Οικογενειακά βίτσια (4ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
-    «Παλιομαλακισμένη γυναίκα! Κουνήσου! Μην στέκεσαι και κοιτάς με τα ηλίθια μάτια σου τριγύρω! Κάνε κάτι επιτέλους! Βρέξε μερικές κουβέρτες στο νεροχύτη και ρίχτ’  της πάνω στη φωτιά! Γρήγορα! Ει Τάσο, πάρε το φτυάρι γαμώτο! Κουνήσου! Άνοιξε την πόρτα και φτυάρισε χιόνι πάνω στις φλόγες! Γρήγορα γαμώτο! Θα καούμε σαν ποντίκια!»

Ο Μήτσος πολύ γρήγορα κατάφερε να βγάλει τα φλεγόμενα ρούχα του και έδινε εντολές στη Αυγή και τον Τάσο για ν καταφέρουν να ελέγξουν τη φωτιά που μεγάλωνε ολοένα.

Ο Τάσος αστραπιαία άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βγήκε έξω με το φτυάρι για να ρίξει χιόνι. Η Αυγή για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είδε την ανοικτή πόρτα και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια και να δραπετεύσει αλλά αυτό θα καταδίκαζε την κόρη της και την ανιψιά της. Τα μητρικά της ένστικτα αποδείχθηκαν τελικά πολύ πιο ισχυρά απ’ τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης. Έτσι η σαραντάρα γυναίκα με τη φόρμα του σκι κατεβασμένη μέχρι τη μέση της και τις υπέροχες βυζάρες της να γυαλίζουν στο φως της φωτιάς, έκανε ότι της είχε ζητήσει ο Μήτσος. Άρπαξε τις κουβέρτες που ήταν στα δύο κρεβάτια. Τις έβρεξε στο νεροχύτη και τις πέταξε ανοιχτές πάνω στην εστία της φωτιάς.

Ο Μήτσος είχε πάρει και κείνος ένα πελώριο φτυάρι και μαζί με το γιο του φτυάριζαν φρέσκο χιόνι πάνω στις φλόγες. Σιγά - σιγά οι φλόγες νικήθηκαν, ο καπνός αραίωσε και τελικά και οι τρεις μαζί κατάφεραν να σβήσουν και την πιο μικρή φλογίτσα. Δάκρια ανακούφισης έτρεχαν από τα μάτια της Αυγής και κυλούσαν καυτά στα μάγουλά της. Ο Μήτσος όμως ήταν εξαγριωμένος. Κυριολεκτικά έβραζε από το θυμό του. Πέταξε το φτυάρι πέρα κι έβαλε τις φωνές:

-    «Τάσο, δέσε αυτή την παλιογαμιόλα αμέσως πάνω στον τοίχο! Δέσε την γρήγορα πριν βουτήξω το φτυάρι και της ανοίξω το κεφάλι στα δύο να χυθούν τα σκατά που της έχουν βάλει αντί για μυαλό! Δέσε  την με την πλάτη στον τοίχο να μπορεί να βλέπει τι έκανε με τις μαλακισμένες της τις ιδέες!»

Η Αυγή δεν πρόβαλλε την παραμικρή αντίσταση όταν ο Τάσος την έπιασε απ’ τους καρπούς και την οδήγησε στον τοίχο. Ήταν ακόμα φοβερά σοκαρισμένη καθώς συνειδητοποιούσε ότι είχε κοντέψει να τους κάψει όλους ζωντανούς...

-    «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό!», της είπε σιγά ο Τάσος την ώρα που της κλείδωνε το χέρι στο χαλκά δίπλα στη Φένια. «Εξαγρίωσες τον πατέρα μου και θα το πληρώσεις πολύ ακριβά. Όχι μόνο εσύ, αλλά και τα κορίτσια!»

«Καλά, περίμενε να φτάσει ο Τάκης εδώ και θα δεις τι θα γίνει! Έτσι και αγγίξετε έστω και μια τρίχα μας θα σας σκοτώσει και τους δυο!», είπε απειλητικά η Αυγή στο Τάσο.

-    «Χα χα! Και πως θα το κάνει αυτό; Έτσι και τον πιάσει ο πατέρας μου στα χέρια του θα τον σκίσει στα δύο!», κάγχασε ο νεαρός.

-    «Μου φαίνεται πως ξέχασες ότι του έδωσες την καραμπίνα σου να σου την κουβαλάει. Ο άντρας μου είναι τέλειος σκοπευτής!»

«Αλήθεια; Αφού δεν έχει βρει την καλύβα μέχρι τώρα δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρει τώρα πια μέσα  τη χιονοθύελλα. Και μετά απ’ αυτό που έκανες δεν πιστεύω να νομίζεις ότι εγώ και ο πατέρας μου υπάρχει περίπτωση να βγούμε έξω να ψάξουμε να τον βρούμε;»

Η Αυγή δεν βρήκε τι να του απαντήσει κι έτσι απόμεινε σιωπηλή. Ο Μήτσος περίμενε μέχρι να καθαρίσει η καλύβα εντελώς από τους καπνούς κι ύστερα έκλεισε τη βαριά πόρτα και την ασφάλισε ξανά με την ασήκωτη μπάρα.

-    «Τελικά κυρία-μαλακισμένη μ’  αυτό που έκανες με βοήθησες να πάρω μια σοβαρή απόφαση! Τώρα είμαι σίγουρος ποιά θα γαμήσω πρώτη!» είπε άγρια ο Μήτσος στη Αυγή.

Η σαραντάρα γυναίκα σκέφτηκε μ’ ένα χαμόγελο ότι έπρεπε να κρατήσει απασχολημένους αυτούς τους δύο γίγαντες μαζί της. Έπρεπε να μην τους αφήσει καιρό να πλησιάσουν την αθώα κορούλα της, μέχρι να καταφέρει να τους βρει και να τους σώσει ο Τάκης. Αν τελικά τα κατάφερνε να τους βρει ποτέ...

-    «Βγάλε  της και την υπόλοιπη φόρμα αυτής της τσούλας «, διέταξε ο πελώριος άντρας τον γιο του, ενώ και ο ίδιος έβγαλε το πουκάμισό του. Ένα δυνατό στήθος τριχωτό γεμάτο μυς φάνηκε. Ο Μήτσος άρχισε να κατεβάζει αργά - αργά το σώβρακό του ενώ η Αυγή είχε καρφώσει τα μάτια της στο στομάχι του.

-    «Ξέρεις ποιο είναι το παρατσούκλι μου τσούλα; Με λένε σφυρί! Και ξέρεις γιατί; Για μάντεψε τι μπορεί να έχω που να μοιάζει με σφυρί;», είπε προκλητικά ο Μήτσος ενώ έβγαλε τελικά το σώβρακό του.

Λόγια! Μόνο μεγάλα λόγια! είπε η Αυγή για να τον σνομπάρει και να τον προκαλέσει αλλά μόλις φάνηκε η ψωλάρα του άντρα η γυναίκα έχασε τη μιλιά της.

Ένα καυλί χοντρό σαν παλούκι και μακρύ σαν κολώνα! Και μπροστά υπήρχε ένα θεόρατο κόκκινο πουτσοκέφαλο, χοντρό όσο μια συνηθισμένη αντρική γροθιά! Ήταν η μεγαλύτερη πούτσα που μπορούσε να φανταστεί η Αυγή ότι υπήρχε! Ένα κύμα ηδονής απλώθηκε ανάμικτο με φόβο χαμηλά μέσα στο μουνί της. Ο Μήτσος την πλησίαζε χαϊδεύοντας με την παλάμη του τον πούτσο του που πρήζονταν και μεγάλωνε κι άλλο μοιάζοντας όλο και περισσότερο με πελώριο σφυρί!

Η Αυγή δάγκωσε τα χείλια της. Δεν ήθελε να του δείξει ότι η γιγάντια ψωλάρα του την είχε τρομάξει. Δεν ήθελε να δώσει σ’  αυτόν τον τριχωτό μπάσταρδο αυτήν την ικανοποίηση. Αλλά σίγουρα ήταν η μεγαλύτερη ψωλάρα που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Ένα μικρό βογκητό ξέφυγε απ’  τα χείλια της καθώς προσπαθούσε να κρατηθεί ήρεμη.

Η Ελένη είχε ξαναξαπλώσει στο κρεβάτι αλλά απ’  τα τόσα που συνέβαιναν γύρω της είχε ξεχάσει τον πόνο στο πόδι της και κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια το Μήτσο. Μέχρι τώρα η μόνη αντρική ψωλή που είχε δει ζωντανή ήταν αυτή του πατέρα της την προηγούμενη μέρα μέσα στη λιμνούλα. Και τώρα μπροστά της υπήρχε μια σπαρταριστή ψωλάρα τεραστίων διαστάσεων.

Η Φένια προσπάθησε να γυρίσει το λαιμό της προς τα πίσω για να δει και κείνη τι συνέβαινε αλλά δεν κατάφερε να διακρίνει και πολλά πράγματα. Ο Μήτσος της είχε γυρισμένη την πλάτη του. Το μόνο που έβλεπε ήταν η κίνηση του δεξιού χεριού του που έπαιζε τον πούτσο του. Και απ’ αυτή την κίνηση και μόνο η Φένια μπόρεσε να καταλάβει ότι η πούτσα του είχε τεράστιες διαστάσεις.

Η δεμένη στον τοίχο ολόγυμνη πια Αυγή ένιωθε τα συναισθήματά της να παλεύουν μέσα της. Απ’  την μια η ανησυχία της για την καθυστέρηση του Τάκη και απ’ την άλλη η ανησυχία της για την ψωλάρα του Μήτσου που μεγάλωνε κι άλλο!

Τα απαλά μεγάλα βυζιά της ανεβοκατέβαιναν ανεπαίσθητα με κάθε βαθιά αναπνοή ανησυχίας που έπαιρνε. Οι σκουρόχρωμες ρώγες της γυάλιζαν απ’  τον ιδρώτα της και η πλάτη της ακουμπούσε στην απαλή γούνα μιας κόκκινης αλεπούς. Η απαλή αίσθηση της γούνας στην πλάτη της την έκανε να ανατριχιάσει και οι ρώγες της χωρίς να το θέλει σκλήρυναν. Είχε μείνει άφωνη καθώς τα μάτια της είχαν καρφωθεί στον θηριώδη πούτσαρο του Μήτσου. Τώρα πια είχε σκληρύνει εντελώς και ο άντρας τον χάιδευε με φανερή ευχαρίστηση. Οι φλέβες είχαν πρηστεί πάνω του και γέμιζαν συνεχώς καυτό αίμα το πελώριο πουτσοκέφαλο του διατηρώντας το πρησμένο σαν σφυροκέφαλο!

Η Αυγή κόντεψε να λιποθυμήσει όταν συνειδητοποίησε τι θα μπορούσε να κάνει αυτή η πουτσάρα μέσα στο σφιχτό μουνάκι της. Ο Μήτσος γονάτισε μπροστά της και της έβγαλε τις μπότες του σκι. Μετά μαζί με τον Τάσο της κατέβασαν την υπόλοιπη φόρμα και της την έβγαλαν εντελώς. Η Αυγή ανατρίχιασε καθώς δύο ζευγάρια σκληρά αντρικά χέρια τρίφτηκαν πάνω στη βελούδινη σάρκα των μπουτιών, της. Απόμεινε μόνο με το μαύρο δαντελένιο σλιπάκι της.

Ο Μήτσος έτσι γονατιστός όπως ήταν απομάκρυνε τον Τάσο από κοντά του και χαμήλωσε το κεφάλι του στο κιλοτάκι της Αυγής. Το πιασε με τα σκληρά δόντια του και πριν προλάβει να καταλάβει η γυναίκα τι σκόπευε να κάνει, το δάγκωσε και τραβώντας το άγρια το ξέσκισε! Η Αυγή ένιωσε τις σκληρές τρίχες απ’  το μουστάκι του να τρίβονται πάνω στην ήβη της.

Κόλλησε πίσω το κορμί της στον τοίχο αλλά η γούνα που τρίφτηκε στα κωλομέρια της μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ την ευχαρίστηση που είχε αρχίσει να νιώθει. Ο Μήτσος έτριψε το πρόσωπό του πάνω στις μεταξένιες ξανθές της μουνότριχες. Τα αξύριστα μάγουλά του με τα σκληρά γένια σχεδόν γρατζούνισαν την απαλή σάρκα της. Η πελώρια γλώσσα του καυτή και υγρή την έγλειψε και της άνοιξε τα παχιά της μουνόχειλα στα δύο.

Η Αυγή βόγκηξε από μια ηδονή που δεν μπορούσε άλλο να κρύψει. Αυτός ο άξεστος γίγαντας την ερέθιζε! Καυτά ζουμιά που δεν μπορούσε να σταματήσει πλημμύρισαν το μουνί της καθώς η γλώσσα του έγλειψε άγρια την κλειτορίδα και την ουρήθρα της. Ο άντρας άρχισε να γλείφει κάθε εκατοστό του μουνιού της μανιασμένα. Η Αυγή έχανε ολοένα και περισσότερο τον έλεγχο του εαυτού της. Το μουνί της την πρόδιδε, μούσκευε από ηδονή και ευχαρίστηση. Ο Μήτσος ένιωσε στην γλώσσα του με ικανοποίηση την γλυκιά γεύση των καυλόζουμων της Αυγής.

-    «Σου αρέσει πουτανάκι ε; Όλες εσείς οι τσούλες της πόλης πεθαίνετε άμα σας το γλείφουν, έτσι δεν είναι;», ρώτησε σαρκαστικά ο Μήτσος.

Η Αυγή δεν τόλμησε να του απαντήσει. Τι θα μπορούσε άλλωστε τώρα πια να τον πει; Πώς να το αρνηθεί αφού τα καυτά ζουμιά έτρεχαν ασταμάτητα μέσα στο βάθος της μουνότρυπας της; Έγειρε αμίλητη πίσω το κεφάλι της και άφησε να της ξεφύγει ένα μικρό βογκητό καύλας. Ο Μήτσος βρήκε ξανά την κλειτορίδα της με την γλωσσάρα του, της την έγλειψε και μετά τη ρούφηξε μέσα στο στόμα του κι άρχισε να την πιπιλάει με τα χείλια του. Η Αυγή δάγκωσε τα χείλια της για να μην φωνάξει από την καύλα!

Η Ελένη κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια τις αντιδράσεις της μητέρας της. Την έβλεπε να κουνάει τους γοφούς της, να ανασαίνει βαριά, να γλείφει τα χείλια της και να βογκάει από ευχαρίστηση. Η κοπέλα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μητέρα της θα την έβρισκε τόσο πολύ απ’ το γλείψιμο ενός ξένου άντρα. Ένιωσε άρρωστη απ’  το θέαμα. Προσπάθησε να γυρίσει αλλού το βλέμμα της αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι της αλλού. Ήθελε να δει τι θα συνέβαινε!

-    «Γαμώτο! Αυτό εδώ το μουνί έχει γαμηθεί εδώ και λίγες ώρες. Μυρίζω αντρικά χύσια εδώ κάτω!» είπε ο Μήτσος που η εξασκημένη μύτη του είχε πιάσει αμέσως τη μυρωδιά του σπέρματος.

= «Ναι πράγματι. Με τον άντρα μου χθες βράδυ...», παραδέχτηκε η Αυγή, ενώ αυτόματα στο μυαλό της γύρισε ο Τάκης.

Πού να ήταν άραγε; Σίγουρα θα είχε χαθεί μέσα στην χιονοθύελλα. Όμως το μυαλό της πέρα από την λογική διατηρούσε μερικές ελπίδες ακόμη ότι από στιγμή σε στιγμή ο Τάκης θα εμφανιζόταν κρατώντας την καραμπίνα και θα τις γλίτωνε απ’  τον εφιάλτη τους.

-     «Καλά τσούλα. Δεν με νοιάζει καθόλου για το τι έκανες με τον μαλάκα τον άντρα σου. Έτσι κι αλλιώς είμαι σίγουρος ότι δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο δικό μου σφυροκέφαλο!», είπε θριαμβευτικά ο κοκκινομάλλης γίγαντας.

-    «Άσε με... να σου τον γλείψω. Άσε με να σαλιώσω τον πούτσο σου...», ζήτησε διστακτικά η Αυγή.

-    «Δεν μου χρειάζεται. Είμαι ήδη αρκετά καυλωμένος. Ίσως αργότερα θα σ’  αφήσω να μου το γλείψεις όταν θα σπάσω την παρθενιά της κορούλας σου. Τότε θα σ’  αφήσω να γευτείς τα παρθενικά ζουμιά της!», είπε γελώντας απαίσια ο Μήτσος.

Η Αυγή ζάρωσε στο άκουσμα των λόγων του αλλά η γλώσσα του ξαναγύρισε πάλι στην κλειτορίδα της κάνοντας κύκλους πάνω στα μουνόχειλα της και την έκανε άλλη μια φορά να τα ξεχάσει όλα. Η Αυγή άνοιξε τα μπούτια της όσο πιο πολύ μπορούσε και με καυλωμένη φωνή του ψιθύρισε:

-    «Έλα λοιπόν γίγαντα! Γάμησέ με! Άσε με να σου δείξω τι μπορεί να κάνει μια αληθινή γυναίκα με το μουνί της!»

-    «Χμ… Νομίζω κι άγω ότι ήρθε η ώρα γι’  αυτό…», είπε ο Μήτσος και τραβώντας το κεφάλι του απ’  το μουνί της σηκώθηκε όρθιος.

Την πλησίασε και το καυλί του τρίφτηκε σαν παλούκι πάνω στις υγρές της μουνότριχες. Ο άντρας χούφτωσε τις βυζάρες της και τις έσφιξε δυνατά. Έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά του τις πρησμένες ρώγες της και η Αυγή βόγκηξε απ’ την καύλα. Ο Μήτσος οδήγησε το πελώριο καυλί του ανάμεσα στα μπούτια της και το έτριψε πάνω στη μουσκεμένη της μουνότρυπα.

-    «Έλα λοιπόν παλιομπάσταρδε! Μη με παιδεύεις άλλο! Μμμμ… Μ’  έχεις καυλώσει! Έλα! Δεν με νοιάζει πόσο μεγάλη είναι η ψωλάρα σου! Θέλω να μου την χώσεις στην μουνάρα μου! Έλα λοιπόν! Σκίσε με, με το παλούκι σου!», είπε ξέφρενα η Αυγή αναπνέοντας βαριά, καυλωμένη όσο ποτέ.

Ο Μήτσος κατέβασε τις παλάμες του απ’  τα βυζιά της και χούφτωσε τα κωλομάγουλα της και τους μηρούς της. Τη σήκωσε στον αέρα κρατώντας την απ’ τις μπουτάρες της και της άνοιξε διάπλατα τα πόδια σηκώνοντάς τα όσο πιο ψηλά μπορούσε στον αέρα. Μετά πλησίασε τους γοφούς του μέχρι που το πρησμένο σφυροκέφαλο του γιγάντιου καυλιού του ακούμπησε στην μουσκεμένη της μουνότρυπα. Η Αυγή έκλεισε τα πόδια της πίσω στην πλάτη του. Ένιωθε το πουτσοκέφαλο του να πιέζει ασφυκτικά την μουνότρυπα της, Άρχισε να κουνάει σιγά τους γοφούς της δεξιά αριστερά για να παραμερίσουν τα μουνόχειλα της και να ανοίξει περισσότερο το μουνί της για να τον πάρει μέσα της. Ο κώλος της τρίφτηκε πίσω στη γούνα καθώς ο Μήτσος αργά αλλά σταθερά άρχισε να σπρώχνει το καυλί του προς τα μπρος.

-    «Είσαι έτοιμη μουνάρα μου;», την ρώτησε.

-    «Ναι, ναι! Έλα! Είμαι έτοιμη. Δώστον μου όλο! Άσε με να τον νιώσω μέσα μου! Έλα λοιπόν χώσε μου το σφυρί σου στο μουνί! Αααααχχχχχχ!!!», η Αυγή ούρλιαξε σαν ζώο που το σφάζουν καθώς ο γίγαντας χωρίς άλλη προειδοποίηση κούνησε απότομα τους γοφούς του και έστειλε το πελώριο καυλί του να σφηνωθεί με φόρα μέσα στο μουνί της.

Η ξανθιά σαραντάρα νόμιζε ότι θα την σκίσει στα δύο. Ο άντρας άφησε τα χέρια του απ’  τα πόδια της και η γυναίκα καρφώθηκε μ’  όλο το βάρος του κορμιού της πάνω στην θεόρατη ψωλάρα του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος καθώς η ψωλή του Μήτσου χτύπησε στον πάτο του μουνιού της. Απειλούσε να χωθεί στη μήτρα της.

-    «Ωχ! Θεέ μου! Μμμμ! Ααααχχχ! Πονάω! Δεν τ’  αντέχω, πονάω! Έλα σήκωσέ με ψηλά με τα χέρια σου! Δεν μπορώ άλλο! Θα μου βγει απ’ το στόμα η ψωλάρα σου!!! Αααχχχχ!»

Ο Μήτσος τη χούφτωσε απ’ τα κωλομέρια ζουλώντας τα με τα σκληρά του δάχτυλα και τη σήκωσε πάλι λίγο πιο ψηλά αφήνοντας μέσα της μόνο το θεόρατο πουτσοκέφαλο του. Και μετά γελώντας σαδιστικά την άφησε να ξανακαρφωθεί στο κρεάτινο παλούκι του ουρλιάζοντας απ’ τους πόνους! Ο Μήτσος την έβρισκε φοβερά με τις συσπάσεις που έκανε το ανοιγμένο στα όριά του μουνί της Αυγής. Τη σήκωσε και την κατέβασε ξανά και ξανά πάνω στην ψωλάρα του και η Αυγή φώναζε κάθε φορά λιγότερο από την προηγούμενη.

-    «Ωωωωωιχ!! Γαμώτο! Πονάω!! Είναι σαν να γαμιέμαι με το χερούλι του φτυαριού!!! Ααχχ!! Πονάω! Γαμώτο! Πονάω αλλά μ’  αρέσει κιόλας!!! Μ’ αρέσει αυτό το πελώριο καυλί σου! Αααχχχχ!!!»

Η Αυγή έσφιξε τα πόδια της στην πλάτη του Μήτσου ενώ οι καρποί της που κρεμόντουσαν απ’ τα μεταλλικά βραχιόλια στον τοίχο την πονούσαν φριχτά. Σπασμοί παράφορου πάθους τράνταζαν το κορμί της απ’  το κεφάλι της μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Τίναξε το κεφάλι της καυλωμένα δεξιά αριστερά καθώς ο Μήτσος την ανεβοκατέβαζε πάνω στην ψωλάρα του και του φώναξε:

-    «Έλα! Ξανά! Χώστον μου! Έλα! Έτσι! Σκληρά! Μ’  αρέσει! Σκίσε με! Άνοιξε με στα δυο! Αααχχχχ! Έτσι.. μάτωσε με, με το υπέροχο σφυροκέφαλο σου!!! Ωωωχχ!!»

-    «Όχι τσούλα δεν θα ματώσω τη δικιά σου την ξεσκισμένη την μουνάρα. Της κορούλας σου το παρθένο μουνάκι θα ματώσω με την πουτσάρα μου!»

-    «Παλιομπάσταρδε! Δεν θα σ’  αφήσω! Θέλω την ψωλάρα σου ολόκληρη δικιά μου. Θέλω να γαμιέμαι πάνω στο παλούκι σου όλη νύχτα. Ποιά νύχτα; το θέλω μέσα μου μια βδομάδα ολόκληρη!!!»

Η Αυγή είχε χάσει πια κάθε αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Οι γοφοί της κουνιόντουσαν προς πίσω. Η αίσθηση του πελώριου πούτσου που μπαινόβγαινε στην μουνότρυπα της την τρέλαινε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να γαμηθεί. Δεν την ένοιαζε ούτε η κόρη της ούτε η ανιψιά της! Απολάμβανε την αίσθηση του παραγεμισμένου μουνιού της από την ψωλάρα του Μήτσου. Είχε φθάσει σε σημεία που ο Τάκης ούτε είχε διανοηθεί να πλησιάσει με τη δική του την ψωλή. Αυτή δεν ήταν ψωλή, ήταν σωστό παλούκι.

Ο Μήτσος την κάρφωσε με την ψωλή του στον τοίχο. Τώρα μπαινόβγαινε μέσα της όσο πιο γρήγορα μπορούσε! Η Αυγή δεν πονούσε πια. Είχε κλείσει τα μάτια της κι απ’ τα μισάνοιχτα χείλη της ξέφευγαν μικρές κραυγές ηδονής.

-    «Έλα! Κι άλλο… Κι άλλο. Πιο πολύ! Πιο γρήγορα, Κι άλλο!!!», ούρλιαξε εκστασιασμένη στον κοκκινομάλλη γίγαντα που την γαμούσε υπέροχα!

Ο Μήτσος βογκούσε τώρα κι αυτός καθώς ένιωθε την πελώρια σφυροκέφαλη ψωλάρα του να εξαφανίζεται ολόκληρη μέσα στην καυτή μουνάρα της σαραντάρας κούκλας. Ένιωθε τις βυζάρες της να τρίβονται πάνω στο τριχωτό στήθος του κι άναβε όλο και περισσότερο. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στο γυμνασμένο αθλητικό κορμί του. Δεν θυμόταν άλλο τέτοιο γαμήσι στη ζωή του. Κι ήταν σίγουρο ότι είχε γαμήσει άπειρες φορές! Είχε βέβαια πολύ καιρό να γαμήσει εδώ πάνω στην ερημιά, αλλά αυτή εδώ η 40άρα κούκλα ήταν αληθινά το κάτι άλλο. Ένιωθε τους μυς του μουνιού της να σφίγγονται τόσο άγρια πάνω στην ψωλάρα του που φοβήθηκε ότι θα του την στραμπουλίξει.

-    «Έτσι μωρή καριόλα! Πάρε την ψωλάρα μου στη μήτρα σου!!!», μούγκρισε ανάμεσα απ’  τα σφιγμένα απ’ την ηδονή χείλια του.

-    «Ναι! Ναι! Έλα! Θεέ μου! Σκίσε μου την μουνάρα αρχίδα μου!!! Έλα χύσε με!! Πλημμύρισε το μουνί μου με τα καυτά χύσια σου!!! Ωχχχ! Τι γαμήσι είναι αυτό παίδαρε;» ούρλιαξε η Αυγή ασυγκράτητα.

Ο Μήτσος δυνάμωσε κι άλλο το ρυθμό του μουγκρίζοντας και βογκώντας. Τα βαριά αρχίδια του κουνιόντουσαν πέρα δώθε με φόρα στα τρυφερά κωλομάγουλα της Αυγής. Η Αυγή τα ένιωθε να κτυπάνε την κωλάρα της και καύλωνε κι άλλο. Τα χέρια της σφίχτηκαν στον αέρα κλειδωμένα πάντα στα μεταλλικά κολάρα του τοίχου. Η γυναίκα σκέφτηκε πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν ελεύθερα τα χέρια της. Να χαδέψει με τα δάχτυλα της τα βαριά αρχίδια του άντρα που της ξέσκιζε το μουνί με την ψωλάρα του. Να πιάσει τα αρχίδια του και να νιώσει το φούσκωμά τους απ’  τα καυτά χύσια λίγο πριν τα εκτοξεύσουν βαθιά στον πάτο της μουνάρας της.

Τώρα πια δεν έδινε δεκάρα ούτε για τον Τάκη, ούτε για την Ελένη, ούτε για την Φένια. Η θεόρατη πούτσα του Μήτσου είχε γεμίσει ακόμα και το μυαλό της!! Την ένιωσε μέσα της να πρήζεται κι άλλο. Τον άκουσε να τρίζει τα δόντια του από το σφίξιμο καθώς προσπαθούσε να κρατηθεί λίγα δευτερόλεπτα ακόμα! Λεν τα κατάφερε όμως... Μουγκρίζοντας σαν ζώα ο τεράστιος άνδρας άφησε τα καυτά παχιά άσπρα χύσια του να αδειάσουν απ’  το χοντρό σφυροκέφαλο της ψωλάρας του βαθιά στη μήτρα της.

-    «Ααααχχχχχ!!!! Χύνωωωωω!!!! Στα χύνω στη μητρα παλιογαμιόλα!!! Πάρτα τα χύσια μου στην μουνάρα σου!!!! Πάρταααα!!!!» ούρλιαξε ο Μήτσος και απόμεινε ακίνητος και άδειαζε το καυτό φορτίο των αρχιδιών του ασταμάτητα μέσα στο μουνί της Αυγής.

Η Αυγή κουνούσε τους γοφούς της ασταμάτητα και οι μυς του μουνιού της σφιγγόντουσαν σαν τρελοί πάνω στην πούτσα του άντρα προσπαθώντας να την ξεζουμίσουν. Τα χύσια του άντρα της του Τάκη πάντοτε της άρεσαν αλλά αυτό που ένιωθε τώρα ήταν ανεπανάληπτο. Ο Μήτσος άδειαζε μέσα της κουβάδες σπέρματος. Το μουνί της είχε ήδη γεμίσει και χοντρές άσπρες σταγόνες έσταζαν έξω απ’  τα μουνόχειλα της. Ο άντρας της χούφτωσε τις βυζάρες και της τις έτριψε άγρια. Της τσίμπησε σκληρά τις ρώγες κι ύστερα άρχισε πάλι να κουνιέται μέσα έξω στο πλημμυρισμένο μουνί της!

-    «Έχεις κι άλλο;», ρώτησε έκπληκτη η Αυγή.

-    «Πάρα πολύ ακόμη!»μ απάντησε ο γίγαντας και ύστερα από δύο τρία γρήγορα κουνήματα η ψωλάρα του ξανάρχισε να χύνει ασταμάτητα.

Νέα ποτάμια χύσια ξεχύθηκαν απ’  το φοβερό σφυροκέφαλο της πούτσας του!

-    «Θεέ μου! Έχεις χύσει όσο τρεις άντρες μαζί κι έχεις κι άλλο!!», είπε ξελιγωμένη η Αυγή ενώ εξακολουθούσε να κουνάει ξέφρενα τους γοφούς της ρουφώντας κάθε εκατοστό της θεόρατης πούτσας μέσα της. «Έτσι γαμιά μου! Χύσε με! Χύσε με κι άλλο! Άσε με να νιώσω τα καυτά ζουμιά σου να με πλημμυρίζουν! Γάμα με μέχρι να μου φτάσει στο λαιμό η ψωλάρα σου! Χύσε με κι άλλο!!!» ούρλιαξε η Αυγή.

-    «Θα σου γαμήσω και το λαιμό καριόλα! Μην ανησυχείς… Θα έρθει και η ώρα του…», της απάντησε ο Μήτσος ενώ μόνο που σκέφτηκε την ψωλή του μέσα στο στόμα αυτής της κούκλας ξανάρχισε να χύνει.

Η Ελένη παρακολουθούσε όλη αυτή την ώρα όσα γινόντουσαν Χωρίς να μπορεί να τα πιστέψει. Δεν καταλάβαινε πώς ήταν δυνατόν η μητέρα της να έχει έρθει σ’  αυτό το σημεία, να ξεστομίζει τέτοια λόγια και να δείχνει τόση ευχαρίστηση απ’  το γαμήσι ενός άγνωστου άντρα που την βίαζε δεμένη στον τοίχο. Εκείνη τη στιγμή η Ελένη έκπληκτη είδε τα πόδια της μάνας της να τεντώνονται απότομα στον αέρα πίσω απ’  την πλάτη του Μήτσου το κορμί της να τινάζεται ανεξέλεγκτο δεξιά αριστερά και την άκουσε να ουρλιάζει:

-    «Ναι! Έλα! Ναι!!! Χύνωωωω!! Χύνω κι εγώ! Αααααχχχχχ!! Έτσι!!!»

Η Αυγή εξακολουθούσε να τινάζεται για λίγα δευτερόλεπτα και να ουρλιάζει και μετά σιγά - σιγά οι φωνές της σταμάτησαν και ακουγόντουσαν μονάχα οι λαχανιαστές ανάσες η δικιά της και του Μήτσου καθώς προσπαθούσαν να συνέλθουν απ’  το ξέφρενο γαμήσι. Όπως τα πιο πολλά παιδιά, η Ελένη είχε πλάσει στο μυαλό της μια ιδεαλιστική εικόνα της μητέρας της. Γι’  αυτήν αποτελούσε ένα σύμβολο αγνότητας, ένα ζωντανό παράδειγμα αξιοπρέπειας και σεβασμού.

Δεν είχε δει ποτέ την μητέρα της μεθυσμένη ούτε την είχε αντιληφθεί ποτέ να δείχνει ενδιαφέρον για άλλον άνδρα εκτός από τον πατέρα της. Και ποτέ δεν τους είχε δει αυτήν και τον πατέρα της να τσακώνονται μπροστά της. Νόμιζε πως οι γονείς της ήταν ένα ταιριαστό αγαπημένο και φυσιολογικό ζευγάρι. Έτσι τώρα της ήταν αδύνατον να πιστέψει και να χωνέψει ότι ήταν αυτή η ίδια η μητέρα της που είχε γαμηθεί έτσι μπροστά της μ’  έναν ξένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε γίνει και η απόλαυση της σάρκας είχε επιβληθεί τόσο εύκολα της σύνεσης και της λογικής! Είχε σοκαριστεί απ’  το θέαμα!!!

Η Φένια βέβαια έδειχνε πολύ λιγότερη έκπληξη. Μετά απ’  όλα αυτά που είχε κάνει η Αυγή μαζί της το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν εύκολο να την σοκάρει τίποτε πια. Άλλωστε η θεία της, της είχε μάθει πως να παίρνει τσιμπούκι στο θείο της και της είχε κάνει ένα αξέχαστο γλειφομούνι. Ήξερε πολύ καλά πόσο θερμή γυναίκα ήταν η θεία της και τώρα την άκουγε να βογκάει και να λαχανιάζει νιώθοντας περισσότερη έξαψη παρά έκπληξη.

Ο Τάσος παρακολουθούσε τη σκηνή με φοβερό ενδιαφέρον. Βέβαια είχε δει πολλές φορές τον πατέρα του να γαμάει διάφορες γυναίκες. Η μητέρα του είχε πεθάνει όταν γεννήθηκε εκείνος και έτσι ο Τάσος μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα του.

Όταν έκλεισε τα 15 του χρόνια ο πατέρας του συνήθιζε να φέρνει στην καλύβα τους διάφορες γυναίκες και να αφήνει και τον Τάσο να τις γαμάει. Στα γενέθλιά του στα 18 ο πατέρας του, του έφερε μια τεράστια τούρτα και από μέσα ξεπετάχτηκαν δυο γυναικάρες κι έκαναν έρωτα μαζί του ολόκληρη τη νύχτα! Είχε γαμήσει κι αυτός αρκετές γυναίκες λοιπόν στη ζωή του. Αλλά αυτό το γαμήσι που έκανε η δεμένη στον τοίχο γυναίκα που είχε τα διπλά του χρόνια, ούτε που μπορούσε να το φανταστεί! Αυτή η ξανθομάλλα με τις μεγάλες στητές βυζάρες έκανε απίθανα πράγματα με το μουνί της!

Έτσι ο Τάσος αποφάσισε να γαμήσει και κείνος πρώτα την έμπειρη γυναίκα που ήταν δεμένη στον τοίχο και έτρεμε ακόμα από τους σπασμούς του οργασμού της. Ποιός ξέρει μπορεί ο δεύτερος στη σειρά οργασμός της να ήταν ακόμα καλύτερος απ’  τον πρώτο. Τα δύο άπειρα μουνάκια μπορούσαν να περιμένουν. Ο Τάσος σηκώθηκε απ’  την καρέκλα που καθόταν και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του.

-    «Πατέρα, ξέρεις τι λέω; Άσε με να την γαμήσω κι εγώ τώρα που είναι καυλωμένη και υγρή…»

Η Αυγή τον άκουσε καθώς ξανάβρισκε σιγά - σιγά την ανάσα της. Του χαμογέλασε όσο πιο ζεστά μπορούσε. Έστω κι έτσι, το σχέδιό της να σώσει την παρθενιά της κόρης της είχε επιτυχία. Ίσως να κατάφερνε να ικανοποιήσει και τον νεαρό και να τον κάνει να αργήσει να χύσει μήπως και εμφανισθεί ο άντρας της. Ήξερε πως οι ελπίδες για κάτι τέτοιο ήταν λιγοστές αλλά τουλάχιστον έπρεπε να προσπαθήσει.

Την ίδια ώρα ο Τάκης πάλευε απεγνωσμένα να προσανατολιστεί μέσα στην χιονοθύελλα. Παρόλα τα βαριά ρούχα που φορούσε καθώς και την φόρμα του σκι, το φοβερό κρύο είχε αρχίσει να του περονιάζει τα κόκαλα. Νιφάδες χιονιού είχαν κρυσταλλώσει πάνω στα μαλλιά του, όσα δηλαδή έβγαιναν από τον μάλλινο σκούφο του. Τα δάχτυλά του ήταν εντελώς παγωμένα, Ο αέρας ούρλιαζε ανατριχιαστικά δίπλα του και τον εμπόδιζε να προχωρήσει. Είχε κουραστεί να κουβαλάει όλα αυτά τα πράγματα και από πάνω και την πελώρια καραμπίνα αυτού του μαλακισμένου νεαρού που του είχε πάρει τις γυναίκες του.

Τότε ξαφνικά η μυρωδιά του καπνού έφτασε στα ρουθούνια του. Το ηθικό του αναπτερώθηκε, Αυτή η διαολοκαλύβα έπρεπε να ήταν κάπου κοντά, τριγύρω? Ακλουθώντας την μυρωδιά του καπνού άρχισε να προχωράει με περισσότερο κουράγιο! Οι γυναίκες τον είχαν παρατήσει ολομόναχο μόνο και μόνο για να πάνε να πηδηχτούν! Αχ και να τις έβρισκε! Ένα πολύ κακό χαμόγελο εμφανίστηκε στα παγωμένα χείλια του Τάκη καθώς σκέφτηκε πώς θα ήταν η εκδίκησή του.

Ο Μήτσος άφησε τα μπούτια της Αυγής και τραβήχτηκε από μέσα της. Έτσι η γυναίκα ύστερα από αρκετή ώρα κατάφερε να πατήσει και με τα δυο της πόδια στο πάτωμα, Ο Τάσος είχε προλάβει να γδυθεί εντελώς. Οι δυνατοί καλογυμνασμένοι μυς του κορμιού του γυάλιζαν απ’  τον ιδρώτα. Είχε ιδρώσει όση ώρα προσπαθούσε με ένταση να ρίξει χιόνι με το φτυάρι στην φωτιά για να τη σβήσει τώρα λοιπόν χοντρές σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στο κορμί του.

-    «Μας έβαλες σε πολύ μεγάλους μπελάδες με τις μαλακίες σου τσούλα! Προσπάθησες να σπάσεις το κεφάλι του πατέρα μου με κείνη τη λάμπα, και σαν να μην έφτανε αυτό έβαλες φωτιά και παραλίγο να καούμε όλοι ζωντανοί».

-    «Λυπάμαι! Συγγνώμη…», ψιθύρισε η Αυγή χαμηλώνοντας τα μάτια της στο πάτωμα.

Η σαραντάρα γυναίκα δεμένη ολόγυμνη στον τοίχο πρόλαβε να παρατηρήσει το κορμί του Τάσου. Παρόλο που ήταν ένας από τους βασανιστές της η γυναίκα παραδέχτηκε στον εαυτό της ότι ήταν ο πιο όμορφος παίδαρος που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Σήκωσε πάλι τα μάτια της και τα κάρφωσε λαίμαργα στην κορμάρα του νεαρού άντρα.

Οι κοιλιακοί μυς του άντρα διακρίνονταν καθαρά επάνω στην επίπεδη κοιλιά του ενώ το στέρνο του φούσκωνε από την γυμναστική. Τα πόδια του ήταν σκληρά και χυτά και κει ψηλά ανάμεσά τους βρισκόταν η ομορφότερη ψωλάρα που είχαν αντικρύσει τα μάτια της Αυγής. Ακόμα βέβαια ήταν μισοσηκωμένη. Ήταν το ίδιο μακριά με του πατέρα του αλλά του Τάσου η πούτσα είχε μπροστά ένα υπέροχο στρογγυλό πουτσοκέφαλο και όχι εκείνο το τρομακτικό σφυρί που είχε ο Μήτσος. Ήταν μια ψωλή απ’  αυτές που οι γυναίκες μόλις τις βλέπουν θέλουν να τις γλείψουν σαν γλειφιτζούρι!

Η κορμάρα του Τάσου ήταν λεία χωρίς καθόλου τρίχες. Μόνο μια φούχτα πουτσότριχες ξανθές φύτρωναν στη βάση του πούτσου του και τίποτε άλλο! Το κορμί του έμοιαζε με καλογυαλισμένο μπρούτζινο άγαλμα. Η Αυγή ήθελε πάρα πολύ να μπορέσει να χαϊδέψει αυτόν τον παίδαρο. Ο Τάσος λες και διάβασε τις σκέψεις της την ρώτησε:

-    «Αν σου λύσω τα χέρια, δεν πιστεύω να δοκιμάσεις να κάνεις καμιά μαλακία πάλι; Ε, τι λες;»

-    «Όχι, όχι! Σου το υπόσχομαι! Το έμαθα το μάθημά μου τώρα πια…», είπε ανυπόμονα η Αυγή.

-    «Μπράβο!», είπε ο Τάσος μ’  ένα υπέροχο χαμόγελο στο πανέμορφο πρόσωπό του.

Μετά ζήτησε το κλειδί απ’  το Μήτσο και ξεκλείδωσε τα μεταλλικά βραχιόλια στον τοίχο, ελευθερώνοντας έτσι την Αυγή.

-    «Αααχχ! Σ’  ευχαριστώ!», του φώναξε η γυμνή σαραντάρα που σχεδόν έπεσε στην αγκαλιά του.

Ο Τάσος την έπιασε πολύ ευγενικά με τα δυνατά χέρια του και την κράτησε μέχρι να συνέλθει και να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια της. Το αίμα ξαναγύρισε ορμητικά στις παλάμες της τώρα που δεν ήταν πια δεμένες ψηλά. Η Αυγή γονάτισε μπροστά στον γιγαντόσωμο νεαρό. Άπλωσε τα χέρια της και του χάιδεψε τα γυμνά του κωλομέρια και του ψιθύρισε. «Ω, να’  ξερες πόσο πολύ θέλω να γλείψω αυτήν την υπέροχη ψωλάρα. Άσε με να σε ρουφήξω στο στόμα μου παίδαρε!»

-    «Και πώς το ξέρω εγώ ότι δεν θα κάνεις καμιά βλακεία όπως ας πούμε να με δαγκώσεις;», ρώτησε ο Τάσος.

-    «Όχι, δεν θα το κάνω αυτό....», ψιθύρισε η Αυγή γονατιστή.

-    «Και βέβαια δεν θα το κάνεις!», είπε σκληρά ο νεαρός και απλώνοντας τα χέρια του βούτηξε με τα δάχτυλά του τα μαλλιά της. «Γιατί έτσι και δοκιμάσεις το παραμικρό που δεν θα μου αρέσει θα σου σπάσω αυτόν τον υπέροχο λαιμό σου. Και μετά ο πατέρας μου θα ξεμουνιάσει την κορούλα σου», είπε ο νεαρός και τράβηξε βίαια προς τα πίσω τα μαλλιά της γυναίκας για να της δείξει ότι δεν αστειευόταν.

-    «Άουτσ! Μη με πονάς. Άσε με να σου το γλείψω. Άσε με να σου δείξω τι υπέροχο τσιμπούκι κάνω!»

-    «Έλα λοιπόν δείξε μου! Και αν δεν μ’  αρέσει να είσαι σίγουρη ότι θα στο δείξω αμέσως!»

Η Αυγή έπιασε στα χέρια της την καυτή παλλόμενη σάρκα της ψωλής του Τάσου. Το ένα της χέρι γλίστρησε χαμηλά στη βάση της ψωλής του άντρα και τα μακριά της νύχια χάιδεψαν απαλά τα βαριά αρχίδια του. Η πούτσα του Τάσου τινάχτηκε απ’  την καύλα.

-    «Μμμμ! Μ’  αρέσει να γλείφω μισοσηκωμένες ψωλές! Έτσι τις νιώθω να μεγαλώνουν μέσα στο στόμα μου και καυλώνω περισσότερο!», είπε η Αυγή.

Η σαραντάρα κούκλα έδωσε ένα κυκλικό σχήμα στα χείλια της και τα ακούμπησε απαλά επάνω στο πουτσοκέφαλο του Τάσου. Άρχισε αργά - αργά να ρουφάει μέσα στις χειλάρες της την καυτή ψωλάρα του. Την ίδια ώρα ο Μήτσος κατευθύνθηκε στην άλλη γωνιά του δωματίου που ήταν δεμένη με το πρόσωπο στον τοίχο η Φένια.

-    «Μικρούλα μου νομίζω ότι αυτό το τσιμπούκι πρέπει να το παρακολουθήσεις. Στην ηλικία σου δεν έχω συναντήσει κανένα κορίτσι που να ξέρει να κάνει μια πίπα της προκοπής. Κοίτα λοιπόν να μαθαίνεις!», είπε ο Μήτσος και ξεκλείδωσε πρώτα τον αριστερό καρπό της Φένιας.

Η κοπέλα μισογύρισε στον τοίχο αφού το δεξί της χέρι ήταν ακόμα δεμένο στον τοίχο. Ο Μήτσος κάρφωσε λαίμαργα τα μάτια του στις βυζάρες της πιτσιρίκας. Οι ρώγες της Φένιας είχαν ζεσταθεί τόση ώρα απ’  το τρίψιμο πάνω στην γούνα που κάλυπτε τον τοίχο. Με το που τις άγγιξε ο Μήτσος με τα δάχτυλά του οι ρώγες του κοριτσιού σκλήρυναν σαν βότσαλα!

-    «Βγάλε και τα υπόλοιπα ρούχα σου μικρή. Όταν έρθει η ώρα σου θα ‘θελα να είσαι έτοιμη!»

Η Φένια ήθελε να αρνηθεί, αλλά η θέα αυτού του φοβερού απειλητικού άντρα που έμοιαζε τόσο πολύ με αρκούδα, την τρομοκράτησε. Ισορρόπησε προσεκτικά στο ένα της πόδι και με το ελεύθερο χέρι της έβγαλε την μπότα της. Μετά έκανε το ίδιο με το άλλο της πόδι και την άλλη της μπότα. Στη συνέχεια πιο εύκολα κατάφερε να βγάλει από πάνω της την υπόλοιπη φόρμα του σκι που ήταν ήδη κατεβασμένη μέχρι την μέση της.

-    «Για να σε δω καλύτερα…», είπε ο Μήτσος θολωμένος απ’  την κορμάρα της πιτσιρίκας.

Της χούφτωσε άλλη μια φορά τα βαριά στρογγυλά βυζιά της και σκύβοντας το κεφάλι του πάνω της κόλλησε το στόμα του στις ρώγες της. Η Φένια ανατρίχιασε σύγκορμη. Οι σκληρές τρίχες απ’  το μουστάκι του άντρα τρίφτηκαν πάνω στην απαλή τρυφερή επιδερμίδα της και την ερέθισαν περισσότερο. Όμως ο Μήτσος αντί να φιλήσει τις ρώγες της όπως περίμενε η Φένια, έκλεισε πάνω τους σκληρά τα δόντια του και τις δάγκωσε λυσσασμένα. Το κορίτσι ούρλιαξε απ’  τον πόνο και τότε ο Μήτσος ικανοποιημένος έβγαλε τη γλώσσα του και έγλειψε τρυφερά τις πονεμένες ρώγες της κάνοντας την Φένια να υποφέρει από ανάμικτα συναισθήματα. Πόνος και ηδονή έγιναν ένα κουβάρι στο μυαλό της κοπέλας.

Η Αυγή έβγαλε απ’  το στόμα της την ψωλή του Τάσου και του φίλησε απαλά το πουτσοκέφαλο. Έβγαλε την καυτή γλώσσα της και έγλειψε δυνατά την τρύπα στην άκρη της πούτσας του νεαρού. Η τρύπα του πουτσοκέφαλου του Τάσου άνοιξε απ’  την καύλα και μια σταγόνα διάφανο χύσι φάνηκε πάνω της. Ο νεαρός αναστέναξε απ’  την καύλα. Η Φένια κοίταζε την θεία της να τσιμπουκώνει τον πανέμορφο νεαρό και την ζήλευε λίγο. Θα ‘θελε να χε διαλέξει εκείνη πρώτη ο Τάσος. Αλλά τώρα με το Μήτσο να της δαγκώνει και να της φιλάει τα βυζιά ανησυχούσε πάρα πολύ ότι την είχε διαλέξει αυτός ο αγριάνθρωπος με την σφυροκέφαλη ψωλάρα.

Η Αυγή ρούφηξε την πούτσα του Τάσου αργά μέσα στο στόμα της. Καθώς το κρεάτινο παλαμάρι χωνόταν γλιστρώντας βαθιά στην στοματάρα της η γυναίκα το ένιωσε να σκληραίνει κι άλλο. Κόλλησε το στόμα της πάνω στην υπέροχη ψωλή και έπαιξε τη γλώσσα της στο πουτσοκέφαλο του. Μετά άφησε τα δόντια της να ακουμπήσουν ελαφρά πάνω στην καυτή σάρκα και τράβηξε το στόμα της μέχρι που μόνο το πουτσοκέφαλο του Τάσου έμεινε μέσα. Ο νεαρός ανατρίχιασε απ’  την φοβερή καύλα και για μια στιγμή τα χέρια του σφίχτηκαν άγρια στα μακριά μαλλιά της γυμνής γονατισμένης μπροστά του σαραντάρας γυναίκας. Όμως η γλώσσα της Αυγής τον έστειλε σε πελάγη ευτυχίας καθώς άρχισε να του σπατουλάρει πάνω κάτω το χοντρό κορμό της ψωλάρας του. Του την έγλειφε πάνω κάτω και μετά έσφιγγε τις χειλάρες της πάνω στο πουτσοκέφαλο του και του τον ρουφούσε παθιασμένα.

Ο Τάσος ένιωθε τα αρχίδια του να ετοιμάζονται να αδειάσουν τα καυτό φορτίο τους μέσα απ’  την ψωλή του στο στόμα της Αυγής. Όμως κρατιόταν γιατί ήθελε να δει αν η γυναίκα θα κατάφερνε να του ρουφήξει ολόκληρη την πελώρια πούτσα του μέσα στο στόμα της. Το αργό και σκληρό ρούφηγμα των χειλιών της γυναίκας έκαναν τον νεαρό να βογκήξει απ’  την καύλα. Της έσφιξε το κεφάλι στα δυο του χέρια και την τράβηξε δυνατά προς το μέρος του στέλνοντας την ψωλή του να χωθεί στο άνοιγμα του λαιμού της!

Η γυναίκα τραβήχτηκε γρήγορα και για να μην τον αφήσει να της το ξανακάνει αν δεν το ήθελε μόνη της έπιασε με το χέρι της την πούτσα του και τύλιξε την παλάμη της γύρω από το χοντρό κρεάτινο παλούκι του. Η γυναίκα τώρα έπαιζε το χέρι της μπρος πίσω πάνω στην ψωλή του Τάσου και κάθε φορά την άφηνε να μπει λίγο περισσότερο μέσα στο στόμα της. Η γλώσσα της χάιδευε κυκλικά την καυτή ψωλάρα του άντρα που άρχισε να βογκάει απ’  την καύλα.. Η ευχαρίστηση είχε απλωθεί στο πρόσωπό του σ’ ένα πελώριο χαμόγελο. Αυτή η γυναίκα που ήταν γονατιστή μπροστά του ήξερε σίγουρα πολύ καλά τη δουλειά της. Ήταν επαγγελματίας τσιμπουκοπνίχτρα! Το στόμα και η γλώσσα της τον ρουφούσαν και τον έγλειφαν τέλεια.

Η Αυγή απ’  τη μεριά της σκέφτηκε ότι όσο πιο πολύ ευχαριστούσε αυτόν τον όμορφο νεαρό και όσο πιο πολύ κατάφερνε να τον εξουθενώσει τόσο πιο αργά θα συνερχόταν για να ασχοληθεί με την κορούλα της. Η Αυγή που σιγά - σιγά άφηνε τα χείλια της να ανοίξουν περισσότερο για να καταφέρει να ρουφήξει ολόκληρη την ψωλή του Τάσου μέσα. Τώρα η μακριά πούτσα του άντρα είχε φτάσει στην είσοδο του λαιμού της. Η γυναίκα ανέπνεε με δυσκολία. Σκέφτηκε ότι αν ήθελε ο Τάσος μπορούσε να της κρατήσει εκεί το κεφάλι ακίνητο και να την πνίξει με την ψωλή του.

Αυτή η σκέψη όσο παράξενο κι αν ακούγεται γέμισε το κορμί της με ηδονικές ανατριχίλες. Ο Τάσος της άφησε όμως εντελώς την πρωτοβουλία στις κινήσεις. Έτσι η Αυγή τραβήχτηκε λίγο πίσω ανάπνευσε και μετά ξαναρούφηξε όλη την πούτσα λαίμαργα στο στόμα της. Ο Τάσος ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν. Ένιωθε σαν κάποιος να ρουφούσε όλη την δύναμη του κορμιού του μέσα από την πούτσα του! Ακόμα και οι παλάμες του χαλάρωσαν το σφίξιμό τους στα μαλλιά της Αυγής. Τώρα πια δεν φοβόταν ότι η γυναίκα θα του έκανε κάτι κακό. Κατέβασε τα χέρια του απ’  τα μαλλιά της και τα οδήγησε εμπρός μέχρι που βρήκε και χούφτωσε τα υπέροχα ώριμα βυζιά της.

Κάθε βυζί της Αυγής χώρεσε στην τεράστια παλάμη του και αμέσως οι ρώγες της σκλήρυναν στην επαφή τους με τα δάχτυλά του! Η Αυγή ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της στο καυλί του Τάσου όλο και πιο γρήγορα ρουφώντας τον ολόκληρο μέσα και μετά βγάζοντάς τον μέχρι το πουτσοκέφαλο του που του το έγλειφε φανταστικά. Η γυναίκα καύλωνε και κείνη όλο και πιο πολύ. Την ώρα που της έτριβε ο νεαρός τα βυζιά και της τσιμπούσε τις ρώγες άπλωσε το ελεύθερο χέρι της και του χούφτωσε τις βαριές αρχιδοσακκούλες του.

Ο Τάσος βόγκηξε καθώς η έμπειρη σαραντάρα άρχισε να του χαϊδεύει τα αρχίδια με τα νύχια της αφήνοντας το δάχτυλό της να φτάσει μέχρι τη σφιχτή του κωλοτρυπίδα. Η γυναίκα τώρα πια ήθελε να κάνει τον όμορφο γίγαντα να χύσει! Ήθελε να τον κάνει να αδειάσει τα χύσια του βαθιά στη στοματάρα της.

-    «Ωωωωχ! Τί καύλα είναι αυτή!! Πω πω! Τι τσιμπουκοπνίχτρα είσαι εσύ μάτια μου! Αμάν! Τί στοματάρα είναι αυτή καριόλα! Θα ήθελα να μου κάνεις τσιμπούκι άλλες δυο ώρες για να το ευχαριστηθώ αλλά δεν θα μπορέσω να κρατηθώ για πολύ ακόμα!!!», φώναξε ο Τάσος.

Η Αυγή μπορούσε να τον καταλάβει. Σιγά - σιγά η ψωλή στο στόμα της πρηζόταν κι άλλο, φούσκωνε και σπαρταρούσε! Το κεφάλι της κουνιόταν ξέφρενα πάνω στην ψωλή του Τάσου. Το ένα της χέρι τον μαλάκιζε και το άλλο της χέρι του χάιδευε και του χούφτωνε τα αρχίδια. Ο Τάσος δεν άντεξε άλλο! Βόγκηξε από ηδονή, το κορμί του τραντάχτηκε και άφησε την χοντρή ψωλάρα του να χύσει.

Οι πρώτες σταγόνες τινάχτηκαν από το πουτσοκέφαλο του ενώ η πούτσα του ήταν ολόκληρη χωμένη στο στόμα της Αυγής και έφτασαν κατευθείαν στο στομάχι της. Η Αυγή ούτε πρόλαβε να νιώσει αυτές τις πρώτες σταγόνες. Έτσι τώρα τράβηξε το κεφάλι της λίγο πίσω, άφησε μέσα στο στόμα της μόνο το πουτσοκέφαλο του άντρα και απόλαυσε την δυνατή γεύση από τα χύσια του που πετάχτηκαν και πλημμύρισαν το στόμα της!

-    «Πάρτα ολα!! Χύνωωω! Στα χύνω στη στοματάρα σου ξεσκίστρω!!! Πάρτα μωρή καριόλα τα ζουμιά μου! Έτσι… ρούφα τα όλα!!!!», φώναξε εξαντλημένος ο Τάσος.

Τεράστιες ποσότητες ψωλοχύματος γέμιζαν το στόμα της Αυγής που κουνούσε ακόμα σιγά - σιγά τώρα πια, το κεφάλι της πάνω στο καυλί του. Κατάπιε τα χύσια του και μετά η γλώσσα της έγλειψε το πουτσοκέφαλο του κάνοντας τον νεαρό να ξαναχύσει!

-    «Γαμώτο!!! Αυτή η γαμιόλα ρουφάει τα χύσια μου όπως ο δράκουλας το αίμα! Δεν έχω ξαναδεί τέτοια τσιμπουκοπνίχτρα ποτέ στη ζωή μου! Πω πω πατέρα, να είσαι σίγουρος ότι όλα τα τσιμπούκια που σου έχουν κάνει στη ζωή σου δεν φτάνουν ούτε στο μισό αυτής εδώ της γαμιόλας!!!»

-    «Μμμμμ!!», βόγκηξε από ευχαρίστηση η Αυγή.

Το στόμα της είχε γεμίσει ασφυκτικά απ’  τα χύσια του Τάσου. Η γυναίκα μισάνοιξε το στόμα της και απ’  τις γωνιές των χειλιών της ξέφυγαν δύο ρυάκια σπέρματος που κύλησαν στα μάγουλά της και από κει κάτω στο λαιμό της. Και παρόλα αυτά η Αυγή ρουφούσε ακόμα την ψωλή του Τάσου και του μάλαζε τα αρχίδια θέλοντας να τον ξεζουμίσει εντελώς.

Τα χύσια του Τάσου κύλησαν χαμηλά στα βυζιά της Αυγής ανάμεσα στα δάχτυλα του νεαρού που της έτριβαν τις ρώγες. Τότε, μόλις ο Τάσος ένιωσε την παχιά άσπρη κρέμα της ψωλής του άρχισε να την απλώνει στις βυζάρες της Αυγής πασαλείβοντάς την παντού! Η γυναίκα άφησε κι άλλα χύσια να κυλήσουν έξω απ’  το στόμα της. Της άρεσε πάρα πολύ η ζεστασιά των ψωλοχυμάτων που κάλυπταν τώρα και τις δύο βυζάρες της. Γούσταρε πάρα πολύ την αίσθηση των χεριών του νεαρού που της άλειβε τα βυζιά με τα χύσια του!

Ο Τάσος προσπάθησε να της τσιμπήσει τα βυζιά αλλά γλιστρούσαν τόσο πολύ που ήταν αδύνατο. Το βυζόμπαλα της γυναίκας γλιστρούσαν σαν δυο πλάκες σαπούνι. Ο νεαρός δεν μπορούσε να κλείσει τα δάχτυλά του γύρω απ’  τις ρώγες της όσο κι αν προσπαθούσε. Η Αυγή κουνούσε τώρα καυλιάρικα το κορμί της δεξιά αριστερά ενώ προσπαθούσε ακόμα να γλείφει την πούτσα του άντρα που ξεφούσκωνε σιγά - σιγά. Η γυναίκα ένιωθε το μουνί της να έχει πλημμυρίσει από τα ηδονικά ζουμιά της και η καύλα την χτυπούσε κατά κύματα σ’  ολόκληρο το κορμί.

Τα ζουλήγματα και τα τσιμπήματα του άντρα στα γλιστερά βυζιά της καύλωναν αφόρητα την Αυγή. Ο Τάσος έχυνε ασταμάτητα ακόμα και η σαραντάρα γυμνή γονατιστή γυναίκα άφηνε τώρα όλα του τα χύσια να κυλάνε έξω απ’  τα χείλη της και να τρέχουν κάτω στο κορμί της. Τελικά απρόθυμα ο νεαρός τράβηξε την ψωλάρα του έξω απ’  το καυτό στόμα της Αυγής που είχε κολλήσει πάνω του σαν ρουφήχτρα. Η πούτσα του ήταν μισοκαυλωμένη και δεν έλεγε με τίποτα να πέσει!

-    «Μμμμ! Μ’  άρεσε πάρα πολύ η ψωλάρα σου παίδαρε! Δεν βλέπω την ώρα να στο ξανακάνω μωρό μου…!», είπε παθιασμένα η Αυγή ενώ τα χύσια γυάλιζαν στο στόμα της, στο λαιμό της, πάνω στις υπέροχες βυζάρες της και κυλούσαν τώρα μέχρι κάτω χαμηλά στην κοιλιά της.

-    «Όχι τώρα αμέσως. Θα προτιμούσα να γαμήσω κάποιο μουνί!». είπε νεαρός που σιγά - σιγά ξανακαύλωνε.

-    «Αυτό ακούγεται πολύ όμορφο. Γλείφοντας την υπέροχη πουτσάρα σου το μουνί μου έχει πάρει φωτιά. Κοίτα κούκλε τα ζουμιά μου πλημμύρισαν εκεί κάτω και έχουν μουσκέψει τις μουνότριχές μου. Θέλω πολύ να σε νιώσω μέσα μου. Έλα να με γαμήσεις παίδαρε. Θέλω να με σκίσεις με την ψωλάρα σου! Θέλω να με κάνεις να χύσω κι εγώ μ’  αυτό το υπέροχο καυλί σου μέσα στη μουνάρα μου!», είπε η Αυγή.

-    «Μπορεί να σε γαμήσω και σένα, αλλά αργότερα...», απάντησε αινιγματικά ο Τάσος.

-    «Μα γιατί; Αφού το βλέπω στα μάτια σου ότι θέλεις να γαμήσεις. Κοίτα η ψωλή σου σκλήρυνε πάλι! Το ξέρω ότι γουστάρεις να το χώσεις μέσα στο μουνί μου!»

-    «Ναι πράγματι! Θέλω να γαμήσω ένα μουνί, έχεις δίκιο! Αλλά όχι το δικό σου.... Αυτό που σκέφτομαι είναι το παρθένο μουνάκι της κορούλας σου! Θα της πάρω πρώτα την παρθενιά και μετά θα έρθω σε σένα για να γαμήσω το μουνί απ’  όπου βγήκε εκείνη! Αλήθεια αυτό δεν το έχω ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου!!!», είπε ο Τάσος γελώντας σαρκαστικά.

-    «Όχι!! !», ούρλιαξε η Αυγή και σηκώθηκε απότομα όρθια.

Ο Τάσος σήκωσε το πελώριο χέρι του, της έδωσε μια σπρωξιά και την έστειλε να βροντήσει στον απέναντι τοίχο. Η γυμνή γυναίκα έχασε την ισορροπία της κι έσκασε με τον κώλο της στο πάτωμα. Ένιωσε πολύ απογοητευμένη. Όλο αυτό το υπέροχο τσιμπούκι που είχε κάνει στο νεαρό δεν είχε σταθεί αρκετό για να τον συγκινήσει. Η ψωλάρα του τώρα φαινόταν μεγαλύτερη και πιο σκληρή από πριν. Γυάλιζε από τα σάλια της και τα χύσια του και υψωνόταν περήφανη προς τα πάνω θυμίζοντας κοντάρι σημαίας.

Ο Τάσος πλησίασε την Ελένη που τον κοίταζε φοβισμένη έτσι ξαπλωμένη καθώς ήταν στο κρεβάτι ανήμπορη να προβάλει ουσιαστική αντίσταση. Το πρόσωπό της είχε χλομιάσει. Η κοπέλα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε δει την μητέρα της να κάνει και βέβαια δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

-    «Μη φοβάσαι τόσο πολύ μωρό μου....», είπε ο Τάσος στην Ελένη πλησιάζοντάς την κι άλλο. «Έλα δεν θα πονέσεις πάρα πολύ... όχι τόσο που να μην σ’  αρέσει!»

-    «Μην μ’  αγγίξεις! Άσε με!», ούρλιαξε η Ελένη και τραβήχτηκε όσο μπορούσε στην απέναντι άκρια του κρεβατιού κολλώντας την πλάτη της στον τοίχο.

Ο νεαρός γίγαντας γέλασε και υπομονετικά έκανε το γύρο του κρεβατιού πλησιάζοντάς την ξανά.

-    «Έλα… μη μου κάνεις νάζια. Ξέχασες πόσο το ήθελες όταν σε κουβαλούσα στα χέρια μου για να σε φέρω εδώ; Το γούσταρες πολύ να τρίβεις τον κωλαράκο σου στην πούτσα μου για να με καυλώνεις. Ένιωθα πολύ καλά το μουνάκι σου που έτρεμε. Πάω στοίχημα ότι το βρακάκι σου θα είναι ακόμα μούσκεμα με τα παρθενικά υγρά σου απ’  την καύλα που ένιωθες. Έτσι δεν είναι;»

-    «Αυτό ήταν πριν... Πριν εσύ και ο πατέρας σου κάνετε όλα αυτά τα φριχτά πράγματα στη μάνα μου!», είπε η Ελένη ενώ μια έκφραση αηδίας απλώθηκε στο πανέμορφο προσωπάκι της.

Όλες οι ρομαντικές σκέψεις της είχαν διαλυθεί! Αυτοί οι άντρες δεν είχαν ίχνος ευγένειας μέσα τους. Ήταν άγριοι, βάρβαροι, άξεστοι και δεν λογάριαζαν τίποτε εκτός από την δική τους ικανοποίηση και μόνο αυτή.

-    «Της μάνας σου της άρεσε ότι της κάναμε. Την είδες και την άκουσες! Και το ίδιο θα σ’  αρέσει και σένα…», είπε ο Τάσος πλησιάζοντάς την επικίνδυνα τώρα πια.

-    «Όχι, όχι δεν της άρεσε. Το έκανε μόνο και μόνο για να σώσει εμένα…», είπε διστακτικά η Ελένη γιατί αυτή ήταν και η μόνη λύση που μπορούσε να χωνέψει το αθώο μυαλό της.

-    «Ακόμη κι έτσι τελικά δεν κατάφερε τίποτε!» είπε ο Τάσος και όρμησε στην Ελένη.

Η νεαρή κοπέλα μ’  όσες δυνάμεις της έμεναν γλίστρησε απ’  τα χέρια του κύλησε στην άλλη άκρη του κρεβατιού και πετάχτηκε όρθια στο ένα της πόδι. Έκανε μερικά αδέξια πηδηματάκια και πιάστηκε από μια καρέκλα στη μέση του δωματίου.

-    «Μπα! μπα! Η μικρούλα μας μπορεί και περπατάει;», γέλασε σαρκαστικά ο Τάσος και πλησίασε πάλι προς το μέρος της Ελένης.

Η Αυγή πεσμένη στο έδαφος έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της ψάχνοντας κάτι για να χρησιμοποιήσει σαν όπλο. Στην μια πλευρά του δωματίου ο τριχωτός γίγαντας ήταν απασχολημένος να ρουφάει και να δαγκώνει τις βυζάρες της ανιψιάς που ήταν κρεμασμένη απ’  το χέρι της στον τοίχο. Της έγλειφε και της δάγκωνε τις ρώγες και ήταν τόσο απορροφημένος στο έργο του που δεν έδινε δεκάρα για ότι άλλο συνέβαινε στο δωμάτιο. Η θεόρατη σφυροκέφαλη ψωλάρα του είχε καυλώσει ξανά.

Ο άντρας έσκυψε πιο χαμηλά άνοιξε διάπλατα τα τρυφερά μουνόχειλα της Φένιας κι άρχισε να της γλείφει μανιασμένα την κλειτορίδα. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και περίμενε την στιγμή που θα αποφάσιζε ο τεράστιος άντρας να τη γαμήσει, με αρκετό φόβο. Η Ελένη κρατιόταν απελπισμένα απ’  την καρέκλα ξέροντας ότι δεν είχε που αλλού να πάει. Και ο Τάσος την πλησίαζε αργά, σαδιστικά, με την καυλωμένη ψωλάρα του να κουνιέται δεξιά αριστερά κοροϊδευτικά στον αέρα. Πρόσφερε δήθεν ιπποτικά το χέρι του στην Ελένη.

-    «Έλα λοιπόν», της είπε, «Το ξέρεις καλά ότι είτε το θέλεις είτε όχι θα σε γαμήσω! Τουλάχιστον μην δυσκολεύεις κι άλλο την κατάσταση. Είδες τι έπαθε η μητέρα σου με τις ανοησίες της. Δεν πιστεύω να θέλεις να χάσεις την παρθενιά σου δεμένη ψηλά σ’  ένα τοίχο; Έτσι δεν είναι; Έλα λοιπόν!»

Τα μάτια του Τάσου ήταν καρφωμένα πάνω στο υπέροχο άγουρο κορμάκι της Ελένης. Έτσι ούτε κατάλαβε ότι η Αυγή είχε σηκωθεί όρθια πίσω του. Πλησίασε αργά αργά και σήκωσε στα χέρια της μια βαριά ξύλινη καρέκλα. Την σήκωσε ψηλά και κρατώντας την αναπνοή της πλησίασε στην πλάτη του Τάσου. Ο νεαρός άπλωνε το χέρι του για να πιάσει την Ελένη όταν η λάμψη χαράς που είδε στα μάτια της τον προειδοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισε το κεφάλι του ξαφνιασμένος προς τα πίσω αλλά δεν πρόλαβε. Πιο γρήγορη αυτή τη φορά η Αυγή κατέβασε την βαριά καρέκλα μ’  όλη της την δύναμη πάνω στο κεφάλι του Τάσου και η Αυγή απόμεινε να κρατάει σφιχτά στα χέρια τα δύο ξύλινα πόδια της.

Ο νεαρός ξανθός γίγαντας έπεσε πρώτα στα γόνατα και μετά ενώ όλο το δωμάτιο γύριζε σαν τρελό στα μάτια του, σωριάστηκε λιπόθυμος στο πάτωμα με θόρυβο. Ο Μήτσος τινάχτηκε και γύρισε απότομα. Η Αυγή πρόλαβε για μια στιγμή να διακρίνει πάνω στην κατάλευκη σάρκα των βυζιών της ανιψιάς της σημάδια από αίμα από τα δόντια του άντρα-αρκούδα. O Μήτσος είδε τι είχε συμβεί και σηκώθηκε γρήγορα όρθιος.

-    «Παλιογαμιόλα! Εσύ δεν βάζεις μυαλό ποτέ σου;»

Η Αυγή τον κοίταξε φοβισμένα τώρα κρατώντας όπως πάντα σφιχτά στα χέρια της τα δύο καρεκλοπόδαρα.

-    «Έτσι και με πλησιάσεις παλιομπάσταρδε θα σου σπάσω τα αρχίδια και θα στα δώσω να τα φας!», τον προειδοποίησε.

Ο Μήτσος της χαμογέλασε απαίσια.

-    «Μοιάζεις με άγρια θηλυκή αρκούδα που πολεμά για τα παιδιά της ε;»

«Είμαι χειρότερη από αρκούδα, κτήνος!» είπε η Αυγή απειλώντας τον πάντα με τα καρεκλοπόδαρα. Η γυναίκα ένιωθε κάτω απ’  τα γυμνά πόδια της κάτι μαλακό και τριχωτό αλλά δεν τολμούσε να πάρει τα μάτια της απ’  το Μήτσο για να δει που πατούσε. Λες και διάβασε τις σκέψεις της ο Μήτσος της είπε:

-    «Αυτό που πατάς είναι ένα χαλί. Απ’  το δέρμα της τελευταίας θηλυκιάς αρκούδας που μου έδειξε τα νύχια της και μετά την έπιασα και την έγδαρα!»

Η Αυγή έκανε το μοιραίο λάθος να κοιτάξει για μια στιγμή κάτω το τομάρι της αρκούδας που πατούσε τόση ώρα. Ο Μήτσος με φοβερή ταχύτητα έσκυψε βούτηξε με τις χερούκλες του την άλλη άκρη του αρκουδοτόμαρου και την τράβηξε δυνατά. Η Αυγή έχασε την ισορροπία της και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Ο Μήτσος μ’  ένα σάλτο βρέθηκε πάνω της. Κλώτσησε μακριά το ένα καρεκλοπόδαρο και της βούτηξε μέσα απ’  τα χέρια με λύσσα το άλλο. Έβραζε απ’  το θυμό του. Τα μάτια του γυάλιζαν επικίνδυνα.

-    «Βρωμοτσούλα! θα γαμήσω το ξεσκισμένο το μουνί σου μ’  αυτό εδώ το καρεκλοπόδαρο! Θα σε μάθω εγώ!», της είπε άγρια.

-    «Μόνο να την ακουμπήσεις! Μόνο να την αγγίξεις και η ψωλή του γιού σου θα κοπεί σαν αγγούρι!», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της Ελένης που έκανε προσπάθεια να ακουστεί ψύχραιμη.

O Μήτσος αλλά και η Αυγή γύρισαν ξαφνιασμένοι προς το μέρος της. Η νεαρή κοπέλα είχε βρει πάνω στο τραπέζι ξεχασμένο ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι κυνηγιού. Το είχε αρπάξει στο δεξί της χέρι και το αριστερό της κρατούσε την πούτσα του λιπόθυμου ακόμα Τάσου. Η Ελένη είχε σχεδόν ακουμπήσει την κοφτερή σαν ξυράφι λεπίδα πάνω στην πούτσα του αναίσθητου άντρα. Η Ελένη τα είχε χάσει που βρέθηκε έτσι να κρατάει στα χέρια της την πρώτη πούτσα στη ζωή της αλλά δεν γινόταν αλλιώς.

-    «Μην τολμήσεις να την πειράξεις γιατί θα του το κόψω! Θα του το κόψω απ’  τη βάση. Λέω αλήθεια! Πρόσεξε!»

O Μήτσος απόμεινε ακίνητος κρατώντας στο χέρι του απειλητικά το ξύλινο καρεκλοπόδαρο αλλά τώρα πια δεν ήξερε τι να το κάνει. Αυτό το μικρό τσουλάκι φαινόταν αποφασισμένο να πραγματοποιήσει την απειλή του. Πρώτη φορά στη ζωή του τον απειλούσαν έτσι δύο γυναίκες. Δεν ήξερε ακόμα πως, αλλά ήταν σίγουρος ότι θα τις έκανε να μετανιώσουν πικρά για όλα αυτά.