Και με το μπαμπά και με το θείο (4ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Παρατηρήσεις αποστολέα: Με το μπαμπά συνεχίσαμε να συναντιόμαστε στην ερωτική φωλίτσα μας σε κάθε ευκαιρία. Με πηδούσε σε όλες της στάσεις και από όλες της τρύπες. Κάποιες φορές που ο μπαμπάς έκρινε ότι είναι ελεύθερες με έχυνε στο μουνί. Τις υπόλοιπες στόμα, κώλο. Παντός σταγόνα δεν πήγαινε χαμένη.

Η ιστορία:

Ήρθε ξανά το καλοκαίρι και στην επέτειο μου έκανε δώρο αλλά πέντε σετ εσώρουχα.

Εκείνο το καλοκαίρι λόγου κάποιου προβλήματος υγείας του αδερφού μου, ο γιατρός σύστησε βουνό. Έτσι αποφασίστηκε να πάμε διακοπές στο χωριό του μπαμπά και όχι θάλασσα όπως κάθε καλοκαίρι. Εμένα δεν μου άρεσε, αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Εγώ η μαμά και ο αδερφός μου πήγαμε απ τα τέλη Ιουλίου ενώ ο μπαμπάς θα ερχόταν σε καμία δεκαριά μέρες που θα έκλεινε το μαγαζί. Εγώ επέμενα να μείνω μαζί του, αλλά η μαμά ήταν ανένδοτη.

Στο χωριό ζούσε ο αδερφός του μπαμπά, ο θείος Σπύρος με την γυναίκα του και τους δύο γιους τους. Τον Αλέξη στη ηλικία του αδερφού μου και τον Βασίλη δύο χρόνια μικρότερο. Ο θείος είναι ένα χρόνο μικρότερος απ τον μπαμπά, λίγο πιο ψηλός, και λόγο δουλειάς πιο γυμνασμένος. Εγώ με την μαμά κοιμόμασταν στο μαζί και ο αδερφός μου στο δωμάτιο τον παιδιών.

Οι μέρες κυλούσαν βαρετά αφού παρέα δεν είχα και ο μπαμπάς ήταν μακριά. Περίμενα πως και πως να περάσουν η μέρες και να βρεθώ ξανά στην αγκαλιά του, έστω και για ένα στα γρήγορα. Η μεγάλη μέρα ήρθε. Ο μπαμπάς θα έφτανε στο χωριό γύρω στις οκτώ το πρωί. Εκείνη την ώρα ήξερα ότι εκτός απ τα παιδιά που ποτέ δεν ξυπνούσαν πριν απ τις έντεκα, όλοι οι άλλοι θα έλειπαν απ το σπίτι. Ο θείος έφευγε πολύ πρωί για τα ζώα, και επέστρεφε το μεσημέρι. Η θεία Όλγα πήγαινε κάθε πρωί στο περιβόλι για να ποτίσει και μαζί της πήγαινε και η μαμά να την βοηθήσει και για παρέα. Και αυτές ποτέ δεν γύριζαν πριν τις έντεκα.

Έβαλα το ρολόι και απ της επτά και μισή ήμουνα όρθια. Φόρεσα ένα ανάλαφρο άσπρο φουστανάκι και ένα άσπρο βρακάκι και τον περίμενα. Έφτασε λίγο πριν της οκτώ και ξαφνιάστηκε που με βρήκε ξύπνια.

-    Τι έγινε μωρό; Πως ξύπνησες τέτοια ώρα;

-    Σε περίμενα, δεν αντέχω άλλο…

του είπα και τον φίλησα, ενώ έπιασα τον πούτσο του έξω απ την βερμούδα.

-    Τι κανείς; Που είναι η άλλοι;

-    Μην ανησυχείς, μόνοι είμαστε, δεν πρόκειται να γυρίσουν πριν το μεσημέρι. Τα παιδιά κοιμούνται και ούτε αυτά ξυπνάνε και έχω κλειδώσει και την πόρτα.

-    Είσαι σίγουρη;

-    Ναι έλα…

Είπα και βγάζοντας το βρακάκι, έκατσα στο μπράτσο του καναπέ με ανοιχτά τα πόδια.
Έπεσε στα γόνατα και έβαλε τη γλώσσα στο μουνάκι μου. Έγλειφε και ρουφούσε τους χυμούς μου λαίμαργα. Ενώ το δάχτυλο είχε διεισδύσει στο κωλαράκι μου. Δεν άργησα να χύσω ενώ προσπαθούσα να πνίξω τα βογκητά μου, μην ξυπνήσω τα παιδιά. Αφού απόλαυσε με τη γλώσσα τον πρώτο οργασμό σηκώθηκε όρθιος. Κατέβασε βερμούδα και μποξεράκι στάθηκε μπροστά μου με τον πούτσο τεντωμένο σαν μονόζυγο. Σειρά μου τώρα να πέσω στα γόνατα, κάνοντας του ένα περιποιημένο τσιμπούκι που τον έκανε μέσα σε ένα λεπτό να αδειάσει τα αρχίδια του στο στόμα μου. Και εγώ σαν καλό πουτανάκι δεν άφησα ούτε σταγόνα. Με σήκωσε και κατεβάζοντας της τιράντες απ το φόρεμα το άφησε να πέσει στο πάτωμα
αφήνοντας με όπως με γέννησε η μάνα μου. Με έριξε στον καναπέ πιάνοντας και δαγκώνοντας τα βυζάκια μου.

-    Αχ! Κάβλα μου πόσο μου έλειψαν τα μικρούλια μου. Και ανοίγοντας το στόμα κατάφερε να βάλει μέσα το ένα σχεδόν ολόκληρο.

-    Έλα μπαμπάκα, γάμα με, δεν αντέχω άλλο. Δέκα μέρες σε περιμένω.

Μου τράβηξε τα πόδια και έφερε τον κώλο μου στο μπράτσο του καναπέ και αυτός όρθιος έβαλε τα πόδια μου στους ώμους του και μπήκε μέσα μου με δύναμη. Με δυσκολία κρατήθηκα να μην φωνάξω. Άρχισε να με γαμάει χρησιμοποιώντας τα γνωστά κοσμητικά που με στόλιζε κάθε φορά που με γαμούσε.

-    Σκίσε με μπαμπά μου… σκίσε το μουνάκι της πουτάνας της κορούλας σου.

-    Σήμερα θα χύσω μέσα σου καργιολάκι. Θα γεμίσω την μήτρα σου με σπέρμα σκύλα. Γιατί σκύλα είσαι που γαμιέσαι με τον πατέρα σου.

Δεν πρόφτασε όμως να χύσει γιατί εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και μπήκε ο θείος.

-    Βαγγέλη τι... Συγνώμη δεν... Με συγχωρείτε δεν ήξερα. Και γυρνώντας βγήκε ξανά απ την πόρτα.

Εγώ άρπαξα το φόρεμα και προσπάθησα να κρύψω τη γύμνια μου. Ο μπαμπάς μάζεψε γρήγορα την βερμούδα του και έτρεξε πίσω του φωνάζοντας.

-    Σπύρο περίμενε! Να σου εξηγήσω.

Μάζεψα και το βρακί και έτρεξα στο δωμάτιο. Απ’ την ημέρα που με πήδηξε ο μπαμπάς πρώτη φορά ένοιωσα ντροπή για την πράξη μου. Ντροπή και φόβο μαζί για το τι θα γίνει. Αν ο θείος μιλούσε, ήξερα καλά τι μας περιμένει. Σε λίγο άκουσα τον μπαμπά να με φωνάζει. Έτρεξα στην κουζίνα γεμάτη αγωνία. Πριν προλάβω να ρωτήσω ο μπαμπάς με καθησύχασε με ένα χαμόγελο και ένα χάδι στα μαλλιά.

-    Έλα ηρέμησε. Ο θείος έχει ανοιχτά μυαλά. Καταλαβαίνει και δεν πρόκειται να μιλήσει.

-    Ναι αλλά ντρέπομαι πως θα τον αντικρίσω. Έτσι μου έρχεται να εξαφανιστώ.

-    Έλα σου έχω κάτι καλύτερο που θα σε κάνει να μην τον ντρέπεσαι.

-    Σαν τι;

-    Κοίταξε. Με το θειο πριν παντρευτούμε μοιραζόμαστε τα πάντα ακόμα και της γκόμενες. Και σε πληροφορώ ότι ήταν πολύ ωραία.

Άρχισα να καταλαβαίνω που το πάει και σκέφτηκα ότι μάλλον ο θείος τον εκβίασε.

-    Σε εκβίασε; Έτσι δεν είναι;

-    Όχι μωρό μου! Ο θείος δεν ζήτησε τίποτα. Καταλαβαίνει από τέτοιες καταστάσεις. Αν μας αρέσει είναι δικαίωμα μας να κάνουμε ότι θέλουμε. Και δεν πρόκειται να ανακατευτεί. Έτσι ακριβώς μου μίλησε. Εγώ το σκέφτηκα. Και δεν του το έχω πει. Αν εσύ το θες. Έτσι θα νοιώθεις και άνετα μπροστά του.

Η ιδέα είχε αρχίσει να με καυλώνει. Ο μπαμπάς το κατάλαβε και συνέχισε.

-    Επειδή ξέρω καλά το θείο σου, ξέρω ότι δεν θα πει όχι. Άλλωστε μου είπε ότι αν ήταν στην θέση μου το ίδιο θα κάνε. Εδώ όμως πρέπει να σε προειδοποιήσω για κάτι.

-    Τι;

-    Εγώ σε σχέση με τον θείο σου είμαι φυσιολογικός. Ο θείος σου την έχει τεράστια. Δεν ξέρω πόσο αυτό θα σου αρέσει. Ο θείος σε λίγο θα φύγει για τη πόλη. Γι' αυτό και γύρισε νωρίς σήμερα. Αν θες μπορώ να του πω να σε πάρει μαζί του και στο δρόμο σε πηδάει.

-    Μπαμπά! Δεν ντρέπεσαι; Πως μιλάς έτσι στην κόρη σου; Πάω να κάνω ένα ντουζάκι. Πες του να με περιμένει.

-    Και μετά μου λες γιατί σε λέω πουτανάκι. Είπε γελώντας.

-    Είμαι... Είμαι... Είμαι.

Είπα και μπήκα στο μπάνιο. Όταν βγήκα άκουσα κουβέντα στην Κουζίνα και κατάλαβα ότι είχε έρθει ο θείος. Πήγα στο δωμάτιο φόρεσα μια πολύ κοντή φούστα, ένα κολλητό μπλουζάκι, εσώρουχα δεν φόρεσα τα πήρα όμως μαζί μου στην τσάντα για την επιστροφή.

-    Πω… πω... Ομορφιές,

είπε ο θείος χαμογελώντας με νόημα. Ο μπαμπάς με έσπρωξε στην αγκαλιά του.

-    Δώσε ένα φιλάκι στο θειο που σε περίμενε τόση ώρα.

Έφυγε να μας αφήσει μόνους. Εγώ κόλλησα τα χείλη μου στα δικά του και έπιασα τον πούτσο του έξω απ το παντελόνι.

-    Ουάου! Έχει δίκιο ο μπαμπάς είναι τεράστιος.

-    Πειράζει;

-    Ναι! Με καυλώνει. Ανυπομονώ να με γαμήσει.

-    Φύγαμε μωρό μου και εγώ ανυπομονώ.

Στην αυλή συναντήσαμε τον μπαμπά. Σπύρο χύσε μέσα της, είναι ελεύθερα σήμερα. Και γυρνώντας σε μένα. Άντε με την ευχή μου. Καλά να περάσετε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ένα Βαν που ο θείος είχε χωρίσει το χώρο των εμπορευμάτων στα δύο. Στο κομμάτι πίσω απ την καμπίνα του οδηγού είχε τοποθέτηση κρεβάτι και τον είχε μετατρέψει σε υπνοδωμάτιο. Του χρειαζόταν όπως έλεγε να κοιμάται κοντά στα ζώα όταν υπήρχε ανάγκη. Και όχι μόνο όπως αποδείχτηκε.

Μόλις το που φύγαμε μου έβαλε χέρι πιάνοντας κατευθείαν το μουνί μου αφού δεν υπήρχε βρακί. Έβαλε το δάχτυλο και εξερευνώντας το πιο απόκρυφο μου σημείο. Άνοιξα τα πόδια μου και να διευκολύνω ν εξερεύνηση και να βλέπει το καυλωμένο μουνάκι μου.

-    Από ποτέ σε πηδάει μωρό μου;

-    Πάνω από χρόνο. Και έχουμε κάνει τα πάντα.

Με την κουβέντα και τα χάδια απομακρυνθήκαμε αρκετά απ το χωριό. Θείος έκοψε δεξιά σε ένα δασικό δρόμο και μετά από δύο τρία χιλ. ξανά δέκα και στα πεντακόσια μέτρα βρεθήκαμε σε ένα μικρό ξέφωτο ανάμεσα στα έλατα. Προχώρησε λίγο και σταμάτησε πίσω από μια συστάδα. Έσκυψα να του ξεκουμπώσω το παντελόνι.

-    Πάμε πίσω. Θα είμαστε πιο άνετα στο κρεβάτι.

Βγήκα απ το αυτοκίνητο και ώσπου να κάνει τον κύκλο ο θείος, εγώ είχα βγάλει τα ρούχα και τον περίμενα γυμνή, όρθια έξω απ το αυτοκίνητο. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.

-    Έχεις γίνει μουνάρα. Τυχερός ο μπαμπάς που γαμάει τέτοιο μουνί.

-    Τώρα είσαι και εσύ τυχερός. Πάμε μέσα γιατί δεν αντέχω άλλο. Είσαι πολύ κάβλα τελικά.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ο θείος έβγαλε τα ρούχα του. Το παπάρι του ήταν ήδη σηκωμένο. Μακρύ και χοντρό σαν πόδι από καρέκλα. Κάθισα στο κρεβάτι και το πήρα στο στόμα. Γέμισε το στόμα μου και μπορούσα να το μαλακίζω στη βάση. Τον τσιμπούκωνα και έπαιζα με τα αρχίδια του.

-    Έτσι πουτάνα ρουφά τον. Σε έκανε ο αδερφός μου δασκάλα στα τσιμπούκια.

Με έπιασε απ το κεφάλι και έσπρωξε με δύναμη. Το καβλί του έφτασε στο λαιμό μου. Για μια στιγμή νόμισα ότι θα πνιγώ. Τον άκουσα να μουγκρίζει και μια τεράστια ποσότητα παχύρρευστου υγρού άδειασε στο λαιμό μου. Τραβήχτηκε λίγο και μια μικρότερη ποσότητα άδειασε πάνω στη γλώσσα μου. Τον έβγαλε και τον έτριβε στο πρόσωπο μου. Σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα στα μάτια. Έβγαλα την γλώσσα δείχνοντας του το σπέρμα που είχε απομείνει στο στόμα μου. Και με μια τα ήπια. Πήρα τον πούτσο στο χέρι και άρχισα να τον φυλάω και να τον γλείφω.

Με ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να με φιλάει στο στόμα και να βάζει δύο δάχτυλα στο μουνί μου. Κατέβηκε στο λαιμό και στα βυζάκια μου. Και σιγά-σιγά έφτασε στο μουνάκι μου που ήδη ήταν μούσκεμα. Άνοιξε με τα χέρια τα μουνόχειλα και έγλειφε την βελούδινη επιδερμίδα. Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να φωνάζει ξέροντας ότι δεν μας ακούει κανείς. Σε λίγο η γλώσσα του είχε φτάσει βαθιά στο μουνί μου και ένα δάχτυλο ήταν στο κωλαράκι μου. Οι οργασμοί ήταν απανωτοί και ο θείος έπινε λαίμαργα και την τελευταία σταγόνα.

-    Γάμα με θείε! Γάμα με την πουτάνα. Ξέσκισε με τη σκύλα.

Ήρθε ανάμεσα στα πόδια μου και τον ακούμπησε στο μουνί μου. Πέρασε το κεφάλι ανάμεσα στα μουνόχειλα και άρχισε να το κουνάει παράλληλα με τη σχισμή. Ένας οργασμός συγκλόνισε το κορμί μου και το ουρλιαχτό πρέπει να ακούστηκε στο χωριό.

-    Βαλ’ τον σε παρακαλώ! Γάμα με. Σκίσε με την πουτάνα.

Μπήκε μέσα μου με δύναμη. Νόμισα ότι με έσκισε στα δύο. Ούτε παρθένα δεν πόνεσα τόσο. Δεν έδωσε σημασία και άρχισε το σφυροκόπημα. Κάθε διείσδυση και νόμιζα ότι κάτι ανοίγει μέσα βαθιά στο μουνί μου. Πόνος και ηδονή με κάνανε να φωνάζω λες και με έσφαζαν. Έχυνα ασταμάτητα και ευχόμουν να μην τελειώσει αυτό το γλυκό μαρτύριο. Έλα όμως που τα αρχίδια του θείου είχαν αντίθετη άποψη και δεν άργησαν να αδειάσουν βαθιά μέσα στο μουνί μου. Έσφιξα τα πόδια στη μέση του και φώναζα…

-    Έτσι θείε έτσι. Χύσε με την πουτάνα. Γέμισε μου την μήτρα.

Ο θείος συνέχισε να με γαμάει και να μουγκρίζει. Το μουνί μου είχε υπερχειλίσει και ο θόρυβος σε κάθε χτύπημα ακουγόταν σαν πλατσούρισμα. Βγήκε και μου τον έδωσε να τον γλείφω. Μετά με σήκωσε όρθια με πλάτη σ’ αυτόν και με έβαλε να σκύψω έτσι που να βλέπει τα χύσια να τρέχουν στα μπούτια μου. Τα μάζευε και μου τα έτριβε στη μούρη. Αφού στέγνωσα ξάπλωσε και του έκανα άλλο ένα τσιμπούκι, χωρίς να χύσει αυτή τη φορά.

Όταν του σηκώθηκε, με έστησε στα τέσσερα και ήρθε πίσω μου. Μπήκε για λίγο στο μουνί μου και μετά χωρίς προειδοποίηση προσπάθησε να μπει στο κωλαράκι μου. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Έπεσα κάτω κλαίγοντας. Ήρθε από πάνω και μου φίλησε τα μαλλιά.

-    Μωρό μου σε πόνεσα;

-    Με ξέσκισες…

και έβαλα το χέρι για να δω αν έχει αίμα. Ευτυχώς δεν είχε. Όμως πονούσα για ώρα. Βέβαια συνεχίσαμε. Με έχυσε άλλη μια φορά στο μουνί και φύγαμε. Πήγαμε στην πόλη έκανε τις δουλειές του, ήπιαμε καφέ και το απόγευμα στο γυρισμό με ξαναπήρε. Φτάνοντας στο χωριό με ρώτησε αν πέρασα καλά.

-    Αν εξαιρέσουμε το ξεκώλιασμα, ήταν τέλεια.

-    Κανόνισε να το ξανακάνουμε.

Και βέβαια θα το ξανακάνουμε. Και μάλιστα σκεφτούμε κάτι καλύτερο. Το τι ήταν το καλύτερο θα το μάθετε άλλη μέρα.

Ως τότε φιλάκια.

 

(Copyright protected OW ref: 61502)