Έστω κι έτσι (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από gusto
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Νέες αναπάντεχες περιπέτειες που τελικά θα έχουν αίσιο τέλος, θα οδηγήσουν σε "σύσφιξη" των σχέσεων με τις αδελφές του...

Η ιστορία:

Στο σπίτι δεν είχα πολλές επαφές με τις αδελφές μου γιατί δούλευα τα βράδια και κοιμόμουνα τις ημέρες. Όσο για τις υποχρεώσεις του σπιτιού, άρχισα να αφήνω τα μισά λεφτά που έβγαζα. Αυτό, λόγω της απειρίας μου έβαλε σε υποψίες τις αδελφές μου γιατί συγκριτικά με αυτές έβαζα τα διπλάσια από όλες τους.


Με πιάνουν λοιπόν στην ανάκριση και αναγκαστικά τους είπα ψέματα, ότι δήθεν δούλευα σε ταβέρνα και έκανα όλες τις δουλειές και είχα και μπόλικα φιλοδωρήματα και δεν ξέρω τι άλλο τους είπα, αντί να τους πω ότι όλες τις δουλείες τις έκανα στο μεγαλύτερο και χειρότερο στριπτιζάδικο. Δεν ξέρω αν το πίστεψαν, αλλά με άφησαν ήσυχο.

Πέρασαν άλλοι δυο μήνες και έφτασε το καλοκαίρι. Το μαγαζί θα έκλεινε. Το βράδυ πάω στη δουλειά και ενώ παρκάριζα το αμάξι του αφεντικού λίγο παρακάτω από το μαγαζί, βλέπω 3 τζιπ μαύρα να σταματάνε από έξω, να πετάγονται καμία δεκαριά αγριόφατσες και να μπαίνουν τρέχοντας μέσα. Ακούω και κάτι κρότους σαν βεγγαλικά, ξαναβγαίνουν όλοι τους έξω, μπαίνουν στα τζιπ και φεύγουν. Άρχισαν να βγαίνουν οι κοπέλες και το άλλο προσωπικό. Ενώ έχω ξεκινήσει να πάω να μάθω τι έγινε, με πλησιάζει μια κοπέλα του στριπτήζ και να μου λέει ότι σκοτώσανε το αφεντικό και να φύγουμε να πάμε στον ξάδελφο της. Φοβήθηκα, της λέω ότι δεν έχω δίπλωμα και πως ότι ήξερα από οδήγηση, τα είχα μάθει σε ένα συνεργείο που πήγαινα για να καθαρίζω και να πλένω τα αυτοκίνητα. Μου λέει να αφήσω τα λόγια και να φύγουμε πριν να ξαναγυρίσουν οι φονιάδες, γιατί ψάχνανε και εκείνη επειδή κρατούσε τα λεφτά του αφεντικού και πως θα με πλήρωνε καλά.

Ξεκινάμε με τις οδηγίες της και μετά από δυο περίπου ώρες, φτάνουμε σε ένα σπίτι δίπλα σε ένα βουνό μέσα στην ερημιά. Εκεί μας περίμενε ένας τύπος που δεν μου φάνηκε καλύτερος από εκείνους στο μαγαζί. Κάτι λένε μεταξύ τους, αγριεύει αυτός και της ρίχνει μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα. Γυρνάει και προς τα εμένα, πέφτει πάνω του αυτή και πάλι του λέει κάτι που πάλι δεν κατάλαβα. Κοντοστέκεται αυτός, με ξανακοιτάει, φεύγει και μπαίνει στο σπίτι. Γυρνάει αυτή σε μένα και μου λέει να κατεβώ από το αυτοκίνητο γιατί έχει καλέσει ταξί να με πάει σπίτι. Κατεβαίνοντας εγώ, ξαναβγαίνει και ο τύπος και πάνω που είμαι έτοιμος να το βάλω στα πόδια με σταματάει αυτή και μου λέει ότι μου φέρνει ένα δώρο για να μην πω τίποτα σε κανένα. Με φτάνει αυτός και μου δίνει δυο πακέτα λεφτά. Χάζεψα εγώ και  προλάβω να πω τίποτα, φεύγουν, μπαίνουν στο σπίτι και βρίσκομαι μόνος μου στην ερημιά περιμένοντας το ταξί.

Πράγματι ήρθε το ταξί και με πήγε σπίτι. Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου, τότε μόνο ησύχασα. Βλέπω φως στο σαλόνι και ακούω κουβέντες. Μπαίνοντας βλέπω και τις τρεις αδελφές μου να βλέπουν στην τηλεόραση τις ειδήσεις που λέγανε για το φονικό. Γυρνάνε, με κοιτάνε και μου λένε…

•    Βλέπεις γιατί σε ρωτάγαμε για τη δουλειά σου Νικολάκη; Βλέπεις τι γίνεται στις νυχτερινές δουλείες;

Τι να τους έλεγα τώρα; Το βούλωσα και πήγα στο δωμάτιο να κρύψω κάπου τα λεφτά. Ενώ ήμουν πάνω στην καρέκλα για να τα βάλω πάνω στην ντουλάπα, μπαίνει η μεγάλη μου αδελφή και με κάνει τσακωτό. Βάζει τις φωνές ρωτώντας με που τα βρήκα. Έρχονται και οι άλλες. Αναγκάστηκα να τους τα πω όλα, όχι για τις φωνές τους αλλά για να μην χαλάσουνε κι άλλο οι σχέσεις μας με τα ψέματα μου. Παγώσανε… αλλάξανε στάση με πλησιάσανε και με αγκαλιάσανε. Με ψάχνανε μάλλον για να δουν αν είμαι όντως καλά. Αρχίσανε να με καλοπιάνουνε, ρωτώντας με αν τους κρύβω κάτι άλλο. Αφού βεβαιώθηκαν ότι είμαι καλά, με πήγανε στο μπάνιο και αρχίσανε να με γδύνουν ψάχνοντας τα ρούχα. Έμεινα με το σωβρακάκι. Τους έλεγα να φύγουν για να μπω στο μπάνιο και αυτές με κορόιδευαν πάλι, εκτός από τη Μαρία που λέει κάποια στιγμή στη Φρόσω και την Βαγγελιώ…

•    Κορίτσια ο αδελφούλης μας σας κρύβει κι άλλο μυστικό για αυτό δεν σας θέλει στο μπάνιο. Μεγάλο μυστικό! Το ξέρω και το τι τράβηξα με το που το έμαθα δεν λέγεται. Δεν το μετάνιωσα όμως και αθέτησα και μια υπόσχεση που του είχα δώσει.

Κατακοκκίνισα και δεν ήξερα που να κρυφτώ. Η Βαγγελιώ τη ρώτησε τι εννοεί και αυτή η άτιμη της λέει ότι το κρύβω στο σώβρακο. Ρεζίλι πάλι θα γίνω σκέφτηκα. Με πλησιάζουν λοιπόν κοιτώντας με περίεργες, με πονηρό βλέμμα και πιάνοντας μου τα χέρια με μια απότομη κίνηση μου κατεβάζει η Μαρία το σώβρακο και μένουν με ανοιχτό το στόμα οι άλλες.

•    Τι είναι αυτό Νικολάκη; Πως μεγάλωσε τόσο η πούτσα σου; Μήπως έπαθες πάλι τίποτα;… με ρωτάει η Βαγγελιώ.
•    Τίποτα δεν έπαθε καλέ, πιάστε τον για να δείτε… λεει πάλι η Μαρία.

Απλώνει το χέρι της η Φρόσω και μου τον πιάνει απαλά. Τον σηκώνει, κατεβάζει το πετσάκι και βγάζει έξω το πουτσοκέφαλο. Η κίνηση της, παρά την κόμπλα που είχα πάθει, με ψιλό-καύλωσε και η ψωλή μου άρχισε μόνη της να τραβάει την ανηφόρα. Η Βαγγελιώ και η Φρόσω γούρλωσαν τα μάτια και η Μαρία άπλωσε και αυτή το χέρι της και τον έπιασε και πιάνοντας και το χέρι της Βαγγελιώς το έβαλε και αυτό επάνω.

Ο πούτσος μου τώρα σηκωμένος και σε όλο του το μεγαλείο, περίμενε όπως κι εγώ την επόμενη κίνηση από τις αδελφές μου.

•    Δεν το πιστεύω ότι υπάρχει τόσο μεγάλη ψωλή, τόσο χοντρή. Είναι πολύ όμορφη αν και τρομακτική. Πολύ καυλωτική… ειπε η Φροσω.

Η Βαγγελιώ κούνησε μόνο το κεφάλι και κοκκίνισε σφίγγοντας και χαϊδεύοντας πιο πολύ την πούτσα μου. Η Μαρία τις ξύπνησε σχεδόν λέγοντας…

•    Κορίτσια τι γίνεται; Μόνο να τον δείτε θέλατε, τώρα τι κάνετε; Λιγωθήκατε για την πούτσα του Νικολάκη και δεν ξεκολλάτε από αυτήν. Προσέξτε μην την ερωτευτείτε κιόλα. Τόσο αγάμητες είσαστε;
•    Άντε γαμήσου Μαρία που θα μας κατηγορήσεις εσύ που σε τρέχαμε να σου φτιάξουν τον κώλο και δεν μας έλεγες από ποιον το έπαθες,

λέει η Φρόσω και καθώς τραβιέται από κοντά μου, τραβάει και την Μαρία, αφήνοντας τη Βαγγελιώ μόνο να μου τον παίζει ανεβοκατεβάζοντας το καυλί μου.

•    Βαγγελιώ αν συνεχίσεις έτσι θα χύσω πάνω σου…

της λέω και η Μαρία νευριασμένη την τραβάει και αυτή και φεύγουν από κοντά μου μιλώντας. Πηγαίνουν στο σαλόνι και ψουψούριζαν να μην τις ακούω. Κάνω κι εγώ το μπανάκι μου. Κρατήθηκα και δεν τον έπαιξα. Φρέσκος και καθαρός τράβηξα για το δωμάτιο μου κάνοντας σχέδια για το πως θα ξοδέψω την καινούρια μου περιουσία και τις διακοπές του καλοκαιριού.

Την άλλη μέρα το πρωί, βρήκα να με περιμένουν οι αδελφές μου στην κουζίνα. Μου είχαν φτιάξει και πρωινό. Γενικά τις έβλεπα να με κοιτάνε πονηρά και να ανταλλάζουν κρυφές ματιές λες και κάτι θέλανε να μου πουν, αλλά δεν ξέρανε πως. Έτσι αποφάσισα να τις αιφνιδιάσω εγώ. Τις άφησα για λίγο μόνες, πήγα στο δωμάτιο μου, πήρα λεφτά και τους τα έδωσα λέγοντας να πάνε να ψωνίσουν ότι θέλουν και να ετοιμαστούν γιατί το βράδυ θα τις πήγαινα για φαγητό και ποτό κυριλέ. Τους είπα να πάρουν και για μένα κάτι. Καταχάρηκαν. Πετάχτηκαν πάνω, με αγκαλιάσανε και με φίλαγαν για να με ευχαριστήσουν.

Ξαφνικά νοιώθω ένα χέρι να μου πιάνει τον πούτσο έξω από την πιζάμα μου φευγαλέα αλλά δεν κατάλαβα ποιας ήτανε και έτσι υπέθεσα ότι η Μαρία πάλι με πείραζε. Πράγματι το βράδυ φτιαγμένοι όλοι μας ξεκινήσαμε κι εμείς πρώτη φορά οικογενειακά να περάσουμε μια κυριλέ έξοδο χωρίς να μετράμε τα πενηνταράκια για πασατέμπο και πορτοκαλάδα.

Μας πήγε η Βαγγελιώ σε ένα παραθαλάσσιο μπαρ-εστιατόριο που όταν καθίσαμε και είδα τον τιμοκατάλογο ζαλίστηκα, υπολογίζοντας ότι για ένα δείπνο των τεσσάρων μας, έπρεπε να πληρώσω τόσα όσα έβγαζα σε ένα μήνα από το στριπτηζάδικο, μαζί με όλες τις υπόλοιπες αγγαρείες που έκανα. Δεν βαριέσαι σκέφτηκα, ας μη με νοιάζει γιατί τα πακέτα στο σπίτι θα έκαναν να τελειώσουν κανένα τετράμηνο, κάνοντας κάθε μέρα τέτοια έξοδα. Φάγαμε και ήπιαμε για μια βδομάδα. Φάγαμε και κάτι παγωτά και γλυκά, πλήρωσα τη λυπητερή και πήγαμε στο άλλο μέρος του μαγαζιού που από ώρα ακούγαμε μουσική και ξεφαντώματα.

Μόλις καθίσαμε σε μια γωνία, λέει η Μαρία να το παίξουμε πλούσιος και γκόμενες να δούμε και τι πέραση έχουμε . Είχα ζαλιστεί λιγάκι από το κρασί και συμφώνησα. Παραγγείλαμε ένα μπουκάλι ουίσκι. Βάλανε κάτι τσιφτετέλια και μεθυσμένοι όλοι μας βρεθήκαμε να χορεύουμε κι εμείς στριμωγμένοι στην πίστα μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Βρέθηκα λοιπόν περιστοιχισμένος από κώλους, βυζιά, μπούτια, χέρια περίεργα, όλα να κουνιούνται μπροστά μου, αγγίζοντας, ακουμπώντας, πιάνοντας, να τρίβονται όλα πάνω μου κάνοντας με πύραυλο. Κάποια στιγμή βρέθηκα να φιλάω κανονικά τη Φρόσω και να της τρίβω τα βυζιά. Η Βαγγελιώ να παίρνει σειρά, να με χουφτώνει κανονικά και να μου λέει ότι στο σπίτι δεν το ευχαριστήθηκε το χούφτωμα κάνοντας με να πάθω πλάκα γιατί νόμιζα ότι ήταν η Μαρία. Η Μαρία από την άλλη μεθυσμένα να λέει στις άλλες ότι θέλει να γαμηθεί και να φύγουμε να πάμε σπίτι. Εγώ είχα πάθει πλάκα με όλα αυτά και κατακαυλωμένος, αλλά με κάποια υπολείμματα λογικής, σκεφτόμουν ότι τα κάνουν όλα λόγω μεθυσιού και για την πλάκα που είχαμε αποφασίσει πριν.

Ούτε ξέρω πως φτάσαμε σπίτι και αγκαλιά με την Βαγγελιώ να με κρατάει για να μην πέσω, φτάνουμε όλοι στο δωμάτιο μου και σωριαζόμαστε στο κρεβάτι μου. Εγώ σχεδόν μισοκοιμισμένος από το μεθύσι και το υπερβολικό φαγητό, με κλειστά τα μάτια νοιώθω να με τραβολογάνε και να με γδύνουν και τον πούτσο μου να τον ρουφάει ένα πολύ ζεστό στόμα. Κάποια μου παίρνει το χέρι και πιάνω ένα μουσκεμένο μουνάκι και ένα μουνί να κάθεται στο στόμα μου. Τι ξαφνική κάβλα μ’ έπιασε που σχεδόν ξύπνησα και άνοιξα τα μάτια. Βλέπω τη Βαγγελιώ, που καθόταν στα μούτρα μου να λέει…

•    Κορίτσια είναι ζωντανός, το φιλί της ζωής που του έδωσα με το μουνί μου τον επανέφερε. Τώρα βέβαια θα πρέπει να με ξεχρεώσει όπως και εσάς που του κάνετε εντριβές.
•    Μακάρι να μπορέσω αδελφούλες, αλλά είδατε τι έγινε με τη Μαρία… Δεν θέλω να σας κάνω καμία ζημιά.
•    Μην ανησυχείς αδελφούλη. Δεν έπαθα και τίποτα σοβαρό. Απλά λόγω εκείνης της κρέμας και του ξαφνικού ξεσκίσματος, ήταν έτσι ο κώλος μου. Μετά από Κανά-δυο ημέρες επανήλθε. Τώρα είμαι πιο φαρδιά από πριν και θα ‘ναι πιο εύκολο το γαμήσι. Εσύ κάτσε όπως είσαι και όλα τα άλλα θα τα κάνουμε εμείς. Άντε Βαγγελιώ, ξεκίνα. Σε βλέπω να μην κρατιέσαι άλλο από την κάβλα. Πρόσεχε όμως την ψωλάρα μην σου βγει από το στόμα.

Τραβώντας σχεδόν την ψωλή μου έξω από το στόμα της Φρόσως, άρχισε να τρίβει το πουτσοκέφαλο με baby-oil, να τραβάει πίσω την Βαγγελιώ και να ακουμπάει την πούτσα μου στην είσοδο του μουνιού της, ενώ μου φέρνει στο στόμα το δικό της.

•    Αχ τι ψωλάρα είναι αυτή που μου μπαίνει, αχ Νίκο… μου το ξεσκίζεις το μουνί, αχ, αχ, αχ ούτε ο μισός δεν μου μπήκε , αχ πως θα τον πάρω όλο. Τον θέλω όλο. Θέλω να μου ανοίξει κι εμένα τα σπλάχνα. Θέλω αυτή την πούτσα να μου μπει στη μήτρα μέσα βαθιά. Την θέλω πολύ βαθιά. Την θέλω Νίκο… σπρώξε κι εσύ, ξέσκισε με, την θέλω όλη, όλη ,αααχχχ, ωωωχχχχ, αχ το μουνί μου, αχ, θέλω να κατουρήσω, αχ θα μου φύγουνε , σπρώξε Νίκο τώρα που σφίγγομαι να κατουρήσω, ααααχχχχχ έλα τώρα βαλ’ τον, αααχχχ το νοιώθω το καβλί σου στην κοιλιά μου, αχ Νίκο μου μπαίνει στη μήτρα αχχχ κατουράω και πονάω ααααχχχ θα χύσω, θα χύσω αγάπη μου την καβλάρα σου, έλα αααχχχ, αααχχχ Νίκο… λίγο ακόμα βαλ’ τον, λίγο έμεινε… έλα γέμισε τη μήτρα μου πούτσα και χύσια, έλα, έλα, έλααααα, ααααχχχ χύνω… χύσε με, χύσε με, ωωωωωωχχχχχχ, αααχχχχ μου γεμίζεις χύσι τη μήτρα αγάπη μου, έλα κι άλλο, έλα γκάστρωσε με, αχ με καίνε, αχ τι ζεστά που είναι, αχ τα θέλω όλα, χύσε κι άλλο… εγώ ξαναχύνω, χύνω πάλι, ααααααχχχχχ, ωωωωωχχχχχ, αχ μ’ έκανες τελείως πουτάνα με την ψωλάρα σου βρε κωλοπαιδο.

Εν τω μεταξύ η Μαρία είχε χύσει πάνω από τρεις φορές. Το κατάλαβα από τους σπασμούς και τα ζουμιά που με πότιζε και η κωλοτρυπίδα της ανοιγόκλεινε ροζ και πεντακάθαρη. Δεν άντεξα και άρχισα να της την γλείφω, ξανά-καυλώνοντας μέσα στο μουνί της Βαγγελιώς που δεν έλεγε να με ξεκαβαλλήσει με τίποτα. Φρόντισε γι’ αυτό η Φρόσω. Με μια σπρωξιά που πέταξε σχεδόν κάτω τη Βαγγελιώ, βγήκε τελικά δείχνοντας ένα ορθάνοιχτο, κατακόκκινο και πρησμένο μουνί και το πρόσωπο της φανέρωνε εκφράσεις καύλας και πόνου.


Συνεχίζεται…

 

(Copyright protected OW ref: 54969)