Την πήρα μπροστά στην αδελφή της (6ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Την επόμενη μέρα το πρωί ο πεθερός μου είχε ένα μαγκωμένο ύφος. Ο Τάκης είχε ξομολογηθεί ότι "είχε δει όνειρο" με τα χθεσινά και βέβαια η κουνιάδα μου τον έβαλε στη θέση του: "Τι βλακείες είναι αυτά; Μήπως γουστάρεις τώρα και την αδελφή μου; Δεν μας τα λες καλά Τάκη..."

Η ιστορία:

Anyway, Μετά το πρωινό η γυναίκα μου ήθελε να πάμε για ψώνια. Ξέρετε βέβαια όλοι πόσο λατρεύουμε οι άντρες τα ψώνια. Αφορμή έψαχνα λοιπόν να την κάνω. Γυρίζαμε ήδη καμιά ώρα από μαγαζί σε μαγαζί, όταν χτύπησε το κινητό της γυναίκας μου. Από ότι κατάλαβα, μια φίλη της κουνιάδας μου είχε πρόβλημα με τον υπολογιστή της και οι γνώσεις μου ήταν απαραίτητες. Θα πέρναγε η κουνιάδα μου με το αμάξι της να με πάρει. Η γυναίκα μου θα συνέχιζε τα ψώνια της και θα μας έβρισκε αργότερα. Άλλο που δεν ήθελα να γλιτώσω το μαρτύριο.

Πράγματι, δώσαμε ραντεβού και σε λίγο φτάναμε με τη κουνιάδα μου στο σπίτι της φίλης της. Σε όλη τη διαδρομή βέβαια συμπεριφερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα την προηγούμενη μέρα. Φτάσαμε στο σπίτι της φίλης κάποια στιγμή. Η κουνιάδα μου χτύπησε το κουδούνι. Μας άνοιξαν την εξώπορτα και ανεβήκαμε γρήγορα στο 2ο Όροφο. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας και όταν η πόρτα άνοιξε με έκπληξη είδα την... Λώρη. Τη φίλη της κουνιάδας μου από το 2ο μέρος.

Η κουνιάδα μου μας σύστησε (!!!) τυπικά, και όλα έδειχναν ότι πράγματι θα ήταν ένα ήσυχο πρωινό... (Αλλά τότε δεν θα το έγραφα εδώ, έτσι δεν είναι;). Τυπική η Λώρη απέναντι μου, η κουνιάδα μου το ίδιο, έκατσα και εγώ μπροστά στον υπολογιστή στο δωμάτιο της Λώρης. Είχα απορροφηθεί, θα είχε περάσει κανένα μισάωρο όταν άκουσα την πόρτα του σπιτιού να κλείνει και φωνές.

-    Κρίστι ηρέμισε, έλεγε η Λώρη.

-    Μη μου λες να ηρεμίσω. Σου είπα ότι δεν θέλω να φέρνεις κόσμο εδώ χωρίς να με ειδοποιείς πρώτα.

-    Εσύ γιατί φέρνεις όποιον θέλεις;

-    Είμαι η μεγάλη σου αδελφή και θα κάνεις ότι σου λέω. φώναξε η άλλη.

Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το σαλόνι. Η Κρίστι, η αδελφή της Λώρη από ότι κατάλαβα, γύρισε απότομα και με κοίταξε.

-    Δε φτάνει που κουβαλάς τις τσουλίτσες που έχεις για φίλες, τώρα μας κουβαλάς και τους γκόμενους;

-    Εγώ είμαι ο...

ξεκίνησα να λέω χαμηλόφωνα, αλλά με διέκοψε η κουνιάδα μου.

-    Εμένα είπες τσούλα; Θα σου δείξω εγώ μωρή…

ούρλιαξε και έβγαλε από την τσάντα της ένα από αυτά τα μαραφέτια που κουβαλάνε οι γυναίκες στις τσάντες τους και εκτοξεύουν μερικές χιλιάδες βολτ (taser gun τα λένε έμαθα μετά).

-    Αρκετά, φώναξα. Τέλος! Φεύγουμε. Έναν υπολογιστή υποτίθεται ότι θα έφτιαχνα, εξυπηρέτηση θα έκανα υποτίθεται. Κρύψε το και πάμε να...

είπα και κινήθηκα να αρπάξω το χέρι της κουνιάδας μου. Αυτό είναι και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι. Ξύπνησα στο πάτωμα ζαλισμένος, μουδιασμένος. Τα χέρια μου ήταν δεμένα μαζί στο πόδι της βαριάς τραπεζαρίας. Λίγο πιο πέρα, δίπλα μου πεσμένη μισό αναίσθητη, μισό-ζαλισμένη η Κρίστι.

-    Βρε καλά ξυπνητούρια.

Ειρωνεύτηκε η κουνιάδα μου. Κρατούσε ακόμα το taser πάνω στο λαιμό της Λώρης.

-    Λώρη, γδύσου, την πρόσταξε.

Η Λώρη σηκώθηκε και έβγαλε τα ρούχα της διστακτικά.

-    Έλα τι περιμένεις; Κατέβασε του το παντελόνι. Ξέρεις πώς πονάει αυτό μαραφέτι;

-    Σε παρακαλώ ψέλλισε η Λώρη.

Η κουνιάδα μου την έριξε μπρούμυτα στο πάτωμα. Ακούμπησε το taser στο μουνάκι της Λώρης.

-    Είπα, κατέβασε του το παντελόνι και ξεκίνα να τον γλύφεις.

Η Λώρη υπάκουσε. Μου έλυσε τη ζώνη και μου κατέβασε το παντελόνι.

-    Σταμάτα, είπα εγώ.

Η όλη φάση το ομολογώ με είχε τρομάξει. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να συνεχίσει.

-    Λοιπόν να σας εξηγήσω τους κανόνες. Είπε η κουνιάδα μου. Η Λώρη κάνει ότι της λέω. Εσύ κάνεις ότι σου λέω, η αδελφή της κάνει ότι της λέω, γιατί αλλιώς εδώ θα την πληρώνει η Λώρη. Κάθε φορά που θα λέτε όχι θα "ψηνω" το μουνάκι της Λώρη. ΟΚ; Λοιπόν Λώρη ξεκίνα.

Η Λώρη έπιασε διστακτικά τον πούτσο μου και άρχισε να τον γλύφει. Η Αδελφή της δίπλα κοίταζε τη Λώρη αμίλητη.

-    Ποιο πολύ πάθος, φώναξε η κουνιάδα μου. Σήκωσε του τον γρήγορα.

Η Λώρη τώρα μου έκανε ένα βαθύ γρήγορο τσιμπούκι. Ο Πούτσος μου είχε αρχίσει να σηκώνεται θέλοντας και μη. Τα σάλια της Λώρη έτρεχαν πάνω στα αρχίδια μου.

-    Κρίστι, κοίτα την αδελφούλα σου, είδες τι τσουλάκι είναι; Είδες πως τον γλύφει; Πάω στοίχημα ότι τη καυλώνει κιόλας είπε η κουνιάδα μου.

-    Ψέματα…

ψέλλισε σιγά η Κρίστη με καρφωμένο το βλέμμα στη αδελφή της που με ρουφούσε.

-    Ψέματα;

Γέλασε η κουνιάδα μου και άρχισε να τρίβει κυκλικά το taser στο μουνάκι της Λώρη κάνοντας την να αφήσει έναν αναστεναγμό. Κοίτα τι τσουλίτσα αδελφή που έχεις. Κοίτα τη πως καύλωσε, κοίτα τα υγρά της πάνω στο taser, είπε σηκώνοντας το taser ψηλά και δείχνοντας τους ακροδέκτες που ήταν μούσκεμα.

-    Αρκετά Λώρη. Σήκω. Η σειρά σου Κρίστι.

-    Αποκλείεται…

είπε μουδιασμένα εκείνη. Η κουνιάδα μου σήκωσε το taser Και πάτησε τη σκανδάλη. Μια μπλε ηλεκτρική λάμψη πετάχτηκε ανάμεσα στους δυο ακροδέκτες κάνοντας έναν ήχο. Το ακούμπησε ξανά στο μουνάκι της Λώρη.

-    Την επόμενη φορά θα την πληρώσει η Λώρη, είπε η Κουνιάδα μου. Σήκω βγάλε τη φουστίτσα σου, βγάλε το κιλοτάκι σου και δώστα μου.

Η Κρίστι υπάκουσε.

-    Μούσκεμα!

Γέλασε χυδαία η κουνιάδα μου πιάνοντας το κιλοτάκι της Κρίστι.

-    Εμπρός. Τώρα θα καθίσεις επάνω του, θα τον πάρεις στο μουνάκι σου και θα μας αποδείξεις ότι δεν είσαι τσουλάκι, έτσι;

Η Κρίστι έκατσε πάνω στον πούτσο μου. Ένιωσα το μουνάκι της υγρό, μουσκεμένο, στενό. Τον πήρε μέσα της και μετά έμεινες ακίνητη.

-    Ωραία. Τώρα για να μας αποδείξεις πόσο "καλό κορίτσι είσαι" θα μείνεις ακίνητη εκεί, με έναν πούτσο μέσα στο μουνάκι σου. Δεν είσαι κανένα τσουλάκι εσύ ε;

Γέλασε πάλι. Η Κρίστι έμεινε ακίνητη πάνω μου. Η Καύλα του να νιώθεις ένα καυτό στενό μουνάκι να σε σφίγγει έκανε τον πούτσο μου εκούσια να συσπαστεί.

-    Τι κάνεις, βόγκηξε η Κρίστι. Μην κουνιέσαι σε παρακαλώ...

αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο πούτσος μου έκανε άλλη μια σύσπαση.
-    Σταμάτα, είπε η Κρίστι και κουνήθηκε λίγο μπροστά και μετά πάλι πίσω.

Ένιωθα τα υγρά της να ξεχειλίζουν από το μουνάκι της και αυτό χωρίς καν να κινηθεί. Απέναντι μου η κουνιάδα μου κοίταζε χαμογελώντας, ενώ πίσω από τη πλάτη της Κρίστι η Λώρη, είχε βάλει το ένα χέρι της στο μουνάκι της και το έτριβε αργά κοιτάζοντας την αδελφούλα της. Εκείνη την ώρα ο πούτσος μου άρχισε πάλι να συσπάται...

-    Δε μπορώ άλλο…

ψέλλισε η Κρίστι και άρχισε να κουνιέται αργά επάνω μου, περισσότερο τρίβοντας τη κλειτορίδα της πάνω μου παρά ανεβοκατεβαίνοντας στον πούτσο μου. Η Λώρη τώρα επιτάχυνε το ρυθμό της, η κουνιάδα μου είχε πάρει μια έκφραση καύλας και όλο δάγκωνε τα χείλη της.

-    Σταμάτα!

Την πρόσταξε η κουνιάδα μου.

-    Δε μπορώ,

απάντησε η Κρίστι που συνέχιζε να τρίβεται πάνω μου.

-    Λώρη, πήγαινε και γονάτισε μπροστά στην αδελφή σου. Ο γαμπρούλης μου θα σε γλείψει κι εσύ θα κοιτάζεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με την αδελφούλα σου καθώς θα γαμιέται μπροστά σου, είπε η κουνιάδα μου.

Η Λώρη υπάκουσε. Ήρθε και γονάτισε βάζοντας ανάμεσα στα πόδια της το κεφάλι μου. Έφερε το μουνάκι της πάνω από το στόμα μου.

-    Αποκλείεται, είπα εγώ. Αρνούμαι.

-    Δεν με γλύφει, είπε παραπονιάρικα η Λώρη.

-    Λώρη, τι λες;

Ρώτησα εγώ, αλλά αντί για άλλη απάντηση η Λώρη έφερε το χέρι της πάνω στο μουνάκι της και άρχισε να το τρίβει μανιασμένα μπροστά μου.

-    Καύλα είστε οι δυο αδελφούλες. Με καυλώνετε να γαμιέστε αντικριστά,

είπε καυλιάρικα η κουνιάδα μου.

-    Μας υποχρέωσες,

βόγκηξε η Κρίστι χωρίς να σταματήσει να τρίβεται πάνω μου. Το θέαμα ήταν καύλα. Η Κρίστι κουνιόταν πάνω κάτω στην πουτσα μου, η Λώρη έτριβε μανιασμένα το μουνί της μπροστά στα μάτια μου.

-    Θα χύσω...

ψιθύρισε σιγά η Κρίστι και αμέσως τέντωσε το κορμί της πνίγοντας τα ουρλιαχτά της με το χέρι της.

-    Πω-πω καύλες που έχεις. Έτσι χύνεις καργιολίτσα και λες ότι εγώ είμαι τσουλίτσα;

είπε η κουνιάδα μου. Η Κρίστι όμως συνέχιζε να κουνιέται πάνω μου.

-    Θα ξαναχύσω. θα χύσω δεύτερη φορά…

Η κουνιάδα μου σηκώθηκε, σήκωσε τη φουστίτσα της. Από κάτω δεν φορούσε τίποτα. Στάθηκε δίπλα στη Λώρη. Της έπιασε το κεφάλι και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της.

-    Γλείψε με, να δείξεις στην αδελφή σου ποια είναι η τσουλίτσα από τις δυο σας…

Η Λώρη χωρίς να βγάλει το χέρι της από το μουνάκι της, έβγαλε τη γλώσσα της και άρχισε να γλείφει την κλειτορίδα της κουνιάδας μου. Η κουνιάδα μου έπιασε το κεφάλι της Κρίστι και το έσπρωξε και αυτό ανάμεσα στα πόδια της.

-    Κοίτα την αδελφούλα σου να με γλύφει. Με γλύφει και χαϊδεύεται την ώρα που γαμιέσαι μπροστά της.

-    Χύνω…

ούρλιαξε αυτή τη φορά η Κρίστι και όλο της το κορμί άρχισε να συσπάται πάνω μου, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα η Λώρη τράβηξε το κεφάλι της από το μουνάκι της κουνιάδας μου και τα χύσια της κύλισαν στο πρόσωπο μου καθώς έχυνε ταυτόχρονα με την αδελφή της. Εγω σε αυτή την άβολη θέση, με δυο γυναίκες επάνω μου, με τα σκηνικά των προηγούμενων ημερών, δεν είχα τελειώσει ακόμα. Δεν ήμουν καν κοντά σε εκείνη την ώρα, όταν η κουνιάδα μου έσπρωξε την Κρίστι από πάνω μου και με το ένα χέρι της έβαλε τον πούτσο μου στο μουνάκι της.

-    Η σειρά μου τώρα…

σχολίασε και άρχισε να αρμέγει τον πούτσο μου με το μουνάκι της. Ανεβοκατέβαινε αργά και δυνατά με σταθερό ρυθμό. Ένιωθα το μουνάκι της να έχει ανοίξει αντίθετα με το στενό μουνάκι της Κρίστι που πριν λίγη ώρα με γαμούσε.

-    Λοιπόν Λώρη τι έχεις να πεις στην αδελφή σου τώρα;…

ρώτησε βογκώντας η κουνιάδα μου καθώς γαμιόταν επάνω μου. Η Λώρη όμως αντί απάντησης έσκυψε και άρχισε να γλείφει το στήθος της κουνιάδας μου, αρπάζοντας και με τα δυο χέρια της τα στήθη της.

-    Θα χύσω, θα χύσω πάνω στον πούτσο σου... γλείφε με εσύ καργιολίτσα. Θα σου αφήσω και εσένα λίγο πούτσο

είπε στην Λώρη και σφίγγοντας το πρόσωπο της Λώρη επάνω στο στήθος της έχυσε και αυτή μουσκεύοντας τα χύσια της πάνω στα αρχίδια μου.

-    Η σειρά μου,

είπε η Λώρη που τραβώντας μια σπρωξιά στην κουνιάδα μου την έριξε πάνω στη Κρίστι, και καβαλώντας πάνω στην πουτσα μου άρχισε νέος γύρος.

-    Λοιπόν;

είπε η κουνιάδα μου κοιτώντας τη Κρίστι.

-    Με εκβίασες, μας υποχρέωσες και τις δύο. Δεν ήθελα,

είπε η Κρίστι καυλιάρικα.

-    Ιδέα της αδελφούλας σου ήταν, είπε η κουνιάδα μου, και από ότι φάνηκε σου άρεσε και εσένα.

Εγώ έμεινα κόκαλο. Η Λώρη ακόμα ίδρωνε χοροπηδώντας επάνω μου, όταν χτύπησε το κινητό της Κρίστι.

-    Έλα μαμά, τι κάνεις, ακούστηκε η Κρίστι. Η Λώρη; Θέλεις να της μιλήσεις; Μισό λεπτό να δω αν μπορεί

και κοιτάζοντας τη Λώρη της έτεινε το τηλέφωνο. Η Λώρη δάγκωσε τα χείλη της και κουνώντας το κεφάλι της άρχισε να χύνει επανωτά.

-    Μισό λεπτό, τελειώνει και έρχεται , είπε ήρεμα η Κρίστι. Που είσαι τώρα; Ξαναρώτησε.

Η Λώρη στο εν τω μεταξύ είχε πέσει δίπλα μου και έμοιαζε να χύνει ακόμα, γιατί είχε το χέρι της πάνω στο μουνάκι της και το πίεζε ενώ με το άλλο χέρι έκλεινε το στόμα της. Η Κρίστι έσκυψε πάνω μου και άρπαξε τον πούτσο μου. «Ναι ε;» Είπε στο τηλέφωνο και άρχισε να μου κάνει ένα βαθύ τσιμπούκι. «Όχι, σε ακούω» είπε και συνέχισε να με παίρνει στο στόμα της. Με ρουφούσε δυνατά, με πίεζε με τη γλώσσα της πάνω και γύρω από το πουτσοκέφαλο, μου τον έπαιζε παράλληλα. «Είναι και ο μπαμπάς μαζί;» διέκοψε το τσιμπούκι για να ρωτήσει και με ξαναπήρε στο στόμα της. Η Λώρη δίπλα σπάραζε για δεύτερη φορά τρίβοντας το μουνάκι της. «Να σου δώσω τη Λώρη μαμά, μισό λεπτό», είπε η Κρίστι και προφανώς την πιο ακατάλληλη στιγμή. «Ναι, είπε βραχνά και λαχανιασμένα η Λώρη. «Τώρα ξύπνησα», δικαιολογήθηκε. «Πες μου». Τώρα η Κρίστι μου πιπιλούσε το πουτσοκέφαλο. Η Λώρη έσκυψε καθώς μιλούσε με τη σειρά της και άρχισε να μου γλείφει με τη γλώσσα της τα αρχίδια. «Ναι, μαμά», είπε, «φρόνιμες είμαστε».

Δεν άντεχα άλλο τα χύσια μου πετάχτηκαν με δύναμη στο στόμα της Κρίστι μου κόντεψε να πνιγεί και άρχισε να βήχει. Η Λώρη αρπάζοντας τον πούτσο μου από το χέρι της αδελφής της τον έβαλε ολόκληρο στο στόμα της και τον έγλειψε. «Τι έκπληξη μας έχεις;» ρώτησε η Λώρη. Εκείνη την ώρα ακούσαμε κλειδιά στην πόρτα. Κάποιος προσπαθούσε να ανοίξει και δεν τα κατάφερνε.

-    Η μαμά…

φώναξε η Κρίστι και πετάχτηκε όρθια, ταχτοποιώντας τα ρούχα της όπως-όπως και φτιάχνοντας πρόχειρα τα μαλλιά της. Τώρα χτύπαγε το κουδούνι. Πότε με λύσανε, πότε ντυθήκαν σε χρόνο μηδέν... άνοιξαν την πόρτα και εμφανίστηκε η μητέρα τους με τον πατέρα τους.

-    Που είναι τα κορίτσια μου να τα φιλήσω;

είπε η μαμά τους και έσκυψε να τα φιλήσει. Σταμάτησε για λίγο, τις κοίταξε, κοίταξε εμάς και πάλι τα κορίτσια της.

-    Καλά, άντε χαιρετήστε τους φίλους σας, πηγαίνετε να πλυθείτε πρώτα και μετά θα καθίσουμε να φάμε,

είπε κοιτώντας με, με ένα αινιγματικό χαμόγελο.

-    Θα κανονίσουμε μια μέρα να έρθουν σπίτι να τους περιποιηθούμε οικογενειακά.

(Copyright protected OW ref: 62817)