Με τον μπαμπά στο κτήμα με τις κερασιές

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η ιστορία της Αντωνίας ξεκινάει από τότε που ήταν αρκετά μικρή και ένιωθε έναν κρυφό πόθο για τον πατέρα της. Όταν κάποια στιγμή βρέθηκε μόνη στο κτήμα μαζί του, του φανέρωσε τον πόθο της κι εκείνος δεν πίστευε στ’ αφτιά του…!

Η ιστορία:

Γεια σας. Είμαι η Αντωνία, 26 χρονών, παντρεμένη εγώ και έξι μήνες. Με τον άντρα μου δεν έχω κανένα πρόβλημα, κάθε άλλο θα μπορούσα να πω. Τυχαία διάβασα τις ιστορίες σας στο xstream και αποφάσισα να γράψω κι εγώ την δικιά μου. Μια ιστορία που έγινε πριν πολλά χρόνια αλλά που μου έχει μείνει χαραγμένη στην μνήμη μου σαν ότι πιο ωραίο έχω ζήσει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μικρή επαρχιακή πόλη. Το πρώτο παιδί από τα τρία της οικογένειας και το μοναδικό κορίτσι, με μια μαμά παλαιών αρχών να με καταπιέζει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ειδικά στην συμπεριφορά μέσα στο σπίτι και αργότερα απέναντι στα αγόρια γενικά.

Παρά τη διαφορά ηλικίας απ’ τα αδέρφια μου (απ’ τον μεγάλο τρία χρόνια, απ’ τον μικρό τέσσερα), έπρεπε να ντύνομαι κανονικά στο σπίτι για να μην βλέπουν τα αγόρια και ο μπαμπάς φυσικά. Ο μπαμπάς μου δεν συμφωνούσε πάντα αλλά σε αυτά τα θέματα η μαμά δεν σήκωνε κουβέντα. Παρά τον περιορισμό, για μένα οι ερωτικές ανησυχίες άρχισαν από πολύ νωρίς. Από μικρούλα άρχισα να σκέφτομαι το σεξ και να φαντασιώνομαι διάφορα και στο επίκεντρο τον φαντασιώσεων ήταν ο μπαμπάς. Λίγο γιατί του είχα αδυναμία και η μαμά μου στερούσε τα χάδια του, λίγο οι φίλες μου που πάντα μου έλεγαν: «Και τι ωραίος ο μπαμπάς σου, και τι κούκλος που είναι» και άλλα τέτοια.

Έτσι άρχισα να τον βλέπω ερωτικά και να σκέφτομαι ότι κάνω σεξ μαζί του. Για γλείψιμο, πίπες και τέτοια, δεν είχα ιδέα ακόμα. Σιγά - σιγά άρχισα να χαϊδεύω και το μουνάκι μου χωρίς ποτέ να τολμήσω να βάλω δαχτυλάκι. Φυσικά ούτε σκέψη ότι μπορώ να εκδηλώσω το τι αισθάνομαι στον μπαμπά. Κάθε καινούριο που μάθαινα πάνω στο σεξ, το πρόσθετα στις φαντασιώσεις μου. Όταν έμαθα τι είναι βιασμός, το βράδυ φαντασιώθηκα ότι έρχεται στο δωμάτιο και με βιάζει. Την μόνη επαφή με τον μπαμπά που μπορούσα να απολαύσω ήταν όταν ανέβαινα στην μηχανή για βόλτα ή για σχολείο όταν πήγα Γυμνάσιο και πολλά πρωινά με πήγαινε με την μηχανή. Κολλημένη πάνω του έτριβα τα βυζάκια μου που μόλις είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στην πλάτη του κι αυτό το ένιωθα σαν χάδι. Στο Γυμνάσιο τα αγόρια άρχισαν να με φλερτάρουν και ενώ περίμενα να ξεπεράσω τον μπαμπά, συνέβη το αντίθετο.. αυτό το αθώο παιχνίδι με τη φαντασία άρχισε να γίνεται πάθος. Προσπαθούσα να είμαι όσο το δυνατόν πιο κοντά του και έκανα και προσπάθεια να τον πάρω μάτι στο μπάνιο χωρίς επιτυχία.

Ένα Σάββατο, στα μέσα του Ιουνίου, ο μπαμπάς θα πήγαινε στο κτήμα κοντά στο χωριό της μαμάς, δυόμισι ώρες περίπου απ’ το σπίτι. Ήταν μια τεράστια έκταση με κερασιές και στη μέση ένα παλιό σπιτάκι που ο μπαμπάς είχε ανακαινίσει. Ένα καθιστικό με τζάκι, ένα μπάνιο και μια κουζίνα όλο κι όλο. Το χρησιμοποιούσε για να μένει όταν είχε δουλειές στο κτήμα. Η μαμά δεν μπορούσε να πάει μαζί του γιατί ήταν λίγο άρρωστος ο μικρός απ’ τα αδέρφια μου, και έτσι μου πρότεινε να πάω μαζί του. Εγώ φυσικά δέχτηκα μιας και θα πήγαινε και με την μηχανή. Ήταν ευκαιρία για μένα. Φόρεσα ένα σορτσάκι και από πάνω ένα κολλητό μπλουζάκι. Δεν φόρεσα σουτιέν και βγήκα γρήγορα απ’ το σπίτι να μην το δει η μαμά. Σε λίγο κατέβηκε και ο μπαμπάς. Μου έδωσε κράνος, το φόρεσα, ανέβηκα πίσω και ξεκινήσαμε. Ο δρόμος ανηφορικός όλο στροφές κι εγώ κολλημένη πάνω του και σε κάθε στροφή να μεταφέρω το κορμί μου για να νιώθω το χάδι του. Θα είχαμε ξεπεράσει τα μισά όταν ο καιρός άρχισε να χαλάει και όσο προχωρούσαμε γινόταν πιο άγριος. Ο μπαμπάς άρχισε να ανησυχεί.

-    «Δεν θα την γλιτώσουμε την βροχή» είπε. «Μόνο να φτάσουμε πριν πιάσει».

Θέλαμε κανένα μισάωρο να φτάσουμε όταν έπεσαν οι πρώτες σταγόνες. Είχε αναπτύξει ταχύτητα αλλά η βροχή δυνάμωνε. Όταν φτάσαμε ήμασταν μούσκεμα ως το κόκαλο. Το μπλουζάκι είχε κολλήσει πάνω μου και διάφανο καθώς ήταν, τα βυζάκια μου διαγράφονταν κανονικά. Με κοίταξε και μου λέει:

-    «Μπες μέσα πάω να φέρω ξύλα».

Σε λίγο η φωτιά είχε ανάψει.

-    «Βγάλε τα ρούχα σου να στεγνώσεις. Δεν κάνει να μένεις βρεγμένη» μου είπε και έβγαλε το πουκάμισο του.

Εγώ έκανα πως ντρέπομαι αν και το ήθελα τόσο.

-    «Έλα, βγάλ’ τα, μη ντρέπεσαι. Άλλωστε και έτσι δεν κρύβεις και τίποτα».

Και έδειξε το στήθος μου. Εντωμεταξύ είχε μείνει με το μποξεράκι. Τα έβγαλα κι εγώ και έμεινα με το βρακάκι. Μην φανταστείτε κανένα στρινγκάκι, παιδική κιλότα φορούσα. Βλέπεις η μαμά αυτά δεν τα επέτρεπε. Τα έβαλε σε δυο καρέκλες κοντά στη φωτιά και κάθισε και ο ίδιος. Εγώ όρθια προσπαθούσα να στεγνώσω το βρακάκι μου. Με τράβηξε κοντά του, με ακούμπησε στον κώλο και μου λέει:

-    «Βγάλ’ το κι αυτό να στεγνώσει».

Βλέποντας εμένα να διστάζω, μου το κατέβασε με μιας. Σήκωσα τα πόδια ένα - ένα για να το πάρει. Είχα μείνει ολόγυμνη μπροστά του. Έκανα πως ντρέπομαι αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που ένιωθα ήταν καύλα. Το μουνάκι μου είχε μουσκέψει από ώρα. Ο μπαμπάς κρατούσε το βρακάκι κοντά στην φωτιά να στεγνώσει και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω μου. Η καύλα μου βάρεσε κόκκινο. Κάποια στιγμή, όπως γύρισε το βρακάκι για να στεγνώσει, είδε την στάμπα από τις καύλες πάνω και με ρώτησε.

-    «Τι είναι αυτά Αντωνία;»

Εγώ έσκυψα το κεφάλι και δεν μίλησα. Μου σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε στα μάτια και ρώτησε:

-    «Αρχίσαμε από τώρα τις καύλες; Με τον μπαμπά καυλώνεις;»

Με τράβηξε κοντά του και έπιασε το μουνί μου.

-    «Μούσκεμα είσαι! Καλά είχα καταλάβει εγώ ότι κάτι δεν πάει καλά με σένα. Δεν ξέρεις ότι αυτό δεν είναι σωστό;»

Εγώ είχα γίνει κατακόκκινη. Ευτυχώς χτύπησε το κινητό του και μου έδωσε χρόνο να σκεφτώ. Ήταν η μαμά. Της είπε ότι μας έπιασε βροχή και έχουμε ανάψει φωτιά. Για το ότι είμαστε γυμνοί και τα υπόλοιπα, ούτε κουβέντα. Αυτό μου έδωσε θάρρος και τα έπαιξα όλα για όλα. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο με ξαναρώτησε:

-    «Λοιπόν, Αντωνία…; Ακούω…»

-    «Να μπαμπά.. δεν το θέλω.. δεν ξέρω πως…»

Προσπαθούσα να του εξηγήσω αλλά μπέρδευα τα λόγια μου. Με τράβηξε κοντά του και με έβαλε να καθίσω στα πόδια του. Κάτω απ’ το μποξεράκι ο πούτσος του είχε γίνει τεράστιος. Τον είχα καυλώσει κι αυτό μου έδινε θάρρος.

-    «Από πότε ξεκίνησε αυτή η ιστορία;» με ρώτησε.

-    «Εδώ και δυο χρόνια. Δεν ξέρω γιατί.. σε σκέφτομαι συνέχεια…»

-    «Δυο χρόνια; Και τι ήξερες εσύ από αυτά; Και τι ξέρεις και τώρα;»

-    «Μπαμπά σε παρακαλώ, δεν αντέχω άλλο…»

-    «Δηλαδή τι εννοείς; Να σε γαμήσω; Ε, δεν είμαστε καλά! Εκτός από κόρη μου, είσαι και μικρούλα».

Έβαλε το χέρι του πάλι στο μουνί μου.

-    «Εσύ είσαι μούσκεμα!» είπε. «Χύνεις συνέχεια! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό που μου ζητάς, αν και με έχεις καυλώσει. Δεν γίνονται αυτά. Καλύτερα να ντυθούμε».

-    «Μπαμπά σε παρακαλώ.. μόνο για σήμερα.. μόνο μια φορά. Δεν αντέχω.. δυο χρόνια το περίμενα. Σε παρακαλώ…»

Με κοίταξε στα μάτια και με ρώτησε!

-    «Τόσο πολύ το θες μωρό μου; Θες να παίξουμε λίγο να σε γλείψω και να με γλείψεις να σου περάσει;»

-    «Κάνε με ότι θες. Δεν αντέχω άλλο…»

-    «Θα μου δώσεις το λόγο σου ότι, ότι και να γίνει δεν θα το πεις σε κανένα; Θα είναι το μυστικό μας».

-    «Ναι μπαμπά, έλα…»

Είχα καυλώσει τόσο που δεν σκεφτόμουν τίποτα. Με φίλησε στο στόμα. Ήταν το πρώτο μου φιλί. Με πήρε αγκαλιά και με έβαλε να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Άρχισε να με φιλάει στο στόμα με γλωσσόφιλα. Το χέρι του είχε ανοίξει το μουνάκι μου και έπαιζε με την κλειτορίδα μου. Νόμιζα ότι θα σβήσω απ’ την καύλα. Άρχισε να κατεβαίνει στο λαιμό και στα βυζάκια μου. Εγώ ούρλιαζα.. πλέον το κορμάκι μου έτρεμε και στο μουνάκι μου τα υγρά έτρεχαν ποτάμι.

-    «Σου αρέσει μωρό μου;»

-    «Με τρελαίνεις μπαμπάκα! Δεν αντέχω.. λιώνω!»

Άπλωσα το χέρι και έπιασα τον πούτσο του έξω απ’ το μποξεράκι. Με μια κίνηση το κατέβασε και ο πούτσος του ήταν στο χέρι μου. Τότε μου φάνηκε τεράστιος, ήταν ο πρώτος που έβλεπα (Τώρα ξέρω ότι ήταν φυσιολογικός). Κατέβηκε χαμηλά στην κοιλίτσα μου και μετά μου άνοιξε τα πόδια και έχωσε τη γλώσσα του στο μουνάκι μου. Δεν πρόφτασε να με γλείψει και το κορμάκι μου άρχισε τρέμει. Απ’ το στόμα μου έβγαιναν μόνο κραυγές. Ο πρώτος οργανισμός ήταν πραγματικότητα.

-    «Χύνεις καύλα μου;»

Εγώ δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Ο μπαμπάς έγλειφε και γαμούσε το μουνάκι μου κι εγώ έχυνα ασταμάτητα. Κάθε τόσο με ρωτούσε αν μου αρέσει κι εγώ του απαντούσα με έναν οργασμό. Κάποια στιγμή σταμάτησε, ήρθε και με φίλησε απαλά στο στόμα.

-    «Τώρα μωρό μου ήρθε η σειρά σου να γλείψεις τον μπαμπά».

Έφερε τον πούτσο του στο στόμα μου και μου έπιασε το κεφάλι. Τον έπιασα με το χέρι μου και άρχισα να τον γλείφω. Με μια κίνηση τον έβαλε μέσα. Μου γαμούσε το στόμα κρατώντας το κεφάλι μου.

-    «Έτσι μωρό μου.. έτσι καύλα μου. Κάνε τσιμπουκάκι στο μπαμπάκα».

Ήταν τόση η καύλα του που δεν άντεξε ούτε λεπτό. Έβγαλε ένα μουγκρητό και μετά φώναξε:

-    «Χύνωωωωωω!»

Και με μια κίνηση βγήκε απ’ το στόμα. Το σπέρμα έπεσε καυτό στα βυζάκια μου και στην κοιλιά μου. Έσκυψε, με φίλησε ξανά, πήρε χαρτί και σκούπισε τα χύσια και μετά το μουνάκι μου. Εγώ είχα πέσει πίσω και είχα μείνει ακίνητη. Ξάπλωσε δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά και με ρώτησε:

-    «Σου άρεσε μωράκι μου;»

-    «Ήταν τέλεια μπαμπά! Σ’ ευχαριστώ».

Ξάπλωσα και του έπιασα τον πούτσο, τον έπαιξα λίγο και μετά έσκυψα και τον πήρα ξανά στο στόμα.

-    «Τι κάνεις εκεί; Μια φορά δεν είπαμε;»

Εγώ δεν απάντησα.. συνέχισα να γλείφω τον πούτσο του που άρχισε πάλι να σκληραίνει.

-    «Είσαι ζαβολιάρα» μου είπε και αφέθηκε.

Άρχισα να παίρνω πρωτοβουλίες. Τον έβγαλα απ’ το στόμα μου και άρχισα να του τον παίζω. Έφερα το στόμα μου στο στόμα του και άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. ανταποκρίθηκε και ένας καινούριος γύρος άρχιζε. Με έγλειφε παντού κι εγώ πιο άνετη πλέον έκανα το ίδιο. Σε λίγο είμαστε σε στάση 69, μου γαμούσε το στόμα με τον πούτσο και το μουνί με τη γλώσσα του. Μετά ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια μου, τα σήκωσε, τα δίπλωσε στην κοιλιά μου και με έβαλε να τα κρατάω. Το μουνάκι μου ήταν μπροστά του και μπορούσε να κάνει ότι ήθελε. Άνοιξε τα μουνόχειλα με τα δάχτυλα και έχωσε τη γλώσσα τόσο βαθιά που ένιωσα να ακουμπάει παρθενιά μου. Με γαμούσε κι εγώ ούρλιαζα. Ευτυχώς που είμαστε σε ερημιά και δεν με άκουγε κάνεις. Δεν άντεξα άλλο την καύλα και του φώναξα:

-    «Γάμα με μπαμπά μου, γάμα με! Δεν αντέχω άλλο, σε παρακαλώ».

Σταμάτησε να με γλείφει, γονάτισε μπροστά στο μουνί μου, μου κατέβασε τα πόδια, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:

-    «Είσαι σίγουρη ότι το θέλεις;»

-    «Ναι μπαμπάκα, όσο τίποτε άλλο! Γάμα με, σε παρακαλώ…»

Ακούμπησε τον πούτσο του στα μουνόχειλα, έγειρε πάνω μου, με φίλησε στο στόμα και μου λέει:

-    «Ξέρεις ότι θα πονέσεις μωρό μου;»

-    «Το ξέρω. Βάλτον μου, δεν αντέχω άλλο».

Ένιωσα τον πούτσο του να γλιστράει ανάμεσα στα μουνόχειλα και να ακουμπάει την παρθενιά μου. Δεν ένιωσα καθόλου φόβο. Ήμουνα σίγουρη για τον μπαμπά. Άρχισε να πιέζει σιγά - σιγά. Ένιωσα ένα πόνο σαν μαχαιριά και μετά ένα τσούξιμο. Είχα γίνει γυναίκα απ’ τον ίδιο μου τον πατέρα. Το όνειρο δυο χρόνων είχε γίνει πραγματικότητα. Με γαμούσε με αργό ρυθμό στην αρχή και μετά πιο έντονα. Τον αγκάλιασα σφιχτά. Ο ένας οργασμός διαδέχονταν τον άλλον. Θα με γαμούσε πάνω από πέντε λεπτά όταν τον άκουσα να φωνάζει. Τραβήχτηκε από μέσα μου και μια τεράστια ποσότητα σπέρματος απλώθηκε στην κοιλιά μου. Πήρε χαρτί και με σκούπισε δεύτερη φορά και μετά και το μουνάκι μου. Το χαρτί έγινε κατακόκκινο, είχα αρκετό αίμα. Πήγε και άναψε θερμοσίφωνα. Μετά ήρθε και με πήρε αγκαλιά, με πήγε στο μπάνιο και μπήκε μαζί μου. Με έκανε μπάνιο και τον έκανα κι εγώ. Πετσέτα δεν είχαμε και με πήγε στο τζάκι. Αφού στεγνώσαμε, με έντυσε μόνος του και χωρίς κουβέντα βγήκαμε στο κτήμα. Είχε σταματήσει η βροχή και είχε βγάλει ήλιο. Κάναμε μια βόλτα μέσα στα δέντρα, μαζέψαμε και μερικά κεράσια, ανέβηκα στην μηχανή και φύγαμε. Στα μισά του δρόμου σταμάτησε.

-    «Κοίτα μην καταλάβει η μαμά ή κανείς άλλος».

-    «Όχι βέβαια» του απάντησα. «Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Σου άρεσε;» τον ρώτησα.

-    «Πολύ! Ήταν τέλεια! Όμως πρέπει να το ξεχάσουμε και οι δυο».

-    «Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη…» του είπα. «Θέλω να κοιμηθώ ένα βράδυ ολόκληρο μαζί σου όταν θα λείπει η μαμά. Και τότε να τελειώσουμε».

Το δέχτηκε. Σε κανένα μήνα έγινε. Κοιμηθήκαμε μαζί. Με γάμησε και έχυσε και στο στόμα μου. Το πρωί με ξύπνησε, με πήρε άλλη μια φορά, κάναμε μπάνιο και με έντυσε. Με αγκάλιασε και με φίλησε για τελευταία φορά. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, το θυμάμαι με νοσταλγία και είμαι σίγουρη ότι και ο μπαμπάς το θυμάται. Και σήμερα αν μου το ζητούσε θα ήταν ο μόνος που θα απατούσα τον άντρα μου. Ή αν καταλάβω ότι του λείπει το σεξ θα το έκανα και πάλι.

(Copyright protected OW ref: 48934)