Οικογενειακά βίτσια (6ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
«Βλέπεις μωρό μου; Της Φένιας της αρέσει πάρα πολύ να γαμιέται», είπε απαλά ο Τάκης στην κόρη του για να την ηρεμήσει ενώ της ξεκούμπωνε τις μπότες της. Προσέχοντας πάρα πολύ, ειδικά για το χτυπημένο της πόδι, ο Τάκης κατάφερε τελικά να βγάλει τις μπότες της κόρης του που καθόταν νευρικά πάνω στο σκληρό κρεβάτι του Μήτσου.

Η Φένια ούρλιαζε ακόμα απ’ την ανικανοποίητη καύλα της.

«Έλα λοιπόν! Μην αργείς! Γάμα με!! Γάμα με!!!»

Θα πρέπει να το είχε φωνάξει αυτό τουλάχιστον τριάντα φορές αλλά ο Τάσος δεν είχε γλύψει ακόμα όσο ήθελε τα ζουμιά του μουνιού της και έτσι αγνοούσε τα παρακάλια της. Του άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος που ανοιγόκλεινε το μουνί της απ’ την καύλα. Την έγλειφε και την φιλούσε τρίβοντας με τα δυο χέρια του τις βυζάρες της.

Η Φένια είχε φτάσει σε ερωτικό παροξυσμό. Χτυπιόταν και βογκούσε σαν αγριότατα.

Ο Τάκης έβγαλε εντελώς την φόρμα του σκι της Ελένης προσέχοντας πάλι να μην την ακουμπήσει στο στραμπουλιγμένο της πόδι. Δεν της έβγαλε το μεταξωτό σλιπάκι που φορούσε το κορίτσι. Ο Τάκης σκέφτηκε ότι αυτό ίσως την βοηθούσε λίγο στην αρχή να ηρεμήσει και να χαλαρώσει.

«Ξάπλωσε απλά πίσω στο κρεβάτι γλύκα μου» της είπε ήρεμα.

Η ψωλή του Τάκη είχε κιόλας καυλώσει. Η απαλή, ζεστή, τρυφερή επιδερμίδα των ποδιών της κόρης του τον είχε ανάψει αρκετά. Τα βυζάκια της παρόλο που είχε ξαπλώσει ανάσκελα έμεναν στητά και οι σκουρόχρωμες ρώγες της σηκωνόντουσαν προς τα πάνω ανάμεσα απ’ τις μπούκλες των κόκκινων μαλλιών της που ξεχύνονταν σαν χείμαρρος πάνω στους ώμους της...

Οι φωνές και τα αισχρόλογα της ανιψιάς του απ’ το διπλανό κρεβάτι τον άναβαν ακόμα περισσότερο. Θυμόταν πολύ καλά τι υπέροχο γαμήσι κάνει η ανιψιά του αλλά τότε δεν την είχε ακούσει καθόλου να φωνάζει. Δεν φώναζε κανείς τους γιατί δεν ήθελαν να τους ακούσει η Ελένη... Πόσο ανόητο του φαινόταν πια αυτό. Η Ελένη ξάπλωσε πάνω στην απαλή ζεστή κάτασπρη γούνα. Ο πατέρας της ολόγυμνος ξάπλωσε δίπλα της.

«Φίλησέ με μωρό μου!», ψιθύρισε απαλά ο Τάκης στην κόρη του.

«Έλα, χρησιμοποίησε τη γλώσσα σου όπως τότε που σε γλύτωσα απ’ την αναθεματισμένη την παγίδα...»

«Χμμμ!» έκανε σκεφτική η Ελένη. Θυμήθηκε πόσο της είχε αρέσει εκείνο το φιλί. Όσο κι αν δεν ακουγόταν σωστό της είχε αρέσει πάρα πολύ. Έτσι έφερε πάλι τώρα τα χείλια της πάνω στα χείλια του πατέρα της και πέρασε την γλώσσα της μέσα στο στόμα του.

Ο Τάκης της έγλειψε με τη δική του γλώσσα της δικιά της και με τα χείλια του της την ρούφηξε πιο βαθιά στο στόμα του. «φησε την γλώσσα της κόρης του ύστερα από λίγο να τραβηχτεί απ’ το στόμα του και έστειλε την δικιά του να της γλείψει τα βελούδινα χείλια της.

Η Ελένη σφίχτηκε πιο κοντά του, άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε. Οι γλώσσες τους έπαιζαν κυνηγητό και φιλιόντουσαν πότε στο ένα στόμα και πότε στο άλλο. Πολύ γρήγορα η Ελένη συντονίστηκε στο ρυθμό του πατέρα της.

«Ω μπαμπάκα... μ» αρέσει αυτό!» παραδέχτηκε η Ελένη. «το ήξερα ότι θα σ» αρέσει», είπε εκείνος και χαμηλώνοντας λίγο το κεφάλι του άρχισε να την φιλάει και να την γλύφει στο πλάι του λαιμού της.

Έφτασε πίσω στο σβέρκο της και μετά πάλι γύρω γύρω στο λαιμό της μέχρι που έφτασε στο αυτί της και άφησε την καυτή γλώσσα του να γλιστρήσει μέσα.

Η Ελένη ένιωσε να ανατριχιάζει. Η γλώσσα του πατέρα της έφυγε απ’ το αυτί της και άρχισε να κατηφορίζει προς τα βυζάκια της. Πολλά αγόρια που είχε βγει μέχρι τώρα μαζί τους είχαν δοκιμάσει να κάνουν το ίδιο αλλά η Ελένη δεν είχε αφήσει ποτέ κανέναν. Τώρα όμως ένιωθε πολύ όμορφα. Είχε ανατριχιάσει απ’ τα φιλιά του πατέρα της σ» ολόκληρο το κορμί της. Οι καφετιές ρώγες της σκλήρυναν και πετάχτηκαν σαν μικρά δαχτυλάκια!!

Ο Τάκης έκανε μεγάλη προσπάθεια να αγνοήσει προς το παρόν τις υπέροχες ρώγες της κόρης του. Άφησε την γλώσσα του να γλιστρήσει ανάμεσα στα βυζάκια της και κατέβηκε μέχρι τον αφαλό της. Την έγλειψε με τέχνη μέχρι εκεί που ξεκινούσε το κιλοτάκι της και μετά άρχισε βασανιστικά αργά να ανεβαίνει προς τα πάνω.

«Ωχ! μ» αρέσει! Πατερούλη η γλώσσα σου είναι υπέροχη», ψέλλισε αναστατωμένη η Ελένη.

«Αυτό θα σ» αρέσει πιο πολύ», είπε ο Τάκης και έστειλε την γλώσσα του να φιλήσει και να γλύψει το κάτω μέρος των βυζιών της κόρης του.

«Μμμ! Αχ! Ναι μ» αρέσει!» βόγκηξε η κοπέλα ενώ το κορμί της τεντώθηκε πάνω στη γούνα από ευχαρίστηση.

Ο Τάκης κάνοντας κύκλους με την γλώσσα του ανέβηκε στο λοφάκι των βυζιών της και έφτασε στις σκληρές καυλωμένες ρωγάρες της Ελένης. Πρώτα στριφογύρισε την γλώσσα του στην καφετιά επιδερμίδα της βάσης κάθε ρώγας.

Κύματα ηδονής ξεχύθηκαν στο κορμί της κόρης του από τις ρώγες των βυζιών της και έφτασαν μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Η γλώσσα του πατέρα της επιτέλους άγγιξε τις ρώγες της και μετά τα χείλια του κλείστηκαν γύρω τους ρουφώντας τις μια μια μέσα στο στόμα του...

«Ωωωωωχχχχ! Μμμμμμ! Αχ! ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΘΑΝΑ!!!» φώναξε η Ελένη που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή της τόση ευχαρίστηση. Ούτε που φανταζόταν ότι οι ρώγες των βυζιών της θα μπορούσαν να της χαρίσουν τόσο μεγάλη απόλαυση.

Ο Τάκης άρχισε να βυζαίνει τις ρώγες της στο στόμα του κάνοντάς τις να σκληρύνουν ακόμα πιο πολύ. Η Ελένη ένιωσε το παρθένο μουνάκι της να παίρνει φωτιά για πρώτη φορά. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι της συνέβαινε. Το μουνί της τρεμούλιασε μόνο του.

«Χαλάρωσε ψυχή μου! είπε σιγά ο Τάκης χωρίς να βγάλει απ’ το στόμα του την ρώγα που πιπιλούσε. Κατέβασε το χέρι του και χάιδεψε τις απαλές μουνότριχες της κόρης του που εξείχαν απ’ το βρακάκι της. Η Ελένη έτριψε τον κωλαράκο της πάνω στην γούνα κι αυτό την αναστάτωσε ακόμα πιο πολύ.

O Τάκης κρατούσε τον εαυτό του με δυσκολία. Η απειλή του όπλου στην πλάτη του τον απάλλασσε από τις ενοχές που ένιωθε. Αλλά δεν μπορούσε και να του δικαιολογήσει την αφόρητη καύλα που ένιωθε.

Θα έκανε έρωτα στην ίδια του την κόρη. Και το ήθελε αυτό πάρα πολύ. Λίγο ακόμα και θα την βίαζε στην κυριολεξία Αλλά όχι. Έπρεπε να συγκρατηθεί λίγο. Αφού έτσι κι αλλιώς θα πηδούσε την κόρη του τουλάχιστον πρώτα θα σιγουρευόταν ότι την είχε καυλώσει τόσο πολύ που θα το ήθελε και κείνη το ίδιο όσο κι αυτός.

O πούτσος του μακρύς και σκληρός πιεζόταν πάνω απαλό μπούτι της κόρης του και ολοένα πρηζόταν πιο πολύ

Η Ελένη ένιωθε την ψωλή του μπαμπά της να καυλώνει και η ηδονή της μεγάλωνε αφάνταστα.

«πω πω! Είναι πολύ μεγαλύτερος τώρα απ’ ότι όταν τον είδα σε κείνη τη λιμνούλα με τους ατμούς! !» είπε ερεθισμένα η μικρή.

«Και που να δεις ακόμα!» είπε ο Τάκης και πίεσε την πούτσα του πιο πολύ πάνω στο μπούτι της.

Άπλωσε τα χέρια του στα βυζάκια της της τα ένωσε και κατάφερε να πάρει στο στόμα του και τις δυο της ρώγες ταυτόχρονα!!! Τις βύζαξε, τις πιπίλησε και τις έγλειψε. Το μουνί της Ελένης σπαρταρούσε απ’ την καύλα πάνω στη γούνα. Οι φόβοι της και η ντροπή της εξαφανίστηκαν

«Μμμμ! Έτσι μπαμπάκα! Έτσι! Γλύψε με Φίλησέ μου τις ρώγες!! ρούφα της!! Μ» αρέσει πά Κ.

«πω πω!! Αυτό μοιάζει θαυμάσιο!!!»

«το ξέρω μωρό μου, το ξέρω», είπε ο Τάκης μετακινώντας το κεφάλι του απ’ το ένα βυζί στο άλλο. «νοιξε το στόμα του όσο πιο πολύ μπορούσε και ρούφηξε μέσα όλο σχεδόν το υπέροχο βυζί της κόρης του. Η γλώσσα του έγλειψε μανιασμένα την σκληρή υπέροχη ρώγα της. Η Ελένη έβγαζε μικρές κραυγές ηδονής ενώ η καρδιά της φτερούγιζε στα στήθια της.

Σήκωσε λίγο το κεφάλι της για να δει τι της έκανε ο πατέρας της και την άναβε τόσο πολύ.

«Μμμμ! Μ» αρέσει φοβερά!!! Πες μου! Θα μου γλείψεις το μουνάκι μου; Θα μου το γλύψεις όπως γλύφει ο Τάσος το μουνί της Φένιας;»

«Βέβαια μωρό μου! Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να τρέξουν τα ζουμιά σου και να μουσκέψουν την μουνότρυπα.

Μα κιόλας νιώθω υγρή... εκεί κάτω...»

«Όχι όμως τόσο όσο χρειάζεται για την πρώτη φορά…»

Χμμμ! Ξέρεις μπαμπά τελικά είμαι χαρούμενη που θα είσαι ο πρώτος. Είμαι σίγουρη ότι κανένας άλλος δεν θα κατάφερνε να με ανάψει όπως εσύ!!!»

«Μμμμμ…» δεν της απάντησε. Χούφτωσε με τις μεγάλες παλάμες τα σφιχτά βυζάκια της και άρχισε να τα τρίβει ενώ ξανάρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω. Η γλώσσα του της έγλειψε το επίπεδο στομάχι και η μύτη τις μουνότριχές της. Έφερε το στόμα του πάνω στο κιλοτάκι της κόρης του. Η υγρασία είχε φτάσει κιόλας στο γυαλιστερό ύφασμα. Μπορούσε να γευτεί και να μυρίσει τους παρθενικούς χυμούς της Ελένης. Έγλειψε με την γλώσσα του το κιλοτάκι της πιέζοντας της τα μουνόχειλα.

«Ωωωωωχχχχχ!!! Πεθαίνω!» φώναξε η Ελένη χάνοντας λίγο - λίγο τον έλεγχο του εαυτού της.

Ο Τάκης συνέχισε να γλύφει το κιλοτάκι της κόρης του μέχρι που μούσκεψε εντελώς.

«Μωρό μου βγάλε το κιλοτάκι μόνη σου. Δεν θέλω να πάρω τα χέρια μου απ’ τις υπέροχες βυζάρες σου. Θέλω να φιλήσω γυμνά τα μουνόχειλά σου. Θέλω να σε γλύψω».

Η Ελένη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και μπροστά στα μάτια του καυλωμένου πατέρα της έβγαλε το κιλοτάκι της αναστενάζοντας και αναπνέοντας βαθιά απ’ την καύλα.

Ο Τάκης κοίταξε για μια στιγμή εκστατικά τις κόκκινες σγουρές μουνότριχες της κόρης του και ύστερα κατέβασε ανυπόμονος το κεφάλι του στα ροδαλά παρθένα της μουνόχειλα θολωμένος απ’ την καύλα.

O Μήτσος πήρε μια καρέκλα κι έκατσε μπροστά ανάμεσα στα δύο κρεβάτια έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί και τα δύο ζευγάρια με μια μόνο κίνηση του κεφαλιού του. Ακριβώς μπροστά του δεμένη στον τοίχο ήταν η Αυγή. Ακούμπησε την καραμπίνα στο πλάι του και σταύρωσε τα τριχωτά χέρια του στον πελώριο σβέρκο του για να απολαύσει το ερεθιστικό θέαμα πιο άνετα.

Η Αυγή με ανέκφραστο πρόσωπο δεμένη με τα χέρια ψηλά στον τοίχο παρακολουθούσε τον άντρα της να ερεθίζει την κόρη τους για να την γαμήσει. Οι κραυγές της ανιψιάς της από δίπλα που ικέτευε τον Τάσο να την γαμήσει δεν την ενδιέφεραν. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στον Τάκη και την Ελένη. Ένιωθε πολύ άσχημα.

Ο Τάκης ακούμπησε τα χείλια του στα μουνόχειλα της κόρης του. Μετά η καυτή γλώσσα του με αργές κινήσεις τα άνοιξε γλύφοντας δεξιά και αριστερά.

Το καυλί του τινάχτηκε όταν η γλώσσα του στριμώχτηκε για πρώτη φορά στην είσοδο του στενού παρθένου μουνιού της Ελένης. Η ανάσα της κόρης του ακούστηκε πιο γρήγορη και η γλώσσα της έγλειψε ηδονικά τα χείλια της. Το κορμί ρίγησε καθώς η γλώσσα του πατέρα της προσπαθούσε να τρυπώσει μέσα της.

«Ωωωωωχχχχ!!!!» αναστέναξε η Ελένη.

Την ίδια ώρα ο Τάσος είχε καυλώσει την Φένια πολύ περισσότερο. Η ξανθιά κοπέλα με τις υπέροχες μεγάλες βυζάρες ήταν πολύ κοντά στον οργασμό. Το κορμί της τιναζόταν στον αέρα, το μυαλό της είχε θολώσει, «και η μουνάρα της πλημμυρισμένη απ’ τα ζουμιά της ανοιγόκλεινε ρυθμικά πάνω στην καυτή γλώσσα του Τάσου. Τα χέρια της είχαν χωθεί στα μαλλιά του άντρα και του έτριβε το κεφάλι πιο σφιχτά πάνω της.

«Μην σταματάς! Θεέ μου! Μην σταματάς!!! Γλείψε με! Κάνε με να χύσω στο στόμα σου! Αφού δεν μου δίνεις την ψωλάρα σου τουλάχιστον γάμα με με την υπεροχή την γλώσσα σου!!! Κάνε με να χύσω παίδαρε!» ούρλιαξε η Φένια ενώ την ίδια ώρα από το διπλανό κρεβάτι η ξαδέλφη της βογκούσε.

«Μμμμ! Μπαμπά! Τι μου κάνεις; Με καυλώνεις πατερούλη!»

Τα συναισθήματα ήταν όλα πρωτόγνωρα για την Ελένη. Το γλυφομούνι που της έκανε ο πατέρας της, οδηγούσε το νεανικό μυαλό της σε άγνωστους μέχρι τώρα κόσμους απόλαυσης. Η ηδονή φανερωνόταν σαν λαμπερός ήλιος στον σκοτεινό κόσμο της αθωότητας της κοπέλας.

«Ααα!!! Αφού... αφού είναι τόσο όμορφο, γιατί δεν μου το μαθαίνατε εσύ και η μαμά;», ρώτησε η Ελένη.

«Δεν... δεν ξέρω!» Αλλά μην ανησυχείς πια γι» αυτό....» το τελευταίο πράγμα που ήθελε τώρα ο Τάκης ήταν να συζητήσει με την κόρη του. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, ήταν η υπέροχη γεύση του αγάμητου μουνιού της Ελένης.

Τα ζουμιά της είχαν θαυμάσια γεύση. Το άγγιγμα της γλώσσας του στα παρθένα τοιχώματα του μουνιού της Ελένης έκαναν τους χυμούς της να κυλάνε ασταμάτητα. Άρχισε να της ρουφάει τα μουνόχειλα μέσα στο στόμα του και να τα πιπιλάει με τα χείλια του. Η γλώσσα του χώθηκε στη ροδαλή της μουνότρυπα και βρήκε τον στενό παρθενικό της υμένα. Η γεύση του μουνιού της κόρης του θύμιζε υγρό μέλι. Έσπρωξε την καυτή γλώσσα του όσο πιο μέσα μπορούσε κι άκουσε την Ελένη να βογκάει.

Δεν ήταν καθόλου βογκητό πόνου, αλλά ήταν βογκητό ανυπομονησίας. «Ήταν μία σιωπηλή παράκληση για να οδηγηθεί ακόμα πιο μέσα, ακόμα πιο βαθιά σ» αυτό το πέλαγος της ηδονής.

Ο Τάκης άρχισε να κουνάει τη γλώσσα του μέσα έξω στο ρυθμό του γαμησιού. Ένιωσε τον υμένα της παρθενιάς της κόρης του να συσπάται. Η αίσθηση ότι έφτανε εκεί που ποτέ κανένας πριν δεν είχε φτάσει, έκανε την πούτσα του να κινδυνεύει να εκραγεί από την καύλα.

Η Ελένη ένιωθε άγρια ένστικτα να ξυπνούν μέσα της. Αναστέναζε και βογκούσε ενώ σιγά - σιγά ο έλεγχος του κορμιού της χανόταν. Οι γοφοί της κουνιόντουσαν πάνω κάτω προσπαθώντας να συντονιστούν με τις κινήσεις της γλώσσας του πατέρα της. Είχε ανοίξει διάπλατα τα μπούτια της για να μπορεί να την γλύφει άνετα ο Τάκης. Η γλώσσα του Τάκη με τα κουνήματα της κόρης του χτύπησε δυο τρεις φορές με φόρα πάνω στον παρθενικό υμένα της.

«Ξέρεις τι είναι αυτό;» την ρώτησε ενώ εξακολουθούσε να γλείφει τα μέλια που έσταζε το μουνί της.

«Ναι μπαμπά... ξέρω... η παρθενιά μου! Το νιώθω να τσούζει λιγάκι κάθε φορά που προσπαθεί να περάσει μέσα η γλώσσα σου!»

«Δεν θα σε ενοχλεί πολύ ακόμα...» είπε ο Τάκης. Η πούτσα του είχε πρηστεί και ζεματούσε τόσο πολύ απ’ την καύλα που δεν άντεχε να περιμένει άλλο. Ήθελε να την γαμήσει τώρα. Ήθελε να σκίσει την υμένα της και να χωθεί βαθιά στο καυτό μουνάκι της.

«Το θέλω κι εγώ! Είμαι έτοιμη! Θέλω να με γαμήσεις τώρα! Έλα μπαμπά σπάσε μου την παρθενιά με τον υπέροχο πούτσαρό σου!!!» είπε λιγωμένα η Ελένη.

Η Αυγή δεν μπορούσε να τους βλέπει άλλο και γύρισε αλλού το κεφάλι της. Το τελευταίο πράγμα που είδε η δεμένη στον τοίχο γυναίκα ήταν τον άντρα της να παίρνει θέση ανάμεσα στα διάπλατα ανοικτά μπούτια της κόρης τους.

Ο Μήτσος σηκώθηκε γύρισε την καρέκλα μπρος πίσω και ξανάκατσε ακουμπώντας τα χέρια του στην πλάτη της καρέκλας. Γυρνώντας το κεφάλι του αριστερά μπορούσε να δει τον γιο του με τη Φένια.

Ο Τάσος ετοιμαζόταν κι αυτός να χώσει την ψωλάρα του στο μουνί της ξανθιάς βυζαρούς. Στα δεξιά του ο Μήτσος έβλεπε τον Τάκη να οδηγεί με το χέρι του την μακριά πούτσα του στην είσοδο του κοκκινότριχου μουνιού της Ελένης.

Τα μάτια του έτρεχαν δεξιά αριστερά σαν θεατής του τένις για να μην χάσει ούτε μια λεπτομέρεια. Τότε πρόσεξε ακριβώς απέναντί του ότι η Αυγή είχε κλείσει αηδιασμένη τα μάτια της.

«Ει τι συμβαίνει; Δεν γουστάρεις εσύ το θέαμα;» τη ρώτησε με τη χοντρή φωνή του.

«Νομίζω... νομίζω όχι», παραδέχτηκε η Αυγή. Το γεγονός αυτό είχε ξαφνιάσει και την ίδια. Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε απαιτήσει να παρακολουθήσει τον άντρα της να γαμάει την ανιψιά της και μάλιστα είχε πάρει μέρος και κείνη.

«Μου φαίνεται πως ζηλεύεις», είπε ο Μήτσος.

«Όχι!» βιάστηκε να αρνηθεί η Αυγή.

Βαθιά μέσα της ήξερε τώρα καλά ότι σίγουρα αυτό ένιωθε! Ζήλευε! Ζήλευε την κόρη της! Ίσως γιατί δεν θυμόταν ποτέ τον πούτσο του άντρα της να είχε καυλώσει τόσο πολύ μαζί της. «Χμ!... Ίσως... λιγάκι...», παραδέχτηκε πιο πολύ στον εαυτό της παρά στο Μήτσο η Αυγή. Ο Τάκης ανεβασμένος πάνω στο κορμί της κόρης του της ψιθύρισε καθησυχαστικά. «Έλα ηρέμησε...».

«Δεν... μπορώ... Η ψωλή σου είναι τεράστια. Δεν νομίζω ότι μπορώ να στον πάρω μέσα στο μουνάκι μου...»

«Και βέβαια μπορείς. Είναι σαν να λιώνεις χιόνι. Παίρνεις λίγο κάθε φορά το αφήνεις να ζεσταθεί και μετά βάζεις λίγο ακόμη...» είπε ο Τάκης και άρχισε πολύ σιγά να σπρώχνει το χοντρό του πουτσοκέφαλο μέσα στα μουσκεμένα παρθένα μουνόχειλα της κόρης του.

«Μμμ... Αουτς! Πονάω! Με τσούζει!» κλαψούρισε η Ελένη.

«Δεν θα πονάς για πολύ ακόμα», είπε ο Τάκης και πίεσε σταθερά προς τα μέσα το καυλί του. Η πούτσα του γλίστρησε εύκολα μέχρι εκεί που είχε φτάσει κι η γλώσσα του. Τα μουσκεμένα μουνόχειλα της Ελένης τον δέχτηκαν με χαρά αλλά τότε το πουτσοκέφαλό του χτύπησε στον παρθενικό υμένα της. Ο Τάκης εξακολούθησε να σπρώχνει αργά αλλά σταθερά.

«Ωωωωωχ! Ααουτσσσς!!! Πονάω! Αχ πονάω πάρα πολύ! Θα με σκοτώσει η πούτσα σου μπαμπάκα!!!» φώναξε η Ελένη που ένιωθε σαν να την έσκιζαν στα δύο.

«Σ’ ένα δευτερόλεπτο θα είσαι γυναίκα. Ηρέμησε μωρό μου! Ήρθε η ώρα να νιώσεις το γαμήσι κούκλα μου.!» είπε ο Τάκης που ένιωθε την λεπτή μεμβράνη σιγά - σιγά να υποχωρεί στην πίεση του σκληρού σαν πέτρα πούτσου του.

«Όχι! Όχι πατερούλη! Σε παρακαλώ… σταμάτα!!! Πονάωωωω!!! Δεν θέλω άλλο. Με σκίζεις!!! Ααχχχχ!!»

Ο Τάκης χωρίς να πει άλλη κουβέντα κράτησε για μια στιγμή την ανάσα του και έσπρωξε μ» όλη του την δύναμη την ψωλή του προς τα μέσα.

Μέσα από τις κραυγές της κόρης ο Τάκης μπόρεσε να καταλάβει ότι της είχε πάρει την παρθενιά!! Ο υμένας της κόρης του ήταν πια παρελθόν! Τον είχε σκίσει με την ψωλή του ο ίδιος!!!

«Είναι μέσα μωρό μου! Τώρα πια είναι όλος δικός σου! Τον πήρες όλον στο μουνάκι σου γλυκιά μου!!!»

«Ααχχχχ! Πονάω! Το ξέρω πατέρα! Το ξέρω! Αααχχχ!! Είναι τεράστιος! Πελώριος! Νομίζω ότι θα βγει από την πλάτη μου! Ααααχχχ! ! !» φώναξε η Ελένη ενώ το κεφάλι της κτυπιόταν δεξιά αριστερά πάνω στη γούνα.

Ο Τάκης τραβήχτηκε προς τα έξω αφήνοντας μέσα της μόνο το χοντρό πουτσοκέφαλο του. Πάνω στην ψωλή του γυάλιζαν μικρές κόκκινες σταγόνες αίμα. Το αίμα της παρθενιάς της κόρης του! Η Ελένη σήκωσε το κεφάλι της προσπαθώντας να δει κι αυτή. Τότε όμως ο Τάκης την έπιασε απ’ τους γοφούς και άρχισε να σπρώχνει ξανά το χοντρό παλούκι του στην καυτή της μουνότρυπα.

«Μμμμ! Τώρα είναι καλύτερα... Πολύ καλύτερα!» είπε λαχανιαστά η Ελένη. Ο σπασμένος υμένας την έτσουζε ακόμα πάρα πολύ αλλά η ζεστασιά του πατρικού πούτσου απάλυνε τον πόνο της.

«Πολύ σύντομα θα με παρακαλάς να σε γαμήσω πιο γρήγορα. Θα θέλεις να το νιώσεις όσο πιο βαθιά γίνεται.

Η Φένια είχε φτάσει όμως κιόλας σ» αυτό το σημείο. Σήκωσε ψηλά τα μακριά πόδια της και τα κλείδωσε στην πλάτη του Τάσου.

«Έλα λοιπόν παίδαρε!! Γάμα με! Σκίσε με! Χώσε μου την πούτσα σου βαθιά στο μουνί μου! Γάμα με, μέχρι να φωνάξω να σταματήσεις! Και τότε μην μ» ακούσεις! Μην σταματάς να με γαμάς! Γάμα με ατελείωτα!!!»

Το μπρούτζινο γυμνασμένο κορμί του Τάσου ανεβοκατέβαινέ πάνω στο κορμί της Φένιας. Είχαν ιδρώσει και οι δύο από τον ξέφρενο ρυθμό τους. Το μουνί της ξανθιάς είχε ανοίξει διάπλατα καθώς η μακριά σκληρή ψωλάρα του Τάσου την ξέσκιζε με φόρα.

Η κοπέλα μούγκριζε από ευχαρίστηση και κουνούσε τους γοφούς της προσπαθώντας να συντονιστεί με το κούνημα του Τάσου. Η ψωλή του Τάσου έκανε διάφορους ήχους καθώς, μπαινόβγαινε με φόρα στη μουσκεμένη μουνάρα της Φένιας.

Την ίδια ώρα ο Τάκης άρχισε να γαμάει την κόρη του.

«Μμμμ! Μ» αρέσει! Μ» αρέσει να γαμιέμαι απ’ τον τεράστιο πούτσο σου. Σε θέλω όλο μέσα μου!»

«Βλέπεις που στα λεγα;» είπε ικανοποιημένος ο Τάκης και αύξησε τον ρυθμό του σπρώχνοντας την ψωλή του όλο και πιο βαθιά μέσα στο καυτό ξεπαρθενεμένο μουνί της κόρης του. Σιγά σιγά το άπειρο μουνί της κοπέλας ακολουθώντας το ένστικτό της άρχισε να σφίγγεται πάνω στην ψωλή του πατέρα της.

«Γίνομαι καλύτερη;» ρώτησε ναζιάρικα τώρα η Ελένη τον Τάκη.

«Βέβαια μωρό μου! Μαθαίνεις πολύ γρήγορα!!! Πάρα πολύ γρήγορα!!!»

«Κάν’ το μου πιο γρήγορα! Γάμησέ με σκληρά όπως γαμιέται ο Τάσος με τη Φένια...»

«Θα πονέσεις μωρό μου! Είναι ακόμα νωρίς γι’ αυτό...»

«Δεν με νοιάζει! Όχι! Τώρα πια δεν με νοιάζει! Το μόνο που θέλω είναι να γαμηθώ. Θέλω να σηκώσω κι εγώ ψηλά τα πόδια μου για να χωθείς πιο βαθιά μέσα μου...»

«Μα το πόδι σου είναι χτυπημένο και ο αστράγαλός σου είναι στραμπουλιγμένος και....» προσπάθησε να της θυμίσει ο Τάκης.

«Δεν με νοιάζει! Ούτε που τα νιώθω τώρα πια! Το μόνο που νιώθω είναι η χοντρή καυτή πουτσάρα σου που με γαμάει! Έλα μπαμπά! Γάμα με! Δώστα μου όλα!! !»

«Όπως θέλεις γλύκα μου», είπε ο Τάκης.

Και αρπάζοντας τα μπούτια της κόρης του τα σήκωσε ψηλά στον αέρα και άρχισε να τρομπάρει με την ψωλάρα του το σφιχτό ξεπαρθενεμένο μουνί της κόρης του. Η Ελένη πόνεσε λίγο στην αρχή αλλά γρήγορα ο πόνος ξεχάστηκε. Έμπλεξε τα πόδια της πίσω απ’ την πλάτη του πατέρα της, τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ τον λαιμό του και γαντζωμένη έτσι πάνω του τον τράβηξε όσο πιο κοντά της μπορούσε. Ο Τάκης χώθηκε όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσε και άρχισαν να κουνιούνται ξέφρενα.

«Γαμώτο, Κοίτα την πως κουνιέται! Κι ήταν και παρθένα!!!» παρατήρησε έκπληκτος ο Μήτσος.

Η Αυγή δεν γύρισε να τους κοιτάζει, άκουγε τα πνιχτά βογγητά και τους ηδονικούς αναστεναγμούς απ’ τα χείλια της Ελένης και μπορούσε πολύ καλά να καταλάβει τι γινόταν.

«Είπα κοίτα τους!» είπε ο Μήτσος και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του.

Την πλησίασε άπλωσε το χέρι του στο σαγόνι της και την ανάγκασε να γυρίσει το κεφάλι της προς το μέρος τους.

«Άνοιξε τα μάτια σου! Άνοιξε τα να δεις πως μπαινοβγαίνει ο άντρας σου στο μουνάκι της κορούλας σου! Βλέπεις πως ανοιγοκλείνουν τα μουνόχειλά της; Την βλέπεις πως έχει κρεμαστεί πάνω του για να τον ρουφήξει ολόκληρο μέσα της;»

Η Αυγή αναγκάστηκε να δει γιατί ο Μήτσος της πίεζε πάρα πολύ το σαγόνι και την πονούσε. Είδε την ψωλάρα του άντρα της ματωμένη απ’ το παρθενικό αίμα της κόρης του. Έτσι όπως μπαινόβγαινε στο μουνί της Ελένης έμοιαζε με πυρακτωμένο σίδερο. Η κόρη της, η Ελένη, έδειχνε να απολαμβάνει φοβερά το γαμήσι του πατέρα της. Και κείνος έκανε ότι μπορούσε για να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ την ηδονή της.

«Πάρτον μωρό μου!!! Πάρτον όλο!!!! Το μουνάκι σου είναι καυτό και μουσκεμένο!!! Χχχχμμμμ!!! Μ’ αρέσει να σε γαμάω! Θέλω να αφήσω εκεί την ψωλάρα μου να σε γαμάει για πάντα κουκλάκι μου!!!»

Αρχίδια για πάντα... Αυτός ο τύπος θα ‘ναι τυχερός αν καταφέρει να κρατηθεί ένα-δυο λεπτά ακόμα. Έτσι που στριφογυρνάει την κωλάρα της αυτό το τσουλάκι θα βιδώσει το μουνί της πάνω στο καυλί του. Κανένας άντρας δεν θα άντεχε πολύ σ» ένα τέτοιο γαμήσι!» παρατήρησε γελώντας ο Μήτσος. Η Αυγή δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η κόρη της δεν είχε ξαναγαμηθεί ποτέ. ρουφούσε με το μουνί της την αντρική ψωλή ενώ ο κώλος της τιναζόταν με φανταστικό ρυθμό πότε δεξιά και πότε αριστερά. Στο άλλο κρεβάτι το κορμί της Φένιας κουνιόταν μόνο του πάνω κάτω ενώ οι φτέρνες της πίεζαν τον κώλο του Τάσου που την γαμούσε πολύ δυνατά.

«Κι άλλο! Πιο δυνατά! Γάμα με! Ωωωωχχ!! Σκίσε με!!! Έτσι!!! Χώσε την ψωλάρα σου όσο πιο βαθιά μπορείς στη μουνάρα μου!», φώναζε η Φένια ενώ τα μακριά ξανθά μαλλιά της κυμάτιζαν αφού το κεφάλι της χτυπιόταν δεξιά αριστερά.

«Μμμμ! Έτσι παίδαρε, σκίσε μου το μουνίι!!! Αυτό είναι γαμήσι!!! Ο πούτσος σου είναι τέλειος!!! Όπως ακριβώς τον ονειρευόμουν σε όλη μου τη ζωή!», φώναζε η Φένια στον Τάσο.

Ο Τάκης την άκουσε και πειράχτηκε. «Έλα να της δείξουμε μωρό μου τι πάει να πει γαμήσι!» είπε στην κόρη του και πίεσε την ψωλάρα του με τέτοιο τρόπο στο μουνί της ώστε να τρίβονται οι πουτσότριχές του πάνω στην κλειτορίδα της και να την καυλώνει ακόμα πιο πολύ.

«Ωωωωωχχ! Αααααχχχ!!! Μπαμπάκα τι μου κάνεις!!! Μ’ αρέσει! Γαμώτο μ’ αρέσει!», φώναξε και η Ελένη που ένιωθε την ηδονή να πλημμυρίζει το μουνί της.

«Σ’ αρέσει μωρό μου; Για δοκίμασε κι αυτό! Τώρα θα δει η τσούλα η ανιψιά μου ποιός έχει τον καλύτερο πούτσο!», είπε ο Τάκης λαχανιασμένος και κάρφωσε την ψωλάρα του βαθιά στον πάτο της κόρης του.

Ο κώλος της Ελένης τρίφτηκε βίαια πάνω στην λευκή γούνα. Ο πατέρας της τότε άρχισε να κουνάει κυκλικά το καυλί του χωρίς να το βγάζει καθόλου απ’ το μουνί της. Η Ελένη ένιωθε τα μουνόχειλά της να ξεχειλώνουν απ’ το γαμήσι του πατέρα της.

«Πατερούλη, μου συμβαίνει κάτι τρελό! Όλο το κορμί μου έχει πάρει φωτιά. Καίγομαι απ’ την καύλα!!!»

«Έλα μωρό μου» Έλα! Ήρθε η ώρα να νιώσεις τον πρώτο σου οργασμό!!!»

«Μ’ αρέσει!! Ααχχχ!!! Ναι!!! Το νιώθω μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου!!!»

Την ίδια στιγμή ο οργασμός της Φένιας εκδηλώθηκε και τότε και οι δύο νεαρές κοπέλες άρχισαν να ουρλιάζουν ταυτόχρονα τα ίδια λόγια:

«Ναι! Ωωωωχχχχ!! Αααχχχχ!! Γαμώτο Μ’ αρέσει! Χύνωωωωωωω!!!»

Η Αυγή δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τι έλεγε η μια και τι η άλλη. Ο Τάσος δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσε να κρατηθεί περισσότερο. Το μουνί της ξανθιάς βυζαρούς του ρουφούσε σαν βεντούζα την πούτσα. Τα αρχίδια του έστειλαν το καυτό φορτίο τους στην πούτσα του και εκείνη τα εκτόξευσε στο βάθος της μουνάρας της Φένιας. Παχιά άσπρα καυτά χύσια τιναζόντουσαν απ’ το πουτσοκέφαλο του που σπαρταρούσε ενώ οι συσπάσεις του μουνιού της Φένιας αγρίευαν ολοένα και περισσότερο.

«Ααχχχ!!! Έλα Τάσο, χύσε με! Χύσε στο μουνί μου!!! Γέμισε με, με τα χύσια σου!!!! Δώστα μου όλα παίδαρε!!!», ούρλιαζε ξέφρενα η Φένια.

Ο Τάκης κατάφερε να κρατηθεί λίγο περισσότερο. Η Ελένη χτυπιόταν και βογκούσε καθώς ο πρώτος της οργασμός κτυπούσε κύματα - κύματα το υπέροχο κορμί της. Ο πατέρας της τελικά δεν μπόρεσε ούτε αυτός να κρατηθεί πολύ. Η ψωλή του συσπάστηκε κι άρχισε να αδειάζει τα ατέλειωτα χύσια του μέσα της.

«Ααααχχχ! Έλα μπαμπά, χύσε με! Νιώθω τα ζουμιά σου! Ααχχχ! Χύνεις μέσα στο μουνί μου και κωλώνω κι άλλο πατέρα!!!», ούρλιαξε η Ελένη έχοντας χάσει τον έλεγχο του εαυτού της.

Έχω κι άλλα χύσια για σένα μωρό μου!! Έλα κούνα το μουνάκι σου έτσι υπέροχα!!! «ρμεξε τα χύσια του πούτσου μου με τα σφιχτά σου μουνόχειλα. Θέλω να χύσω μέσα σου και την τελευταία σταγόνα μου!!! Όλα δικά σου μωρό μου!!!», φώναζε λαχανιαστά ο Τάκης χύνοντας συνεχώς μέσα στην κόρη του.

«Παλιομπάσταρδε άσε και τίποτε για μένα!», φώναξε η Αυγή που δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο τη ζήλεια της.

Τα μάτια της γυάλιζαν επικίνδυνα και ο θυμός της είχε φούντωσε κι άλλο. Ο Μήτσος που στεκόταν δίπλα της το πρόσεξε.

«Μου φαίνεται πως είσαι έτοιμη να αμολήσεις πάλι καμιά καρέκλα στο κεφάλι του...», είπε γελώντας στην Αυγή. «Αλλά αν μου υποσχεθείς ότι θα είσαι ήρεμη θα σε λύσω», ξαναείπε ο γιγαντόσωμος άντρας.

Η Αυγή κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και τότε ο Μήτσος ξεκλείδωσε τις αλυσίδες στον τοίχο και ελευθέρωσε τα χέρια της. Μετά όμως την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την υποχρέωσε να γονατίσει μπροστά του ανάμεσα στα δύο κρεβάτια.

«Τί θέλεις; Να πάρω πίπα τον απαίσιο σφυροκέφαλο πούτσαρό σου; Λοιπόν Μήτσο αν αναγκάσεις τον άντρα μου να με βλέπει σου υπόσχομαι να σου κάνω το καλύτερο τσιμπούκι της ζωής σου!!!», είπε χαιρέκακα η Αυγή.

«Σίγουρα θα σε βλέπει κούκλα μου. Μην ανησυχείς! Πώς να μη σε βλέπει αφού θα γλείψεις την δικιά του την πούτσα! Ήρθε η ώρα να αποδείξεις πόσο πιστή και υπάκουη σύζυγος είσαι. Θα του γλείψεις την ψωλή μέχρι να του την καθαρίσεις εντελώς απ’ τα χύσια αλλά και απ’ τα αίματα της παρθενιάς της κορούλας σου! Θα ρουφήξεις και την τελευταία σταγόνα χύσι και αίμα που θα βρεις πάνω στην πούτσα του αντρούλη σου!»

«Όχι, όχι! Αυτό δεν πρόκειται να το κάνω! Είναι άρρωστο αυτό! Δεν θέλω!»

«Μην μου λες εμένα παλιογαμιόλα δεν θέλω, γιατί θα σε κάνω να δοκιμάσεις τίποτε άλλο που σίγουρα θα φτύσεις αίμα!!», την απείλησε ο Μήτσος.