Με την ξαδέλφη στο χωριό

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Εδώ και χρόνια πηγαίνω κάθε Δεκαπενταύγουστο με τους δικούς μου στο χωριό μου, κάπου στα Γιάννενα, λόγω του πανηγυριού. Έτσι έγινε και το καλοκαίρι που μας πέρασε. Βέβαια, όταν ήμουν αρκετά πιο μικρός το μόνο που ήθελα ήταν να αγοράζω παιχνίδια κι έτσι γυρνούσα από πάγκο σε πάγκο με παιχνίδια μαζί με τα ξαδέλφια μου και τα κοιτούσαμε. Τα ξαδέλφια μου ήταν στην ίδια ηλικία με εμένα τα περισσότερα εκτός από κάποιες αδελφές τους που έρχονταν μαζί μας. Μια απ’ αυτές ήταν και η Όλγα. Μικρή, μου την έσπαγε πάρα πολύ. Την αντιπαθούσα μέχρι αηδίας.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, κι ενώ εγώ συνέχιζα να πηγαίνω στο χωριό, τα ξαδέλφια μου που είχαν μετακομίσει μέσα στην πόλη στα Γιάννενα λόγω δουλειάς και χρόνου είχαν πολλά χρόνια να εμφανιστούν. Φέτος όμως έμαθα πως θα ερχόντουσαν, γι’ αυτό και πήγα άλλωστε. Δεν το είχα σκοπό. Όπως καταλαβαίνετε ανυπομονούσα να δω μετά από τόσα χρόνια τα ξαδέλφια μου και να μιλήσουμε για όλα αυτά τα χρόνια και να περάσουμε καλά βεβαίως. Αλλά μόλις σκέφτηκα και τις αδελφές τους και ειδικά την Όλγα σπάστηκα. Τέλος πάντων, ανυπομονούσα να τους δω.

Ήμουν με τους γονείς μου στην πλατεία του χωριού εκεί που ήταν και τα κλαρίνα και περιμέναμε τη θεία μου με τον άντρα της και τα παιδιά της, ένα εκ των οποίων και η Όλγα. Στα σχέδιά μου ήταν να πάρω τα παιδιά και να φύγουμε για κανένα κλαμπάκι στα Γιάννενα χωρίς βέβαια την Όλγα όπου στο μυαλό μου είχε μείνει η εικόνα της άσχημης με σιδεράκια κοντής κοπέλας. Περιμέναμε, ώσπου τελικά ήρθαν. Διέκρινα αμέσως τους θείους μου αλλά τα παιδιά πουθενά, παρά μόνο μια θεά μουνάρα που δεν μπορούσα να καταλάβω ποια ήταν.

Ήρθαν στο τραπέζι και μετά τα φιλιά και τις χαιρετούρες έμαθα ότι τα παιδιά δεν θα ερχόντουσαν τελικά λόγω μιας έκτακτης δουλειάς. Την γυναικάρα ακόμη δεν την είχα αναγνωρίσει ώσπου μου μίλησε πρώτη.

-    «Πέτρο, δεν με αναγνώρισες; Η Όλγα είμαι!»

Πλησιάζει και μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Εγώ τα έχασα. Η Όλγα ήταν αυτή; Είχε αλλάξει τελείως. Τώρα στα δεκαεννιά της ήταν 1.80, με μακρύ καστανόξανθο μαλλί, αμυγδαλωτά καστανά μάτια, παιχνιδιάρικα χείλη, πανέμορφο πρόσωπο, χωρίς σιδεράκια βέβαια, στητό και σκληρό στήθος μεσαίου μεγέθους όπου τονιζόταν τέλεια και χάζευες τη χαράδρα που σχηματιζόταν μέσα στο κοντό λευκό τιραντέ φορεματάκι που φορούσε, το οποίο εκτός των άλλων άφηνε αρκετά ξεσκέπαστα τα πανύψηλα πόδια της και τα μισά μπούτια της κι εφαρμοστό όπως ήταν μπορούσες να διακρίνεις ένα μικρό στρινγκ κιλοτάκι να διαγράφεται διακριτικά στο ολοστρόγγυλο και τουρλωτό κωλαράκι της. Ένα κορμί θανατηφόρο και για πολλά γαμήσια.

Όλη την ώρα που ήμασταν εκεί δεν μπορούσα να μην ρίχνω κλεφτές ματιές στο στήθος και στα πόδια της Όλγας μιας και καθόμασταν δίπλα - δίπλα. Μου ήταν αδύνατο. Σκέψεις διάφορες πονηρές έρχονταν στο μυαλό κι άρχισα να καυλώνω. Έπρεπε να συγκρατηθώ για να μη γίνω ρεζίλι αλλά και γιατί ήταν ξαδέλφη μου.

Μετά από κάποια ώρα στα κλαρίνα βαρεθήκαμε και συνεννοηθήκαμε με την Όλγα να πάμε σε κάποιο κλαμπάκι στα Γιάννενα να το κάψουμε. Πήρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου και φύγαμε. Από το χωριό τα Γιάννενα δεν είναι και πολύ μακριά. Μισή ώρα δρόμος. Σε όλη τη διαδρομή μιλούσαμε για διάφορα βιοποριστικά θέματα αλλά εμένα το μυαλό μου στα μπούτια της Όλγας, τα οποία τώρα στο διπλανό κάθισμα φαίνονταν ολοκάθαρα μιας και το φόρεμα είχε σηκωθεί λίγο πιο ψηλά. Πέρασαν κάμποσα λεπτά χωρίς να λέμε τίποτα ώσπου έσπασε τη σιγή εκείνη.

-    «Ώστε έχω αλλάξει τόσο πολύ που δεν με γνώρισες;»

-    «Μόνο πολύ; Άλλος άνθρωπος!»

-    «Άλλαξα προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;»

-    «Και το ρωτάς; Προς το καλύτερο φυσικά! Ομόρφυνες πάρα πολύ. Πού είναι η Όλγα με τα σιδεράκια; Η μέρα με τη νύχτα!»

Εκείνη φτιάχτηκε λίγο στο κάθισμα. Της άρεσε αυτό που της είπα. Πάλι πονηρές σκέψεις για την ξαδέλφη μπήκαν στο μυαλό μου. Και διερωτόμουν αν έπρεπε να προχωρήσω ή όχι. Αν έπρεπε να κάνω το βήμα ή όχι. Μήπως εκείνη δεν γούσταρε και το έλεγε στους δικούς μας και γινόταν το σώσε στην οικογένεια; Με τις σκέψεις αυτές πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Με διέκοψε πάλι η Όλγα:

-    «Κι εσύ όμως;»

-    «Τι εγώ;»

-    «Να… Κι εσύ λέω άλλαξες κι εσύ προς το καλύτερο. Το σώμα σου έδεσε, το πρόσωπό σου. Είσαι πιο αρρενωπός. Έχω και τόσα χρόνια να σε δω…!», και με κοίταγε από πάνω μέχρι κάτω.

-    «Όπα!», λέω από μέσα μου. «Λες;».

-    ν«Ότι μπορούμε κάνουμε…», της απαντάω και γυρνάω και την κοιτάω στα μάτια.

Μου χαμογέλασε και γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο. Ευκαιρία για λίγο μάτι στα υπέροχα πόδια της. Μια το δρόμο μια τα μπούτια εγώ. Ξαφνικά, όπως κοιτούσα το στήθος της, γυρνάει απότομα και με πιάνει στα πράσα.

-    «Τι κοιτάς;»

Τα έχασα, για λίγο όμως.

-    «Να, είσαι πολύ όμορφη και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Και αυτά τα πόδια σου. Σκέτη φωτιά!», της είπα με θάρρος.

-    «Ε, προσέχω κι εγώ τον εαυτό μου λιγάκι. Πάω και γυμναστήριο κάθε μέρα από μια ώρα. Τα πόδια μου είναι σκληρά και γυμνασμένα. Πιάσ’ τα να δεις και μόνος σου.»

Τα χάνω για δεύτερη φορά. Επίτηδες το έκανε; Δεν χάνω όμως την ευκαιρία να πάει χαμένη κι απλώνω το χέρι μου κι η χούφτα μου γεμίζει από το γυμνασμένο και πολύ λείο πόδι της λίγο πάνω από το γόνατο. Το σφίγγω λίγο και της λέω:

-    «Δίκιο έχεις. Είναι πολύ γυμνασμένο. Και πολύ λείο!»

Κατεύθυνα το χέρι μου πιο πάνω χαϊδεύοντας το μπούτι της. «Είπαμε προσέχω!». Το χέρι μου δεν το πήρα. Σαν υπνωτισμένος το είχα αφήσει πάνω στο πόδι της και το χάιδευα πάνω - κάτω. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι τόσα λεπτά χουφτώνω το μπούτι της ξαδέλφης μου. Εντωμεταξύ η παλάμη μου ανέβαινε και πιο πάνω. Κάποια στιγμή ακούμπησα το φόρεμά της και τότε συνήλθα. Η Όλγα δε μου είχε πει τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Απολάμβανε τα χάδια μου. Μόλις αντιλήφθηκα τι γινόταν, πήρα γρήγορα - γρήγορα το χέρι μου, το έβαλα στο τιμόνι και της είπα:

-    «Με συγχωρείς. Παραφέρθηκα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ όμως σε τέτοιο πόδι…!»

-    «Μην σε ανησυχεί. Για τον ξαδελφούλη…»

-    «Πάντως αν δε ήσουν ξαδέλφη μου και σε είχα γκόμενα θα σε γαμούσα κάθε μέρα πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Τέτοια κορμιά δεν τα αφήνω ανεκμετάλλευτα και ανικανοποίητα…!»

Δεν είπε τίποτα. Μόνο με κοίταγε εξερευνητικά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε και στο κλαμπάκι. Πάρκαρα και κατέβηκα να πάω να ανοίξω την πόρτα της Όλγας. Της ανοίγω, της κρατάω το χέρι κι όπως πάει να βγει σηκώνοντας το ένα πόδι, αντικρίζω το κιλοτάκι της. Λευκό και δαντελένιο. Καύλωσα αμέσως. Μπαίνουμε στο μαγαζί κι όλα τα αντρικά βλέμματα ήταν πάνω της, έτσι αεράτα που περπατούσε. Σίγουρα πολλοί θα εύχονταν να ήταν στη θέση μου. Πολλοί θα ήθελαν να συνοδεύουν τέτοια μουνάρα. Πήραμε τα ποτά μας κι αρχίσαμε να λικνιζόμαστε στο ρυθμό της μουσικής.

Περνούσε η ώρα και κατεβάζαμε ικανές ποσότητες οινοπνεύματος και η μουσική άλλαζε σε ελληνική τσιφτετελοειδή. Η Όλγα τότε χόρευε και γινόταν σεισμός γύρω της. Όλοι τη χάζευαν και πρώτος και καλύτερος εγώ. Συχνά με πλησίαζε και κολλούσε πάνω μου και τριβόταν στο ρυθμό του τσιφτετελιού. Εγώ βέβαια, λίγο τα ποτά, λίγο η εικόνα που είχα μπροστά μου, λίγο αυτό που είχε γίνει στο αυτοκίνητο, λίγο οι σκέψεις οι πονηρές που ξαναήρθαν στο μυαλό μου, καύλωσα και το παντελόνι μου είχε ένα εξόγκωμα που δεν υπήρχε πριν.

Η Όλγα το χαβά της. Ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, κολλούσε πάνω μου, μου έπιανε τα χέρια και τα έβαζε στη μέση της κι έβαζε τα πόδια της ανάμεσα στα δικά μου και τριβόταν χορεύοντας αισθησιακά. Το μουνί της τριβόταν πάνω στην σκληρή πούτσα μου. Δεν ξέρω αν το καταλάβαινε. Εγώ τυραννιόμουν κι αυτή το ευχαριστιόταν. Άλλες φορές ερχόταν όπισθεν και κολλούσε το κωλαράκι της πάνω μου. Δεν μπορεί να μην αισθανόταν το σκληρό πράγμα που εφάρμοζε στη σχισμή του κώλου της και τριβόταν πάνω της… Τόσο πολύ είχε πιει; Δε νομίζω. Το καταλάβαινε αλλά ήθελε να μου κάνει παιχνίδια.

Σε κάποια στιγμή κουράστηκε από τον πολύ χορό και στάθηκε δίπλα μου να ξεκουραστεί. Την πλησιάζω στο αφτί…

-    «Μη μου τα κάνεις αυτά γιατί άντρας είμαι κι εγώ!»

-    «Ποια;», μου λέει.

-    «Αυτά τα τριψίματά σου με έχουν καυλώσει. Αν συνεχίσεις θα χύσω μέσα στο παντελόνι μου!»

-    «Κι εγώ έχω ερεθιστεί. Μούσκεμα είμαι. Από πριν στο αυτοκίνητο είχα καυλώσει που μου χούφτωνες το μπούτι. Αν ακουμπούσες εκείνη τη στιγμή το υγρό μουνάκι μου θα έχυνα στα σίγουρα!»

Εγώ άκουγα έκπληκτος. Δεν πίστευα στα αφτιά μου. Η Όλγα με γούσταρε; Και συνέχισε:

-    «Από μικρή σε γούσταρα και μου άρεσες και τώρα που σε είδα μετά από τόσα χρόνια… Είπα να κάνω ότι μπορώ για να σε καυλώσω και να δω πως θα αντιδράσεις. Τι θα κάνεις λοιπόν τώρα που σου είπα ότι σε θέλω;»

-    «Αν μπορούσα θα σου ξέσκιζα το μουνάκι εδώ και τώρα!», της λέω και της χουφτώνω τον κώλο πάνω από το φόρεμα.

-    «Υπάρχει τρόπος και χώρος. Έλα, πάμε…», λέει και με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί προς τις τουαλέτες.

Μπαίνει πρώτα εκείνη στις γυναικείες, εγώ περιμένω απ’ έξω και σε λίγα δεύτερα ανοίγει η πόρτα και μου κάνει νόημα να μπω κι εγώ. Με τραβάει πάνω της και μου ρίχνει ένα γλωσσόφιλο, άλλο πράγμα! Μην ξεκολλώντας από πάνω μου μπαίνουμε σε μια πόρτα. Τότε αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά η πιο τρελή μου φαντασίωση. Η καύλα και των δυο μας είχε φτάσει στα ύψη. Με φίλαγε στο στόμα, στο λαιμό, είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό μου και με φιλούσε στο στήθος. Κι εγώ είχα ήδη βγάλει το υπέροχο στήθος της, σκληρό, στητό, μέσα από το φόρεμα και φιλούσα και δάγκωνα τις υπέροχες σκληρές της ρώγες. Πιπίλαγα τις ρώγες και της έγλειφα το στήθος με μανία.

Τα χέρια μας εξερευνούσαν το σώμα του άλλου. Όταν τα δικά μου βρέθηκαν στην υπέροχη περιοχή του κώλου της, εκεί εγκαταστάθηκαν. Δεν μπορούσα να τον αφήσω από τα χέρια μου με τίποτα. Λες και κάποιος θα μου τον έπαιρνε. Τα κωλομάγουλα της ήταν λεία, σκληρά, γυμνασμένα και… τέλεια! Την είχα κολλήσει στον τοίχο και την φιλούσα και την πασπάτευα για ώρα. Δεν μπορούσα να την χορτάσω. Εκείνη εντωμεταξύ αναστέναζε και προσπαθούσε κι αυτή να με χορτάσει.

Όπως την είχα στα χέρια μου, γονατίζω, της σηκώνω το φόρεμα και στέκομαι μια ανάσα από το μουνάκι της. Μόνο το δαντελένιο της στρινγκ χώριζε τη γλώσσα μου από τη φωλίτσα της. Την παραμερίζω κι αρχίζω τα παιχνίδια μου ρουφώντας τα μουνόχειλα, δαγκώνοντάς τα, τρίβοντας την κλειτορίδα της και βάζοντας τη γλώσσα μου όσο μπορούσα πιο βαθιά στο μουνί της. Εκείνη από την καύλα βογκούσε και μου τραβούσε τα μαλλιά και μετά από λίγο τα υγρά της μούσκεψαν τη γλώσσα μου και κύλησαν στα γυμνασμένα της μπούτια συνοδευόμενα από ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό.

Σηκώνομαι, την γυρνάω πλάτη σε μένα, με τα βυζιά της να πιέζονται στην κρύα επιφάνεια του τοίχου, της σηκώνω το φόρεμα μέχρι τη μέση, της κατεβάζω το κιλοτάκι μέχρι τα γόνατα και πλησιάζω το πουτσοκέφαλο στη ζεστή και υγρή της τρυπούλα. Τρίβω την κλειτορίδα της μέχρι που έγινε πέτρα ώσπου άκουσα την Όλγα να μου λέει:

-    «Χώσ’ τον μου. Μη με βασανίζεις άλλο…»

Με μια κίνηση της τον έβαλα όλο μέσα μέχρι τη μήτρα. Τα αρχίδια μου ακούμπησαν τα μουνόχειλα της. Έτσι υγρή που ήταν από πριν λίγο θα πόνεσε που ο σκληρός και χοντρός πούτσος μου χάθηκε μέσα στο στενό μουνάκι της. Ήταν πράγματι αρκετά στενό κι αυτή η πίεση με έκανε να χύσω, γι’ αυτό και τραβιόμουν για λίγο έξω. Αλλά ξανάμπαινα με περισσότερη φόρα και πιο βίαια. Η Όλγα βογκούσε από καύλα και ηδονή. Ο ρυθμός μου στην αρχή ήταν αργός για να με συνηθίσει κιόλας, μετά έγινε πιο γρήγορος κι όταν έφτασε η ώρα να χύσω επιβράδυνα και πάλι. Ήθελα να το ευχαριστηθώ όσο περισσότερο μπορούσα. Δεν ήθελα να τελειώσει γρήγορα. Μπαινόβγαινα αργά - αργά μέσα της και παράλληλα της έπιανα τα βυζιά, της έτριβα τις ρώγες, τη φιλούσα πίσω από το αφτί, της έτριβα την κλειτορίδα, έπαιζα με την πίσω τρυπούλα της…

Ώσπου έφτασε και η ώρα να χύσω κι εγώ. Δεν αύξησα το ρυθμό μου. Πήγαινα αργά κι αισθησιακά. Η Όλγα το απολάμβανε και το άκουγα. Προς το τέλος της τον καρφώνω τρεις φορές γρήγορα απότομα και την τρίτη μένω μέσα της κι αδειάζω στη ζεστή φωλιά της ότι είχα και δεν είχα. Μαζί με εμένα χύνει και η Όλγα για δεύτερη φορά σβήνοντας έτσι την κάψα της μουνότρυπας της αλλά και της πούτσας μου για εκείνο το βράδυ. Μέχρι να ηρεμήσω και να χαλαρώσω έμεινα μέσα της απολαμβάνοντας τη φιλοξενία.

Αυτό ήταν. Μόλις είχα γαμήσει την ξαδέλφη μου στις τουαλέτες ενός κλαμπ στα Γιάννενα.