Ο θείος του άντρα μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (2 Votes)
Υπόθεση: Όταν παραμελείς την γυναίκα σου και την αφήνεις μόνη με τον καυλωμένο θείο.. τότε το κέρατο είναι αναπόφευκτο.

Η ιστορία:

Με τον άντρα μου μετακόμισα πριν ένα μήνα σε γνωστή επαρχιακή πόλη, λόγω της δουλειάς του. Εγώ βέβαια ακόμη δεν έχω βρει δουλειά κι έτσι είμαι σχεδόν όλη την ημέρα σπίτι. Δεν είμαστε πολύ καιρό παντρεμένοι, μόλις ένα χρόνο, αλλά ο άντρας μου δουλεύει αρκετές ώρες κι εγώ μέχρι προσφάτως σκότωνα το χρόνο μου μόνη μου. Πριν μια εβδομάδα όμως μετακόμισε και ο θείος του μαζί μας, προσωρινά μέχρι να βρει κάτι άλλο. Είναι ένας τύπος της νύχτας, γύρω στα 55, αρκετά έμπειρος, αλάνι με όλη τη σημασία της λέξεως. Αποφάσισε λοιπόν να με συνοδεύσει στην παραλία για να μην νιώθω κι εγώ μόνη. Μόλις φτάσαμε στην παραλία κι άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου και να μένω με το λευκό μικροσκοπικό μπικίνι μου, κατάλαβα ότι ο θείος με κοίταζε κάπως περίεργα.

-    «Μπράβο ο ανιψιός!» είπε.

Έκανα ότι δεν άκουσα και το επανέλαβε.

-    «Απορώ πως σε αφήνει και τριγυρνάς μόνη σου τέτοια κουκλάρα…»

-    «Μου έχει εμπιστοσύνη» του απάντησα.

Σηκώθηκα για να μπω στη θάλασσα. Περιέργως ένιωθα πολύ σέξι καθώς διέσχιζα την άμμο. Ένιωθα το βλέμμα του να είναι καρφωμένο στο σφιχτό κωλαράκι μου και χωρίς να το θέλω άρχισα να το κουνάω προκλητικά. Όταν βγήκα από τη θάλασσα, οι ρώγες ήταν πέτρα και φυσικά διαγράφονταν από το λευκό τριγωνάκι μου, ενώ γνωρίζω πολύ καλά ότι αχνά φαίνονται και οι σκουρόχρωμες θηλές μου. Στάθηκα μπροστά του, δήθεν για να πιάσω τα μαλλιά μου. Όλη την ώρα δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω μου. Σαν να με σκάναρε. Ήξερα ότι κανονικά θα έπρεπε να ντρέπομαι αλλά εγώ αντιθέτως ένιωθα πολύ ωραία. Του ζήτησα να μου αλείψει με λάδι την πλάτη. Άπλωσε το λάδι αισθησιακά, σαν να με χάιδευε. Έλυσα το κορδονάκι για να μην αφήσει δήθεν σημάδι. Τα χέρια του κατέβαιναν κάθε φορά όλο και πιο χαμηλά στη λεκάνη μου. Συνειδητοποίησα ότι είχα καυλώσει και το ήθελα. Έπρεπε να το σταματήσω.

-    «Εντάξει. Ευχαριστώ» του είπα.

Κάθισε δίπλα και πιάσαμε την κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. Το βράδυ που ξαπλώσαμε στο κρεβάτι προσπάθησα να πείσω τον Τάκη, τον άντρα μου, να πηδηχτούμε. Είχα καύλες από το πρωί κι έπρεπε κιόλας να εξιλεωθώ για τις πρόστυχες σκέψεις που έκανα. Μάταιος κόπος.

-    «Όχι με τον θείο μέσα στο σπίτι» μου είπε.

Το ίδιο ακολούθησε και το επόμενο βράδυ και προχθές, ώσπου φυσικά τσακωθήκαμε. Τον καυγά μας πρέπει να τον άκουσε ο θείος. Όταν σηκώθηκα για να πιω νερό καθόταν στην κουζίνα. Φορούσα ένα κοντό νυχτικάκι ροζ κι από μέσα ένα μαύρο στρινγκάκι.

-    «Είναι μαλάκας ο ανιψιός μου, ε;» με ρώτησε.

-    «Τι είναι αυτά που λέτε; Σας παρακαλώ…»

-    «Αν ήσουν το γυναικάκι μου κάθε μέρα θα σου πετούσα τα μάτια έξω!» είπε γελώντας.

Ένιωσα ότι κοκκίνισαν τα μαγουλά μου. Χωρίς να του μιλήσω γύρισα στο δωμάτιο. Όλο το βράδυ ζεσταινόμουν απίστευτα. Έκλεινα τα μάτια μου και φανταζόμουν τα έμπειρα χέρια του να χαϊδεύουν το γυμνό κορμί μου. Χθες το πρωί είχαν φύγει κι οι δύο. Γδύθηκα, κάθισα στον καναπέ κι άρχισα να χαϊδεύω το κορμί μου, ενώ σκεφτόμουν τον θείο. Έβαλα το χέρι μου στο υγρό μουνάκι μου, κι έπαιξα με την κλειτορίδα μου. Αναστέναζα και βογκούσα καθώς έχωνα τα δάχτυλά μου μέσα στο μουνάκι μου.

-    «Ναι θείε! Ναι!» έλεγα συνέχεια καθώς το μόνο που σκεφτόμουν ήταν αυτός.

Τελείωσα φωνάζοντας από τους οργασμούς και μούσκεμα. Έκανα ένα μπάνιο, έριξα επάνω μου ένα ανάλαφρο φουστανάκι και κατέβηκα στο κατώι του σπιτιού για να κάνω κάτι δουλίτσες. Εκεί που ήμουν σκυμμένη, άκουσα βαριά τα βήματά του να πλησιάζουν. Τρόμαξα και πετάχτηκα επάνω. Με πλησίασε τόσο ώστε να νομίζω ότι θα κολλήσει επάνω μου. Έκανε στην άκρη τα μαλλιά μου και μου χάιδεψε τον ώμο. Ήθελα να απομακρυνθώ όμως δεν μπορούσα. Θυμάμαι την καρδιά μου να χτυπάει με χίλια και την κλειτορίδα μου να κάνει συσπάσεις.

-    «Είσαι κουκλάκι ζωγραφιστό. Είναι κρίμα να είναι τόσο βλάκας ο ανιψιός μου...» είπε και μου κατέβασε σιγά - σιγά την τιράντα από το φόρεμα.

Με φίλησε στον ώμο και στο λαιμό. Από τη μια ήθελα να εξαφανιστώ κι από την άλλη να παραδοθώ.

-    «Δεν πρέπει θείε. Μη! Δεν είναι σωστό!» είπα.

-    «Ποιος το λέει;» μου απάντησε και με φίλησε στο στόμα.

Ανταπέδωσα, διστακτικά στην αρχή.

-    «Είναι ο ανιψιός σου» του είπα μέσα από τα φιλιά.

-    «Και είναι μαλάκας» μου απάντησε κι έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα.

Τώρα πια τον φιλούσα με πάθος. Οι γλώσσες μας μπερδεύονταν μεταξύ τους. Κατεβάζει και την άλλη τιράντα και αφήνει το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα. Θαυμάζει τη θέα των γυμνών μου βυζιών…

-    «Αν δεν ήθελες θα φορούσες σουτιέν... Μην μου το παίζεις εμένα παρθένα λοιπόν. Σας ξέρω καλά εσάς τα πουτανάκια…»

Ενώ θα έπρεπε να αντιδράσω, δίνω ένα σάλτο και κρέμομαι επάνω του. Έχοντας με αγκαλιά με ακουμπάει πάνω στο πλυντήριο. Φιλάει τα βυζιά μου, ενώ παράλληλα ξεκουμπώνει τη βερμούδα του.

-    «Μη θείε. Μη... δεν είναι σωστό..» του ξαναλέω.

-    «Αν ήσουν το γυναικάκι μου θα σε πηδούσα κάθε βράδυ» μου λέει και με μια κίνηση αφήνει το καυλί του να γλιστρήσει μέσα στο μουνί μου.

Το νιώθω ζεστό και χοντρό. Το καρφώνει βαθιά μου...

-    «Αχχχχ...» φωνάζω ενώ προσπαθώ να κρατηθώ για να μην ακουστώ.

-    «Τώρα πρέπει πουτανάκι. Τώρα βογκάς ε;»

Και αρχίζει να με πηδάει με δυνατές και γρήγορες κινήσεις χώνοντας τον πούτσο του όλο και πιο βαθιά μέσα μου. Με κατεβάζει από το πλυντήριο και με γυρίζει να βλέπει το κωλαράκι.

-    «Να βλέπω αυτό το τέλειο κωλαράκι θέλω…» λέει και ξαναχώνει το καυλί του στην μουνάρα μου.

Τώρα βογκάω πιο δυνατά. Δεν σκέφτομαι καθόλου ότι κάποιος ίσως μας ακούσει. Χύνω συνέχεια ενώ φωνάζω…

-    «Ναι, ναι! Έτσι... Πήδα με!»

Με τραβάει από τα μαλλιά προς τα πίσω.

-    «Θα τον πάρεις τώρα στο στόμα σου και θα τον κάνεις λαμπίκο!» μου λέει.

Με γρήγορες και βίαιες κινήσεις, βγαίνει, με σπρώχνει να γονατίσω και τον χώνει μέσα στο στόμα μου. Είναι όντως χοντρός και μεγάλος. Σπρώχνει με τα χέρια του κεφάλι μου πάνω στον πούτσο του.

-    «Έτσι τσουλάκι μου. Έτσι.. ρούφα τον όλον. Να πνιγείς μωρή σκρόφα! Ααα! Χύνωωωωω!!!» φώναξε και το στόμα μου γέμισε από τα υγρά του.

Τα κατάπια όλα και συνέχισα για λίγο να του γλείφω το καυλί του.

-    «Μπράβο κοριτσάρα μου!» μου λέει.

Πέσαμε στο πάτωμα ο ένας δίπλα στον άλλον.

-    «Σου άρεσε;»

-    «Πάρα πολύ!» του απάντησα και έχωσα πάλι τη γλώσσα μου στο στόμα του.

Ήμασταν ακόμη καυλωμένοι και οι δύο κι ήξερα ότι θα πηγαίναμε σε δεύτερο γύρω αν έμενα εκεί. Έτσι σηκώθηκα γρήγορα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα.

-    «Δεν θα αντέξεις πολύ μακριά μου καυλίτσα μου…» μου φώναξε καθώς έβγαινα από την αποθήκη.

Κλείστηκα στο δωμάτιο μου μέχρι που τον άκουσα να φεύγει. Το βράδυ παρακάλεσα τον Τάκη να πηδηχτούμε αλλά ήταν κάθετος. Σηκώθηκα λοιπόν ξανά και πήγα στην κουζίνα. Ο θείος ήταν εκεί - κι εδώ που τα λέμε αυτό περίμενα. Καθόταν στην καρέκλα και με κοίταζε χαμογελώντας πονηρά. Τον πλησίασα, άνοιξα τα πόδια μου και κάθισα επάνω του. Του έσκασα ένα γλωσσόφιλο χώνοντας τη γλώσσα μου όσο πιο βαθιά γινόταν στο στόμα του.

-    «Είμαι απίστευτα καυλωμένη! Σε θέλω μέσα μου…» του ψιθύρισα.

-    «Το ήξερα» μου απαντάει.

Αυτή η σιγουριά του είναι που με καυλώνει περισσότερο από όλα.

-    «Θέλω αυτή την πούτσα τώρα μέσα στο μουνάκι μου. Να με πηδάει και να με χύσει!»

Χωρίς δεύτερη σκέψη βγάζει την πούτσα του έξω από το μποξεράκι του, τραβάει το στρινγκάκι μου στην άκρη και με βάζει να κάτσω πάνω της. Νιώθω τη διείσδυση και είναι τέλεια. Ζεστά και υγρά.

-    «Μην βγάλεις κιχ!» μου λέει.

-    «Γουστάρω το ζεστό καυλί σου μέσα μου. Τρελαίνομαι...» του ψιθυρίζω.

Πηδιέμαι πάνω στο καυλί του με μανία. Με τραβάει από τα μαλλιά και μου λέει:

-    «Τι λυσσάς κοριτσάκι μου; Όλη δική σου είναι».

Από το μουνί μου τρέχουν ποτάμι τα υγρά.

-    «Πες μου, τι είσαι;» μου λέει.

-    «Είμαι πουτάνα του κερατά. Και πηδιέμαι με τον θείο του!»

-    «Έτσι καριολίτσα μου. Έτσι.. και ο θείος θα σου πάρει πολλά δωράκια….»

Πιάνει με τα χέρια του τα κωλομέρια μου και τα ανεβοκατεβάζει γρήγορα.

-    «Πού θες να σε χύσω τσουλάκι; Πού θες να πετάξω το ψωλόχυμά μου;»

-    «Μέσα μου. Χύσε τη μουνάρα μου θείε. Άσε με να νιώσω τα υγρά σου να τρέχουν μέσα μου…»

Και με μια δυνατή με σφίγγει επάνω του. Καθίσαμε αρκετή ώρα έτσι ο ένας μέσα στον άλλον. Δεν ήθελα να σηκωθώ, αλλά η πούτσα του θείου άρχιζε πάλι και ξυπνούσε. Έπεσα στο κρεβάτι μου ευτυχισμένη. Κοίταξα τον Τάκη δίπλα μου που κοιμόταν του καλού καιρού. Στην αρχή ένιωσα τύψεις, αλλά μετά σκέφτηκα τον θείο και το καυλί του. «Όνειρο είναι. Ας το ζήσω» σκέφτηκα και κοιμήθηκα. Σήμερα δεν τον έχω δει καθόλου. Μου άφησε όμως φεύγοντας ένα σημείωμα στο ψυγείο. «Αυτή η καύλα δεν περνάει έτσι γρήγορα. Είναι πολλά ακόμη που δεν σου έχω μάθει τσουλάκι μου...».

(Copyright protected OW ref: 47376)