Η θεία Βάσια (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Αλέξης 24
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Η θεία του Αλέξη τελικά είναι πολύ καυλιάρα και τον καυλώνει συνεχώς. Αυτός δεν προσπαθεί να την στριμώξει αλλά η θεία, έχει άλλα σχέδια…

Η ιστορία:

Όταν μπήκα στο σαλόνι πρόσεξα ότι η θεία μου καθόταν σε μια καρέκλα, είχε βάλει την σιδερώστρα ακριβώς μπροστά της και είχε τα πόδια ορθάνοιχτα, μιας και στη μέση βρίσκονταν τα πόδια της σιδερώστρας. Πήρα το φραπεδάκι και πήγα και ξάπλωσα στον καναπέ έτσι ώστε να έχω το μουνί της ακριβώς μπροστά μου. Αλλά καντεμιά, δεν μπορούσα να το θαυμάσω σε όλο του το μεγαλείο μιας και με ενοχλούσε η σιδερώστρα. Τραβήχτηκα λιγάκι πιο ψηλά και τώρα είχα καλύτερη θέα από τη Θεά θεία μου. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα να έχει καθίσει σαν την πουτάνα με τα πόδια ορθάνοιχτα, τα μουνόχειλα της να έχουν ανοίξει τόσο ώστε να μπορώ να διακρίνω μέχρι και την ουρήθρα της, ενώ το ροζ του κόλπου της ήταν πλακωμένο πάνω στη καρέκλα.

Ασυναίσθητα πήρα το χέρι μου και χάδεψα τον πούτσο μου. Κόντευα να εκραγώ. Σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο και την έπαιξα σαν μανιακός. Γύρισα και μετά από λίγο πάλι τα ίδια. Για να μην σας πολυλογώ, την έπαιξα τέσσερις φορές μέχρι να τελειώσει το σιδέρωμα. Ο πούτσος μου πόναγε πια από την πολλή τη μαλακία. Μόλις σιδέρωσε και το τελευταίο ρούχο, έκλεισε τη σιδερώστρα και την άφησε στο πάτωμα ενώ τεντώθηκε πίσω για να ξεπιαστεί. Όπως ήταν με τα πόδια ορθάνοιχτα, είδα τον κόλπο της τόσο ανοιχτό λες και μόλις τώρα τον είχανε γαμήσει. Φάνηκε μέχρι και η κωλοτρυπίδα της από κάτω. Δεν άντεξα άλλο.. ξανασηκώθηκα για να πάω να την παίξω και τότε μου είπε:

-    «Είσαι σίγουρος ότι θα το θυμάσαι καλά για να την παίξεις; Γιατί δεν την παίζεις εδώ να σε πάρω κι εγώ λίγο μάτι;»

Αμήχανα κατέβασα το σορτσάκι μαζί με το σώβρακο και την κοίταζα σαν υπνωτισμένος. Εκείνη σηκώθηκε, ήρθε στο κάτω μέρος του καναπέ, έβαλε το ένα πόδι πάνω στην πλάτη του καναπέ και το άλλο κάτω ώστε να ανοίξουν όλα. Εγώ άρχισα να την παίζω και να κοιτάζω ασταμάτητα το μουνί της. Εκείνη έβαλε το χέρι και άνοιξε κι άλλο τα μουνόχειλα της ενώ ξάπλωσε και λίγο για να φαίνεται και ο κώλος της.

-    «Καλά είμαι;» με ρώτησε.

-    «Υπέροχα!» της είπα.

Όπως είχε ξαπλώσει λίγο το μουνί της ήταν μερικά εκατοστά από το λυγισμένο πόδι μου. Σκεφτόμουν ότι την ώρα που θα έχυνα θα μπορούσα να της το ακουμπήσω με το πόδι. Δεν άργησα να χύσω έτσι όπως την έβλεπα. Την κρίσιμη δε στιγμή, τέντωσα το πόδι και ένιωσα το υγρό μουνί της που κυριολεχτικά έκαιγε. Αυτή δεν κουνήθηκε, με άφησε να το απολαύσω και σαν να την είδα να ανατριχιάζει όταν κούνησα το πόδι μου που πάταγε το μουνί της. Τέλος πάντων, έγινα χάλια και σηκώθηκα να πάω να πλυθώ. Τότε την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο με το θείο και να του λέει ότι με έστειλε πέντε φορές στο μπάνιο, χασκογελώντας φυσικά. Έκανα σαν να μην είχα ακούσει τίποτα. Βγήκα από το μπάνιο ενώ εκείνη ντυνόταν για να πάει στη δουλειά. Μου ζήτησε να παραγγείλω καμιά πίτσα για να φάμε γιατί δεν είχε χρόνο και φεύγοντας με ρώτησε:

-    «Αλήθεια, δεν μου είπες, πώς θα ήθελες να με πάρεις μάτι;»

-    «Δεν ξέρω» της λέω. «Και έτσι όπως σε είδα σήμερα μια χαρά ήταν!»

Αυτή μου χαμογελάει και ανοίγει την πόρτα για να φύγει. Όπως κλείνει η πόρτα, το σκέφτομαι και τρέχω να την προλάβω πριν φύγει.

-    «Θεία!» της φωνάζω και την προλαβαίνω ακριβώς την ώρα που άνοιγε τη πόρτα του ασανσέρ.

Πάω δίπλα της και της λέω:

-    «Αφού δεν μπορώ να στο χουφτώσω θέλω να το δω να στο γαμάνε».

Δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια.

-    «Θα δούμε…» μου λέει.

Το απόγευμα δεν πήγα πουθενά με εξαίρεση το μαγαζί με την κιθάρα όπου ο πωλητής μπορώ να πω πως ήταν απογοητευμένος που δεν είδε και τη θεία μου. Γύρισα στο σπίτι και έβαλα μια ταινία να παίζει ενώ συνέχεια κοίταζα το ρολόι περιμένοντας τη θεία. Ο θείος πήγε σε κάποιον γνωστό του και το βράδυ θα πέρναγε από το νοσοκομείο να πάρει τη θεία και θα ερχόταν. Το βράδυ έγινε το γνωστό σκηνικό, πρώτα ανέβηκε η θεία όπου με είδε να παίζω κιθάρα. Με ρώτησε αν έγινε η επισκευή. Της είπα ότι ήταν σαν καινούργια και επίσης της είπα ότι το μεσημέρι θα έπρεπε να πάω στο χωριό γιατί είχαμε ένα πάρτι και όλοι οι φίλοι είχαν σπάσει τα τηλέφωνα για να ανέβω και να παίξω scorpions στην κιθάρα.

-    «Ωραία!» μου απαντάει.

-    «Θα σε πάω εγώ με ταξί εκεί και μετά θα ανέβω στο Μαρούσι για δουλειά».

Τότε γυρίζει και μου λέει:

-    «Μόλις πάω μέσα με το θείο σου για ύπνο, περίμενε κανένα δεκάλεπτο και βρες μια δικαιολογία να έρθεις μέσα».

-    «Θα είσαι από πάνω;» τη ρωτάω.

-    «Μην ανησυχείς» μου είπε.

Ταυτόχρονα έβγαλε την κιλότα της μπροστά μου.

-    «Έχω πεθάνει στον ιδρώτα!» μου λέει και μου δίνει να πιάσω το βρακί της.

Όντως έσταζε. Αμέσως μπήκε στο μπάνιο χωρίς να κλείσει την πόρτα και γδύθηκε για να με καυλώσει. Ταυτόχρονα μου είπε να πάω στο σαλόνι μην με δει ο θείος εδώ. Πήγα και σε λίγο ήρθε και ο θείος ενώ η θεία έκανε την κουρασμένη και του ζήτησε να πάνε για ύπνο. Εγώ για ξεκάρφωμα είχα πάρει τις παντόφλες του θείου για να έχω μια δικαιολογία να μπω στο δωμάτιο. Περίμενα λίγο και πήγα να στήσω αφτί στο δωμάτιο για να ακούσω πότε θα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να μπω μέσα. Φυσικά το φως στο δωμάτιο ήταν ανοιχτό ενώ μόλις άκουσα το θείο να μιλάει για το μουνί της Βάσιας, άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα, όμως τζίφος η δουλειά.

Όταν μπήκα μέσα ο θείος είχε μεν το χέρι του στο μουνί της θείας αλλά δεν την είχε γδύσει καν ακόμα. Η θεία έκανε πως ντράπηκε και μου γύρισε τον κώλο της ενώ ο θείος με ρώτησε τι ήθελα και του είπα ότι έφερα πίσω τις παντόφλες του. Άφησα τις παντόφλες και πήγα στο δωμάτιο να κοιμηθώ. Τότε άκουσα το θείο να λέει στη θεία μου:

-    «Το έχεις τρελάνει το παιδί. Δεν πας να του πάρεις μια πίπα να ηρεμήσει;»

Φυσικά η θεία δεν το έκανε ποτέ. Το επόμενο πρωινό όταν ξύπνησα η θεία έλειπε, είχε πάει για ψώνια. Γύρισε προς το μεσημέρι φορώντας ένα τζιν παντελόνι και γεμάτη ψώνια από το σουπερ μάρκετ.

-    «Τι κάνει ο λεβέντης;» μου είπε.

-    «Καλά είμαι» της απάντησα.

-    «Χθες το βράδυ ήσουν άτυχος. Αν κρατιόσουν άλλα τρία λεπτά θα τα έβλεπες όλα. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά» μου λέει.

Τότε έσκυψε στο φούρνο να δει το φαΐ που είχε βάλει να σιγοψήνεται από το πρωί. Το δοκίμασε και ήταν έτοιμο και άρχισε να σερβίρει.

-    «Τα πράγματα σου τα έχεις μαζέψει;» με ρώτησε.

-    «Ναι» της απάντησα.

-    «Λοιπόν, πώς θα μπορούσα να σου ξεπληρώσω το χθεσινοβραδινό κάζο;»

-    «Δεν ξέρω…» της λέω. «Ίσως μια γυμνή σου φωτογραφία για να την έχω στο χωριό;»

-    «Μπα… κι αν πέσει στα χέρια του αδελφού μου τι γίνεται; Ή την δούνε οι κόρες μου; Με τίποτα. Κάτι άλλο βρες».

Ακόμα δεν υπήρχαν κινητά με φωτογραφική μηχανή.

-    «Να σε δω με κανένα γείτονα;» της απαντάω.

-    «Και γιατί ποια με πέρασες; Για καμιά πουτάνα; Εμένα μου αρέσει να δείχνω το σώμα μου, δε ψάχνω για γαμιά. Λοιπόν, θέλεις να καυλώσω τόσο τον ταξιτζή που θα μας πάει στα ΚΤΕΛ ώστε να τρέμουν τα χέρια του;»

Το σκέφτηκα λιγάκι…

-    «Ναι. Αρκεί ο ταξιτζής να είναι μεγάλος σε ηλικία» της είπα σαφώς επηρεασμένος από εκείνη την ιστορία που μου είχε πει.

-    «Καλώς» μου λέει.

-    «Μήπως πριν φύγουμε θα μπορούσα να σε δω να βάζεις κάτι στο μουνί σου;»

-    «Όπως…;» με ρωτάει.

-    «Ξέρω εγώ; Κανένα αγγούρι ίσως…;» της λέω.

-    «Τι θέλεις δηλαδή; Να με πιάσει καμιά φαγούρα και να τρέχω και να μην φτάνω; Θέλεις να με δεις να το παίζω;»

-    «Ναι!» είπα αμέσως.

Με πήγε στον καναπέ, γδύθηκε εντελώς, κάθισε στην μία πλευρά, άνοιξε τα πόδια και με κοίταξε.

-    «Άντε, βοήθησε με και μένα. Παίχ’ τον κι εσύ!»

Αμέσως τον πέταξα έξω και αρχίσαμε να μαλακιζόμαστε κοιτώντας ο ένας τον άλλο.

-    «Θέλω να σου το πιάσω» της είπα την ώρα που έχυνα.

-    «Άγγιξε το» μου λέει καθώς έχυνε κι εκείνη.

Αμέσως όρμησα επάνω της και της το χούφτωσα όλο ενώ της έβαλα και ένα δάχτυλο μέσα. Τότε τινάχτηκε στον αέρα σαν να την διαπέρασε ρεύμα.

-    «Αρκετά!» φώναξε. «Σε όλα πρέπει να υπάρχει και ένα όριο!» μου είπε αυστηρά ενώ ταυτόχρονα άρχισε να χαλαρώνει. «Πάω να ντυθώ. Άντε κι εσύ, ετοιμάσου».

Πήγα ντύθηκα παίρνω και το σακβουαγιάζ μου, την κιθάρα και περίμενα τη θεία μου. Βγήκε από το δωμάτιο φορώντας μια μικροσκοπική τζιν φούστα που θα έφτανε μέχρι περίπου δυο δάχτυλα πιο κάτω από το μουνί της.

-    «Πώς σου φαίνομαι;» μου λέει ενώ σήκωσε τη φούστα να μου δείξει ότι ήταν γυμνή.

-    «Με το νοσοκομείο τι θα γίνει;», της λέω.

-    «Ε, το πολύ - πολύ να πάει κανείς από καρδιά!» είπε και γέλασε. «Έλα, πάμε τώρα γιατί θα πρέπει να βρούμε και γέρο ταξιτζή. Εσύ θα κάτσεις μπροστά κι εγώ πίσω».

Βγήκαμε στη Θησέως και περιμέναμε να βρούμε το κατάλληλο ταξί. Δεν άργησε πολύ. Βρήκα έναν περίπου στα εβδομήντα με σκασμένο το πρόσωπο από τις ρυτίδες και τον σταμάτησα αμέσως. Άνοιξα την μπροστινή πόρτα και περίμενα να μπει πρώτα η θεία για να την πάρω μάτι. Καθώς σκύβει για να μπει, ανοίγει τελείως τα πόδια της. Ταυτόχρονα μπαίνω κι εγώ στο ταξί και βλέπω το γέρο να έχει καρφωθεί στο μουνί της Βάσιας. Η θεία ταχτοποιείται λιγάκι και πάει και κάθεται ακριβώς ανάμεσα στα καθίσματα αφήνοντας ανοιχτά τα πόδια της. Ο ταξιτζής τη ρωτάει γυρίζοντας τελείως πίσω ώστε να βλέπει καλύτερα κι αυτή του λέει:

-    «Στα ΚΤΕΛ».

-    «Για Πάτρα;» της λέει αυτός.

-    «Όχι, για Καρπενήσι» του απαντά αυτή.

Σε όλη τη διαδρομή ο ταξιτζής τα είχε παίξει. Αφού να φανταστείτε είχε γυρίσει όλους τους καθρέφτες για να βλέπει το μουνί της θείας μου. Σε κάθε φανάρι γύρναγε πίσω για να βλέπει καλύτερα, ενώ όπως ήμασταν στο ταξί άκουγα φορτηγά να κορνάρουν και ήξερα ότι είχαν δει το μουνί της Βάσιας. Ο πούτσος μου είχε χτυπήσει κόκκινο, ήταν και στενό το τζιν, άστα να πάνε δηλαδή. Όταν πλησιάζαμε στα ΚΤΕΛ της Λιοσίων η θεία με σκούντησε με το χέρι της και όπως γύρισα μου ψιθύρισε:

-    «Αυτό να το θυμάσαι για όλο το χρόνο».

Στο επόμενο φανάρι που μας έπιασε ο ταξιτζής γύρισε πίσω να μιλήσει αλλά η μιλιά δεν έβγαινε. Γύρισα κι εγώ και τι να δω; Η θεία είχε βάλει τα πόδια πάνω στο κάθισμα και έπαιζε το μουνί της μπροστά του. Σε λίγο άρχισαν να κορνάρουν από τα άλλα αμάξια για να ξεκινήσουμε. Δεν ξέρω πόσα φάσκελα έφαγε αλλά ήταν πολλά. Με το ζόρι φτάσαμε στο σταθμό και όντως τα χέρια του έτρεμαν. Βγήκα πρώτος και η θεία κάθισε να τον πληρώσει. Επίτηδες μάλλον του έδωσε δεκαχίλιαρο κι αυτός είχε γυρίσει και της μέτραγε τα ρέστα. Η θεία απτόητη με ορθάνοιχτα τα πόδια παίρνει τα ρέστα και τον ρωτάει:

-    «Θέλεις να δεις πόσο υγρό είναι;»

Τότε αυτός άπλωσε τα βρωμερά τα χέρια του και της έβαλε δυο δάχτυλα μέσα, μπροστά μου. Εγώ είχα τρελαθεί από την καύλα και δεν ήξερα τι να κάνω. Έσκυψα λίγο για να βλέπω καλύτερα και ο ταξιτζής συνέχιζε να τη γαμάει με τα δάχτυλα. Τώρα προσπαθούσε να της βάλει και τρίτο. Η πουτάνα η θεία έχυσε πάνω στο χέρι του μιας και τα δάχτυλα του έγιναν άσπρα. Τότε τραβήχτηκε, του είπε ευχαριστώ και βγήκε έξω.

-    «Ορίστε. Είδες και να μου το γαμάνε. Ικανοποιημένος;» με ρώτησε.

-    «Απόλυτα!» της λέω. «Μόνο που τώρα πρέπει να πάω να την παίξω».

-    «Άντε. Θα κάτσω εγώ με τα πράγματα».

Όταν βγήκα από το μπάνιο βρήκα τη θεία να κάθεται σε ένα παγκάκι και μπροστά της βρίσκονται περίπου δέκα άτομα και να κοιτάνε τις μουνότριχες της που φαινόντουσαν. Μόλις την πλησίασα σηκώθηκε και με φίλησε στο μάγουλο για να με αποχαιρετήσει. Εγώ όπως έγειρε επάνω μου έβαλα για τελευταία φορά τα δάχτυλά μου κάτω από τη φούστα της για να την αγγίξω. Εκείνη δεν κουνήθηκε καν.. με άφησε να το απολαύσω. Το μουνί της ήταν μούσκεμα. Μέχρι και στα μπούτια της έτρεχαν τα υγρά.

-    «Άντε και καλό χειμώνα!» μου λέει γελώντας ενώ πήγε να πάρει ταξί για να πάει στο νοσοκομείο.

Στην αρχή δίστασε αλλά μόλις είδε ότι ο οδηγός ήταν νεαρός, άνοιξε την πίσω πόρτα και πήγε και κάθισε στο ίδιο σημείο που καθόταν και στο προηγούμενο ταξί. Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να έγινε στο δρόμο αλλά εγώ μέσα στο λεωφορείο την έπαιξα δυο φορές μέχρι να πάμε Λαμία. Ευτυχώς ήμασταν μόνο οκτώ άτομα και πήγα και κάθισα στο πίσω μέρος μόνος μου. Κάποια άλλη φορά θα σας πω και μια ιστορία της που έγινε δυο χρόνια μετά στο χωριό.

(Copyright protected OW ref: 51646)