Οικογενειακά βίτσια

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Οι ανάσες τους άχνιζαν καθώς με δυσκολία ανέβαιναν προς την κορυφή του χιονισμένου δάσους. Η Αυγή Ιωάννου έγειρε προς τα πίσω το όμορφο κεφάλι κι ανάσανε βαθιά γεμίζοντας τα πνευμόνια της με τον υπέροχο κρυστάλλινο βουνίσιο αέρα. Ο παγωμένος αέρας δεν την βοήθησε να ξελαχανιάσει. Η ανάσα της βγήκε άλλη μια φορά καυτή. Γέλασε αδύναμα και είπε:

-    «Δεν βλέπω την ώρα να ξαναγυρίσουμε πίσω στην πόλη. Να αναπνεύσω καθαρό καυσαέριο μπας και συνέλθω! Φαίνεται πως τα πνευμόνια μου δουλεύουν σωστά μόνο όταν βλέπω τι αναπνέω!»

Όλοι γέλασαν και την ίδια ώρα μια ριπή ανέμου έφερε στα πρόσωπά τους χοντρές νιφάδες κατάλευκου χιονιού. Δίπλα στη Αυγή στεκόταν η κόρη της η Ελένη, μια λυγερή καστανόξανθη δεκαοχτάρα. Κάτω από τον μάλλινο σκούφο της ξεπετάγονταν τούφες από τα μεταξένια μαλλιά της, κι έπεφταν ανέμελα πάνω στο χοντρό μπουφάν της. Ανατρίχιασε ελαφρά απ’ το κρύο και είχε καρφώσει τα υπέροχα μάτια της στον κατακόκκινο ήλιο που βασίλευε αργά - αργά στο βάθος της κάτασπρης χιονισμένης κοιλάδας.

-    «Αχ, μητέρα!», είπε η Ελένη αυστηρά. «Κοίτα αυτή τη μαγευτική θέα. Οι ατέλειωτες χιονισμένες βουνοκορφές, το δάσος από έλατα και παντού αυτά το φανταστικό παρθένο χιόνι! Θα άλλαζες αυτή τη μαγεία για μια βρώμικη πόλη γεμάτη θόρυβο, μπετόν και γυαλί; Είναι δυνατόν να μιλάς σοβαρά;»

-    «Δεν ξέρω τι μου λες, αλλά αυτή τη στιγμή ευχαρίστως θα άλλαζα τον κώλο μου με ένα καυτό υπέροχο μπάνιο!», της απάντησε η μητέρα της χαμογελώντας.

Στην πραγματικότητα ήταν κιόλας πέντε ολόκληρες μέρες πάνω στο βουνό κάνοντας κατασκήνωση στην άγρια φύση. Και το μοναδικό ζεστό νερό που μπορούσαν να απολαύσουν ήταν αυτό που ζέσταιναν για τον καφέ τους. Έτσι σιγά - σιγά η μυρωδιά απ’ τα κορμιά τους είχε γίνει ενοχλητικά δυνατή. Η Αυγή είχε αρχίσει να νιώθει άβολα και περισσότερο τώρα που ο άντρας της ο Τάκης τους είχε πει ότι για να φτάσουν πίσω στον πολιτισμό έπρεπε να περπατήσουν άλλες τρεις μέρες!

-    «Εγώ θα μπορούσα να ζήσω για πάντα έτσι!», είπε με έμφαση η Φένια.

Η Φένια ήταν ανιψιά της Αυγής, κόρη της αδελφής της, και μόνο έξη μήνες μεγαλύτερη από την ξαδέλφη της την Ελένη αν και έδειχνε αρκετά πιο ώριμη. Το νεανικό κορμί της Φένιας είχε αλλάξει αισθητά τον τελευταίο χρόνο και τώρα πια έδειχνε περισσότερο γυναίκα. Είχε βάψει τα μακριά μαλλιά της ξανθά και τώρα ανέμιζαν ανέμελα στον παγωμένο αέρα.

-    «Εδώ πάνω μέσα στην άγρια φύση νιώθω υπέροχα, νιώθω τόσο ελεύθερη!», φώναξε η Φένια για να ακουστεί η φωνή της πάνω απ’ τον θόρυβο του ανέμου που σφύριζε καθώς περνούσε ανάμεσα στα πανύψηλα έλατα.

-    «Τι λες εσύ θείε Τάκη; Δεν είναι καταπληκτικά εδώ πάνω; Δεν είναι η καλύτερη θέα που έχεις δει ποτέ;»

-    «Και βέβαια είναι η καλύτερη!», απάντησε ο Τάκης, μόνο που τα μάτια του δεν κοίταζαν τη φύση αλλά το εκπληκτικό κορμί της ανιψιάς του.

Εκείνη του χαμογέλασε και ο Τάκης χωρίς να το θέλει ένιωσε ένα γαργάλημα χαμηλά στην κοιλιά του. Η Φένια πρόλαβε να διακρίνει την έξαψη στη ματιά του θείου της και ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα κόκκινα χείλια της. Τον ρώτησε ναζιάρικα:

-    «Πού λες να κοιμηθούμε απόψε θείε Τάκη;»

Εκείνος έγνεψε προς τα κάτω στην χιονισμένη κοιλάδα ενώ την ίδια ώρα θύμωνε με τον εαυτό του που έκανε «πονηρές» σκέψεις για την ανιψιά του.

-    «Θα κατασκηνώσουμε εκεί κάτω στην κοιλάδα κάτω από κείνον τον μεγάλο βράχο για να μας κόβει τον αέρα!»

Η Ελένη πλησίασε με τα σκι της, έριξε μια ματιά κάτω και φώναξε:

-    «Ο τελευταίος που θα φτάσει θα μαγειρέψει για όλους!»

Και σπρώχνοντας με τα μπαστούνι της το φρέσκο χιόνι ξεχύθηκε σ’ ένα επικίνδυνο και γρήγορο σλάλομ ανάμεσα στα δέντρα.

«Έγινε!», φώναξε και η Φένια και ξεχύθηκε πίσω απ’ την ξαδέλφη της.

Ο Τάκης κοίταζε αφηρημένα τα δύο κορίτσια να κατεβαίνουν γλιστρώντας επιδέξια κάνω στο χιόνι, μέχρι που κατάλαβε ότι η ματιά του είχε καρφωθεί στο υπέροχο κωλαράκι της ανιψιάς του. Η στενή εφαρμοστή φόρμα του σκι κυλούσε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα και καθώς η κοπέλα τινάζονταν δεξιά αριστερά για να αποφεύγει τα διάφορα εμπόδια που συναντούσε, τα σφιχτά της κωλομάγουλα κουνιόντουσαν φοβερά ερεθιστικά. Ο Τάκης δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από το θέαμα. Η Αυγή τον πλησίασε και τον σκούντησε στον ώμο ενώ μ’ ένα παγωμένο χαμόγελο του έλεγε: ‘«Ένας άντρας που κοντεύει τα σαράντα δεν είναι σωστό να βάζει στο μυαλό του τέτοιες ιδέες για ένα κοριτσόπουλο. Ειδικά όταν αυτό το κορίτσι τυχαίνει μάλιστα να ναι η ίδια του η ανιψιά!

-    «Ε; Τι; Τι ιδέες; Τι λες; Δεν καταλαβαίνω…», ψέλλισε ξαφνιασμένος ο Τάκης προσποιούμενος τον αθώο.

-    «Ξέρεις πάρα πολύ καλά τι λέω γεροξεκούτη!». είπε εύθυμα τώρα η Αυγή και του έδειξε το εξόγκωμα που είχε παρουσιαστεί στο μπροστινό μέρος του παντελονιού του. «Έτσι και το πουλί σου καυλώσει λίγο ακόμα θα σκίσεις τη φόρμα σου!»

-    «Εσύ είσαι υπεύθυνη γι’ αυτό. Όχι εγώ, ούτε η Φένια. Εσύ μόνο, που πέντε μέρες τώρα δεν μ’ άφησες ούτε μια φορά να σε γαμήσω…», είπε παραπονιάρικα ο Τάκης.

-    «Καλά, καλά. Το ξέρω αυτό. Λυπάμαι, αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι δεν μπορούμε να κάνουμε έρωτα ενώ τα κορίτσια κοιμούνται ακριβώς δίπλα μας, μέσα στην ίδια σκηνή».

Ο Τάκης αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως η γυναίκα του είχε δίκιο.

-    «Εντάξει αλλά να ξέρεις πως δεν αντέχω άλλο. Τα αρχίδια μου με πονάνε απ’ την καύλα! Αν δεν γαμήσω έστω και στα πεταχτά απόψε θα εκραγούν!»

-    «Και δεν μου λες, εμένα ή τη Φένια σκοπεύεις να γαμήσεις στα πεταχτά απόψε;», ρώτησε προκλητικά η Αυγή.

Ο Τάκης κοίταξε τη γυναίκα του και απάντησε, γελώντας:

-    «Μα βέβαια εσένα!»

Αλλά στο βάθος του μυαλού του δεν ήταν καθόλου μα καθόλου βέβαιος γι’ αυτό! Η Αυγή κατάλαβε την αβεβαιότητα στην φωνή του αλλά ένιωσε περισσότερο ερεθισμένη παρά αγριεμένη.

-    «Πες μου την αλήθεια παλιομπάσταρδε. Εάν μπορούσες να διαλέξεις ποια απ’ τις δύο θα γαμούσες απόψε; τη γυναίκα σου ή την ανιψιά σου;»

«Μου φαίνεται πως απάντησα ήδη σ’ αυτό!»

-    «Κι εγώ σου λέω πως είσαι τόσο ειλικρινής όσο και οι πολιτικοί στους προεκλογικούς τους λόγους! Είμαι σίγουρη πως θα ‘δινες τα πάντα για να γλείψεις τις σκληρές βυζάρες της και να χώσεις το πουλί σου στο τρυφερό μουνάκι της!», είπε η Αυγή γελώντας.

-    «Έτσι όπως μου τα λες είναι σαν να θέλεις κι εσύ να την γαμήσω!»

-    «Όχι κούκλε, απλά θέλω να σε κάνω να το σκέφτεσαι τόσο πολύ ώστε το καυλί σου να πρηστεί κι άλλο και να μη μπορείς να κουνήσεις τα πόδια σου. Έτσι θα μαγειρέψεις εσύ απόψε. Γεια σου!», είπε χαρούμενη η Αυγή και έσπρωξε τα σκι της αφήνοντας σύξυλο τον Τάκη.
-    «Παλιοθήλυκο με το βρώμικο μυαλό σου!», έβρισε ο Τάκης αλλά η Αυγή είχε κιόλας απομακρυνθεί.

Ο Τάκης ρίχτηκε ξωπίσω της αλλά το πρήξιμο στο καυλί του δεν τον άφηνε να τρέξει όσο θα ήθελε για να την προλάβει. Όσο κι αν προσπάθησε ο Τάκης να προλάβει την γυναίκα του, δεν τα κατάφερε και έτσι έφτασε τελευταίος στο σημείο που ο ίδιος είχε υποδείξει βρίσκοντας τις τρεις γυναίκες να τον περιμένουν λαχανιασμένες και χαμογελαστές. Η Αυγή μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο τον ρώτησε:

-    «Λοιπόν τι θα μας φτιάξεις για βραδινό αντρούλη μου;»

Ο Τάκης έσκυψε στο αφτί της γυναίκας του για να μην τον ακούσουν τα κορίτσια και της απάντησε:

-    «Θα σου φτιάξω εγώ απόψε την κωλάρα σου! Αυτό θα είναι το βραδινό σου. Και μόλις σου τον χώσω βαθιά θα κλείσω τα μάτια μου και θα φαντάζομαι πως γαμάω το σφιχτό μουνάκι της ανιψιάς μου! Και τότε θα σου δώσω να καταλάβεις...»

-    «Χμμμ! Αυτό ακούγεται ενδιαφέρον! Μου φαίνεται πως θα σε βοηθήσω στο μαγείρεμα, ώστε να πέσουμε νωρίς για ύπνο!», απάντησε η Αυγή.

Οι πέντε μέρες «νηστείας» είχαν ανάψει κι αυτήν όσο τον Τάκη.

-    «Έι! Για ελάτε εδώ να δείτε τι βρήκαμε!», ακούστηκαν οι φωνές της Ελένης και της Φένιας από την άλλη πλευρά του βράχου.

Ο Τάκης σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος που ακουγόντουσαν οι φωνές και είδε έκπληκτος καπνούς να ανεβαίνουν, στον ουρανό!

-    «Πώς στο διάολο τα κατάφεραν αυτές οι δύο κι άναψαν κιόλας φωτιά εκεί πίσω;» ρώτησε ο Τάκης την Αυγή και ξεκίνησε για να πάει εκεί.

-    «Πάντως εμένα δεν μου μυρίζει σαν φωτιά…», είπε η Αυγή ακολουθώντας τον.

Η Ελένη που είχε τρέξει να τους φωνάξει άκουσε τα τελευταία λόγια της μητέρας της και βιαστικά τους εξήγησε:

-    «Δίκιο έχεις! Δεν είναι φωτιά. Είναι μια πηγή με θερμό νερό. Μεταλλικό νερό βγαίνει υπόγεια από κάποιο σημείο κι έχει σχηματίσει αυτήν εδώ την λιμνούλα με τους ατμούς που βλέπετε!»

Η Ελένη έδειξε θριαμβευτικά την λιμνούλα που είχε δημιουργήσει η μητέρα - φύση πάνω στα χιονισμένα βουνά με αχνιστό νερό!

-    «Μπα που να πάρει!», είπε έκπληκτος ο Τάκης.

-    «Ορίστε! Εδώ έχουμε το ζεστό μπάνιο που χρειαζόμαστε!»

Η Αυγή ενθουσιασμένη από την ιδέα χτύπησε παλαμάκια με τα χέρια της και φώναξε:

-    «Ωραία! Ελάτε να γδυθούμε και να μπούμε όλοι μαζί μέσα!»

Ο Τάκης ξαφνιάστηκε από την πρόταση της γυναίκας του.

-    «Εεε καλά... λοιπόν κορίτσια πλυθείτε εσείς πρώτα, κι εγώ θα ετοιμάσω την σκηνή για το βράδυ…», ψέλλισε ο Τάκης ενώ σκεφτόταν ότι έτσι και καθόταν μέσα στην λίμνη με τρεις γυμνές γυναίκες γύρω του, τα αρχίδια του σίγουρα θα τιναζόντουσαν στον αέρα από την καύλα.

-    «Μην λες κουταμάρες, θείε Τάκη. Οι οικογένειες στην Ιαπωνία κάνουν πάντα μαζί ζεστό μπάνιο. Έλα λοιπόν κι εσύ!», είπε γελώντας ναζιάρικα η Φένια.

-    «Χμ! μπορεί να γίνεται αυτό που λες στην Ιαπωνία παιδί μου, αλλά για τ’ όνομα του θεού στην πατρίδα μας μπορεί να μας συλλάβουν όλους αν κάνουμε κάτι τέτοιο...», ψέλλισε διστακτικά ακόμα ο Τάκης.

-    «Και ποιος θα το μάθει; Εδώ πάνω είμαστε ολομόναχοι!», είπε η Αυγή.

-    «Έλα μπαμπά! Ούτε καν δεν θα μπορούμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλο με όλους αυτούς τους ατμούς. Θα γδυθούμε εμείς απ’ την μια μεριά, εσύ απ’ την άλλη και θα μπούμε όλοι μαζί στο νερό!», είπε η Ελένη.

Τώρα πια ο Τάκης κατάλαβε πως δεν του είχε απομείνει άλλη δικαιολογία για να μπορέσει να αρνηθεί. Οι τρεις τους μάλιστα του γύρισαν την πλάτη πήγαν στην μια άκρη της λιμνούλας κι άρχισαν να βγάζουν τα ρούχα τους. «Τι στο διάολο;», σκέφτηκε ο Τάκης. «Δεν θα πάθω και τίποτε!», και άρχισε αμέσως να βγάζει το βαρύ μπουφάν του. Κατέβασε την φόρμα του σκι, έβγαλε τα εσώρουχά του και το πελώριο καυλωμένο καυλί του πετάχτηκε ελεύθερο πια σημαδεύοντας περήφανα προς τα πάνω.

Εκείνη την ώρα μια ριπή του ανέμου σάρωσε για λίγο τους ατμούς και ο Τάκης βρέθηκε να κοιτάζει αμήχανος τις τρεις γυναίκες που δεν είχαν μπει στο νερό και τον περίμεναν. Αλλά πρόλαβαν κι εκείνες να τον δουν... Η Αυγή ένιωσε το μουνί της να υγραίνεται, η Ελένη γύρισε ντροπαλά αλλού το βλέμμα της και η Φένια απόμεινε με μισάνοιχτο το στόμα απ’ την έκπληξη, να χαζεύει τον μεγαλύτερο πούτσο που είχε δει ποτέ στη ζωή της!

Ο άνεμος κόπασε και γρήγορα οι ατμοί έκρυψαν ξανά τον ένα απ’ τον άλλο. Ο Τάκης πρόλαβε και συγκράτησε στη μνήμη του την θέα των τριών γυμνών γυναικών. Το κορμί της Αυγής το ήξερε βέβαια, σπιθαμή προς σπιθαμή. Η ανιψιά του όμως ήταν το κάτι άλλο. Δύο υπέροχα βυζιά στρογγυλά και μεγάλα χωρίς όμως να είναι πεσμένα ήταν στολισμένα με δύο θεόρατες σκουρόχρωμες ρωγάρες. Η κοιλιά της ήταν εντελώς επίπεδη, οι γοφοί της τορνευτοί με τέλειες αναλογίες και το τρίχωμα του μουνιού της ήταν πυκνό μαύρο και γυάλιζε σαν μετάξι.

Ο Τάκης δεν μπορούσε να θυμηθεί πως ήταν το υπόλοιπο κορμί της ανιψιάς του γιατί τα μάτια του είχαν ακινητοποιηθεί εκεί! Η θέα του τρυφερού νεανικού μουνιού τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον ήδη πρησμένο πούτσο του. Ο Τάκης τα ‘βάλε ξανά με τον εαυτό του για τις απαγορευμένες σκέψεις που έκανε. ‘Ήταν παράλογο σύμφωνα με την λογική του να θέλει να γαμήσει την ίδια του την ανιψιά. Αλλά το ένστικτό του δε λογάριαζε τη λογική κι έκανε το καυλί του να πονάει απ’ την καύλα.

Μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά και στην κόρη του. Το κορμί της Ελένης ήταν ασχημάτιστο ακόμα. ‘Ήταν λεπτοκαμωμένη και τα βυζάκια της ήταν σαν δύο αχλαδάκια το μουνάκι της είχε σγουρές κοκκινόξα3ες τριχούλες Και... «Ω θεέ μου!» σκέφτηκε σοκαρισμένος ο Τάκης καθώς τώρα συνειδητοποιούσε ότι μετά από πέντε μέρες χωρίς να γαμήσει τον καύλωνε ακόμα και η κόρη του!

Οι ατμοί πύκνωναν περισσότερο Οι τρεις γυναίκες μπήκαν προσεκτικά στην λιμνούλα απολαμβάνοντας το ζεστό νερό πάνω στα γυμνά κορμιά τους. Ο Τάκης μπήκε απ’ την άλλη μεριά στο νερό αλλά στο σημείο εκείνο τα νερά ήταν ρηχά. Του έφταναν μόλις μέχρι τους γοφούς. Το καυλί του έτσι όπως ήταν σηκωμένο εξείχε από την επιφάνεια του νερού και θύμιζε περισκόπιο υποβρυχίου, έτσι όπως παλλόταν.

Η Φένια πρόλαβε να δει άλλη μια φορά το πρησμένο πουτσοκέφαλο του θείου της. Ένιωσε έναν κόμπο να την πνίγει. Η πούτσα του θείου της ήταν τουλάχιστον διπλάσια απ’ το πουλί του γκόμενου της και σε μήκος και σε πάχος!. Τα μουνόχειλα της χωρίς να το θέλει αναδεύτηκαν. Θυμήθηκε ότι το αγόρι της ποτέ δεν τα κατάφερνε να κρατηθεί περισσότερο από ένα δύο λεπτά και πάντα την άφηνε στα κρύα του λουτρού. Περίεργες σκέψεις καρφώθηκαν στο μυαλό της.

«Έτσι θείε, έλα να κάτσεις εδώ δίπλα έχει χώρο», είπε η Φένια και τραβήχτηκε λίγο προς το μέρος της Ελένης. Δεν τραβήχτηκε όμως όσο μπορούσε. Μονάχα όσο χρειαζόταν για τα στριμωχτεί δίπλα της ο θείος Τάκης. Ο θείος με το φανταστικό καυλί. Η Αυγή καθόταν στην άλλη άκρη της λιμνούλας και προσπαθούσε ανάμεσα στους καπνούς να διακρίνει τον άντρα της και την ανιψιά της. Το ίδιο ακριβώς που σκεφτόταν και εκείνη στην ηλικία της. Έτσι τώρα προσπαθούσε μέσα από τους πυκνούς υδρατμούς να διακρίνει τι γινόταν.

Από μια απίθανη σύμπτωση η Αυγή θυμήθηκε εκείνη την ώρα ότι όταν ήταν πιτσιρίκα της άρεσε τρομερά να κάθεται πάνω στα γόνατα του θείου της και να τρίβει τον παιδικό κωλαράκο της πάνω του μέχρι που ένιωθε εκείνο το σκληρό πράγμα από κάτω της να σαλεύει. Βέβαια τότε ήταν ντυμένος και ο θείος της και εκείνη. Εκείνη την εποχή καμία οικογένεια, ούτε καν θα τολμούσε να φανταστεί ότι θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να κάνουν μπάνιο ολόγυμνοι όλοι μαζί....

Η Αυγή προσπαθούσε τώρα να φανταστεί πόσο πολύ πιο προοδευτικές ιδέες είχε η ανιψιά της. O Τάκης έκατσε δίπλα στην ανιψιά του και το τριχωτό μπούτι του ακούμπησε χωρίς να το θέλει πάνω στην μεταξένια επιδερμίδα του ποδιού της.

-    «Δεν είναι όμορφα έτσι χλιαρό που είναι το νερό;», ρώτησε η Φένια.

-    «Ε... ναι... σίγουρα!», απάντησε ο Τάκης ενώ μέσα του σκεφτόταν ότι ο πούτσος του έμοιαζε με πυρακτωμένο σίδερο!

Ξαφνικά τα απαλά δάχτυλα της Φένιας άγγιξαν τον μηρό του Τάκη ανεπαίσθητα αλλά σταθερά κάτω από την επιφάνεια του αχνιστό νερού. Κανένας από τους υπόλοιπους δεν έδειξε να καταλαβαίνει τίποτα. Τα δάχτυλα της Φένιας έμειναν στο μπούτι του θείου της διστακτικά για λίγο περιμένοντας ότι θα της τραβούσε μακριά το χέρι. Όμως ο Τάκης δεν το τράβηξε. Ξάπλωσε με την πλάτη προς τα πίσω όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην λιμνούλα με το μεταλλικό νερό και ανάσανε βαθιά. Οι αχνιστοί υδρατμοί που έβγαιναν από την λίμνη θύμισαν στον Τάκη την μυρωδιά νεανικού χνουδάτου μουνιού.

Το χέρι της ανιψιάς του αργά - αργά σύρθηκε πάνω στο πόδι του χαϊδεύοντας τον ανάλαφρα. Οι μυς του ποδιού του σφίχτηκαν στο απαλό κοριτσίστικο χάδι. Η Φένια έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και ψιθύρισε όσο πιο σιγά μπορούσε. «πω πω!!! Χμμμ! Τι δυνατό πόδι που έχεις θείε!»

-    «Αν νομίζεις ότι το πόδι μου είναι δυνατό που να δεις και τα υπόλοιπα…», ψιθύρισε ο Τάκης και ένιωσε το καυλί του να πρήζεται κι άλλο.

Η Αυγή με την Ελένη δεν τους άκουγαν γιατί συζητούσαν γελώντας για το τι φαί θα τους μαγειρέψει ο Τάκης αφού είχε χάσει το στοίχημα.

-    «Πρόλαβα και είδα και το υπόλοιπο θείε. Για μια στιγμή όμως μόνο όταν φύσηξε προηγουμένως και καθάρισαν για λίγο οι ατμοί...», είπε ψιθυριστά πάλι η Φένια.

Τώρα πια το χέρι της είχε φτάσει και χάιδευε τις μουσκεμένες σγουρές και πυκνές πουτσότριχες του θείου της.

-    «Μπορώ να τ’ αγγίξω;», ρώτησε η κοπέλα σιγά.

Ο Τάκης έριξε μια γρήγορη ματιά στη γυναίκα του και την κόρη του στην άλλη μεριά της λιμνούλας και είδε ότι δεν τους έδιναν σημασία.

= «Βέβαια μπορείς, γιατί όχι;», απάντησε στην ανιψιά του με βραχνή από την ανυπομονησία φωνή.

Η μικρή νεανική παλάμη της Φένιας τυλίχτηκε γύρω από το χοντρό παλαμάρι του Τάκη.

-    «Πω πω! Θεέ μου!... Είναι ακόμα πιο μεγάλο απ’ όσο φαινόταν!», είπε λιγωμένη η κοπελίτσα και κούνησε τρυφερά το χέρι της πάνω κάτω στην σκληρή καυτή παλλόμενη σάρκα του θείου της.

Μικρά κυματάκια σχηματίστηκαν πάνω απ’ το χέρι της ταράζοντας την επιφάνεια της αχνίζουσας λιμνούλας.  Η Φένια έσφιξε πιο πολύ το καυλί του θείου της και κουνούσε το χέρι της γρηγορότερα πάνω κάτω.

-    «Ξέρεις, το αγόρι μου λέει πως τραβάω πολύ καλή μαλακία στον πούτσο του πριν τον αφήσω να με γαμήσει... Μάλιστα λέει πως το ευχαριστιέται πάρα πολύ…», ψιθύρισε η Φένια.

-    «Ωχ... μάλλον έχει δίκιο», βόγκηξε σιγανά ο Τάκης νιώθοντας τον πούτσο του να φουσκώνει και να πρήζεται όσο ποτέ άλλοτε.

Ο Τάκης με δυσκολία κρατιόταν να μην βογκήξει από την καύλα που του χάριζε τη ανιψιά του. Κι ακόμα πιο δύσκολο ήταν να διατηρήσει ήρεμο το πρόσωπό του σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Η Φένια τώρα κουνούσε το χέρι της δυνατά πάνω κάτω στο σκληρό παλούκι του ενώ με το μεγάλο της δάχτυλο του έτριβε το πρησμένο του πουτσοκέφαλο.

-    «Θα σε κάνω να χύσεις θείε! Θέλω να νιώσω την πούτσα σου να σπαρταράει στην χούφτα μου…», ψιθύρισε ξεδιάντροπα η Φένια.

-    «Ωχ θεέ μου! Μη μου το κάνεις αυτό!», προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί ο Τάκης που καταλάβαινε ότι δεν θα κρατιόταν για πολύ ακόμα και θα μούγκριζε όταν τα αρχίδια του άδειαζαν το φορτία που κουβαλούσαν τόσες μέρες μέσα τους.

Ο Τάκης ήξερε ότι η Αυγή σίγουρα θα καταλάβαινε τι συνέβαινε μόλις τον άκουγε.

-    «Αν θέλεις να σταματήσω θείε, τότε θα πρέπει να βάλεις το δικό σου χέρι στο μουνάκι μου! Βρες την κλειτορίδα μου και τρίψε με μέχρι να χύσω!»

-    «θα ήθελα πολύ να το κάνω, αλλά δεν μπορώ. Η Αυγή θα σε ακούσει σίγουρα. Θα μάθει τότε αμέσως τι κάνουμε...»

-    «Θα μείνω σιωπηλή. Το υπόσχομαι δεν θα βγάλω άχνα. Ούτε κιχ...», είπε η Φένια ανυπόμονα.

-    «Εντάξει διαβολοκόριτσο ας γίνει το χατίρι σου. Αλλά σε παρακαλώ άσε τον πούτσο μου λίγο να ηρεμήσει!», ψιθύρισε ο Τάκης και άφησε το χέρι του να γλιστρήσει πάνω στην μεταξένια επιδερμίδα της ανιψιάς του μέχρι που άγγιξε τις απαλές της σγουρές μουνότριχες.
'
-    «Μμμ! Μ’ αρέσει να με χαϊδεύεις…», ψιθύρισε λαχανιαστά η Φένια.

Το δικό της χέρι σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει στη σκληρή ψωλάρα του θείου της αλλά έμεινε κλεισμένο σφιχτά γύρω της. Ο Τάκης γλίστρησε το μακρύ, μεσαίο του δάχτυλα ανάμεσα στα μπούτια της ανιψιάς του και της χάιδεψε τα παχιά της μουνόχειλα.

-    «Ααααχ!», αναστέναξε σιγά η κοπέλα ενώ η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη.

-    «Σσσ!», την προειδοποίησε ο Τάκης ανήσυχος.

Το δάχτυλό του χώρισε τα μουνόχειλα της Φένιας και γλίστρησε ανάμεσά τους. Η ροδαλή επιδερμίδα του μουνιού της ήταν καυτή και υγρή. Ακριβώς μόλις πίεσε την μουνότρυπα της η κοπέλα βόγκηξε σιγανά και το χέρι της σφίχτηκε πιο δυνατά στο καυλί του θείου της.
-    «Ααααχ!», αναστέναξε με την σειρά του ο Τάκης.

-    «Σσσσ!», ψιθύρισε κοροϊδευτικά η Φένια.

Η Αυγή τους έριξε μια ματιά αλλά η Φένια σκέφτηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να καταλάβει τι γινόταν με τόσους υδρατμούς. Ο Τάκης έχωσε το δάχτυλό του βαθιά στο μουνί της ανιψιάς του και ένιωσε τους μυς της να τον σφίγγουν παθιασμένα. Αμάν, σκέφτηκε ο Τάκης, φαντάσου αφού σφίγγει έτσι το δάχτυλό μου πως θα σφίξει το καυλί μου αυτό το μουνάκι. Και μόνο στη σκέψη αυτή ο Τάκης κόντεψε να χύσει. Με την παλάμη του ο Τάκης της έτριψε την κλειτορίδα. Την ένιωσε να μεγαλώνει και να πρήζεται κάτω απ’ τα χάδια του. Η κλειτορίδα της Φένιας έγινε σαν μικρό δάχτυλο και η κοπέλα αναστέναξε βαθιά.

-    «Χώσε μου το δάχτυλό σου μέσα μου την ίδια ώρα που με χαϊδεύεις! Αχ θείε Τάκη, κάνε με να χύσω, κάνε με να νιώσω την ηδονή που έχω τόσο πολύ ανάγκη…»

Το χέρι της κινήθηκε πάνω κάτω στο παλλόμενο σκληρό σαν πέτρα καυλί του θείου της! Άρχισε να του τον παίζει μανιασμένα δημιουργώντας μια μικρή αναταραχή στην επιφάνεια του νερού.

-    «Παλιοκαριολίτσα! Δεν είπαμε να κάτσεις φρόνιμα;», ψιθύρισε έντονα αυτή την φορά ο Τάκης.

-    «Θέλω να χύσουμε και οι δυο μαζί!!»

-    «Ωχ γαμώτο!», ψέλλισε ο Τάκης, που ήξερε πια ότι αν γινόταν αυτό, σίγουρα δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν σιωπηλοί και οι δυο τους.

-    «Και το βράδυ θα έρθεις στο σλίπινγκ μπανγκ μου θείε; Θέλω να νιώσω μέσα μου αυτόν τον πούτσαρο! Όταν θα κοιμηθούν η Αυγή και η Ελένη θα σε περιμένω να με γαμήσεις θειούλη μου…», ψιθύρισε προκλητικότατα η Φένια ενώ το χέρι της εξακολουθούσε να μαλακίζει την ψωλάρα του Τάκη.

Ο Τάκης ανατρίχιασε σύγκορμος καθώς σκέφτηκε τι θα του έκανε η γυναίκα του έτσι και τον ανακάλυπτε. Αλλά ήθελε τόσο πολύ να συνέβαινε αυτό! Λίγο ακόμα και θα την γαμούσε επιτόπου αδιαφορώντας για όλους και για όλα!

-    «Βάλε κι άλλο ένα δάχτυλο μέσα μου θείε!», τον παρότρυνε η Φένια, ενώ ταυτόχρονα άνοιξε όσο μπορούσε περισσότερο τα μπούτια της για να τον διευκολύνει.

Ο Τάκης έχωσε δύο δάχτυλα και άρχισε να γαμάει την σφιχτή της μουνότρυπα. Η κοπελίτσα κουνούσε τους γοφούς της λαχανιάζοντας.

-    «Ααχχχ! Έτσι θείε μου! Έλα! Κάνε με να χύσω! Χώσε μου κι άλλο δάχτυλο στην μουνάρα μου! Έλα…», τον παρακάλεσε η Φένια ενώ κουνούσε σαν τρελή την παλάμη της πάνω στην ψωλάρα του.

Ο Τάκης έχωσε το τρίτο δάχτυλο μέσα στην καυτή μουνότρυπα της ανιψιάς του. Κάθε φορά που τα δάχτυλά του χωνόντουσαν μέχρι τον πάτο του μουνιού της το τέταρτο δάχτυλό του πίεζε ορμητικά την σούφρα του κώλου της!

-    Έι! Τι πας να κάνεις; Δεν πιστεύω να θες να χωθείς και εκεί;», ψιθύρισε ανήσυχη η Φένια.

«Και βέβαια θέλω να χωθώ εκεί. Κι όταν έρθω απόψε στο σλιπινγκ μπανγκ σου αυτό που θα σου χώσω στην κωλάρα σου δεν θα είναι το δάχτυλό μου αλλά η καυτή ψωλάρα μου!»

-    «Θεέ μου!», ψέλλισε φοβισμένη η Φένια καθώς σκέφτηκε τι θα γινόταν αν αυτό το παλούκι που είχε στο χέρι της χωνόταν στην κωλοτρυπίδα της! «Θα με σκίσεις στα δύο!»

-    «Ακριβώς αυτό θα σου κάνω και μάλιστα θα σ’ αρέσει κιόλας!!!» της υποσχέθηκε ο Τάκης και έχωσε το τέταρτο δάχτυλό του στην σούφρα της, γαμώντας την μανιασμένα.

Η κατάσταση ξέφευγε ολοένα από τον έλεγχό του. Το ίδιο και ο πούτσος του! Η παλάμη της ανιψιάς του τον έπαιζε ξέφρενα και τον ένιωσε να πρήζεται κι άλλο! Έσπρωξε με δύναμη όλα του τα δάχτυλα μέσα στην ανιψιά του που βόγκηξε από την καύλα και με την παλάμη του της έτριψε δυνατά την καυλωμένη της κλειτορίδα.

-    «Αχ! Ναι! Έλα θείε Τάκη! Έτσι! Ωωωχχχ! Έτσι! Ααααχχχ! Θα με κάνεις να χύσω θείε! Τελειώνω!», μούγκρισε η Φένια προσπαθώντας απεγνωσμένα να μην φωνάξει, ενώ οι γοφοί της κουνιόντουσαν στον γοργό ρυθμό του χεριού του θείου της που μπαινόβγαινε μέσα της γαμώντας την.

Το καυλί του Τάκη συσπάστηκε και τα βαριά αρχίδια του τίναξαν το φορτίο τους που πετάχτηκε καυτό, άσπρο και πηχτό. Η Φένια ένιωθε στην παλάμη της την χοντρή πούτσα να σπαρταράει ανεξέλεγκτα. Έχυναν και οι δύο τώρα με δαγκωμένα χείλια απ’ την καύλα προσπαθώντας να μην προδοθούν. Οι στιγμές φαίνονταν αιώνες μέχρι να μπορέσουν να ηρεμήσουν και να ξαναβρούν τον κανονικό ρυθμό της ανάσας τους.

Τελικά ο Τάκης τράβηξε τα χέρια του απ’ το μουνί και τον κώλο της ανιψιάς του. Η Φένια ένιωσε το καυλί του να μαλακώνει στην παλάμη της. Κάτι μέσα της όμως της έλεγε πως αυτό δεν ήταν το τέλος. Αυτό ίσως να ήταν η αρχή για κάτι που καταλάβαινε καλά ότι δεν θα μπορούσαν εύκολα να το αντιμετωπίσουν.