτανάκι; Άμα σε βούταγε κανείς και σε ξέσκιζε πουθενά που θα σε έβρισκα εγώ; Δεν ξέρω αν είσαι και παρθένα. Πολύ αμφιβάλλω...

- Όχι μπαμπά μου, είμαι παρθένα, δε με έχει αγγίξει άντρας, αλήθεια.

- Δεν το ξέρω αυτό εγώ και δε θα σε αφήσω να ξαναβγείς έξω. Τελείωσε.

- Μπαμπά σε παρακαλώ, συγγνώμη, δε θα το ξανακάνω, σε παρακαλώ.

- Δεν ακούω τίποτα, αυτή είναι η τιμωρία σου. Προχώρα πάνω μη σε σπάσω στο ξύλο.

- Είσαι πολύ σκληρός...

- Καλά κάνω. Τσακίσου τώρα από μπροστά μου μη σε χτυπήσω.

Εγώ για να με χτυπήσει, έκατσα εκεί και του είπα…

- Άντε πνίξου βρωμόγερε.

Μόλις του το είπα έγινε θηρίο. Με έπιασε από τα μαλλιά, μου έριχνε χαστούκια, έβγαλε μετά τη ζώνη του και μου λέει…

- Έχε χάρη που σε έχω κόρη ρε πουτανάκι, αλλιώς θα σου έδειχνα ποιος είναι γέρος…

και με έβαλε μπρούμυτα στο τραπεζάκι και με κτύπαγε στον κώλο με τη ζώνη. Την άλλη μέρα, δεν του μίλησα και απέφευγα να βρίσκομαι μαζί του. Εκείνο τον καιρό μου είχε χαρίσει ένα δονητή η ξαδέρφη μου και γαμιόμουν όποτε έφευγε ο πατέρας μου χωρίς να ξεπαρθενιαστώ. Την άλλη μέρα πάλι μούτρα του κράταγα κι έμεινα κλεισμένη στο δωμάτιο. Το βράδυ τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο κάτω στο σαλόνι ότι θα έφευγε και σκέφτηκα ότι ήταν η ευκαιρία μου. Πήγα στο δωμάτιο, έβαλα ένα κοντό νυχτικό χωρίς βρακί και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ο πατέρας μου ήρθε στο δωμάτιο να μου πει ότι θα έφευγε. Εγώ περίμενα λοιπόν και κάποια στιγμή βγήκα από το δωμάτιο για να δω αν έφυγε. Δεν τον είδα ούτε στο σαλόνι, ούτε στην κουζίνα και υπέθεσα ότι είχε φύγει. Έτσι, πήγα στο δωμάτιο μου, έκλεισα την πόρτα, γδύθηκα, πήρα το δονητή από το συρτάρι και ένα λάδι για μωρά, το άλειψα στην πούτσα, ξάπλωσα και την έχωσα μέσα μου.

Γαμιόμουν γρήγορα και βογκούσα. Κόντευα να φτάσω σε οργασμό όταν ξαφνικά άνοιξε την πόρτα κι έμεινα κάγκελο. Ούτε να σκεπαστώ δεν πρόλαβα. Κοκκίνισα και σαστίσαμε και οι δυο για λίγα δευτερόλεπτα. Εγώ είχα μείνει με ανοιχτό στόμα και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κοιτούσα με φόβο το μπαμπά μου. Αυτός έμεινε με ανοιχτό στόμα, αλλά του γυάλισε το μάτι. Ήρθε, μου τράβηξε ένα χαστούκι και μου λέει…

- Τι κάνεις εκεί μωρή καργιολίτσα 16 χρονών; Δε ντρέπεσαι λίγο; Αυτό κάνεις όταν λείπω εγώ ρε καργιολάκι, γαμώ τη μάνα σου την καργιόλα;

Έκλαιγα. Μου τράβηξε με μια κίνηση το δονητή από το μουνί που με πόνεσε και του λέω…

- Α… με πόνεσες.

- Εγώ μωρή; Ο δονητής που γαμιέσαι δε σε πονάει; Από τώρα θες πουτσα ρε πουτάνακι;

Έτρεμα και μου άστραψε ένα χαστούκι.

- Μίλα μωρή καργιόλα…

- Μπαμπά σε παρακαλώ, να σου εξηγήσω.

- Τι να μου εξηγήσεις; Που βρήκες το δονητή;

Πάλι δεν απάντησα και μου λέει…

- Ο δονητής πάει στα σκουπίδια κι εσύ θα τιμωρηθείς όπως σου αξίζει παλιοπούτανο.

- Μπαμπά σε παρακαλώ μη...

- Τι μη μωρή; Θες πούτσο;

Τον κοίταζα και έκλαιγα.

- Μίλα γαμώ το μουνί που σε πέταξε, θες πούτσο μωρή;

- Έχω ανάγκες, σε παρακαλώ φύγε.

Πέταξε κάτω το δονητή και μου λέει…

- τώρα θα δεις τι πούτσο θα φας πουτάνακι…

και με βούτηξε απ’ τα μαλλιά, με έσυρε στο δωμάτιο του και με πέταξε χάμω. Κλείδωσε και γδύθηκε εντελώς. Με άρπαξε απ’ τα μαλλιά και με γονάτισε για να του πάρω πίπα. Εγώ είχα φοβηθεί γιατί ήμουν παρθένα και έτρεμα στην ιδέα του ξεσκίσματος με το ζόρι και του λέω…

- σε παρακαλώ δεν είμαι έτοιμη, άσε με να φύγω.

- Στ'' αρχίδια μου, να το σκεπτόσουν νωρίτερα. Κοίτα πως μου έκανες την πούτσα…

Με έβαλε να τον τσιμπουκώσω με το ζόρι. Τον έβαζε όλο μέσα κι εγώ μουγγρίζα και έσπρωχνα, αλλά μάταια. Κόντεψε να με πνίξει. Είχα μελανιάσει ολόκληρη και μου έλεγε ότι δεν με λυπάται και ότι θα με ξεσκίσει. Μετά με έχυσε στο στόμα, με ανάγκασε να τα πιω και ξέρασα στο πάτωμα. Με άφησε να πάρω ανάσες και μετά με σήκωσε στα χέρια του και με ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ήμουν έτοιμη να λιποθυμήσω και δεν είχα δυνάμεις να αντιδράσω. Έπεσε πάνω μου και ο πούτσος του πίεζε το μουνί μου. Με χτύπαγε και με έφτυνε. Μετά άρχισε να με φιλά με γλωσσόφιλο και μετά κατέβηκε στο λαιμό μου και με δάγκωνε. Μου πιπίλαγε τις ρώγες, τις δάγκωνε και με έβριζε.

- Αι στο διάολο μαλάκα, άφησε με…

του ψέλλισα κάποια στιγμή.

- Θα σε καρφώσω κι ας είσαι κόρη μου, θα σε ξεσκίσω.

Κατέβηκε στο μουνί μου. Έκλεισα τα πόδια μου και τον έσπρωχνα αλλά μου τα άνοιξε και μου έβαζε δάχτυλο. Στην αρχή ένα, μετά δυο και μετά τρία και μου το γαμούσε. Πονούσα πολύ. Ένιωθα να μου ξεσκίζει τον κόλπο μου και αυτός το ευχαριστιόταν. Μου έχωσε και τέταρτο και έκλαιγα με λυγμούς. Τον κοιτούσα ικετευτικά στα μάτια και μου έκανε γλειφομούνι. Άθελα μου καύλωσα, έχυνα και φώναζα. Ο μπαμπάς μου αφού ήπιε όλα τα υγρά μου με χάιδεψε και μου λέει…

- Σου αρέσει ποταμάκι και το έπαιζες δύσκολη.

- Είσαι σαδιστής, δεν ήθελα να γίνει έτσι…

του είπα. Μου έβαλε το χέρι στον πούτσο του και μου λέει…

- κοντεύει να εκραγεί. Τον θες μέσα σου;

Είχα καυλώσει πολύ, αλλά του είπα «όχι» γιατί φοβήθηκα.

- Θες δε θες τον πούτσο μου θα τον φας. Διάλεξε, με λάδι η χωρίς; Αν και προτιμάω χωρίς λάδι για να πονάς περισσότερο.

- Μπαμπά σε παρακαλώ, πονώ πολύ και φοβάμαι. Άφησε με, δε θέλω τίποτα. Μόνο να φύγω.

- Όχι δε θα φύγεις. Θα σε ξεσκίσω και θα χύσω μέσα σου κοντοπούτανο. Αφού γουστάρεις να σε γαμήσει ο πατέρας σου μωρή, θα σε γαμήσω στεγνά.

Είχα καυλώσει στην ιδέα να με ξεσκίσει και να μου σπάσει την παρθενία αλλά φοβόμουν. Όμως ήξερα ότι δε θα γλίτωνα και έκλεισα τα μάτια μου.

- Κάνε ότι είναι να κάνεις γρήγορα.

Μου άνοιξε τα πόδια και μου έχωσε το πουτσοκέφαλο του στην τρυπούλα μου. Ήταν μεγάλος και με πονούσε όσο έμπαινε μέσα μου.

- Θα στο ανοίξω σα γαρύφαλλο το μουνάκι…

μου λέει και του απαντώ…

- πονάω…

- Μη φοβάσαι καργιόλα μου, ξέρει ο μπαμπάς σου τι κάνεις…

και άρχισε να μου σπάει την παρθενία μου. Φώναζα δυνατά και είχα γραπωθεί πάνω του. Γέμισε αίμα τα σεντόνια και έμεινε μέσα μου. Εγώ είχα πλαντάξει στο κλάμα και του λεω…

- είσαι πούστης...

- Βάζελος και πούστης δεν πάει…

και άρχισε να με γαμάει άγρια.

- Έτσι γαμάνε μωρή οι πούστηδες;

και μου ξέσκιζε το μουνί.

- Όχι συγγνώμη, πονάω…

- Έτσι σου αξίζει, να πονάς μωρό μου. Θα σε ξεσκίσω από όλες τις τρύπες.

Σε λίγο ήρθα σε οργασμό πάλι και έκανε συσπάσεις το κορμί μου.

- Αχ καργιόλη χύνω…

- Χύσε μωρή βρώμα, χυσ’ τα όλα στην πουτσα που σε έσπειρε…

κι έχυσε κι αυτός μέσα μου. Βογκούσαμε και οι δύο. Έπεσε εξουθενωμένος πάνω μου.

- Σου άρεσε που σε γάμησα;

Δεν απάντησα.

- Μίλα ρε ξέκωλο, αφού σου άρεσε, μου λέει.

- Στην αρχή όχι. Φοβόμουν πολύ. Μετά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο πολύ σε ήθελα μέσα μου, του είπα.

- Είσαι πουτανάκι μεγάλο τελικά. Σου άρεσε που σε γάμησα άγρια;

- Όλα μου άρεσαν μπαμπά, αλλά πονώ πολύ…

του είπα και μετά με έβαλε πάνω στην πουτσα του και τρελάθηκα. Με γαμούσε γρήγορα και ήρθα σε οργασμό τρεις φορές. Έχυσε κι αυτός και με ρώταγε όταν ερχόμουν σε οργασμό…

- Τι νιώθεις μωράκι μου;

- Αχ… νιώθω σπασμούς, τρέμω ολόκληρη και πονάω…

- Θα στο ματώσω το μουνάκι καργιολάκι.

Με γύρισε στα τέσσερα και με γαμούσε με όλη του τη δύναμη. Μου το μάτωσε πράγματι. Κόντεψα να μείνω.

- Τώρα θα σου ανοίξω και το κωλαράκι σου, αλλά επειδή σε λυπήθηκα θα σου βάλω λάδι να γλιστράει.

- Δε θέλω, όχι εκεί σε παρακαλώ.

- Δε σε ρώτησα. Καργιολάκι δικό μου είσαι. Θα σε πηδάω όπως γουστάρω εγώ…

και μου έριξε δυο σκαμπίλια στα κωλομάγουλα.

- Μη τυχόν και κουνηθείς.

Πήρε το λάδι, το άλειψε στην πουτσα του, έβαλε και στην κωλοτρυπίδα μου και άρχισε να σπρώχνει με όλη του τη δύναμη μέχρι που με μάτωσε. Έμεινε λίγο μέσα μου και με ξεκώλιασε χωρίς έλεος. Έκλαιγα και με έβριζε χυδαία. Μου έλεγε ότι μόνο τον δικό του πούτσο θα παίρνω και αν πάω με άλλον θα με σφάξει. Μέχρι σήμερα που είμαι δεκαοκτώ, με πηδά έτσι κάθε μέρα, αλλά όχι από κώλο. Είναι ότι καλύτερο να με γαμάει ο πατέρας μου και να με ξεφτιλίζει. Είμαι το πουτανάκι του και αυτός ο βιαστής μου…

 

(Copyright protected OW ref: 70500)