Οικογενειακά βίτσια (3ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το επόμενο πρωί πρώτη απ’ όλους ξύπνησε η Ελένη. Η μικρή κοπέλα είχε κοιμηθεί γαλήνια όλο το βράδυ ενώ δίπλα της γινόταν χαμός. Ο πατέρας της είχε γαμήσει την ξαδέλφη της, την μητέρα της κι ύστερα ξανά την ξαδέλφη της. Ο Τάκης είχε κρατήσει την υπόσχεσή του στη Αυγή και την είχε γαμήσει απ’ τον κώλο. Η ένταση του οργασμού της Αυγής ήταν τόσο μεγάλη που η Φένια ζήλεψε κι ήθελε να δοκιμάσει κι η ίδια να τον πάρει από πίσω. Του έκανε τσιμπούκι μαζί με την Αυγή για να του ξανασηκώσουν το καυλί του αλλά στάθηκε αδύνατον. Ο Τάκης είχε εξαντληθεί τελείως και έπεσε σε βαθύ ύπνο.

Η αθώα κοκκινομάλλα κορούλα του δεν μπορούσε βέβαια να τα ξέρει όλα αυτά γι’ αυτό παραξενεύτηκε όταν φίλησε τον πατέρα της στο μάγουλο για να τον ξυπνήσει κι εκείνος ούτε καν αντέδρασε. Η Ελένη βγήκε απ’ το σλίπινγκ μπαγκ της και από την σκηνή έξω στον πεντακάθαρο παγωμένο αέρα του υπέροχου πρωινού. Μάζεψε από γύρω ολόφρεσκο χιόνι και το έβαλε σ’ ένα κατσαρολάκι. Ξανάναψε τη φωτιά που είχε σβήσει μόνη της τα ξημερώματα και βάλθηκε να ετοιμάσει καφέ. Σκέφτηκε ότι αν έβαζε κάτω απ’ την μύτη του πατέρα της ένα φλιτζάνι καυτού αχνιστού μυρωδάτου καφέ θα τον ξύπναγε πιο ευχάριστα.

Για κάποιους λόγους που ακόμη δεν μπορούσε να τους καταλάβει καλά αυτές τις ημέρες της εκδρομής, είχε δεθεί όσο ποτέ με τον πατέρα της και ήταν πρόθυμη να κάνει οτιδήποτε ήξερε πως θα τον ευχαριστούσε. Πίσω στην πόλη και μέσα στην καθημερινή ρουτίνα έβλεπε τον πατέρα της απλά σαν ένα άντρα που σηκωνόταν το πρωί έφευγε για την δουλειά του και γύριζε αργά το βράδυ. Έτρωγε, έπινε ένα ή δυο ποτά κι έπεφτε για ύπνο. Ποτέ της δεν καταλάβαινε αυτή τη ρουτίνα. Κι ακόμα τον έβλεπε σαν μια μορφή εξουσίας αφού αυτός είχε τον τελευταίο λόγο σχετικά με τα όρια της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της. Παρόλα αυτά η μητέρα της ήταν εκείνη που έπαιρνε τις πιο πολλές αποφάσεις. Στην ουσία η Αυγή διοικούσε την οικογένειά τους.

Εδώ έξω όμως στην άγρια φύση οι ρόλοι άλλαξαν εντελώς. Τώρα οι ζωές τους εξαρτιόταν από αυτόν. Την πρώτη νύκτα η Αυγή επέμενε να κατασκηνώσουν στο βάθος της κοιλάδας σ’ ένα σημείο καλά προφυλαγμένο απ’ τους ανέμους αλλά ο πατέρας της ούτε που το συζήτησε. Τους ανάγκασε όλους να περπατήσουν αρκετά χιλιόμετρα ακόμα μέχρι να διαλέξει αυτός το μέρος που θα κοιμόντουσαν. Το άλλο πρωί έντρομοι ανακάλυψαν ότι μες’ τη νύχτα μια τεράστια χιονοστιβάδα είχε κατρακυλήσει στην απότομη πλαγιά του βουνού κι είχε πέσει κάτω στο βάθος της κοιλάδας ακριβώς στο σημείο που είχε προτείνει η μητέρα της να κατασκηνώσουν. Έτσι απλά, ο πατέρας της τους είχε σώσει τις ζωές.

Τώρα η Ελένη έφτιαχνε καφέ έτσι όπως της είχε μάθει ο πατέρας της. Είχε βάλει το κατσαρολάκι στη φωτιά κι έριχνε μέσα το χιόνι λίγο - λίγο. Έτσι έλιωσε αμέσως και πολύ γρήγορα άρχισε να βράζει. Έριξε τον καφέ και άρχισε να τον ανακατεύει. Τα μακριά πλούσια κατακόκκινα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της και οι ανταύγειες από την φωτιά τους έδιναν παράξενες αποχρώσεις.

-    «Καλημέρα κουκλί!», ακούστηκε πίσω της η αγουροξυπνημένη φωνή του πατέρα της που μόλις είχε βγει απ’ την σκηνή.

-    «Καλημέρα πατερούλη! Κοιμήθηκες καλά;», ρώτησε χαδιάρικα η ανυποψίαστη Ελένη.

-    «Χμ... εε.. ναι, πολύ καλά!», απάντησε ο Τάκης ελπίζοντας πως δεν θα φαινόταν η εξάντληση που ένιωθε.

Τα υπέροχα γαλανά μάτια της κόρης του τον κοίταζαν αθώα και κάποια στιγμή ένιωσε αμήχανος. Όσα έκανε το προηγούμενο βράδυ με την ανιψιά του, του φαινόντουσαν τώρα φοβερά καθώς σκεφτόταν ότι ήταν σαν να είχε πηδήξει την κόρη του!

-    «Θέλεις καφέ πατέρα; Είναι ζεστός και φρέσκος. τώρα τον έφτιαξα!»

-    «Η πρότασή σου ακούγεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!», είπε ο Τάκης που σκεφτόταν ότι ο αχνιστός καφές θα έδιωχνε την κούραση από το κορμί του.

Η Ελένη του πρόσφερε ένα φλιτζάνι καφέ και στάθηκε δίπλα του περιμένοντας τον να τον δοκιμάσει. Ο Τάκης ήπιε μια γουλιά και μούγκρισε ικανοποιημένος.

-    «Μμμ… Αυτός είναι καφές! Μπράβο κουκλί!», είπε στην κόρη του που τον κοίταζε με τα υπέροχα μάτια της.

Η Ελένη τον άφησε να πιεί άλλη μια γουλιά καφέ και μετά με ναζιάρικη φωνή τον ρώτησε:

-    «Δεν αξίζω ένα φιλάκι για ευχαριστώ;»

-    «Και βέβαια!», απάντησε ο Τάκης και έσκυψε να την φιλήσει.

Η Ελένη ακούμπησε τα απαλά χείλια της στο μάγουλο του Τάκη αλλά πολύ πιο κοντά στο στόμα του απ’ όσο συνήθως. Ο Τάκης με την γλώσσα του γαργάλησε παιχνιδιάρικα το μάγουλο της κόρης του. Η Ελένη δεν τραβήχτηκε αλλά αντίθετα ξαφνιάζοντας τον πατέρα της έβγαλε και τη δικιά της γλώσσα και του έγλειψε το μάγουλο. Ο Τάκης ένιωσε άβολα. Μπορεί η χθεσινοβραδινή κουβέντα με την Αυγή για την σεξουαλική ελευθερία να τον είχε αφήσει να κάνει ότι έκανε με την ανιψιά του αλλά τώρα στο φως της ημέρας όλα φαινόντουσαν πολύ διαφορετικά. Ιδιαίτερα με την γλώσσα της κόρης του να του γλύφει ερεθιστικά το μάγουλο.

-    «Τι θα έλεγες για ένα αληθινό φιλί;», ρώτησε η Ελένη τον πατέρα της με τα χείλια της υγρά και μισάνοικτα να απέχουν λίγα εκατοστά από τα δικά του.

Ο Τάκης απάντησε μ’ ένα ανήσυχο χαμόγελο:

-    «Μα εσύ δεν μ’ έχεις ξαναφιλήσει στα χείλια από τότε που ήσουν μικρό κοριτσάκι!», προσπάθησε να την συνεφέρει.

Η Ελένη γέλασε αλλά κράτησε τα χείλια της ασφυκτικά κοντά στα δικά του.

-    «Αυτή ήταν μια ανόητη περίοδος της ζωής μου. Θυμάσαι; Ούτε φωτογραφίες δεν σ’ άφηνα να με πάρεις γιατί πίστευα ότι ήμουν φοβερά άσχημη…»

-    «Ναι, πράγματι θυμάμαι. Κάθε φορά που έπιανα στα χέρια μου την φωτογραφική μηχανή έτρεχες και κρυβόσουν αλαφιασμένη!»

-    «Καλά λοιπόν. Απ’ ότι βλέπεις δεν κρύβομαι, πια…», είπε η Ελένη και κόλλησε τα χείλια της στα χείλια του πατέρα της.

Ο Τάκης ανταποκρίθηκε στο φιλί της ζεστά αλλά χωρίς πάθος. Άγγιξε με τα χέρια του τα μεταξένια μαλλιά της και της χάιδεψε το κεφάλι αλλά η γλώσσα του έμεινε ακίνητη, όπως άλλωστε και της Ελένης.

-    «Πω πω! Για δες! Για δες!», ακούστηκε πίσω τους χαρούμενη η φωνή της Φένιας.

Είχε μόλις βγει απ’ τη σκηνή, τρίβοντας τα πρησμένα απ’ τον ύπνο μάτια της και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ο Τάκης με την Ελένη να φιλιούνται στο στόμα.

-    «Τι συμβαίνει ξαδέλφη; Τι το παράξενο είδες; Τον πατέρα μου φιλούσα!», είπε χαρούμενη η Ελένη.

-    «Μου φαίνεται πως έχεις δίκιο…», απάντησε η Φένια. «Έτσι θείε Τάκη θέλει και η ανιψιά σου να σε φιλήσει για καλημέρα».

Ο Τάκης για μια στιγμή κοκάλωσε γιατί νόμιζε πως κάτι θα ξέφευγε από την ανιψιά του για όσα είχαν συμβεί ανάμεσά τους το προηγούμενο βράδυ. Η Φένια όμως, με άνετες κινήσεις, τον πλησίασε και τον φίλησε βιαστικά και ήσυχα στα χείλια χωρίς να πει τίποτε άλλο. Ύστερα από λίγο βγήκε απ’ την σκηνή και η Αυγή. Τους καλημέρισε όλους και άρχισε να ετοιμάζει πρωινό. Ο Τάκης πήγε κοντά της για να την βοηθήσει και τα δυο κορίτσια άρχισαν να καθαρίζουν την σκηνή. Ο Τάκης ανήσυχος ρώτησε τη γυναίκα του:

-    «Είσαι σίγουρη ότι η Ελένη δεν πήρε είδηση τίποτε χτες;»

-    «Απόλυτα σίγουρη. Είχα το νου μου. Η αναπνοή της ήταν κανονική και βαθιά. Κοιμόταν σίγουρα.. Γιατί ρωτάς;»

-    «Γιατί σήμερα το πρωί μου φάνηκε πολύ παράξενη η συμπεριφορά της. Φαινόταν να ήθελε να παίξει μαζί μου. Με φίλησε περίεργα στα χείλια...»

-    «Τι το περίεργο βρίσκεις; Αντίθετα, είναι πολύ φυσικό. Ξέρεις, τα νεαρά κορίτσια μαθαίνουν για τους άντρες απ’ τον ίδιο τους τον πατέρα».

-    «Για όνομα του θεού Αυγή! Τι μαθαίνουν από τον πατέρα τους;»

-    «Μερικές φορές τα πάντα!», απάντησε αινιγματικά η Αυγή τονίζοντας πολύ την τελευταία λέξη.

-    «Έτσι... Ει... δεν νομίζω να εννοείς;»

-    «Δεν εννοώ τίποτα. Απλά σου λέω ότι αυτό συμβαίνει μερικές φορές. Και δεν μου φαίνεται και πάρα πολύ άσχημο σαν ιδέα. Εννοώ ότι γιατί να μην πάει ένα κορίτσι για πρώτη φορά με έναν έμπειρο άντρα που να την αγαπάει σίγουρα και να την προσέξει; Δεν είναι αυτό καλύτερο από το να το δοκιμάσει στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου με κάποιον άπειρο, βιαστικό και εγωιστή πιτσιρικά που θα κοιτάει μόνο την δική του ικανοποίηση;», τον αποστόμωσε η Αυγή.

-    «Έτσι... δεν ξέρω... Ίσως έχεις δίκιο αλλά... Δεν ξέρω. Μάλλον δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο...»

Η Αυγή τον κοίταξε κατάματα καθώς τηγάνιζε τα αβγά για το πρωινό τους και του είπε:
-    «Σίγουρα Τάκη. Όπως πέντε μέρες πριν ούτε που θα σκεφτόμουν ότι θα πηδούσες την ανιψιά σου μπροστά μου!»

Ο Τάκης δεν απάντησε τίποτε. Έφαγε το πρωινό του αμίλητος καθώς σκεφτόταν τα ίδια και τα ίδια ξανά και ξανά… Μετά μάζεψαν τα πράγματά τους και ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν.

-    «Πως θα ήθελα να μέναμε άλλη μια μέρα εδώ…», είπε η Φένια την ώρα που με οδηγό τον Τάκη έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής. «Θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να ξαπλώσω στην αχνιστή λιμνούλα για λίγες ώρες ακόμα!», επέμεινε η Φένια.

-    «Σου εξήγησα γιατί δεν γίνεται αυτό, Φένια. Μας μείνανε μόνο για τρεις μέρες προμήθειες και τόσες ακριβώς χρειαζόμαστε για να φτάσουμε πίσω στο δρόμο που έχουμε αφήσει το αυτοκίνητό μας. Και αυτό που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο είναι ο αέρας που δυναμώνει και τα σύννεφα πυκνώνουν. Μια πιθανή καταιγίδα θα μας καθυστερούσε ακόμα περισσότερο!», είπε ο Τάκης ενώ μέσα του ένιωθε πολύ περισσότερο ανήσυχος απ’ όσο άφηνε να φανεί.

Αν πάθαιναν κάτι και καθυστερούσαν να επιστρέψουν περισσότερο από τρεις μέρες, θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, καθώς τα τρόφιμα και το νερό θα τους τελείωναν. Άνοιξε περισσότερο το βήμα του και άρχισε να γλιστράει με τα παγοπέδιλά του πιο γρήγορα πάνω στο χιόνι θέλοντας να κερδίσει όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε. Οι τρεις γυναίκες τον ακολουθούσαν με δυσκολία.

-    «Έι Τάκη! Δεν γίνεται να προχωράς πιο αργά;», διαμαρτυρήθηκε η Αυγή.

Πριν προλάβει να απαντήσει ο Τάκης ακούστηκε μέσα στην ησυχία του πρωινού ένα τρομακτικό ουρλιαχτό!

-    «Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;», ρώτησε η Αυγή ανατριχιάζοντας απ’ τον φόβο της!

-    «Λύκος!», είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε ο Τάκης. «Μην ανησυχείτε. Είναι αρκετά μακριά. Πίσω μας…»

Αλλά τότε άλλα ουρλιαχτά απάντησαν στο πρώτο και τώρα ακούστηκαν δεξιά κι αριστερά τους.

-    «Είναι παντού! Μας έχουν περικυκλώσει!», είπε η Φένια με κομμένη ανάσα.

-    «Ησυχάστε. Δεν κινδυνεύουμε. Δεν επιτίθενται στους ανθρώπους αν δεν τους προκαλέσεις!», είπε ο Τάκης και συνέχισε: «Αυγή προχώρησε εσύ μπροστά με τα κορίτσια».

-    «Παλιόγερε. Απλά γουστάρεις να παίρνεις μάτι από πίσω το κωλαράκι της Φένιας!», προσπάθησε να αστειευτεί η Αυγή.

-    «Κάντε αυτό που είπα και γρήγορα!», απάντησε παγωμένα και χωρίς διάθεση για αστεία ο Τάκης.

Ήξερε καλά ότι αν τελικά οι λύκοι αποφάσιζαν να τους επιτεθούν, θα το έκαναν από πίσω τους και όχι από εμπρός τους. Γι’ αυτό έπρεπε να μείνει τελευταίος. Να παλέψει μόνος του για να γλιτώσει τις γυναίκες. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Να παλέψει, αλλά με τι; Ο Τάκης έψαχνε να βρει κάτι για να χρησιμοποιήσει για όπλο. Τελικά διάλεξε τον πτυσσόμενο σιδερένιο στύλο της σκηνής που κουβαλούσαν. Αν ερχόταν καταπάνω του ολόκληρη αγέλη λύκων δεν θα τα κατάφερνε αλλά έναν, δυο απ’ αυτούς σίγουρα θα τους τρόμαζε και θα τους έδιωχνε. Η Αυγή είχε απομακρυνθεί κιόλας. Η Φένια την ακολουθούσε και μονάχα η Ελένη δίσταζε ν’ αφήσει τον πατέρα της μόνο του.

-    «Άντε λοιπόν. Τι περιμένεις; Ξεκίνα!», την πρόσταξε ο Τάκης.

Η Ελένη τρομαγμένη ξεκίνησε, περισσότερο για να μην του χαλάσει το χατίρι παρά γιατί ήθελε. Ήξερε καλά ότι μπορεί να είχαν προβλήματα με τους λύκους αλλά η παρουσία του πατέρα της την έκανε να νιώθει ασφαλής. Η εκτίμηση που ένιωθε γι’ αυτόν είχε ανέβει πάρα πολύ σ’ αυτό το ταξίδι. Η Ελένη αν γνώριζε κάποιον νεώτερο που να έμοιαζε λίγο στον πατέρα της, δεν θα είχε μείνει παρθένα στα δεκαοκτώ της χρόνια. Όπως έτρεχαν οι σκέψεις της έτρεχαν και τα σκι της πάνω στο φρέσκο χιόνι.

Είχε σχεδόν φτάσει την μητέρα της και την ξαδέλφη της όταν ξαφνικά το αριστερό της πόδι γλίστρησε σε μια τρύπα που σχηματίστηκε από μαλακό χιόνι. Ο αστράγαλός της δίπλωσε, η αυτοδέστρα του πέδιλου λύθηκε μόνη της και το πόδι της μπήκε πιο βαθιά στην τρύπα. Η κοπέλα έχασε την ισορροπία της και άρχισε να πέφτει με το πλάι πάνω στο χιόνι. Τότε κάτι σκληρό καρφώθηκε στη γάμπα της και ένας ξαφνικός αφόρητος πόνος την έκανε να ουρλιάξει.

-    «Ααααχχχχ!», βγήκε η κραυγή απ’ το λαρύγγι’ της.

Πεσμένη τώρα πια πάνω στο χιόνι διαπίστωνε ότι το πόδι της είχε πιαστεί σε μια απαίσια μεταλλική δαγκάνα που χρησίμευε για παγίδα ζώων. Ο πόνος μεγάλωνε στιγμή προς στιγμή. Η Αυγή άκουσε την κραυγή της κόρης της και ανήσυχη γύρισε πίσω προς το μέρος της. Αμέσως την είδε πεσμένη στο χιόνι με το πόδι της προς τα πίσω σε μια αφύσικη στάση και σχεδόν πανικόβλητη έτρεξε προς το μέρος της. Η Ελένη έβγαζε μικρές κραυγές πόνου και αγωνίας καθώς έβλεπε ότι δεν μπορούσε να ελευθερώσει το πονεμένο της πόδι.

-    «Τι είναι; Τι τρέχει; Ελένη είσαι καλά;», ακούστηκε αλαφιασμένη η φωνή του Τάκη που έφτασε δίπλα της πριν από την Αυγή και τη Φένια.

Με μια ματιά είδε ότι η μεταλλική παγίδα είχε πιαστεί γύρω απ’ τη γάμπα της Ελένης πολύ άσχημα. Γονάτισε δίπλα της, έβγαλε τα γάντια του και πιάνοντας την παγίδα με τα χέρια, του προσπάθησε να ανοίξει τα απαίσια σιδερένια σαγόνια της για να ελευθερώσει το πόδι της κόρης του. Τα είχε μισο-καταφέρει όταν ξαφνικά το κρύο μέταλλο ξέφυγε απ’ τα δάχτυλά του και ξανάκλεισε βάρβαρα στο τρυφερά δέρμα της Ελένης. Ο πόνος εκτοξεύτηκε σαν ρουκέτα απ’ το πόδι κατευθείαν στο μυαλό της και η άτυχη κοπέλα κόντεψε να λιποθυμήσει. Μια καινούρια πονεμένη κραυγή ξέφυγε απ’ τα χείλη της.

Ο Τάκης απελπισμένος έριξε μια απεγνωσμένη ματιά προς τα πάνω στον σκοτεινιασμένο ουρανό και μετά κάτω πάλι στο παγιδευμένο πόδι της Ελένης. Για μια στιγμή απ’ το μυαλό του πέρασε η σκέψη ότι ο θεός τον τιμωρούσε γι’ αυτό που είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ με την ανιψιά του. Πρώτα του έστειλε την καταιγίδα που ζύγωνε ολοένα και πιο απειλητική, ύστερα τους κύκλωσαν οι λύκοι και τώρα η πολυαγαπημένη του κορούλα είχε πληγωθεί άσχημα και ίσως είχε σημαδευτεί για πάντα στο πόδι της απ’ την φριχτή παγίδα.

Ανοησίες. Του υπαγόρευσε η λογική του. Αν υπάρχει θεός, τότε σίγουρα δεν θα δίνει δεκάρα για το τι κάνουν οι άνθρωποι. Τόσοι και τόσοι είχαν κάνει πολύ χειρότερα απ’ αυτόν κι έμειναν ατιμώρητοι. Τόσοι άδικοι πόλεμοι και σκοτωμοί. Τόσοι άλλοι έφτιαχναν βόμβες και όπλα ικανά να σπείρουν τον όλεθρο και να εξαφανίσουν ολόκληρο τον πλανήτη. Προσπάθησε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του και την ψυχραιμία του.

-    «Ηρέμησε Ελένη. Θα σε ελευθερώσω αμέσως!», είπε αποφασιστικά ο Τάκης τώρα.

Έβαλε ανάμεσα στα σαγόνια της παγίδας τον μεταλλικό ιστό της σκηνής που κρατούσε για ραβδί στα χέρια του και χρησιμοποιώντας τον σαν μοχλό, δεν δυσκολεύτηκε τελικά να ανοίξει την παγίδα και να ελευθερώσει την άτυχη κοπέλα.

-    «Ααααχχχ! Σ ευχαριστώ μπαμπάκα. Σ’ ευχαριστώ!», είπε ανακουφισμένη η Ελένη.

Ο Τάκης έσκυψε και την φίλησε. Του ανταπέδωσε και εκείνη παθιασμένα το φιλί του.

-    «Για να δούμε, μπορείς να σηκωθείς;», ρώτησε ο Τάκης και την έπιασε από τις μασχάλες για να σηκωθεί.

-    «Ωωωχχχ! Μη! Όχι πατέρα! Πονάω!», ούρλιαξε η Ελένη μόλις δοκίμασε να ακουμπήσει το πόδι της κάτω.

-    «Έχει σπάσει Τάκη;», ρώτησε ανήσυχη η Αυγή.

Ο Τάκης ψαχούλεψε με τα δάχτυλά του πολύ προσεκτικά το πόδι της κόρης του.

-    «Όχι, δεν βλέπω κάποιο σπάσιμο. Αλλά σίγουρα έχει ένα άσχημο στραμπούληγμα και μερικές γρατζουνιές καθόλου όμορφες!», είπε ο Τάκης που τα έμπειρα δάχτυλά του ψαχούλευαν ακόμα το πόδι της Ελένης.

Ο Τάκης είχε μάθει να δίνει τις πρώτες βοήθειες όταν πολύ νεώτερος δούλευε σαν δάσκαλος του σκι στο γειτονικό χιονοδρομικό κέντρο.

-    «Πονάω και στο γόνατό μου πατέρα. Πρέπει να δίπλωσε όταν έπεσα…», είπε η Ελένη.

Ο Τάκης ανέβασε τα δάχτυλά του εκεί και με απογοήτευση ανακάλυψε ότι το γόνατο είχε πρηστεί πολύ άσχημα. Η Ελένη θα ήταν αδύνατον να ξανακάνει σκι πριν από μια ολόκληρη εβδομάδα.

-    «Πονάω και πιο ψηλά, στο μπούτι μου…», είπε παραπονιάρικα η Ελένη.

Τα δάχτυλα του Τάκη ανέβηκαν κι εκεί και άρχισαν να ψαχουλεύουν. Ένιωσε την καυτή μαλακή σάρκα της κάτω από το εφαρμοστό παντελόνι της φόρμας του σκι και πολύ περίεργες σκέψεις καρφώθηκαν στο μυαλό του. Μόλις μάλιστα είδε την έκφραση του προσώπου της Ελένης, ένιωσε ακόμα πιο παράξενα. Η κόρη του δεν έδειχνε τόσο ότι πονούσε όσο ότι απολάμβανε το άγγιγμά του. Πράγματι, η κοπέλα σκεφτόταν ότι ποτέ πριν ένα αντρικό χέρι δεν είχε πιάσει τόσο ψηλά το μπούτι της, είχε φτάσει σχεδόν στα κωλομέρια της. Τα δυνατά δάχτυλα που ψαχούλευαν την σάρκα της την είχαν ανάψει για τα καλά. Μια γλυκιά ευχαρίστηση απλώθηκε ανάμεσα στα μπούτια της και το μουνάκι της μούσκεψε από τα ηδονικά υγρά.

-    «Τάκη τι γίνεται; Έχει χτυπήσει κι αλλού;», ακούστηκε κοφτή η φωνή της Αυγής.

Η έμπειρη γυναίκα είχε διακρίνει την ευχαρίστηση να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της κόρης της. Παρόλη την θεωρία για την σεξουαλική απελευθέρωση που είχε αναπτύξει χτες το βράδυ στον άντρα της, τώρα είχε ενοχληθεί βλέποντας τα δάχτυλά του να ψαχουλεύουν τα μπούτια της κόρης τους αλλά πιο πολύ την είχε ενοχλήσει ότι η κόρη τους πλησίασε κοντά τους και έριξε μια ματιά στην σιδερόβεργα που κρατούσε ο Τάκης σφιχτά ακόμη στο χέρι του.

-    «Δεν πιστεύω να σας χάλασα την παρέα; Βλέπω σας αρέσει το παλτό μου, ε; Ξέρεις, το φοράω πάντα όταν τριγυρνάω στο δάσος. Έτσι αυτά τα αναθεματισμένα τα ζώα το καταλαβαίνουν καλά τι τα περιμένει έτσι και τολμήσουν να με πλησιάσουν!», είπε ο γιγάντιος ξένος.

Οι τρεις λύκοι λες και ήθελαν να επιβεβαιώσουν τα λόγια του γύρισαν και χάθηκαν στο δάσος και στο χιόνι που έπεφτε όλο και πιο πυκνό. Η Φένια δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του. Ο άντρας ήταν γύρω στα είκοσι, ξανθός με γαλανά μάτια. Κάτω από τον γούνινο σκούφο του ξεπεταγόταν χιονισμένες κατάξανθες τούφες από τα μακριά μαλλιά του. Και ήταν θεόρατος! Λες και ήταν φτιαγμένος για να σπρώχνει βουνά στην άκρη! Ο Τάκης άφησε κάτω το σιδερένιο παλούκι που κρατούσε και άπλωσε το χέρι του να χαιρετήσει τον νεοφερμένο άντρα.

-    «Είμαστε αληθινά πολύ χαρούμενοι και τυχεροί που ήρθες προς τα εδώ. Η κόρη μου έχει χτυπήσει το πόδι της και μου φάνηκε για μια στιγμή ότι οι λύκοι ετοιμαζόντουσαν να μας ορμήσουν».

-    «Μπορεί να έχεις δίκιο…», είπε ήσυχα ο ξανθός γίγαντας. «Οι λύκοι προτιμούν πάντοτε να ορμάνε όταν τα θύματά τους δεν μπορούν να τρέξουν για να τους ξεφύγουν ή δεν δείχνουν τόσα απειλητικά για να παλέψουν μαζί τους. Αλλά μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ξαναπλησιάσουν όσο μυρίζουν εμένα. Για να δούμε τώρα, τι έπαθε τούτη εδώ η όμορφη δεσποινιδούλα;»

Η Ελένη του χάρισε το πιο ζεστό της χαμόγελο και είπε:

-    «Έπιασα το πόδι μου σε μια παγίδα».

-    «Ωω! Για να το δω…», είπε ο άντρας και γονάτισε δίπλα στην Ελένη που με πείσμα ρουφούσε τα δάκρυά της για να φανεί γενναία.

Η Φένια πλησίασε την θεία της και ψιθύρισε:

-    «Πω πω! Θα έσπαζα ευχαρίστως το καταραμένα πόδι μου αν ήξερα ότι θα το φρόντιζε αυτός ο κούκλος!»

-    «Πράγματι. Είναι παίδαρος, όχι αστεία!»

Ο Τάκης την ίδια στιγμή ένιωσε απομονωμένος και άχρηστος. Και οι τρεις γυναίκες είχαν καρφώσει τα μάτια τους πάνω στον ξένο και είχαν γλαρώσει απ’ την καύλα να πηδηχτούν μαζί του. Μπορούσε να ήταν σίγουρος γι’ αυτό μόνο και μόνο απ’ τις ματιές τους. Ακόμα και η ίδια του η γυναίκα ξερόγλειφε ανυπόμονα τα χείλια της με την γλωσσάρα της κοιτώντας αυτόν τον παράξενο αλλά οπωσδήποτε καλοφτιαγμένο νεαρό. Ο ξανθός άντρας με έμπειρα και δυνατά δάχτυλα ψαχούλεψε πολύ προσεκτικά και αργά το πόδι της Ελένης. Η κοπέλα είχε γλαρώσει από την καύλα που ένιωθε μόνο και μόνο στο άγγιγμά του.

-    «Τίποτα δεν έχει σπάσει, αλλά έχει ένα πολύ άσχημο στραμπούληγμα. Σίγουρα δεν θα μπορέσει να το πατήσει για καμιά βδομάδα…», είπε ο ξένος, επιβεβαιώνοντας έτσι την πρώτη διάγνωση του Τάκη.

-    «Και απ’ ότι βλέπω το χιόνι όλο και πυκνώνει…!», είπε ανήσυχα το Τάκης καθώς οι νιφάδες γύρω τους είχαν χοντρύνει και έπεφταν ασταμάτητα ενώ ο αέρας σφύριζε απειλητικά ανάμεσα απ’ τα δέντρα.

-    «Σίγουρα θα δυναμώσει. Άκουσα το πρωί στο ράδιο ότι θα έχουμε χιονοθύελλα για δυο τρεις μέρες ακόμη!», είπε ο ξανθός.

-    «Σκατά! Μόνο αυτό μας έλειπε! Έχουμε προμήθειες μόνο για τρεις μέρες ακόμα και η Ελένη δεν μπορεί να μετακινηθεί. Την βάψαμε!», είπε απελπισμένα ο Τάκης.

«Μάλλον είστε τυχεροί τελικά. Μένω με τον πατέρα μου σ’ ένα ξύλινο καταφύγιο λίγο πιο μέσα στο δάσος εκεί ανάμεσα σ’ εκείνα τα δέντρα. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να έρθετε να καθίσετε μαζί μας μέχρι να περάσει η καταιγίδα. Άλλωστε μέχρι τότε μπορεί και το ποδαράκι αυτής εδώ της κοκκινομάλλας κουκλίτσας να έχει γίνει καλά και να μπορεί να κάνει σκι.

-    «Ναι αλλά εγώ... δεν μπορώ... ούτε να σηκωθώ όρθια…», είπε σχεδόν κλαίγοντας η Ελένη για να τον κάνει να την λυπηθεί. «Πώς θα περπατήσω μέχρι την καλύβα σας;»

-    «Μη στεναχωριέσαι κουκλί. Εγώ θα σε μεταφέρω…», είπε ο ξένος με το γούνινο παλτό.

Έδωσε την καραμπίνα που κρατούσε στον Τάκη και σκύβοντας πάνω απ’ την κοπέλα, την σήκωσε στον αέρα με τέτοια ευκολία, λες και δεν ζύγιζε τίποτε.

-    «Πω πω!», είπε η Φένια ζηλεύοντας την ξαδέλφη της. «Μερικοί άνθρωποι, έχουν πραγματικά την τύχη με το μέρος τους».

Η Αυγή έσκυψε στο αφτί της ανιψιάς της και την ρώτησε ψιθυριστά:

-    «Δε μου λες…; Πιστεύεις να είναι και η ψωλή του στο ίδιο μέγεθος με το σώμα του; Πω πω! Ευχαρίστως θα του έπαιρνα ένα τσιμπούκι τώρα αμέσως για να μου έφευγε η απορία!»

-    «Ακολουθείστε με. Η καλύβα είναι από εδώ. Μόνο προσέξτε να είστε κοντά μου για να μην χαθείτε μέσα στην θύελλα!», φώναξε ο νεαρός γίγαντας για να ακουστεί πάνω απ’ το βουητό του αέρα και κρατώντας στην αγκαλιά του την ευτυχισμένη Ελένη ξεκίνησε μέσα στην χιονοθύελλα.

Η Φένια τον ακολούθησε αμέσως ενώ ακριβώς πίσω της βάδιζε η Αυγή. Ο Τάκης άργησε λίγο να ξεκινήσει. Έπρεπε τώρα να μεταφέρει και όλα τα πράγματα που κουβαλούσε η Ελένη και το θεόρατο ντουφέκι του ξένου. Καθώς τα μάζευε όλα αυτά η ματιά του έπεσε στην παγίδα. Ο ξένος την είχε ανοίξει και την είχε μισο- κρύψει ξανά ανάμεσα στο χιόνι. Ο Τάκης ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Ώστε ο «σωτήρας» τους ήταν υπεύθυνος για το ατύχημα της κόρης του; Ένα άσχημο συναίσθημα τον κυρίευσε. Ένιωσε ότι η Ελένη ίσως να είχε γλιτώσει από μια παγίδα για να πέσει σε μια άλλη μεγαλύτερη και ίσως χειρότερη.

-    «ΈΙ! Περιμένετε κι εμένα!», φώναξε μόλις ετοιμάστηκε να ξεκινήσει αλλά όλοι οι υπόλοιποι είχαν απομακρυνθεί και τους είχε χάσει μέσα στο δάσος και την καταιγίδα.

Ξεκίνησε μόνος του απελπισμένος για να τους βρει.

-    «Το όνομά μου είναι Τάσος! Το δικό σου;»

-    «Ελένη…»

Ο ξανθός γίγαντας με το γαντοφορεμένο χέρι του απομάκρυνε ευγενικά μια τούφα μαλλιά που είχαν πέσει στο μέτωπο της κοπέλας. Η Ελένη ένιωθε το κορμί της να ανατριχιάζει έτσι κολλητά καθώς την κρατούσε στο δικό του.

-    «Όμορφο όνομα! Ένα όμορφο όνομα για ένα πολύ όμορφο κορίτσι!», είπε ο Τάσος με την βαθιά όμορφη φωνή του.

Η Ελένη ένιωθε το αίμα της να τρέχει καυτό στις φλέβες της. Τα περίεργα συναισθήματα που είχε ξυπνήσει μέσα της ο πατέρας της τώρα φούντωναν ανεξέλεγκτα στα στιβαρά χέρια αυτού του θαυμάσιο γίγαντα.

-    «Αλήθεια… Νομίζεις ότι είμαι όμορφη;»

-    «Όχι... όχι ακριβώς...», είπε ο ξένος κοιτώντας την στα μάτια. «Μάλλον πιστεύω πως είσαι φανταστική!», της είπε και της χάιδεψε αυτή τη φορά πολύ απαλά τα μαλλιά. «Ξέρεις, μου αρέσουν πολύ οι γυναίκες που έχουν μακριά μαλλιά σαν τα δικά σου».

Ο Τάσος άφησε το χέρι του να χαϊδέψει το γούνινο άσπρο παλτό της Ελένης ψηλά στους ώμους της.

-    «Ειδικά μάλιστα μου αρέσουν οι γυναίκες με τα μακριά μαλλιά που φοράνε απαλές γούνες…», της είπε.

-    «Γιατί αυτές ειδικά;», ρώτησε η Ελένη που ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει σαν παλαβή στο στήθος της καθώς τα πελώρια γαλανά μάτια του ξανθομάλλη γίγαντα καρφώθηκαν στα δικά της.

Το χέρι του απαλά και καθόλου βιαστικά, κατέβηκε από τους ώμους της και χάιδεψε το παλτό της ακριβώς πάνω στο στήθος της. Η κοπέλα νόμιζε για μια στιγμή ότι η ρώγα της θα εκραγεί έτσι όπως σκλήρυνε απότομα.

-    «Γιατί είμαι κυνηγός. Και όλα τα μικρά γούνινα πλασματάκια που πιάνω στο δάσος μου ανήκουν!», είπε ο Τάσος.

Άφησε το ελεύθερο χέρι του να κατέβει ακόμα πιο κάτω και να χαϊδέψει το στομάχι της Ελένης πάντα βέβαια πάνω απ’ το άσπρο γούνινο τζάκετ της.  Ακόμα κι έτσι όμως η κοπέλα ανατρίχιασε σύγκορμη. Η Ελένη σκέφτηκε ότι αν συνέβαιναν όλα αυτά στην πόλη λίγες μέρες πριν θα του είχε ρίξει ένα χαστούκι και ούτε θα τον ξαναπλησίαζε. Αλλά τώρα εδώ πάνω στα βουνά, οι φυσιολογικές της αντιδράσεις είχαν αλλάξει. Σ ε συνδυασμό μάλιστα με τον πόνο στο πόδι της και τον φόβο της ένιωθε, τελείως αδύναμη για να αντισταθεί στα χάδια του ξανθού γίγαντα. Και βέβαια δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε το γεγονός ότι ο άγνωστος άντρας της άρεσε υπερβολικά.

-    «Και τι κάνεις στα μικρά, φτωχά, αβοήθητα θύματα που πέφτουν στα χέρια σου;», τον ρώτησε με ναζιάρικη φωνή.

Εκείνος με την σκληρή φωνή του της απάντησε:

-    «Πρώτα τα γδέρνω και μετά τα... τρώω!»

Η Ελένη ανατρίχιασε καθώς ο άντρας είχε σκύψει στο αφτί της για να της μιλήσει και η καυτή ανάσα του της χάιδεψε το αφτί.

-    «Οι γονείς μου δεν θα σ’ αφήσουν να μου το κάνεις αυτό. Γι’ αυτό νομίζω ότι το βράδυ, όταν όλοι κοιμηθούν, θα μπορούσαμε να πάμε κάπου οι δυο μας να μου δείξεις τι εννοείς…», απάντησε η Ελένη πονηρά.

-    «Απόψε; Τι μαλακίες είναι αυτές; Εγώ θα σ’ έχω γαμήσει πέντε λεπτά μετά απ’ την στιγμή που θα περάσουμε την πόρτα της καλύβας!»

-    «Μα... Η μητέρα μου…; Και ο πατέρας μου...;»

-    «Η μητέρα σου δεν είναι καθόλου πρόβλημα. Ο πατέρας μου που είναι στην καλύβα θα την απασχολήσει με την πούτσα του!»

Η Ελένη έκπληκτη δεν πίστευε στα αφτιά της.

-    «Μα, ο πατέρας μου δεν πρόκειται ποτέ να το επιτρέψει αυτό το πράγμα!»

-    «Δεν θα πει ούτε κουβέντα ο πατερούλης σου γιατί απλά δεν θα είναι εκεί για να δει. Έχει μείνει πάρα πολύ πίσω και η καταιγίδα όσο πάει χειροτερεύει. Πάω στοίχημα ότι δεν πρόκειται να βρει την καλύβα μέσα στο δάσος μόνος του».

Ο Τάκης αναγκάστηκε να σταματήσει λίγο γιατί το πυκνό χιόνι είχε κρυσταλλώσει πάνω στην κουκούλα του και τα μάτια του δεν διέκριναν τίποτε καθώς ο φοβερός αέρας τον ανάγκαζε να τα ανοιγοκλείνει συνεχώς. Όταν τελικά μπόρεσε να καθαρίσει λίγο τα μάτια του, πουθενά μπροστά του δεν φαινόταν ούτε ένα ίχνος από τον ξένο άντρα και τις τρεις γυναίκες. Και βέβαια το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα είχε σβήσει τα χνάρια τους στο έδαφος. Νιώθοντας εντελώς μόνος και παγωμένος στο κρύο ο Τάκης είχε αρχίσει να χάνει το κουράγιο του. Λίγο ακόμα και θα τα παρατούσε όλα. Θα καθόταν εκεί κάτω και θα περίμενε την στιγμή που το χιόνι θα τον σκέπαζε ολόκληρο και θα τον εξαφάνιζε. Και γιατί όχι; Όλη η οικογένειά του τον είχε εγκαταλείψει. Τρεις γυναίκες, η γυναίκα του, η κόρη του, και η ανιψιά του, τον άφησαν ολομόναχο μέσα στη θύελλα μόνο και μόνο για να τρέξουν πίσω από μια νεανική φρέσκια ψωλή σαν τα πεινασμένα κοπρόσκυλα πίσω από ένα μεγάλο νόστιμο λουκάνικο.

-    «Γαμότο! Που να τους πάρει ο διάολος όλους! Έτσι και τους ξαναβρώ, μα την πίστη μου θα τους γαμήσω όλους! Δεν θα μου ξεφύγει κανένας!», φώναξε έξαλλος ο Τάκης μέσα στη θύελλα.

Ξεκίνησε στα τυφλά ελπίζοντας μόνο στην καλή του τύχη για να βρει την καλύβα. Ο Τάσος έκανε ακόμα δέκα λεπτά για να φτάσει στην ξύλινη καλύβα. Ήταν δυο δωμάτια όλα κι όλα χτισμένα από χοντρούς κορμούς δέντρων και ήταν πραγματικά μισο-θαμμένη μέσα στο χιόνι. Μια λεπτή λουρίδα άσπρου καπνού έβγαινε πάνω απ’ την καλύβα μέσα από την πέτρινη καμινάδα αλλά εξαφανιζόταν αμέσως μέσα στο χαλασμό της θύελλας. Ο Τάσος ένιωσε την Ελένη να λιποθυμάει στα χέρια του μόλις της είπε τι σχέδια είχαν γι’ αυτήν, την μητέρα της αλλά και τον φουκαρά τον πατέρα της. Έτσι τώρα που έφτασαν στην καλύβα ο Τάσος προσπάθησε να την συνεφέρει.

Αρκετά πίσω τους εμφανίστηκαν η Αυγή με την Φένια. Είδαν από μακριά την Ελένη και κατάλαβαν πως ήταν λιπόθυμη αλλά υπέθεσαν ότι θα έφταιγε ο αφόρητος πόνος του ποδιού της. Ο Τάσος γύρισε προς το μέρος τους, τους χαμογέλασε καθησυχαστικά και έριξε ένα δυο χαστούκια στα μάγουλα της Ελένης μήπως και καταφέρει να την συνεφέρει. Ο Τάσος έβγαλε τα χιονοπέδιλά του και δίνοντας μια δυνατή κλωτσιά στην πόρτα της καλύβας, την άνοιξε διάπλατα.

-    «Ει πατέρα, έλα να δεις τι έπιασα σε κείνη την παγίδα εκεί πάνω στο βουνό!», φώναξε άγρια ο Τάσος.

Ένας πανύψηλος γεροδεμένος άντρας γύρω στα σαράντα εμφανίστηκε μέσα στην καλύβα. Ήταν πελώριος και κοκκινομάλλης. Τα μαλλιά του έπεφταν μακριά στους ώμους του και είχε και ένα κατακόκκινο παχύ μουστάκι. Ήταν πιο γεροδεμένος απ’ το γιο του και έμοιαζε με αρχαίο Βίκινγκ.

-    «Μπα παναθεμά σε! Πού στο διάολο την πέτυχες τούτη δω γιέ μου;», είπε ο άντρας με μια βαθιά μπάσα φωνή που μύριζε όμως λες και είχε πιεί ένα βαρέλι ολόκληρο ουίσκι.

-    «Και που να δεις και τις άλλες δυο που είναι απέξω και έρχονται από λεπτό σε λεπτό! Είναι το ίδιο καλές με τούτη εδώ τη μικρούλα!»

-    «Βρε γαμότο! Μπράβο γιέ μου! Καλή δουλειά. Κι αν είναι έτσι όπως τα λες και οι άλλες δυο, τότε την κάναμε λαχείο μικρέ! Θα κάνουμε μια παρτούζα άλλο πράγμα!», είπε ο μεγαλύτερος άντρας πλησιάζοντας την Ελένη για να την δει καλύτερα.

Η βαριά μυρωδιά της ανάσας του τρύπησε τα ρουθούνια της Ελένης και την συνέφερε απότομα. Καθώς είδε όμως τον άγνωστο γίγαντα που ήταν σκυμμένος πάνω της και τον τρόπο που την κοίταζε σχεδόν ξαναλιποθύμησε.

-    «Εμένα με λένε Μήτσο…», της είπε ο σαραντάρης. «Εσένα ποιο είναι το όνομά σου;»

-    «Ε...Ε... Ελένη…», κατάφερε να ψελλίσει η κοκκινομάλλα.

Ο άντρας γέλασε με το δισταγμό της και το φόβο που είδε στα μάτια της..

-    «Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Είσαι το πιο όμορφο μουνάκι που έχω δει σ’ ολόκληρη τη γαμημένη τη ζωή μου! Ει γιε μου, για άστην κάτω να της ρίξω μια καλύτερη ματιά…»

-    «Δεν μπορεί να σταθεί όρθια πατέρα. Έχει χτυπήσει το πόδι της».

-    «Ε τότε γιατί δεν την ξαπλώνεις στο κρεβάτι μου; Δεν με νοιάζει αν μπορεί να σταθεί στα πόδια της. Μου φτάνει να μπορεί να τα ανοίξει και να τα σηκώσει ψηλά!», είπε ο άντρας και γέλασε δυνατά.

Εκείνη τη στιγμή που ο Τάσος ξάπλωνε την Ελένη στο κρεβάτι, μπήκαν στην καλύβα η Αυγή με τη Φένια.

-    «Γεια σας!», είπε η Αυγή. «Είμαι η κυρία Ιωάννου. Η μητέρα της Ελένης και από εδώ είναι η ανιψιά μου η Φένια».

-    «Η κυρία Ιωάννου;», ρώτησε ο Μήτσος με την μπάσα φωνή του, ενώ τα μάτια του έτρεξαν από πάνω μέχρι κάτω το κορμί της Αυγής. «Αυτό μήπως σημαίνει πως υπάρχει και ο κύριος Ιωάννου κάπου εκεί έξω;»

-    «Ναι, βέβαια. Έμεινε λίγο πιο πίσω αλλά όπου να ‘ναι θα έρθει κι αυτός!», είπε η Αυγή κοιτώντας ανυπόμονα έξω απ’ την ανοιχτή πόρτα της καλύβας μήπως και φανεί ο Τάκης.

-    «Σκατά! Νομίζεις πως θα έρθει εδώ αυτός ο μαλάκας;», είπε σκληρά ο Τάσος και πηγαίνοντας στην βαριά ξύλινη πόρτα την έκλεισε με δύναμη και την κλείδωσε κιόλας.

-    «Ει! Για περίμενε μια στιγμή!», είπε αγριεμένη η Αυγή.

-    «Όχι, εσύ θα περιμένεις μια στιγμή!», ακούστηκε η σκληρή φωνή του Μήτσου. «Και θα περιμένεις μέχρι να αποφασίσω ποια απ’ όλες θα γαμήσω πρώτη!»

Η Αυγή έβγαλε μια απεγνωσμένη κραυγή μόλις άκουσε τι είπε ο κοκκινομάλλης άντρες και έτρεξε βιαστικά προς την κλειδωμένη πόρτα. Οι δυο άντρες ούτε που κουνήθηκαν για να την σταματήσουν. Μόνο που έβαλαν και οι δυο τα γέλια. Τελικά πρώτος μίλησε πάλι ο Μήτσος.

-    «Τι προσπαθείς να κάνεις; Αυτή η αμπάρα της πόρτας είναι τόσο βαριά που μπορεί να κρατήσει έξω μια θεόρατη αρκούδα! Νομίζω λοιπόν ότι πολύ εύκολα μπορεί επίσης να κρατήσει μέσα τρεις μικρές αλεπουδίτσες!»

Η Αυγή κατάλαβε γρήγορα ότι ο άντρας της έλεγε την αλήθεια. Ούτε να την κουνήσει δεν μπορούσε την ξύλινη μπάρα. Απελπισμένη γύρισε και τον ρώτησε:

-    «Τι θα γίνει με τον άντρα μου; Δεν θα μπορέσει να ζήσει εκεί έξω μέσα στην χιονοθύελλα! Θα πεθάνει παγωμένος!»

Ο Μήτσος γελώντας της απάντησε:

-    «Λοιπόν, ξέρεις τι θα γίνει; Αν και οι τρεις σας κάνετε καλό γαμήσι και μας ικανοποιήσετε, τότε θα βγω έξω με τον Τάσο και θα τον βρούμε πριν γίνει παγοκολόνα! Τι λες γι’ αυτό;»

Η Αυγή ξεροκατάπιε. Ο αέρας σφύριζε δαιμονισμένα έξω απ’ την καλύβα και μπορούσε να φανταστεί πόσο κινδύνευε ο Τάκης.

-    «Νομίζω ότι δεν μας δίνετε και πολλά περιθώρια για να διαλέξουμε...», είπε στον γιγαντόσωμο άντρα και με αργές διστακτικές κινήσεις άρχισε να κατεβάζει το φερμουάρ της φόρμας της.

Στην αρχή φάνηκε η υπέροχη λευκή σάρκα του λαιμού και του στέρνου της και αμέσως μετά τα βυζιά της που ήταν χωμένα μέσα σ’ ένα μαύρο δαντελωτό πανάκριβο σουτιέν.

-    «Ει! Τι περιμένεις κι εσύ;», ρώτησε ο Μήτσος τη Φένια. «Ο Τάσος κι εγώ θέλουμε να διαπιστώσουμε αν αυτά το δυο πεπονάκια που φουσκώνουν τη φόρμα σου είναι αληθινά!»

-    «Ναι.. μάλιστα κύριε!», είπε η Φένια αλλά η ιδέα ότι θα γδυθεί μπροστά τους, δεν της άρεσε καθόλου.

Όπως δεν της άρεσε και ο τρόπος που είχε καρφώσει τα γαλάζια μάτια του ο ξανθομάλλης νεαρός στο κορμί της. Αλλά ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τα βάλει μ’ αυτούς τους πελώριους άντρες που ήταν και οι δυο πάνω από δυο μέτρα. Ο Τάσος και ο Μήτσος δεν έδιναν τώρα πια καμιά σημασία στην Ελένη. Είχαν καρφώσει τα μάτια τους πεινασμένα στις δυο γυναίκες που γδυνόντουσαν αργά. Έμοιαζαν με δυο παιδιά που με γουρλωμένα μάτια παρακολουθούσαν το πιο εντυπωσιακό νούμερο στο τσίρκο.

Η Αυγή πέρασε τα χέρια της έξω απ’ τα μανίκια της φόρμας της και την άφησε να πέσει στη μέση της. Έπειτα έφερε τα χέρια της πίσω στην πλάτη της και άνοιξε το κούμπωμα του σουτιέν της. Δυο ζευγάρια αντρικά μάτια ήταν καρφωμένα ακριβώς πάνω στις βυζάρες της που τρεμόπαιζαν ελεύθερα από το σουτιέν που τα συγκρατούσε. Η Φένια δεν ήταν τόσο γρήγορη στις κινήσεις της. Άλλωστε δεν είχε και τα ίδια κίνητρα με τη Αυγή. Εκείνη δεν είχε τον άντρα της έξω στα χιόνια να κινδυνεύει να παγώσει, ούτε είχε μια κόρη τραυματισμένη ανίκανη να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Έτσι άργησε να βγάλει τη φόρμα της.

-    «Πανάθεμα με! Αυτή εδώ έχει μια κορμάρα φανταστική! Πω πω! Πώς να διαλέξεις, ποια να πρωτογαμήσεις;»

-    «Εγώ δεν έχω πρόβλημα πατέρα. Εγώ θέλω εκείνη την κοκκινομάλλα πιτσιρίκα. Ξέρεις, μου είπε μάλιστα πως είναι παρθένα!»

-    «Παρθένα; Σοβαρά μιλάς;», είπε ξαφνιασμένος ο Μήτσος.

Γύρισε στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη η Ελένη και τη ρώτησε γελώντας απαίσια:

-    «Έτσι είναι γλύκα μου; Είσαι αλήθεια παρθένα; Δεν έχεις γαμηθεί ποτέ σου μωρό μου;»

Η Ελένη έβαλε τα κλάματα και έκρυψε το κεφάλι της στα χέρια της. Τα μακριά μαλλιά της κυμάτιζαν στους ώμους της, καθώς οι λυγμοί τράνταζαν το κορμί της. Ο Μήτσος έσκυψε πάνω της και άπλωσε το χέρι του στα μεταξένια μαλλιά της. Τα χάιδεψε και ύστερα απρόσμενα, της χούφτωσε το δεξί βυζί πάνω απ’ τη γούνα που φορούσε και της το ζούληξε άγρια.

-    «Ααααχ!», ούρλιαξε η Ελένη απ’ τον πόνο.

-    «Άστην ήσυχη!», φώναξε άγρια η Αυγή.

Ο Μήτσος γύρισε προς το μέρος της και της σφύριξε ένα «Σκάσε!» απειλητικά.

-    «Για όνομα του θεού! Άστην ήσυχη. Είναι κοριτσάκι ακόμα…»

-    «Είναι σε ηλικία κατάλληλη να γνωρίσει το γαμήσι. Μπορεί να μη διαθέτει ακόμα τα προσόντα σου, αλλά σίγουρα είναι όμορφη!»

-    «Τότε γιατί δεν γαμάς εμένα; Τι έγινε; Φοβάσαι ότι μια αληθινή γυναίκα θα βάλει τα γέλια μόλις της δείξεις την γέρικη ξεζουμισμένη τσουτσούνα σου;»

Ο Μήτσος πολύ γρήγορα έφτασε δίπλα στη Αυγή και πριν προλάβει να συνεχίσει, της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Ήταν τέτοια η δύναμη του χτυπήματος που το κεφάλι της γύρισε σαν σβούρα.

-    «Είχα ακούσει πόσο μεγάλο και βρώμικο στόμα έχετε εσείς τα μουνιά της πόλης. Αλλά καλά θα κάνεις να προσέξεις γιατί εδώ πάνω έχουμε τους δικούς μας κανόνες κυρά μου! Θα μιλάς πολιτισμένα και θα φέρεσαι υπάκουα γιατί αλλιώς θα σε κρεμάσω στον τοίχο και θα σε γαμήσω έτσι κρεμασμένη, αφού πρώτα ξεμουνιάσω την κορούλα σου!», της είπε απειλητικά ο Μήτσος.

Μόνο τότε η Αυγή πρόσεξε ότι στους τοίχους της καλύβας κάθε εκατοστό ήταν καλυμμένο από γούνες διαφόρων ζώων. Αλεπούδες, αρκούδες, λύκοι, μινγκ, κάθε είδους γούνες ήταν απλωμένες στους τοίχους. Η Φένια κοίταξε κι αυτή τώρα τους τοίχους αλλά εκτός από τις γούνες πρόσεξε ότι στους τοίχους υπήρχαν αλυσίδες με χαλκάδες και μεταλλικά βραχιόλια. Ήταν σε τέτοια απόσταση τοποθετημένα ώστε να μπορούν να κρεμάσουν κάποιον απ’ αυτά με τα χέρια και τα πόδια διάπλατα ανοιχτά.

-    «Αγόρι μου, για δέσε αυτή την τσούλα με το απαίσιο στόμα πάνω στον τοίχο!», διέταξε ο Μήτσος το γιο του. «Και έτσι και ξαναπεί άσχημη κουβέντα ψάξε να βρεις την πιο βρώμικη κάλτσα που υπάρχει εδώ μέσα και χώσ’ την της στο στόμα να ησυχάσουμε!»

-    «Παλιομπάσταρδε!», φώναξε η Αυγή και πλησιάζοντας το Μήτσο, σήκωσε απότομα το γόνατό της για να τον κλωτσήσει στα αρχίδια.

Όμως ο Μήτσος ήταν πανύψηλος και η Αυγή δεν πρόλαβε να πετύχει το στόχο της. Της έσπρωξε άγρια το πόδι στο πλάι και καθώς η λεπτοκαμωμένη γυναίκα στριφογύρισε ο θεόρατος άντρας σήκωσε το πόδι της και της τράβηξε με τη μπότα τον μια τρομερή κλωτσιά στα κωλομέρια στέλνοντάς την να κυλιστεί στο πάτωμα.

-    «Αουτς!», φώναξε η Αυγή καθώς έπεσε με τα μούτρα κάτω στο βρώμικα πάτωμα.

Η Φένια βλέποντάς τον να κλωτσάει τη θεία της, του χίμηξε με τα χέρια της απλωμένα μπροστά προσπαθώντας να του βγάλει τα μάτια με τα μακριά νύχια της.

-    «Παλιομαλάκα! Άσε τη θεία μου!», ούρλιαξε σαν αγριόγατα και επιτέθηκε στο Μήτσος.

Εκείνος όμως πολύ εύκολα της μπλόκαρε τα χέρια στον αέρα με το ένα χέρι και με το άλλο την βούτηξε σκληρά απ’ τα μακριά μαλλιά της. Την τράβηξε έτσι απ’ τα μαλλιά μέχρι που την κόλλησε στον τοίχο.

-    «Πουτανάκι! Έτσι και δεν ήθελα τόσο πολύ να σε γαμήσω, θα σ’ έγδερνα ζωντανή τώρα αμέσως!», της είπε απειλητικά ο Μήτσος.

Ύστερα σήκωσε ψηλά το ένα της χέρι και κλείδωσε τον καρπό της στο μεταλλικό βραχιόλι που κρεμόταν απ’ τον τοίχο. Μετά την γύρισε να κοιτάει τον τοίχο και κλείδωσε και το άλλο της χέρι ψηλά στις αλυσίδες. Την ίδια ώρα η Αυγή είχε σηκωθεί στα τέσσερα. Τα βυζιά της έτρεμαν καθώς ανάσαινε βαριά απ’ τα νεύρα και το θυμό της. Κοίταξε γύρω της ψάχνοντας να βρει κάτι που να μπορέσει να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο. Απελπισμένη είδε δίπλα της μια βαριά γυάλινη λάμπα πετρελαίου. Την βούτηξε στο χέρι της και την σήκωσε ψηλά σημαδεύοντας το κεφάλι το Μήτσο. Ο Τάσος την είδε πρώτος. Φώναξε «Μη!» και όρμησε πάνω της για να την σταματήσει. Ήταν όμως πολύ μακριά και δεν πρόλαβε. Η Αυγή πέταξε την αναμμένη λάμπα και πέτυχε το Μήτσο στην πλάτη. Το γυαλί έσπασε και το πετρέλαιο φλεγόμενο σκορπίστηκε στο δωμάτιο γεμίζοντας με τη βαριά μυρωδιά του τον χώρο. Πολύ γρήγορα το μισό σχεδόν δωμάτιο τυλίχτηκε στις φλόγες.

-    «Παλιοηλίθια γαμιόλα!», ούρλιαξε ο Μήτσος πονώντας στην πλάτη όταν κατάλαβε ότι τα ρούχα τον καιγόντουσαν.

Άρχισε έναν αλλόκοτο χορό καθώς πήδαγε τριγύρω προσπαθώντας απελπισμένα να σβήσει τις φλόγες που τον κύκλωναν. Την ίδια ώρα όμως η Φένια άρχισε να ουρλιάζει καθώς δεμένη καθώς ήταν στον τοίχο ένιωθε τη φωτιά να την πλησιάζει απειλητικά χωρίς να μπορεί να ξεφύγει. Η Αυγή με φρίκη συνειδητοποίησε τι είχε κάνει όταν η Ελένη έβαλε τις φωνές πνιγμένη απ’ τους καπνούς, καθώς μάταια προσπαθούσε να σηκωθεί στο ένα της πόδι και να περπατήσει. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, αμπαρωμένη, παράθυρα δεν υπήρχαν και ο Τάσος είχε αρπάξει μια κουβέρτα και πάλευε με τις φλόγες. Τελικά το μόνο που κατάφερε, σκεφτόταν η Αυγή ήταν να τους γλιτώσει από την μια κόλαση για να τους ρίξει σε μια άλλη πολύ χειρότερη!

Συνεχίζεται...