Οικογενειακά βίτσια (5ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Η Φένια απόμεινε απλός θεατής όσων συνέβαιναν στην μικρή καλύβα ανήμπορη, καθώς εξακολουθούσε να είναι δεμένη, για οποιαδήποτε αντίδραση. Τα μάτια της καρφωνόταν πότε στον ένα και πότε στον άλλο μη μπορώντας να μαντέψει ποιός τελικά θα αποφάσιζε να κάνει την πρώτη κίνηση, Η σκηνή γύρω της ήταν αρκετά μακάβρια αλλά η κοπέλα δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει.

Η θεία της, η ξαδέλφη της και οι δυο άγνωστοι γίγαντες που τις είχαν φυλακίσει, έμοιαζαν όλοι με παγιδευμένα ζώα. Η λογική τους είχε πάψει να λειτουργεί. Ακολουθούσαν απλά το ένστικτό τους. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Ακόμα και η αθώα και άβγαλτη ξαδερφούλα της, η Ελένη, τώρα κρατούσε μια αστραφτερή λεπίδα στο ένα της χέρι και την ψωλή ενός λιπόθυμου άντρα στο άλλο της χέρι και απειλούσε ότι θα του την έκοβε.

Ο πόνος στα βυζιά της την έκανε να προσέξει ότι ο Μήτσος της τα ‘χε ματώσει. Δυο κηλίδες αίμα υπήρχαν πάνω στο πελώριο σαν πεπόνι βυζί της, εκεί που τα δόντια του άγριου γίγαντα είχαν καρφωθεί λαίμαργα στην τρυφερή σάρκα της. Η Φένια σαν αγριόγατα που γλείφει τις πληγές της για να γίνει καλά, έπιασε το βυζί της με το ελεύθερο χέρι της και το πίεσε προς τα πάνω μέχρι που η γλώσσα της κατάφερε να γλείψει και να ρουφήξει το αίμα. Το ίδιο της το αίμα!

O Τάσος σιγά - σιγά ξανάβρισκε τις αισθήσεις του. Το σκληρό κράτημα της Ελένης στο καυλί του τον έκανε να καυλώσει. Το αίμα τινάχτηκε μέσα στην ψωλή του με ορμή και την φούσκωσε. Η μικρή παλάμη της κοπέλας του την κρατούσε τώρα με δυσκολία. Ο Τάσος μισάνοιξε τα μάτια του ζαλισμένος ακόμα από το χτύπημα προσπαθώντας να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. O Μήτσος σκέφτηκε να προειδοποιήσει το γιο του πριν αυτή η πιτσιρίκα με τις άγριες διαθέσεις πανικοβληθεί περισσότερο και κάνει καμιά ανοησία.

-    «Μείνε ακίνητος αγόρι μου. Μην κάνεις καμιά απότομη κίνηση γιατί αυτό το τσουλάκι είναι ικανό απ’ το φόβο του να σου δώσει το πουλί στο χέρι να το πηγαίνεις βόλτα!»

Το μυαλό του Τάσου καθάριζε σιγά - σιγά αλλά ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει τι ακριβώς τον απειλούσε. Τα μάτια του τελικά άνοιξαν και κόντεψαν να πεταχτούν απ’ τις κόγχες τους όταν είδε το κοφτερό μαχαίρι λίγους πόντους μακριά απ’ την παλλόμενη πούτσα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να μπορέσει να ηρεμήσει και να σκεφτεί πιο ήρεμα.

-    «Ελένη, ξέρω ότι δε θέλεις να το κάνεις αυτό...», άρχισε να λέει ο Τάσος με την πιο παθιάρικη φωνή του.

-    «Δεν το θέλω, αλλά να είσαι βέβαιος ότι θα το κάνω έτσι και ο πατέρας σου πειράξει την μάνα μου!», είπε θυμωμένη εκείνη.

-    «Ε... μπαμπά.. δεν νομίζεις ότι θα ήταν καλύτερα να πετάξεις αυτό το γαμημένο το καρεκλοπόδαρο στο τζάκι; Ίσως έτσι η πανέμορφη φιλεναδίτσα μας ηρεμήσει…»

-    «Σκατά! Έτσι και πετάξω το καρεκλοπόδαρο στη φωτιά αντί να το χώσω στο μουνί αυτής της τσούλας όπως κανονικά θα άξιζε, τότε αυτό το τσουλάκι με χαρά θα στον έκοβε έτσι για πλάκα ηλίθιε!», είπε άγρια ο Μήτσος που ο θυμός του, του θόλωνε το μυαλό.

-    «Όχι πατέρα. Η Ελένη δεν θα με πειράξει. Πέτα το! Έτσι δεν είναι γλύκα μου;»

Η κοπέλα δεν άντεχε να τον κοιτάζει στα υπέροχα μάτια του που τώρα έδειχναν να την ικετεύουν.

-    «Αν πετάξει αυτή την απαίσια καρέκλα μακριά...», είπε σιγά η Ελένη έχοντας χάσει πια την αυτοπεποίθησή της.

Το καυλί του άντρα που κρατούσε στο χέρι της μεγάλωσε και σκλήρυνε κι άλλο κι αυτό τη μπέρδευε πιο πολύ. Ποτέ της δεν φανταζόταν ότι θα άγγιζε έτσι τον πρώτο της πούτσο. Τώρα όμως δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Πάντως ένιωθε την παλάμη της να ζεματάει απ’ το άγγιγμα στο καυλί του άντρα.

-    «Σκατά!», είπε νευριασμένα ο Μήτσος.

Ποτέ του δεν φανταζόταν ότι θα αναγκαζόταν να υπακούσει στις διαταγές ενός δεκαεξάρικου τσουλιού. Αλλά η σκέψη ότι μπορεί ο γιος του να έχανε την πούτσα του εξαιτίας του τον έπεισε να υπακούσει. Πέταξε το καρεκλοπόδαρο στη φωτιά.

-    «Ορίστε, είδες; Ο μπαμπάς μου πέταξε την καρέκλα. Τώρα μπορείς να αφήσεις κι εσύ κάτω αυτό το κωλομάχαιρο!», είπε ήρεμα ο Τάσος.

Η Ελένη παραλίγο να υπακούσει. Αλλά ξαφνικά σταμάτησε την κίνησή της και έφερε γρήγορα πίσω το μαχαίρι κολλητά στην πούτσα του νεαρού. Η κρύα λεπίδα άγγιξε την σκληρή σάρκα του καυλιού του Τάσου. Ο νεαρός γίγαντας πάγωσε.

-    «Μη! Όχι!», φώναξε ενώ κρύος ιδρώτας τον έλουσε.

-    «Αν αφήσω το μαχαίρι, τότε πολύ εύκολα και οι δυο σας θα μας ξαναδέσετε με τις αλυσίδες και θα μας ξανακάνετε όλα αυτά τα απαίσια πράγματα!», είπε έντρομη η κοκκινομάλλα κοπέλα.

-    «Όχι, δεν θα γίνει τίποτε. Αχ! Το κεφάλι μου πονάει πάρα πολύ…», είπε ο Τάσος και έφερε το χέρι του πίσω στο σβέρκο του, εκεί που τον είχε χτυπήσει η καρέκλα.

-    «Ζαλίζομαι. Το κεφάλι μου γυρίζει. Όλα γυρίζουν. Χάνομαι…», είπα με σβησμένη φωνή ο νεαρός και κλείνοντας τα μάτια έπεσε ξανά πίσω στο πάτωμα ακίνητος.

-    «Ααχχχ…», αναστέναξε λυπημένη και φοβισμένη η Ελένη.

Το χέρι της που κρατούσε το καυλί του νεαρού χαλάρωσε και κατευθύνθηκε προς το κεφάλι του για να δει αν υπήρχε πληγή. Τον σκούντησε ελαφρά και του μίλησε ικετευτικά:

-    «Τάσο! Σε παρακαλώ, ξύπνα!»

Ο άντρας έμενε σιωπηλός και ακίνητος.

-    «Μητέρα τι έκανες; Μπορεί να τον σκότωσες!», είπε τρομαγμένη η Ελένη.

Δάκρυα κύλησαν καυτά στα μάγουλά της και το μαχαίρι γλίστρησε απ’ το χέρι της στο πάτωμα. Μόλις ακούστηκε ο θόρυβος της λεπίδας που έπεφτε ο Τάσος τινάχτηκε σαν πάνθηρας πάνω της. Τα χέρια του σφίχτηκαν σαν σίδερα στους καρπούς της κοπέλας και τα μάτια του την κάρφωσαν άγρια.

-    «Παλιοθήλυκο πουτανάκι! Τώρα θα μου τα πληρώσεις όλα!», φώναξε ο Τάσος στην έκπληκτη Ελένη που τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.

Η Φένια απογοητευμένη διαπίστωσε ότι η ανθρώπινη αδυναμία της ξαδέλφης της, τους στέρησε την μοναδική τους ελπίδα για να ξεφύγουν.

-    «Γαμότο, τώρα είμαστε σε χειρότερη θέση από πριν...!», αναστέναξε η Φένια που ήταν ακόμα δεμένη με το ένα χέρι στον τοίχο.

Ο Μήτσος χωρίς να χάσει καιρό βούτηξε την πεσμένη κάτω Αυγή απ’ τα μαλλιά και την τράβηξε βίαια μέχρι να την σηκώσει όρθια.

-    «Το παιχνίδι τελείωσε. Τώρα ήρθε η ώρα για τους νικητές να πάρουν τα βραβεία τους!», είπε αινιγματικά ο γίγαντας με το σφυροκέφαλο πούτσο και στραμπούλιξε σκληρά το δεξί χέρι της Αυγής πίσω απ’ την πλάτη της, για να την αναγκάσει να πάει μέχρι τον τοίχο.

-    «Εγώ θέλω να περιποιηθώ αυτό εδώ το πουτανάκι που απειλούσε να μου κόψει την πούτσα…», είπε ο Τάσος και τραβώντας την Ελένη απ’ τους καρπούς της την οδήγησε στο κρεβάτι του.

-    «Αφού ήθελε εκείνη αίμα, τώρα θέλω κι εγώ! Το δικό της το παρθενικό αίμα!», είπε ο νεαρός με μάτια που πέταγαν σπίθες.

-    «Όχι τώρα…», είπε σιγά ο Μήτσος. «Δέσε την γρήγορα στις αλυσίδες σ’ εκείνον τον τοίχο απέναντι. Κάνε γρήγορα. Έχουμε ένα άλλο πρόβλημα να λύσουμε πρώτα».

-    «Τι είναι; τι συμβαίνει;» ρώτησε σαστισμένος ο Τάσος προσπαθώντας να μαντέψει τι εννοούσε ο πατέρας του.

-    «Σσσς… άκου ηλίθιε!», είπε άγρια ο Μήτσος με χαμηλωμένη φωνή. «Κάποιος δαίμονας τριγυρίζει έξω απ’ την καλύβα!»

Στην ησυχία που ακολούθησε μπόρεσαν όλοι να ακούσουν τα βαριά βήματα έξω απ’ την καλύβα.

«Ο Τάκης! Ο Τάκης ήρθε να μας σώσει!», φώναξε η Αυγή.

-    «Πατέρα! Βοήθεια! Σώσε μας! Βοήθεια! Αυτοί οι άνδρες μας έχουν μμμμμ…», φώναξε η Ελένη πριν προλάβει ο Τάσος με τη χοντρή παλάμη του να της κλείσει το στόμα.

Αλλά ήταν πολύ αργά. Ο Τάκης είχε ακούσει τις άγριες κραυγές της κόρης του και μετά τους πνιγμένους θορύβους της φωνής της. Κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μ’ όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει έπεσε πάνω στην βαριά πόρτα χτυπώντας την και ουρλιάζοντας:

-    «Ανοίξτε πανάθεμα σας! Ανοίξτε αμέσως αυτή την πόρτα αλλιώς θα πυροβολήσω μέχρι να γκρεμίσω όλη την καλύβα! Ανοίξτε γαμότο!»

Το πρόσωπο του Τάσου άσπρισε. Φοβισμένα ψιθύρισε:

-    «Μπαμπά, ξέρεις ξέχασα να σου πω κάτι... Να.. έδωσα σ’ αυτόν τον τύπο την καραμπίνα μου για να την κουβαλάει».

-    «Σκατά! Τι μαλάκα γιο έχω εγώ;», φώναξε ο Μήτσος ενώ την ίδια ώρα ένας δυνατός πυροβολισμός ακούστηκε απ’ έξω.

Η σφαίρα μισο-έσπασε την κλειδαριά της πόρτας πέρασε μέσα απ’ το χοντρό ξύλο και καρφώθηκε στον απέναντι τοίχο λίγα εκατοστά μακρύτερα απ’ το Μήτσο και την Αυγή. Η Αυγή ούρλιαξε λες και η σφαίρα είχε καρφωθεί στο κορμί της!

-    «Σταμάτα! Μην πυροβολείς! Διάολε! Θα σκοτώσεις κανέναν δικό σου από λάθος! Σταμάτα, σου ανοίγω!», φώναξε ο Μήτσος και αφήνοντας την Αυγή πήγε στην βαριά πόρτα και την ξεκλείδωσε.

Ο Τάκης όρμησε μέσα στο σπίτι με την καραμπίνα στα χέρια. Το πρώτο πράγμα που είδε μέσα στην καλύβα ήταν ο ψηλός ξανθός νεαρός που τους είχε σώσει. Μόνο που τώρα ήταν ολόγυμνος και με το χέρι του έκλεινε το στόμα ης κορούλας του.

-    «Άστην να φύγει!», είπε άγρια ο Τάκης σημαδεύοντας τον Τάσο.

Ο νεαρός όμως κρατούσε μπροστά του τώρα το κορίτσι σαν ασπίδα.

-    «Δεν μπορείς να πυροβολήσεις. Μπορεί να την σκοτώσεις αντί για μένα!», είπε ο Τάσος.

-    «Κάνεις λάθος μαλάκα! Είσαι τόσο μεγάλος που μπορώ να σου καρφώσω μια σφαίρα όπου θέλω και να απέχει μισό μέτρο απ’ την κόρη μου. Άστην λοιπόν!», είπε άγρια ο Τάκης και σήκωσε την καραμπίνα στον ώμο του για να σημαδεύσει καλύτερα.

-    «Καλά, καλά. Εντάξει!», είπε ο Τάσος και άφησε την Ελένη να φύγει.

Η κοπέλα κουτσαίνοντας σηκώθηκε και κατευθύνθηκε με ανοιχτά χέρια στον πατέρα της για να τον αγκαλιάσει.

-    «Πατερούλη! Αχ! Ευχαριστώ το θεό που μας βρήκες πάνω στην ώρα!», είπε η Ελένη κι έκανε το λάθος να πέσει στην αγκαλιά του Τάκη.

Εκείνος αναγκάστηκε να κατεβάσει την καραμπίνα και να την κρατήσει με το ένα χέρι για να μπορέσει να την κρατήσει στην αγκαλιά του. Η Φένια κατάλαβε πρώτη το μέγεθος της βλακείας που έκανε η ξαδέρφη της.

-    «Γαμότο! Την έκανε πάλι την μαλακία της! Ελένη φύγε απ’ τη μέση παλιοηλίθια!», φώναξε η Φένια αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.

O Μήτσος βούτηξε προς τα εμπρός έπιασε την καραμπίνα από τη μακριά κάννη της και την τράβηξε δυνατά κι απότομα από τα χέρια του Τάκη που δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Αρπάζοντας το όπλο στα τεράστια χέρια του ο Μήτσος είπε:

-    «Πρέπει να σε ευχαριστήσω πάρα πολύ κοριτσάκι! Μας βοήθησες πάρα πολύ ξανά!»

Ο Τάκης έψαξε τριγύρω το δωμάτιο με απελπισμένα μάτια μήπως βρει κάτι που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο. Δεν υπήρχε τίποτε απολύτως. Είδε τη γυναίκα του δεμένη με τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι της στον τοίχο, ολόγυμνη. Τα βυζιά της ήταν πασαλειμμένα με ξεραμένα χύσια. Η ανιψιά του η Φένια ήταν κι αυτή ολόγυμνη και δεμένη στον άλλο τοίχο. Δυο ρυάκια αίμα έτρεχαν από την ματωμένη και πρησμένη ρώγα του δεξιού βυζιού της. Τα απελπισμένα τους βλέμματα έκαναν τον Τάκη να ξεχάσει αμέσως όλες τις σκέψεις που έκανε για να τις εκδικηθεί. Η Ελένη έκλαιγε υστερικά στην αγκαλιά του ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του. Προσπάθησε τουλάχιστον να ηρεμήσει την κόρη του. Την χάιδεψε στοργικά στην πλάτη ψιθυρίζοντας:

-    «Έλα κορίτσι μου ησύχασε. Ηρέμησε. Ηρέμησε… Όλα θα πάνε καλά. Ηρέμησε…»

Ο Τάκης ήξερε πολύ καλά όμως ότι δεν ήταν αυτή η αλήθεια. Οι δυο ολόγυμνοι άντρες στέκονταν εκεί ανυπόμονοι και είχαν το όπλο, άρα εκείνοι διέταζαν. Στα σκληρά μάτια τους ο Τάκης διέκρινε πολύ καθαρά την καύλα που ένιωθαν. Ο Μήτσος άγγιξε την Ελένη στην πλάτη με την καραμπίνα. Εκείνη σφίχτηκε πιο πολύ πάνω στον πατέρα της.

-    «Αφού αγαπάς τόσο πολύ το γέρο σου, κοριτσάκι, θα κάνω και στους δυο σας ένα υπέροχο δώρο!», είπε ο γίγαντας τραβώντας την προσοχή όλων στα λόγια του. «Θα τον αφήσω να σε γαμήσει εκείνος πρώτος!!»

«Όχι πατέρα. Είναι δικιά μου η μικρή!», διαμαρτυρήθηκε ο Τάσος.

-    «Θα ήταν δική σου αν δεν ήσουν τέτοιος γαμημένος ηλίθιος. Άκου εκεί, να δώσεις το όπλο σου σε κάποιον που ούτε καν τον ξέρεις και βέβαια δεν μπορείς να τον εμπιστεύεσαι; Γιε μου είσαι τόσο πολύ μαλάκας που θα έκανες λαμπρή καριέρα σαν πολιτικός!»

-    «Μα πατέρα...», διαμαρτυρήθηκε ξανά ο Τάσος που η πούτσα του ήταν καυλωμένη φοβερά περιμένοντας να γαμήσει τη μικρή κοκκινομάλλα.

-    «Κάτσε κάτω και σκάσε! Αν είσαι τόσο πολύ διψασμένος για αίμα, τράβα γλείψε την βυζάρα αυτής εκεί της ξανθιάς, που την βρίσκει κιόλας!»

Η Φένια του χαμογέλασε προκλητικά. Αυτή η ιδέα της άρεσε πολύ. Επιτέλους αυτός ο παίδαρος θα ασχολιόταν και λίγο μαζί της. Ήθελε τόσο πολύ να γαμηθεί μαζί του που θα δεχόταν να της κάνει ότι γούσταρε. Ο Τάσος προχώρησε προς το μέρος της Φένιας.

-    «Μου φαίνεται τελικά πως μείναμε οι δυο μας…», της είπε λίγο απογοητευμένος.

-    «Χμ... έτσι πιστεύω κι εγώ. Αλλά να είσαι σίγουρος κούκλε ότι τα καταφέρνω πολύ καλύτερα από μια κλαψιάρα μυξοπαρθένα!», είπε η Φένια ενώ τα υπέροχα μάτια του νεαρού εξέταζαν με θαυμασμό την κορμάρα της.

Η καρδιά της φτερούγισε στα στήθια της. Ο Τάσος της χαμογέλασε ζεστά και η Φένια κόντεψε να λιποθυμήσει από την χαρά της!

-    «Ει! Κουκλάρα μου, ξέρεις δεν μου αρέσει τόσο πολύ να πηδάω στα όρθια. Τι θα έλεγες αν σε έλυνα και πηγαίναμε στο κρεβάτι μου;», την ρώτησε ο Τάσος.

-    «Θα μου άρεσε φοβερά!», απάντησε λιγωμένη η ξανθιά κοπέλα.

Η Φένια σκεφτόταν ότι το χέρι της την πονούσε φοβερά έτσι ψηλά που ήταν κρεμασμένο. Είχε μουδιάσει μέχρι τον ώμο της και σίγουρα θα δεχόταν οτιδήποτε για να της το κατεβάσει.

-    «Δεν πιστεύω να δοκιμάσεις να κάνεις καμιά μαλακία σαν τις άλλες δυο;», ρώτησε επιφυλακτικά ο Τάσος.

-    «Αποκλείεται! Εγώ θέλω να γαμηθώ, όχι να παλέψω κούκλε!»

Ο Τάσος κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της για να διαπιστώσει αν αυτή η ξανθιά με τις καταπληκτικές βυζάρες του έλεγε την αλήθεια. Το μόνο που μπόρεσε να δει ήταν ανυπομονησία και ευχαρίστηση. Έτσι αποφάσισε να την εμπιστευτεί. Έτσι και του σκάρωνε κανένα παιχνίδι τότε θα πλήρωνε αυτή όλα τα σπασμένα. Θα την μαστίγωνε μέχρι λιποθυμίας. Ξεκλείδωσε το μεταλλικό βραχιόλι και ελευθέρωσε τον καρπό της Φένιας. Η κοπέλα τον αγκάλιασε τρυφερά και τον φίλησε στο μάγουλο για να τον ευχαριστήσει.

-    «Μόνο ένα πράγμα θέλω να σου ζητήσω…», του είπε ναζιάρικα.

-    «Τι είναι πάλι;», ρώτησε καχύποπτα ο Τάσος.

-    «Να... Αν τελικά ο πατέρας σου αναγκάσει τον θείο μου να ξεπαρθενέψει την κόρη του, τότε σίγουρα δεν θα ‘θελα να χάσω αυτό το θέαμα!», είπε σιγανά η Φένια.

Ο Τάσος γέλασε.

-    «Αφού ο πατέρας μου είπε ότι θα γίνει αυτό, τότε μπορείς να στοιχηματίσεις σίγουρα στα λόγια του. Και αφού γουστάρεις να τους πάρεις μάτι δεν με πειράζει. Κοίτα όσο θες. Εγώ για αρχή θα είμαι πολύ απασχολημένος. Θα σου γλείφω τις υπέροχες βυζάρες σου και μετά θα σου πιπιλήσω το ξανθότριχο μουνάκι σου. Και τότε να δούμε πόση ώρα θα αντέξεις να έχεις τα μάτια σου και το μυαλό σου αλλού...»

Την αγκάλιασε και την οδήγησε στο κρεβάτι του.

-    «Βγάλε όλα τα ρούχα σου!», διέταξε ο Μήτσος τον Τάκη με μια απειλητική κίνηση της καραμπίνας.

-    «Τι θα γίνει αν αρνηθώ;», είπε ο Τάκης που ένιωθε υπεύθυνος για την άσχημη κατάσταση που βρισκόταν η οικογένειά του.

-    «Τότε να είσαι σίγουρος ότι τα μυαλά σου θα διακοσμήσουν τον τοίχο πίσω σου μόλις σου ρίξω μ’ αυτό το κανόνι!», είπε σκληρά ο Μήτσος χαμογελώντας απαίσια και σήκωσε ελαφρά προς τα πάνω την καραμπίνα.

Ο Τάκης απομάκρυνε την κόρη του απ’ την αγκαλιά του κι άρχισε με αργές κινήσεις να βγάζει τα ρούχα του. Η Ελένη στεκόταν εκεί τρέμοντας ακόμα απ’ τα αναφιλητά της. Δεν τολμούσε καλά - καλά ούτε τα μάτια της να ανοίξει.

-    «Κι εσύ βέβαια, γδύσου!», είπε ο Μήτσος άγρια γυρνώντας την καραμπίνα στην Ελένη. «Πάρε εκείνη την άσπρη απαλή γούνα και στρώσε την πάνω στο κρεβάτι μου. Αυτές εκεί οι σκληρές κουβέρτες που έχω θα γρατζουνίσουν το φανταστικό κωλαράκι σου κι εγώ το θέλω πολύ απαλό όταν θα νιώσει το σφυροκέφαλο μου!»

-    «Παλιομπάσταρδε!», έβρισε άγρια ουρλιάζοντας η Αυγή.

-    «Τι...; Τι εννοεί;», ρώτησε φοβισμένη η Ελένη.

-    «Εννοώ ότι ακόμα κι όταν ο πατερούλης σου θα τελειώσει με το παρθένο μουνάκι σου θα χει μείνει κι άλλη μια παρθένα τρύπα για μένα. Και μετά κι από αυτήν, θα αφήσω τον βλάκα τον γιο μου να σου γαμήσει για πρώτη φορά το γλυκό σου στοματάκι!», είπε γελώντας απαίσια ο Μήτσος.

Η Ελένη ένιωσε κύματα φόβου να την κυριεύουν και πλησίασε προς το μέρος του πατέρα της που εκείνη την ώρα έβγαζε το παντελόνι του.

-    «Μπαμπάκα, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείς να κάνεις για να μας σώσεις;», ψέλλισε φοβισμένη η κοπέλα.

Ο Τάκης σκέφτηκε ότι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να καθυστερήσει όσο πιο πολύ γινόταν εκείνος με την κόρη του απλά και μόνο για να κερδίσουν χρόνο ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα. Αλλά βέβαια δεν μπορούσε να της το πει αυτό. Η Ελένη με χέρια που έτρεμαν έστρωσε την άσπρη υπέροχη γούνα πάνω στο σκληρό κρεβάτι του Μήτσου. Μετά με πολύ αργές κινήσεις άνοιξε το πάνω μέρος της φόρμας του σκι που φορούσε και αποκάλυψε το σουτιέν της που κρατούσε τα υπέροχα στητά βυζάκια της. Η κοπέλα ένιωθε τα μάτια όλων να είναι καρφωμένα πάνω της, Αυτό την κολάκεψε και την έκανε να ανατριχιάσει. Ο Μήτσος έγλειψε τα χείλια του ανυπόμονα. Πολύ σύντομα αυτό το υπέροχο σωματάκι θα ήταν στη διάθεσή του!

-    «Βγάλε το σουτιέν σου! Θέλω να δω τις ρώγες σου!», είπε ο Μήτσος επιτακτικά.

Η Ελένη υπάκουσε διστακτικά. Ξεκούμπωσε το σουτιέν της με χέρια που έτρεμαν και το άφησε να πέσει αργά στο πάτωμα. Τα βυζάκια της τρεμούλιασαν λίγο αλλά στάθηκαν ολόρθα σαν αχλαδάκια με τις σφιχτές ρώγες της να σημαδεύουν προς τα πάνω. O Μήτσος σφύριξε θαυμαστικά.

-    «Πω πω! Καταπληκτικά βυζάκια. Σκληρά και στητά. Υπέροχα! Πάω στοίχημα ότι δεν βλέπεις την ώρα που θα στα γλείψει ο πατερούλης σου!»

Η Ελένη έσκυψε ντροπιασμένη το κεφάλι της αλλά παρατήρησε χωρίς να μπορεί να το σταματήσει ότι οι ρώγες της σκλήρυναν και σηκώθηκαν. Ο Τάκης προσπάθησε να ηρεμήσει την κόρη του.

-    «Μην ανησυχείς μωρό μου, όλα θα πάνε καλά...»

Ο Τάκης είχε μπερδευτεί. Απ’ την μια η επιθυμία για το άγουρο ακόμα αλλά σίγουρα προκλητικό κορμί της κόρης του τον καύλωνε αλλά και απ’ την άλλη οι ηθικές αναστολές του τον σταματούσαν. Ο Μήτσος δεν καταλάβαινε τίποτε απ’ όλα αυτά.

-    «Βγάλε και τα υπόλοιπα ρούχα σου! Όλα! Βγάλτα όλα!», μούγκρισε ο πελώριος άντρας κουνώντας απειλητικά την καραμπίνα.

Η αθώα ομορφιά αυτής της κοπέλας είχε κάνει το πελώριο καυλί του να πρηστεί και τώρα το σφυροκέφαλο του είχε πάρει πάλι τις φριχτές διαστάσεις του. Ο γίγαντας έτριβε με το ελεύθερο χέρι του την καυλωμένη ψωλάρα του.

-    «Δεν... δεν... μπορώ», ψέλλισε η Ελένη.

Σταύρωσε τα χέρια της πάνω στα γυμνά βυζάκια της για να τα καλύψει.

-    «Άσε με να σε βοηθήσω…», της είπε ο Τάκης.

Την ακούμπησε ευγενικά, απαλά και την έσπρωξε μέχρι που ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι. Μετά κατέβασε το φερμουάρ της στολής του σκι μέχρι κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια της. Η Φένια είχε σηκώσει το κεφάλι της στο κρεβάτι του Τάσου για να βλέπει το θείο της που έγδυνε την κόρη του. Όταν ο Τάκης έβγαλε τελικά την φόρμα απ’ τα πόδια της Ελένης, η Φένια ένιωσε το μουνί της να μουσκεύει απ’ το θέαμα που αντίκρισε. Ο Τάσος έστρωσε κάτω από το κεφάλι της ένα γούνινο καπέλο για να μπορεί να βλέπει πιο άνετα. Μετά ο νεαρός χάιδεψε τα μπούτια της Φένιας. Άφησε τα δάχτυλά του να μπλεχτούν στις πυκνές της μουνότριχες. Η κοπέλα άνοιξε διάπλατα τα πόδια της για να τον διευκολύνει περισσότερο. Ο Τάσος γονάτισε επάνω της στηρίζοντας το βάρος του στους αγκώνες του και τα γόνατά του.

-    «Είσαι πολύ όμορφη!», παραδέχτηκε ο Τάσος.

«Κι εσύ είσαι ο πιο σέξι άντρας που έχω δει ποτέ στη ζωή μου!» του είπε λιγωμένη η Φένια. Κοίταξε χαμηλά ανάμεσα στα κορμιά τους και είδε τη σκληρή ψωλάρα του να κρέμεται πάνω από το βουναλάκι του μουνιού της. O Τάσος στηρίχτηκε στα γόνατά του και άπλωσε τα χέρια του στα μαλλιά της Φένιας. Της χάιδεψε της μακριές μπούκλες των μαλλιών της και μετά κατέβασε τα χέρια του στις υπέροχες βυζάρες της. Τις χούφτωσε και άρχισε να της ζουλάει δυνατά.

-    «Ει! Σε παρακαλώ… πιο σιγά! Πιο σιγά... Τουλάχιστον τώρα στην αρχή!», τον παρακάλεσε η Φένια.

-    «Πώς να ηρεμήσω μ’ αυτές της βυζάρες ματάκια μου!», είπε ο Τάσος ξετρελαμένος.

Έκλεισε ανάμεσα στα δάχτυλά του τις σκουρόχρωμες ρωγάρες της κι άρχισε να τις τρίβει. Μετά έσκυψε το κεφάλι του και φίλησε μια - μια τις πρησμένες ρώγες της Φένιας. Άνοιξε το στόμα του, ρούφηξε μέσα όσο περισσότερο βυζί χωρούσε και άφησε τη γλώσσα του να χορέψει πάνω κάτω στην ρώγα της κοπέλας.

-    «Αααααχχχχ…», αναστέναξε με πάθος η Φένια.

-    «Μμμμ... Μ’ αρέσει! Ρούφα και την άλλη την βυζάρα μου παίδαρε!! Γλείψ’ τις μου και τις δυο!»

Η κοπέλα ένιωθε πολύ περήφανη για τις βυζάρες της και ειδικά το ευχαριστιόταν όταν όλοι οι άντρες ξετρελαίνονταν γι’ αυτά. Πρώτα ο θείος της ο Τάκης μετά ο απαίσιος Μήτσος και τέλος ο υπέροχος Τάσος. Ο Τάσος έγλειψε τα αίματα απ’ το βυζί της Φένιας με την υπέροχη γλώσσα του. Η Φένια ένιωθε καυτή την γλώσσα του να της ζεματάει την πληγωμένη της σάρκα.

-    «Έτσι… Γλείψε με! Φάτο μου όλο!», τον ικέτευε φωνάζοντας σχεδόν η Φένια.

Ο Τάσος επιτέθηκε στα βυζιά της λαίμαργα. Απολάμβανε την σφιχτή και τρυφερή σάρκα της ζουλώντας με τα δυο του χέρια, γλείφοντας και δαγκώνοντας. Κύματα ηδονής πλημμύρισαν το κορμί της Φένιας. Τα ζουμιά στο μουνί της έτρεχαν ασυγκράτητα. Τα μουνόχειλα της τρεμούλιαζαν και ανοιγόκλειναν μόνα τους απ’ την καύλα.

-    «Αχ! Σε παρακαλώ!... Έλα, γλείψε μου και το μουνί μου! Έλα κούκλε μου, τρίψε μου τις βυζάρες με τα χέρια σου και φάε μου το μουνί! Αχ! Έχω καυλώσει παίδαρε! Έχω μουσκέψει απ’ την καύλα! Γλείψε τα ζουμιά μου με την γλωσσάρα σου!»

O Τάσος πολύ γρήγορα ξέχασε εντελώς την ζαλάδα από το χτύπημα της Αυγής στο κεφάλι του. Αυτή η καυλιάρα τσούλα του γρατζουνούσε τώρα με τα νύχια της την πλάτη, κουνούσε τους γοφούς της και σήκωνε το μουνί της προς το μέρος του για να τον προκαλέσει. O Τάσος κατέβασε το κοκκινόμαλλο κεφάλι του στις σγουρές πυκνές μουνότριχες της Φένιας. Άρχισε να της γλείφει και να της ρουφάει τις μουνότριχες. Ήξερε καλά ότι πίσω από κάθε μουνότριχα κρυβόταν υπερευαίσθητα νεύρα που έφεραν την Φένια στο χείλος της λιποθυμίας από τον ερεθισμό που της χάριζε.

Η κοπέλα κόντευε να ουρλιάξει από την ηδονή που ένιωθε. Τότε ο πανέμορφος νεαρός άφησε την καυτή γλωσσάρα του να γλιστρήσει κάτω και να χωθεί ανάμεσα στα παχιά της μουνόχειλα. Η μαλακή σάρκα του μουνιού της χώρισε στα δυο και η ροδαλή επιδερμίδα φάνηκε. Ο Τάσος έγλειψε το μουνί της Φένιας από κάτω μέχρι πάνω με το πλάτος της γλώσσας του. Τα ζουμιά της κοπέλας έτρεχαν τώρα σαν σιντριβάνι!

-    «Ωωωωχχχχ!», βόγκηξε η Φένια που δεν άντεχε την καύλα από το γλειφομούνι του Τάσου.

Η κοπέλα θυμήθηκε ότι αυτή την χαρά και την ηδονή του γλειφομουνιού της την είχε διδάξει πρώτη η θεία της η Αυγή, μετά ο θείος της ο Τάκης και τώρα αυτός ο πεινασμένος υπέροχος γίγαντας.

-    «Χώσε την γλωσσάρα σου μέσα μου! Γάμησε το μουνί μου με την γλώσσα σου! Έλα! Γάμα με, με την γλωσσάρα σου! Χώσ’ την μου όλη μέσα!!!»

Ο Τάσος υπάκουσε στις οδηγίες της Φένιας αλλά όχι για την δική της ικανοποίηση. Απλά ήθελε να χορτάσει την δικιά του λαιμαργία για να γευτεί φρέσκο νεανικό μουνί. Έχωσε την γλώσσα του μέσα έξω στην καυτή της μουνότρυπα με αυξανόμενο ρυθμό και γεύτηκε τα ηδονικά ζουμιά της. Τα μουνί της Φένιας άνοιξε διάπλατα από μόνο του για να μπορέσει η γλώσσα του Τάσου να χωθεί μέχρι τον πάτο της. Η κοπέλα κουνιόταν, γρύλιζε, μούγκριζε και βογκούσε από ηδονή. Οι μυς του μουνιού της σφίχτηκαν πάνω στην υπέροχη γλώσσα του Τάσου για να του την φυλακίσουν μέσα της. Όμως ο άντρας τράβηξε την γλώσσα του έξω και μόλις το μουνί της Φένιας χαλάρωσε λίγο, γρήγορα της την ξανάχωσε στο καυτό μουσκεμένο της κανάλι!

-    «Ωωωωχχχχ… Μμμμ… Με πεθαίνεις!», βόγκηξε η Φένια ενώ τα μάτια της είχαν γουρλώσει.

Ο Τάσος αύξησε την ταχύτητα της γλώσσας του τρυπώνοντας όλο και πιο βαθιά στο μουσκεμένο μουνί οδηγώντας το στον παροξυσμό. Σπασμοί ευχαρίστησης ξεκίνησαν από τα μουνόχειλα της Φένιας και σιγά - σιγά απλώθηκαν σ’ ολόκληρο το κορμί της.

-    «Αχ! Έλα Τάσο! Τώρα σε θέλω. Έλα κούκλε μου. Χώσε μου την ψωλάρα σου στο μουνί μου. Θέλω να με γαμήσεις μωρό μου. Δεν αντέχω άλλο… Θέλω να νιώσω μέσα μου την πούτσα σου! Γάμα με! Σκίσε με! Κάνε με να πονέσω με το καυλί σου! Σκίσε μου την μουνάρα γαμιά μου. Δώσε μου την ψωλή σου!!!»