Η θεία Βάσια στο χωριό

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ούτε που το φανταζόταν ο φίλος μας ότι θα έκανε παρτούζα με την θεία και τους κολλητούς του…

Η ιστορία:

Είχαν περάσει καιρός από την τελευταία φορά που είχα δει την Βάσια. Εγώ είχα μεγαλώσει. Από Σεπτέμβριο θα πήγαινα στην Τρίτη Λυκείου. Όλο αυτό το διάστημα την είχα παίξει αμέτρητες φορές για την θεία μου. Δεν μπορούσα να την βγάλω ούτε λεπτό από το μυαλό μου. Κάποιο βράδυ, εκεί που καθόμασταν στην παιδική χαρά του χωριού με τους φίλους μου, είχαμε εντωμεταξύ καταναλώσει μερικά κουτάκια μπίρα και είχαμε φτιάξει κεφάλι, τα παιδιά της παρέας άρχισαν να μιλάνε για γκόμενες και για διάφορες καταστάσεις που είχαν κάνει με τα κορίτσια τους. Μίλαγαν για στριμώγματα για χουφτώματα και τέτοια. Κάποια στιγμή πήρα τον λόγο και μίλησα για αυτά που είχα ζήσει στην Αθήνα. Τους είπα ότι η θεία μου η Βάσια μου είχε δείξει το μουνί της γδυνόταν μπροστά μου και ότι της το είχα πιάσει. Τα παιδιά στην παρέα άρχισαν να μου ζητάνε περισσότερες λεπτομέρειες, οπότε κι εγώ άρχισα να τους λέω την ιστορία που έγραψα και για εσάς. Μπορούσες να το δεις στα πρόσωπα τους ότι είχαν καυλώσει και μόνο στην σκέψη.

Φυσικά δεν τους είπα ότι κάθισε να της βάλει χέρι ο ταξιτζής, αλλά τους είπα ότι της αρέσει να μην φοράει κιλότα, της αρέσει να ανοίγει τα πόδια και να την κοιτάνε. Τους είπα ότι μια μέρα μου ζήτησε να την κοιτάω και να την παίζω όπως ότι της το είχα χαϊδέψει και ένα μου δάχτυλο είχε γλιστρήσει μέσα της. Την επόμενη μέρα είχαμε πάει στο σπίτι του ξάδελφου μου του Κώστα και μου ζήτησαν να τους ξαναπώ την ιστορία με την θεία. Αν και δεν μου άρεσε άρχισα να τους ξαναλέω την ιστορία κι αυτοί άρχισαν να χαϊδεύουν την πούτσα τους. Ενώ όταν έλεγα πιο πικάντικες λεπτομέρειες, την έπαιζαν κανονικά. Μιλάμε για ομαδική μαλακία από οκτώ άτομα και μόνο με την ιστορία της θείας. Όπως καταλαβαίνεται την είχα κάνει βούκινο στο χωριό την θεία μου. Όλοι οι πιτσιρικάδες πουτάνα την ανέβαζαν, πουτάνα την κατέβαζαν. Ευτυχώς μετά από μερικές μέρες το γύρισαν και άρχισαν να αποκαλούν εμένα ψεύτη. Όταν το απογευματάκι πήγαινα να τους συναντήσω μου έλεγαν καλώς τον ψεύτη.

Ήταν καλοκαιράκι τέλη Ιουλίου και θα ερχόταν η θεία με τον άντρα της και τις δυο ξαδέλφες μου για δεκαπέντε μέρες στο χωριό. Εγώ και μόνο στην σκέψη είχα καυλώσει. Περίμενα να την ξαναπάρω μάτι. Το πρόβλημα είναι ότι μέσω του ξάδελφου Κώστα το έμαθαν και τα παιδιά της παρέας. Εκεί είναι που άρχισε η καζούρα.

-    «Τι έγινε Αλέξη; Έρχεται η πουτάνα η θεία σου; Πες της να έρθει στην παιδική χαρά να μας δείξει την μουνάρα της κι εμείς θα την παίξουμε μπροστά της».

-    «Αν θέλει μπορούμε να έρθουμε και στο σπίτι να την γαμήσουμε» είπε κάποιος άλλος και άλλα τέτοια.

Εγώ τα είχα πάρει με τα κωλόπαιδα και πήγα να τσακωθώ μαζί τους αλλά με συγκράτησαν. Όπως καταλαβαίνεται η κατάσταση ήταν τραγική, το δούλεμα πήγαινε σύννεφο. Την επόμενη το βράδυ ήρθαν η θεία με την οικογένεια της. Εγώ ήμουνα με τους φίλους στην παιδική χαρά την στιγμή εκείνη. Για να μην τα πολυλογώ, την θεία την είδα το επόμενο πρωί στο σπίτι. Όταν ξύπνησε ήρθε και με φίλησε.

-    «Τι κάνεις Αλέξη;» μου είπε. «Για να σε δω… πως μεγάλωσες! Ολόκληρος άντρας έγινες!»

Στη συνέχεια πήγε στην κουζίνα να κάνει καφέδες. Δεν πέρασε καμιά ώρα και στο σπίτι άρχισαν να έρχονται ο ένας μετά τον άλλο οι φίλοι μου. Σαν να ήταν συνεννοημένοι και να περίμεναν έξω από το σπίτι. Φυσικά ο λόγος ήταν για να δούνε την Βάσια. Το σπίτι είχε δυο καθιστικά όπου το ένα όταν μαζευόταν πολύ συγγενείς το μετατρέπαμε σε υπνοδωμάτιο με τρεις καναπέδες που γίνονταν κρεβάτι. Όπως ακριβώς το είχαμε μετατρέψει εκείνη την ημέρα. Το καθιστικό ήταν και η είσοδος για το δωμάτιο της θείας όπου δίπλα ακριβώς ήταν το δικό μου δωμάτιο. Μόλις μαζευτήκαν στο καθιστικό μου ζήτησαν να παίξουμε Pro στο Playstation οπότε χωριστήκαμε σε τέσσερις ομάδες και αρχίσαμε το πρωτάθλημα. Φυσικά τα βλέμματα ήταν στραμμένα στην θεία που γυρνούσε μέσα στο σπίτι φορώντας ένα στενό τζιν παντελόνι και ένα μπλουζάκι από πάνω. Σε μια στιγμή που πήγε στο δωμάτιο για να πάρει κάτι από την βαλίτσα τα υπόλοιπα κωλόπαιδα με σκούνταγαν και μου ζητούσαν να πάω να της πιάσω τον κώλο.

-    «Άντε βρε μαλάκα χούφτωσε την να σε δούμε».

Εγώ φυσικά δεν πήγα, οπότε οι άλλοι άρχισαν να με λένε ψεύτη. Ενώ όταν η θεία πήγε στο άλλο καθιστικό άρχισαν να μου ρίχνουν σύννεφο της καρπαζιές στο σβέρκο.

-    «Είναι ψεύτης! Ψεύτης! έλεγαν. Την άλλη φορά που θα μπει μέσα πάμε να την χουφτώσουμε εμείς», έλεγαν θέλοντας να με κάνουν να την χουφτώσω εγώ. «Έλα ρε μαλάκα μου έλεγαν πες της να πάει να αλλάξει στο δωμάτιο για να την πάρουμε μάτι. Άμα δεν της το πεις εσύ θα της ζητήσουμε εμείς να μας δείξει το μουνί της».

Μετά από λίγο η θεία ξαναμπήκε στο δωμάτιο για να βάλει πίσω στην βαλίτσα αυτό που είχε πάρει. Τότε ο πιο μικρός από την παρέα, ο Νίκος, σηκώθηκε, πήγε κοντά της και έκανε από πίσω ότι της χούφτωνε τον κώλο χωρίς να την ακουμπά. Είχα μπει σε μπελάδες. Με την μαλακία που με βάραγε είχα βάλει την θεία σε μπελάδες. Η θεία μου τώρα έκανε λίγο πίσω για να τακτοποιήσει την βαλίτσα και ο κώλος της πήγε πάνω στο χέρι του Νίκου που εκείνη την στιγμή κοίταζε προς το μέρος μας. Η θεία ταράχτηκε που ο μικρός Νίκος της χούφτωσε τον κώλο όπως ήταν σκυμμένη και γύρισε και τον κοίταξε αγριεμένη.

-    «Θέλεις τίποτα;» τον ρώτησε.

-    «Όχι! Όχι» είπε αυτός και ήρθε να κάτσει μαζί μας ενώ οι υπόλοιποι χασκογελούσαν.

-    «Πάμε να φύγουμε» είπα στους άλλους και τους πήρα να φύγουμε.

Όλοι χάιδευαν το κεφάλι του Νίκου και του έδιναν συγχαρητήρια που χούφτωσε την πουτάνα όπως έλεγαν. Η θεία δεν πρέπει να είχε καταλάβει τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη της. Όλη την ημέρα οι φίλοι μου ζητούσαν να πω στην θεία να τους δείξει έστω τα βυζάκια της. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Φυσικά ήθελα κι εγώ να δω την μουνάρα της αλλά δεν μου άρεσε η ιδέα να της ζητήσω να κάνει οπτική παρτούζα και μάλιστα στο χωριό. Το βράδυ γύρισα στο σπίτι και έκατσα ως αργά έξω από την πόρτα του δωματίου της για να καταφέρω να την πάρω μάτι αλλά δεν έγινε τίποτα. Η θεία μίλαγε με τον πατέρα μου και έλεγαν ότι έπρεπε να πάνε στην πόλη για να ψωνίσουν στο σούπερ μάρκετ. Να η ευκαιρία μου σκέφτηκα για να δω το μουνί της. Όταν ο θείος πήγε στο μπάνιο και έμεινα με την θεία, πήγα στο αφτί της και της είπα ότι θέλω να δω το μουνί της. Εκείνη γέλασε.

-    «Ακόμα το θυμάσαι;» μου είπε και γέλασε.

-    «Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Μπορείς αύριο να βάλεις καμιά από αυτές τις φούστες σου να σε δω λιγάκι;»

-    «Αύριο στην πόλη» μου απάντησε.

Το πρωί κατά τις εννέα ετοιμαζόμασταν για να φύγουμε όταν η παρέα άρχισε να μαζεύεται στο σπίτι. Φυσικά εγώ δεν τους άφησα να μπουν μέσα και τους είπα ότι θα πάμε για ψώνια στην πόλη. Εκείνη την στιγμή ο θείος και η θεία βγήκαν από το σπίτι για να πάνε στο αμάξι. Η θεία φορούσε μια πολύ κοντή φούστα και τα παιδιά κοιτούσαν τα πόδια της σαν χαζά. Ο θείος και η θεία μπήκαν στο αμάξι ενώ εγώ ήμουν ακόμα με τα παιδιά.

-    «Πάω να φύγω» τους είπα.

Τότε ο Κώστας με τράβηξε από τον γιακά και με ρώτησε ψιθυριστά:

-    «Φοράει κιλότα;»

-    «Δεν νομίζω…» του απάντησα.

-    «Άντε Αλέξη, θα έρθεις;» μου είπε ο θείος.

-    «Έρχομαι» του απάντησα.

Όταν φτάσαμε στην πόλη πήγαμε κατευθείαν για να ψωνίσουμε τρόφιμα κι εγώ κοίταζα τα πόδια της θείας και είχα καυλώσει, χωρίς να έχω δει τίποτα ακόμα. Προσπαθούσα να καταλάβω αν φοράει κιλότα και κοίταζα να δω αν υπήρχαν τίποτα γραμμές στην φούστα που να δηλώνουν ότι φόραγε. Δεν υπήρχε τίποτα. Βρισκόμασταν στο βάθος του σούπερ μάρκετ στην πίσω γωνία με τα ψυγεία όταν κοίταξα γύρω μου, και αφού δεν είδα κανέναν, πήγα από πίσω και έβαλα το χέρι μου κάτω από την φούστα της και της χάιδεψα το κωλαράκι της. Εκείνη γύρισε να δει αν μας βλέπει κανείς και αφού είδε ότι δεν ήταν κανένας γύρω μας, έσκυψε πιο πολύ για να δει κάποια βούτυρα και το χέρι μου έφτασε μέχρι το μουνί της. Φυσικά της το χούφτωσα όλο με την παλάμη μου ενώ έβαλα τον αντίχειρα μέσα στον κόλπο της που ήταν μούσκεμα. Εκείνη άρχισε να σηκώνεται πολύ αργά και έτσι άρχισε το δάχτυλό μου σιγά - σιγά να βγαίνει από το μουνί της ενώ και η φούστα της σηκωνόταν και έβλεπα τον κώλο της. Τότε γύρισε και μου είπε:

-    «Φτάνει. Αρκετά για σήμερα».

Όταν τελειώσαμε τους είπα να πάμε στην πλατεία να πιούμε κανένα καφεδάκι. Όταν φτάσαμε στην καφετέρια τους άφησα να κάτσουν στο τραπέζι κι εγώ πήγα στην τουαλέτα για να τους αφήσω να κάτσουν πρώτα και να κάτσω απέναντι από την θεία. Όλα δούλεψαν τέλεια. Σε δυο λεπτά καθόμουν απέναντι από τα μπούτια της θείας και την έπαιρνα μάτι. Αυτή κάθε τρεις και λίγο άνοιγε τα πόδια της λιγάκι κι εγώ έβλεπα όλη την μουνάρα της. Σε μια στιγμή που ο θείος πήγε στην τουαλέτα, της ζήτησα να τα ανοίξει κι άλλο δήθεν γιατί δεν έβλεπα. Φυσικά η θεία τα άνοιξε κι άλλο και τώρα όλα είχαν βγει στην φόρα. Εγώ έσκυψα λιγάκι προς τα πόδια της, έπιασα την φούστα της από της δυο μεριές και την σήκωσα λιγάκι ακόμα. Τώρα ήταν στην κυριολεξία σαν την πουτάνα μπροστά μου. Ευτυχώς καθόμασταν στο τέλος του μαγαζιού και δεν μπορούσε να μας δει κανείς από πίσω. Όταν έκατσα πίσω για να απολαύσω το θέαμα, η θεία με ρώτησε:

-    «Καλά είμαι ή μήπως προτιμάς έτσι;» μου είπε και σήκωσε το δεξί της πόδι και το έβαλε πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας.

Το μουνί της άνοιξε σαν γαρίφαλο.

-    «Έρχεται ο θείος» της είπα μόλις τον είδα και εκείνη κατέβασε το πόδι από το μπράτσο, τακτοποίησε και τη φούστα της σαν να μην συνέβη τίποτα.

Δεν είχαμε τελειώσει τον καφέ όταν στην καφετέρια μπήκε ο ξάδελφος Κώστας μαζί με ακόμα τρεις φίλους. Μόλις μας είδαν ήρθαν προς το μέρος μας. Ο Κώστας ήρθε δίπλα μου δήθεν για να μου πει κάτι κοιτώντας τα μπούτια της θείας η οποία τα είχε κλείσει και είχε βάλει και το χέρι της έτσι ώστε να μην φαίνεται τίποτα. Τα παιδιά δεν πτοήθηκαν και έκατσαν παρέα μας να πιουν καφέ. Αυτό που ήθελαν ήταν φανερό. Έκαναν είκοσι λεπτά δρόμο με το αμάξι για να δουν την μουνάρα της. Αλλά η θεία δεν τους άφησε να την πάρουν μάτι. Δεν ήθελε να γίνει ρεζίλι στο χωριό. Φυσικά δεν ήξερε ότι το ανίψι της δεν μπορούσε κρατήσει το στόμα του κλειστό. Αυτά ήταν όλα όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα. Τα παιδιά όμως δεν το έβαλαν κάτω. Κάθε μέρα με πίεζαν όλο και πιο πολύ να της ζητήσω να γδυθεί για να την δουν. Είχαν περάσει έξι μέρες με την θεία στο χωριό χωρίς να έχει συμβεί τίποτα άλλο. Ήταν πρωινό Σαββάτου. Το προηγούμενο βράδυ η θεία με τον πατέρα μου την μάνα και τον πατέρα του Κώστα και τον άντρα της φυσικά είχαν πάει να διασκεδάσουν και γύρισαν ξημερώματα στο σπίτι. Ο Κώστας το είχε καταλάβει ότι θα κοιμόντουσαν μέχρι αργά και μάζεψε την παρέα για να παίξουμε στο σπίτι μου. Μόλις μαζεύτηκαν με ρώτησαν που είναι η θεία τους είπα ότι κοιμόντουσαν ακόμη. Μετά από λίγο ξύπνησε ο πατέρας μου και άνοιξε την πόρτα στο δωμάτιο της θείας για να ξυπνήσει τον θείο να πάνε να κόψουν ξύλα για τον χειμώνα. Ο θείος σηκώθηκε αλλά η θεία πρέπει να ήταν πτώμα γιατί ούτε που κουνήθηκε. Όταν έφυγαν οι άντρες από το σπίτι τα παιδιά μου κολλούσαν να πάω να ανοίξω την πόρτα της για να την πάρουν μάτι.

-    «Άντε» μου έλεγαν. «Μάλλον δεν φοράει κιλότα. Να δούμε κι εμείς κάτι».

Με τα πολλά πήγα και άνοιξα την πόρτα λίγο και έβαλα το κεφάλι μου μέσα. Η θεία κοιμόταν μπρούμυτα με το νυχτικό της να φτάνει μέχρι το γόνατο της. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό γιατί είχαν κλειστά τα πατζούρια. Τα παιδιά είχαν έρθει όλα στην πόρτα και την κοίταζαν. Ο ξάδελφος ο Κώστας ήρθε δίπλα μου και άνοιξε την πόρτα τελείως.

-    «Τι κάνεις εκεί;» του είπα χαμηλόφωνα.

-    «Δεν έβλεπα» μου απάντησε, ενώ με το δεξί του χέρι με έσπρωξε πίσω.

Τώρα όλοι οι άλλοι ήταν μπροστά κι εγώ από πίσω να τους κοιτάζω. Ο Κώστας πήγε αθόρυβα μέχρι το κάτω μέρος του κρεβατιού της και με αργές κινήσεις έπιασε το κάτω μέρος του νυχτικού και το σήκωσε. Αφού το έκανε γύρισε πίσω μας έκανε νόημα να πάμε πίσω.

-    «Φοράει μια λευκή κιλότα» μας είπε.

Συνεχίσαμε το παιχνίδι και μετά από καμιά ώρα ακούσαμε την θεία να σηκώνεται και να ανάβει το φως. Ο Κώστας πήγε και κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Έμεινε έτσι περίπου ένα λεπτό. Στο τέλος σηκώθηκε κι εγώ πίστεψα ότι το θέμα έληξε, αλλά είχα κάνει λάθος. Μόλις σηκώθηκε έπιασε το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε διάπλατα. Η θεία ήταν μέσα στο δωμάτιο μόνο με την λευκή κιλότα ενώ με μια ασυναίσθητη κίνηση έβαλε τη νυχτικιά της πάνω στα βυζιά της για να τα κρύψει.

-    «Ωχ! Συγνώμη, νόμιζα ότι είχες φύγει μαζί με το θείο» της είπε το άλλο της ανίψι.

Εκείνη του ζήτησε να κλείσει την πόρτα αμέσως πάρα πολύ θυμωμένη. Ο Κώστας έκανε πίσω και αργά έκλεισε την πόρτα ενώ δεν πήρε λεπτό τα μάτια του από πάνω της. Όλα τα παιδιά της παρέας είχαν πάρει μάτι τα βυζιά της θείας. Ο Κώστας μόλις έκλεισε την πόρτα μου έκανε νόημα σαν να μου έλεγε; «Είδες; Είναι απλό». Η θεία ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε έξω να του ζητήσει τον λόγο. Αφού άρχισε ένα κήρυγμα και σε μια στιγμή του είπε ότι θα το πει στους γονείς του, ο Κώστας ατάραχος της απάντησε:

-    «Πώς κάνεις έτσι; Δεν είδαμε και τίποτα. Αν ήμασταν στην παραλία, δεν θα έλεγες τίποτα που σε είδαμε με τα εσώρουχα».

Η θεία πήγε να κάνει καφέ και έκατσε στο άλλο το σαλόνι. Τα παιδιά άρχισαν να κάνουν μαλακίες στο δωμάτιο και έτριβαν τα βυζιά τους χασκογελώντας. Όταν πέρασε η ώρα και έκαναν να φύγουν ο Κώστας πήγε στην θεία που μαγείρευε της ζήτησε συγνώμη και της είπε:

-    «Είσαι πολύ όμορφη!»

Όταν έφυγαν πήγα στο δωμάτιο για να συνεχίσω το βιντεοπαιχνίδι. Από πίσω ήρθε η Βάσια.

-    «Τι συμβαίνει Αλέξη με τους φίλους σου;»

Στην αρχή έκανα ότι δεν ήξερα τίποτα. Μετά από λίγο και κάτω από αφόρητη πίεση αναγκάστηκα να της πω ότι τα ήξεραν όλα για αυτά που συνέβησαν στην Αθήνα. Η θεία κοκκίνισε, δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Πήγα να την πιάσω από τον ώμο για να ηρεμήσει και εκείνη με απώθησε. Γύρισε στην κουζίνα και συνέχισε το μαγείρεμα εμφανώς εκνευρισμένη. Μετά από κανένα τέταρτο ξαναήρθε μέσα.

-    «Είσαι ένα κωλόπαιδο» μου είπε. «Με έκανες βούκινο στο χωριό. Μην με ξαναπλησιάσεις. Δεν είσαι άντρας εσύ, ένα μαλακισμένο είσαι!»

Αυτά είπε, πήγε στην κουζίνα και για την υπόλοιπη μέρα δεν μου ξαναμίλησε. Την επόμενη μέρα όταν μείναμε μόνοι μας ήρθε μέσα στο δωμάτιο που έπαιζα κιθάρα.

-    «Θέλω να μου πεις τι συμβαίνει. Τι τους έχεις πει; Ξέρουν ότι μου βάζεις χέρι;»

-    «Όχι, αυτό δεν το έχω πει» της είπα λέγοντας ψέματα μην την κάνω και θυμώσει κι άλλο. «Τους έχω πει ότι συνήθως δεν φοράς κιλότα, ότι σου αρέσει να δείχνεις το μουνί σου, και ότι την έχω παίξει μπροστά σου όταν μου τα είχες ανοίξει».

Για να δικαιολογηθώ της είπα:

-    «Ήμουν μεθυσμένος όταν τους τα είπα. Όπως επίσης τα παιδιά τα δυο τελευταία χρόνια με αποκαλούν ψεύτη και μου ζητάνε να σου πω να τους δείξεις το μουνί σου για να την παίξουν μαζί σου».

-    «Γι’  αυτό όπου με βρουν με κοιτάνε παράξενα και έχουν προσπαθήσει να μου βάλουν χέρι;»

-    «Ποιος; Ο Νικολάκης;» της είπα.

-    «Και ο Νικολάκης και ο Κώστας μου χούφτωσε τον κώλο στο καφέ όπως φεύγαμε αλλά και ο Τάκης εχθές».

Εγώ δεν είχα πάρει είδηση ούτε τον Κώστα ούτε και τον Τάκη ότι έβαλαν χέρι στη Βάσια. Η θεία επέστρεψε στην κουζίνα και αφού την είδα ότι είχε χαλαρώσει πήγα από πίσω και της χούφτωσα τα βυζιά. Αυτή δεν κουνήθηκε.

-    «Έτσι σου αρέσω;» μου είπε. «Να είμαι η πουτάνα του χωριού όπου όλα τα πιτσιρίκια θα την παίζουν για πάρτι μου;»

Μόλις μου τα είπε αυτά εγώ καύλωσα τόσο πολύ που έβαλα τα χέρια μου κάτω από την μπλούζα και έβγαλα τα βυζιά της έξω από το σουτιέν ενώ την έσφιξα πάνω μου για να νιώσει το καυλί μου στον κώλο της.

-    «Τι έγινε μικρέ; Σε καύλωσαν οι φίλοι σου που με έπαιρναν μάτι;  Σου άρεσε που είδαν τα βυζιά μου;»

-    «Ναι» της απάντησα και κατέβασα το χέρι μου στο παντελόνι της.

Εκείνη δεν αντέδρασε. Με άφησε να βάλω το χέρι μου μέσα από το παντελόνι και να της παίξω το μουνί της. Ο πούτσος μου κόντευε να εκραγεί. Τον έτριβα πάνω στον κώλο και ήμουν έτοιμος να εκραγώ. Τότε η θεία σκούπισε τα χέρια της και ξεκούμπωσε το τζιν παντελόνι της για να με διευκολύνει να της βάλω δάχτυλο. Μόλις άνοιξε το κουμπί και το φερμουάρ, της έβαλα δυο δάχτυλα μέσα στο μουνί της ενώ αυτή κατέβασε το παντελόνι της για να βγει και ο κώλος της τελείως έξω. Είχε γείρει λίγο προς τον νεροχύτη ενώ εγώ έχυσα μέσα στο εσώρουχο μου και εκείνη έχυνε τα δάχτυλα μου.

-    «Ηρέμησε λίγο» μου είπε. «Πάμε στο άλλο καθιστικό μην μπει κανείς εδώ μέσα».

Έβγαλα τα δάχτυλα από το μουνί της και γύρισα να πάω στο δωμάτιο. Η θεία ήρθε χωρίς να σηκώσει το παντελόνι της.

-    «Δεν μου απάντησες.. σου άρεσε που με είδαν;»

-    «Ναι» της απάντησα.

Η θεία πήγε προς το δωμάτιο της και έβγαλε τελείως το παντελόνι της και έβαλε πάλι το νυχτικό της ολόγυμνη από κάτω. Ήρθε δίπλα μου σήκωσε το νυχτικό της.

-    «Θέλεις να μου το γλείψεις;» μου είπε.

Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Ξάπλωσε στον καναπέ και τα άνοιξε τελείως.

-    «Γλείψε» μου είπε.

Σύντομα είχε καυλώσει ενώ εγώ την έγλειφα ασταμάτητα και της έβαζα δάχτυλα μέσα στο μουνί της.

-    «Για πες μου, τι θέλεις; Να έρθω στην παιδική χαρά ξεβράκωτη και να το δείξω σε όλους;»

Δεν είπα κουβέντα αλλά το φανταζόμουν.

-    «Ή μήπως προτιμάς να βγω ολόγυμνη από το δωμάτιο και να ξαπλώσω μπροστά τους για να το παίξω;»

Αυτό ήταν.. με είχε τρελάνει. Σηκώθηκα πάνω και πέταξα τον πούτσο μου έξω για να την γαμήσω.

-    «Όχι!» μου είπε. «Εσύ είσαι τιμωρία. Πρώτα θα με γαμήσουν οι φίλοι σου και μετά θα το σκεφτώ αν θα σε αφήσω. Εσύ μέχρι τότε μόνο θα την παίζεις!»

Έκανα πως δεν άκουσα και πήγα να της την βάλω αλλά εκείνη τραβήχτηκε.

-    «Όχι σου είπα!» μου είπε αυστηρά.

Τι να κάνω κι εγώ, άρχισα να την παίζω από πάνω της κοιτώντας και χαϊδεύοντας την μουνάρα της.

-    «Δεν μου είπες.. θέλεις να τους το δείξω;»

-    «Ναι» απάντησα και ανέβασα το ρυθμό που τον έπαιζα.

Εκείνη μια με κοίταζε στα μάτια και μια στον πούτσο που τον έπαιζα πάνω στο μουνί της.

-    «Ωραία!» μου είπε. «Να τους το δείξω. Αλλά αν ορμήσουν να μου βάλουν χέρι, τι να κάνω; Να τους αφήσω;»

-    «Ναι» ξαναείπα και έχυσα πάνω στο μουνί της.

Η θεία, με κοίταζε και το έπαιζε όση ώρα έχυνα. Έμεινε λίγο μόνη να το παίζει μιας κι εγώ βαριανάσαινα και σε λίγο σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο να πλυθεί. Όταν βγήκε γέλασε.

-    «Πες μου, πώς θέλεις να με δούνε;»

-    «Τι να σου πω;» της απάντησα. «Τι λες να μας τα ανοίξεις εδώ την ώρα που παίζουμε;»

Γέλασε!

-    «Με θέλεις τελείως πουτάνα!» μου απάντησε.

-    «Μου αρέσει όμως» της απάντησα.

-    «Οκ! Θα τους αφήσω να με πάρουν μάτι αλλά όχι σαν την πουτάνα. Το βράδυ στις έντεκα θα πάω να κάνω μπάνιο. Φέρε τους φίλους σου να με δουν από το παράθυρο που θα το έχω ανοιχτό».

Μόλις το είπε πήγα επάνω της και άρχισα να την χουφτώνω ξανά.

-    «Ευχαριστώ!» της είπα.

Αυτή με σταμάτησε.

-    «Πρέπει να ντυθώ τώρα» μου είπε.

Πήγε στο δωμάτιο, άνοιξε το φως, γδύθηκε τελείως και έψαχνε εσώρουχα για να βάλει. Εγώ την είχα βγάλει έξω και την έπαιζα. Η θεία με κοίταξε και γέλασε.

-    «Δεν σου πέφτει με τίποτα!» μου είπε.

Τότε πήρε έναν αφρό για τα μαλλιά και ήρθε προς το μέρος μου. Όπως ήταν όρθια έβαλε το πόδι πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας και πήρε το μπουκάλι του αφρού και άρχισε να το τρίβει πάνω στο μουνί της. Εγώ την κοίταζα και την έπαιζα ξανά με μανία.

-    «Τι σκέφτεσαι; Θα ήθελες αυτή να είναι η πούτσα του Τάκη και να μου την έβαζε;» είπε και έσπρωξε το μπουκαλάκι μέσα στο μουνί της.

Αυτό ήταν.. έχυσα επί τόπου.

-    «Το βράδυ τα υπόλοιπα. Μην τους πεις όμως το κάνω για εκείνους. Πες ότι το κάνω για εσένα» μου είπε.

-    «Έγινε» είπα και πήγα να αλλάξω γιατί είχα γίνει χάλια.

Μόλις ντύθηκα πήγα στην πλατεία και τους είπα ότι το βράδυ στις έντεκα θα έκανε μπάνιο για να την πάρω μάτι.

-    «Αν θέλετε μπορείτε να έρθετε για να μην με λέτε ψεύτη μετά» τους είπα.

Οι ώρες πέρασαν. Ο παππούς η γιαγιά και οι ξαδέρφες είχαν κοιμηθεί, ο θείος και ο πατέρας ήταν στην πλατεία για τσίπουρα κι εμείς είχαμε στηθεί πίσω από το σπίτι κάτω από το μπάνιο. Ο Κώστας με το Νικολάκη πήραν την σκάλα και την έβαλαν στον τοίχο για να βλέπουν πιο άνετα ενώ ο Γιώργος με τον Τάκη πήγαν να πάρουν ακόμα μια σκάλα από τον κήπο του γείτονα. Εγώ είχα βάλει ένα καφάσι και πάνω σε αυτό ένα κούτσουρο ανάμεσα στις δυο σκάλες. Σε λίγο έξω από το μπάνιο είχαμε μαζευτεί ούτε λίγο ούτε πολύ δέκα πιτσιρίκια. Σε λίγο το φως στο μπάνιο άναψε αμέσως. Ανεβήκαμε πάνω στα πόστα μας για το μάτι. Ήταν η Βάσια η μπανιέρα. Βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το παράθυρο ενώ κάτω από το παράθυρο ήταν ο νεροχύτης. Η θεία έβγαλε την μπλούζα με πλάτη σε εμάς. Στη συνέχεια έβγαλε το παντελόνι και έμεινε με τα εσώρουχα. Γύρισε προς το μέρος μας και ξεκούμπωσε το σουτιέν της. Τα βυζάκια της τώρα ήταν χύμα μπροστά μας. Ο Κώστας με τον Τάκη άρχισαν να χαϊδεύουν τον πούτσο τους πάνω από τα παντελόνια ενώ ο Νικολάκης προσπαθούσε να ανέβει στην σκάλα μαζί με τον Κώστα.

-    «Κάνε λίγο στην άκρη να δω κι εγώ» του είπε.

Σε λίγο το παράθυρο του μπάνιου είχε έξι κεφάλια που κοίταζαν μέσα. Η θεία δεν είχε βγάλει την κιλότα της και έφτιαχνε το νερό στην μπανιέρα. Φυσικά άκουσε τη φασαρία που γινόταν έξω από το παράθυρό και για να μας κάνει να είμαστε πιο άνετοι άνοιξε πολύ δυνατά το νερό για να κάνει θόρυβο. Ο Νικολάκης είχε φουντώσει για τα καλά. Πρέπει να ήταν η πρώτη γυναίκα που έβλεπε γυμνή.

-    «Άντε μωρή πουτάνα, δείξε μας το μουνί σου» είπε και ο Κώστας του έριξε μια σφαλιάρα στο κεφάλι.

-    «Σκάσε μαλακισμένο! Θα μας το χαλάσεις!» του είπε.

Αφού ρύθμισε το νερό η θεία σηκώθηκε και πήγε προς την ντουλάπα. Την άνοιξε και πήρε ένα ξυραφάκι από μέσα και τον αφρό. Ξαναπήγε στην μπανιέρα, έβγαλε την κιλότα της και πήγε και κάθισε στην απέναντι γωνία από εμάς πάνω στο χείλος της μπανιέρας για να βλέπουμε καθαρά το μουνί της. Στην αρχή άπλωσε αφρό στο αριστερό της πόδι και το ξύρισε. Εμείς όση ώρα ξύριζε το πόδι της το μόνο που βλέπαμε ήταν τα βυζιά της. Αυτό όμως ήταν αρκετό για μας. Ο Κώστας ο Τάκης και ο Νικολάκης την είχαν βγάλει έξω και την έπαιζαν. Πρώτος έχυσε ο μικρός της παρέας, ο Νικολάκης. Μόλις έχυσε ο Γιώργος τον τράβηξε κάτω και πήρε την θέση του. Το ίδιο έγινε και με τους άλλους. Σε λίγο η θεία τελείωσε με το ένα πόδι και άρχισε να ξυρίζει το δεξί. Αυτό ήταν. Τώρα όλοι μπορούσαν να δούνε τις τρίχες από το μουνί της. Η μαλακία από έξω πήγαινε σύννεφο. Στις σκάλες γινόταν σκοτωμός. Μόνο εγώ δεν κουνιόμουν από την θέση μου πάνω στο κούτσουρο.

Μόλις τελείωσε και με το δεύτερο πόδι η Βάσια άρχισε να απλώνει αφρό πάνω στο μουνί της. Έβαλε το αριστερό πόδι πάνω στην μπανιέρα και άρχισε να το ξυρίζει. Μιλάμε τα μουνόχειλα της είχαν ανοίξει τελείως κι αυτή μια το ξύριζε και μια έβαζε το χέρι της και το χάιδευε να δει μην έχουν μείνει τίποτα τρίχες. Όταν το τελείωσε πήρε το ντους και έριχνε νερό πάνω στο μουνί της καθώς το έτριβε. Τα παιδιά δεν είχαν σταματήσει να τον παίζουν ούτε λεπτό. Εγώ είχα τρελαθεί από την καύλα και μόνο που τους έβλεπα να την παίζουν για την Βάσια. Η θεία κάθισε κανένα δεκάλεπτο ακόμα στο μπάνιο προσφέροντας μας το θέαμα του αιώνα για το χωριό. Μόλις τελείωσε φόρεσε τα εσώρουχα της, έβαλε το μπουρνούζι της και βγήκε από το μπάνιο. Τα παιδιά έφυγαν κι εγώ πήγα στα γρήγορα μέσα στο σπίτι. Ήθελα να της το πιάσω και να το γαμήσω σαν τρελός. Πήγα κατευθείαν προς το δωμάτιο της. Είχε βγάλει το μπουρνούζι και ήταν με τα εσώρουχα. Πήγα κοντά της και χωρίς να πω κουβέντα την άρπαξα αμέσως.

-    «Σταμάτα!» μου λέει. «Για πες μου, τι έγινε απ’ έξω; Πόσοι ήσασταν;»

-    «Συνολικά καμιά δεκαριά» της είπα.

-    «Όλο το χωριό έφερες;» είπε. «Ποιοι ήταν;»

Της είπα τα ονόματα των παιδιών.

-    «Με είδαν καλά;»

-    «Ένα θα σου πω μόνο…» της είπα. «Ο Νικολάκης έχυσε τέσσερεις φορές».

-    «Εσύ;»

-    «Εγώ έχυσα εκεί που ξύριζες το μουνί σου» της είπα.

-    «Οι άλλοι τι έκαναν;»

-    «Όλοι την είχαν παίξει καθώς σε κοίταζαν» της είπα και την έσπρωξα πάνω στο κρεβάτι.

Εκείνη γέλασε και άνοιξε τα πόδια της.

-    «Γιατί δεν έφερες τα παιδιά μέσα;»

-    «Έφυγαν» της απάντησα και τον πέταξα έξω.

-    «Όχι! Σου είπα είσαι τιμωρία. Εσύ μόνο θα την παίζεις. Όλοι οι άλλοι μπορεί να κάνουν κάτι».

Τι να κάνω; Κάθισα και την έπαιζα μπροστά της. Μόλις έχυσα στο πάτωμα η θεία έβαλε το νυχτικό της και με έβγαλε από το δωμάτιο. Το επόμενο πρωινό όλη η παρέα είχε έρθει στο σπίτι και κοίταζαν τα πόδια της θείας που είχε φορέσει μια από τις κοντές της φούστες. Εκεί που παίζαμε μπήκε μέσα στο δωμάτιο.

-    «Θέλει κανείς τοστ;» ρώτησε.

-    «Ναι» είπαν τα παιδιά.

Ξαναγύρισε στην κουζίνα για να τα ετοιμάσει. Ο Κώστας σηκώθηκε και πήγε από πίσω της.

-    «Εμένα μπορείτε να μου βάλετε και λίγη κέτσαπ;» της είπε και έβαλε το δεξί του χέρι κάτω από την φούστα της.

Η θεία χωρίς να πει τίποτα γύρισε στο πλάι για να μη μπορεί να την χουφτώσει.

-    «Μπορείς να πιάσεις την κέτσαπ από το ψυγείο;» του είπε.

-    «Αμέσως!» απάντησε αυτός.

Της έδωσε την κέτσαπ και ήρθε μέσα στο δωμάτιο.

-    «Δεν φοράει κιλότα» είπε σε όλους.

Μόλις το είπε όλοι άρχισαν να τρίβουν τα καυλιά τους. Ο Κώστας σχεδόν ξάπλωσε στα πόδια μας θέλοντας να την δει από κάτω. Το ίδιο έκανε και ο Γιώργος. Σε λίγο ήρθε η θεία ο Κώστας με τον Γιώργο κοίταζαν από κάτω ενώ όπως έσκυψε για να τα ακουμπήσει στο τραπέζι ο Νικολάκης έτρεξε σχεδόν πίσω της για να την δει. Ο Κώστας είχε απλώσει το χέρι του και της σήκωσε λίγο την φούστα από πίσω για να δουν το μουνί της. Η θεία δεν είπε τίποτα και ξαναπήγε στην κουζίνα. Αργότερα είχε γυρίσει ο θείος με τον πατέρα μου και μίλαγαν στην κουζίνα.

-    «Θέλω να με πας για ρίγανη» είπε η Βάσια στον πατέρα μου.

-    «Δεν μπορώ. Είμαι πτώμα. Ούτε το αγροτικό δεν έχω δύναμη να ξεφορτώσω».

Τότε πετάχτηκε ο Κώστας.

-    «Θεία Βάσια μπορούμε εμείς να σε βοηθήσουμε να μαζέψεις ρίγανη» της είπε.

-    «Γιατί όχι;» είπε ο πατέρας μου. «Στην ράχη από πίσω εκείνου του υψώματος» μας είπε.

-    «Μπορούμε να πάρουμε το αγροτικό;» τον ρώτησε ο Κώστας.

-    «Είναι γεμάτο ξύλα» του απάντησε ο θείος.

Ο Κώστας ήρθε μέσα.

-    «Παιδιά, ελάτε να ξεφορτώσουμε τα ξύλα για να πάμε την θεία να μαζέψει ρίγανη».

Αυτό ήταν το σύνθημα. Όλοι με μιας σηκώθηκαν και πήγαν στο αγροτικό. Σε δυο λεπτά ενάμιση τόνος ξύλα είχαν κατέβει. Η θεία πήγε να βάλει αθλητικά παπούτσια για να είναι άνετη. Ο θείος την ρώτησε.

-    «Καλά, με μίνι θα πας για ρίγανη;»

-    «Δεν μπορώ τώρα, βιάζομαι για να είμαστε πίσω για φαγητό».

Ο Κώστας έκατσε στη θέση του οδηγού η θεία δίπλα του κι εγώ δίπλα της. Ενώ ακόμα πέντε παιδιά ανέβηκαν στην καρότσα. Μόλις βγήκαμε από το χωριό ο Κώστας όπως οδηγούσε είχε αρχίσει να χαϊδεύει τα μπούτια της θείας από το πλάι. Εκείνη έκανε σαν να μην συμβαίνει τίποτα και κοίταζε τα βουνά τριγύρω. Όταν πλησιάζαμε στο μέρος που μας είχε πει ο πατέρας ο Κώστας είχε γίνει πιο τολμηρός. Είχε βάλει το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της αλλά πιο κοντά στα γόνατα. Σε λίγο φτάσαμε και τα παιδιά από την καρότσα πήδηξαν κάτω. Ο Κώστας άνοιξε την πόρτα το ίδιο κι εγώ για να κατέβω. Όλα τα παιδιά είχαν έρθει στην πόρτα μου για να δουν την Βάσια που θα άνοιγε τα πόδια για να κατέβει. Η θεία δεν τους απογοήτευσε καθώς τα άνοιξε τελείως και ένα μακρόσυρτο «ου!» ακούστηκε από το στόμα τους. Το ότι δεν τα έκλεισε όταν όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό τους έδωσε θάρρος. Μόλις βγήκε έξω όλοι την κοιτάζαμε σαν χαζοί.

-    «Τι έγινε παιδιά; Δεν έχετε ξαναδεί γυναίκα;» τους είπε.

-    «Όχι τέτοια γυναίκα» απάντησαν.

Η θεία γέλασε. Ο Νικολάκης πήγε πίσω της και έβαλε το χέρι του κάτω από την φούστα της και της χούφτωσε τον κώλο. Η θεία γύρισε.

-    «Ήρεμα» του είπε. «Αν δεν μαζέψουμε ρίγανη θα μας πάρουν είδηση».

Ο Γιώργος τότε γύρισε και είπε:

-    «Άντε, γρήγορα μάγκες να μαζέψουμε ρίγανη για να έχουμε χρόνο».

Μέσα σε μια ώρα είχαμε γεμίσει τρία τσουβάλια ρίγανη.

-    «Φτάνουν;» ρώτησε ο Κώστας την θεία.

-    «Ναι» απάντησε αυτή.

-    «Ωραία! Και τώρα η πληρωμή μας…» είπε ο Τάκης και μαζεύτηκαν όλοι γύρω από την Βάσια.

Άρχισαν να της σηκώνουν την φούστα, να της χαϊδεύουν τον κώλο να την φιλάνε. Η θεία είχε καυλώσει για τα καλά.

-    «Όχι εδώ» τους είπε. «Μπορεί να περάσει κανένα αμάξι».

Ο Νικολάκης της είχε ξεκουμπώσει την φούστα και την κατέβαζε.

-    «Πάμε σε εκείνο το ξέφωτο για να μη φαινόμαστε από το δρόμο» είπε η Βάσια.

-    «Πάμε» της είπαν τα παιδιά.

-    «Εσύ μικρέ φέρε την φούστα μου» του είπε.

Εγώ ακολουθούσα από πίσω. Η θεία περπατούσε γυμνή από την μέση και κάτω, με ένα άσπρο μακό μπλουζάκι από πάνω. Ο Νίκος κράταγε την φούστα της και ο Τάκης έψαχνε το μουνί της καθώς περπατούσε κάτω από τον κώλο της. Όταν φτάσαμε στο ξέφωτο τα παιδιά άπλωσαν τις μπλούζες τους κάτω και έβαλαν την Βάσια να ξαπλώσει πάνω τους. Ο Κώστας της έβγαλε την μπλούζα και το σουτιέν της. Τώρα η θεία βρισκόταν ολόγυμνη ξάπλα και έξι φίλοι μου την χούφτωναν παντού. Ο Νικολάκης της είχε ανοίξει τα μουνόχειλα και της έβαζε δάχτυλο ενώ στο μουνί της είχαν τα χέρια τους ο Γιώργος ο Τάκης και ο Μάκης. Ο Ντίνος με τον Κώστα ρούφαγαν από ένα βυζί και ο Χρήστος ήταν μεταξύ στήθους και μουνιού. Ο Γιώργος ήταν ένα χρόνο μικρότερος μου και ο Νικολάκης τρία με τα άλλα τα παιδιά ήμασταν στην ίδια ηλικία. Μόνο ο Κώστας ήταν δυο χρόνια πιο μεγάλος από μένα. Ο Γιώργος της έπαιζε το μουνί σαν τρελός ενώ της τράβαγε τα μουνόχειλα για να ανοίξουν.

-    «Κάντε πέρα» είπε στα παιδιά. «Έλα Νικολάκη να την γαμήσεις πρώτα μιας και είσαι ο μικρότερος».

Η Βάσια τώρα χούφτωνε τα αρχίδια του Χρήστου που τον είχε πετάξει έξω και την έπαιζε. Ο Νικολάκης κατέβασε το σορτσάκι του στα γρήγορα και η πούτσα του πετάχτηκε έξω σαν βέλος.

-    «Πάνω της μικρέ!» φώναξε ο Γιώργος.

Μόλις αντιλήφθηκε η Βάσια ότι κάποιος θα την γαμούσε σήκωσε το κεφάλι της και κοίταζε τον μικρό που την πλησίαζε με το πουλί του έξω. Χαμογέλασε, άνοιξε κι άλλο τα πόδια της και γύρισε προς το μέρος μου. Με κοίταξε, μου έκλεισε το μάτι και άπλωσε το χέρι της στον πούτσο του Ντίνου. Ο Κώστας έβγαλε το πούτσο του έξω και τράβηξε το κεφάλι της για να του κάνει πίπα. Ο Νικολάκης τώρα μπαινόβγαινε στο μουνί της. Ο Γιώργος τον κοίταζε που την γαμούσε και την έπαιζε από πάνω της. Σε λίγο είχαν σχηματιστεί δυο ουρές. Η μια περίμενε να την γαμήσει και η άλλη για να τους πάρει πίπα. Εγώ καθόμουν λίγο πιο πέρα και την έπαιζα. Ντρεπόμουν μην πάω να την γαμήσω και μου πει εσύ στο τέλος. Ο Νικολάκης την έχυσε μέσα στο μουνί και τώρα πήρε την θέση του ο Μάκης. Εγώ είχα πλησιάσει και την έπαιζα από πάνω της.

Μόλις της έχυσε το στόμα ο Κώστας τραβήχτηκε και πήγε να πάρει την θέση του ο Ντίνος. Δεν τον άφησα, ήθελα εγώ να την χύσω στο στόμα. Πήρα τον πούτσο μου και της τον έβαλα στο στόμα. Η Βάσια με κοίταξε στα μάτια, γέλασε και πήρε το δεξί της χέρι από τον πούτσο του Γιώργου και άρχισε να μου τον παίζει και να μου τον ρουφάει μέχρι που δεν κρατήθηκα άλλο και την έχυσα κι εγώ. Μέσα σε δυο ώρες την είχαμε χύσει τουλάχιστον από τέσσερεις φορές ο καθένας. Ενώ δεν είχαμε αφήσει καμία της τρύπα που να μην την είχαμε γαμήσει όλοι. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να κουράζονται και είχαμε καθίσει πίσω σε ένα κορμό δέντρου που ήταν πεσμένος. Η Βάσια είχε μείνει τώρα να την γαμάει ο Χρήστος και να παίρνει πίπα στον Μάκη. Σε λίγο τη είχαν χύσει και οι δυο. Η Βάσια σηκώθηκε όρθια.

-    «Εντάξει;» ρώτησε. «Τελειώσαμε. Πάμε πίσω τώρα;»

-    «Ναι» είπαμε όλοι μαζί και σηκωθήκαμε για να φύγουμε.

-    «Πού είναι τα ρούχα μου;» ρώτησε ο Νικολάκης.

Πήρε την φούστα της και πήγε να της την δώσει.

-    «Τώρα που τελείωσαν όλοι, θα μου κάνεις μια πίπα;» της είπε.

-    «Έλα εδώ μικρέ. Δεν χόρτασες; Πόσες φορές έχυσες;» τον ρώτησε.

-    «Εφτά φορές» της απάντησε.

-    «Και θέλεις κι άλλο;»

-    «Ναι».

Τον πήρε λοιπόν τον έβαλε να κάτσει σε μια πέτρα και έσκυψε για να του κάνει τσιμπούκι. Σε πέντε λεπτά ο μικρός την είχε ξαναχύσει.

-    «Άντε, πάμε τώρα» του είπε και άρχισε να βάζει την φούστα της. «Πού είναι το σουτιέν και η μπλούζα μου;»

-    «Η μπλούζα είναι εδώ της είπα το σουτιέν δεν ξέρω. Πιθανόν το είχαν πετάξει
τα παιδιά».

-    «Μπορείς ανίψι να μου φέρεις ένα μπουκάλι νερό να πλυθώ;» είπε στον Κώστα.

Αυτός της έδωσε το μπουκάλι και η θεία έπλυνε το μουνί της μπροστά μας να φύγουν τα χύσια μας από μέσα της. Σηκώθηκε, φόρεσε την μπλούζα της με τα βυζάκια της χύμα και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Όταν φτάσαμε στο σπίτι πρώτα κατέβηκε η θεία και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Ο θείος ήρθε έξω.

-    «Τι έγινε; Δεν βρήκατε ρίγανη και αργήσατε;»

-    «Πως δεν βρήκαμε» είπε ο Κώστας. «Τρία τσουβάλια μαζέψαμε».

-    «Μπράβο παιδιά!» είπε ο θείος. «Θέλετε να έρθετε να φάτε;»

-    «Εγώ θα έρθω» είπε ο Κώστας.

-    «Κι εγώ» είπε ο Νικολάκης.

Οι υπόλοιποι έφυγαν για τα σπίτια τους. Η θεία έκατσε ακόμα τρεις μέρες στο χωριό και η παρέα ερχόταν κάθε μέρα στο σπίτι για να την πάρει μάτι. Η θεία δεν μας απογοήτευσε και κάθε μέρα την βλέπαμε και την χουφτώναμε. Αλλά μόνο εγώ και ο Νικολάκης την ξαναγαμήσαμε. Οι υπόλοιποι μόνο της έβαζαν χέρι και την έπαιζαν. Αυτό ήταν και το τελευταίο καλοκαίρι που ήρθε η θεία στο χωριό. Από τότε δεν έχει ξαναπατήσει το πόδι της στο χωριό μας.

ΥΓ. Όσο αφορά τον φίλο που ήθελε να μάθει τι έκανε η θεία με τον ταξιτζή, αφού έφυγα εγώ για το χωριό, δεν ξέρω γιατί, δεν τόλμησα ποτέ να ρωτήσω…
(Copyright protected OW ref: 54830)