Η συνεργασία που εξελίχθηκε σε πάθος

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Η φίλη μας προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις καύλες του θείου της, αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση…

Η ιστορία:

Όλα ξεκίνησαν όταν ακόμα ήμουν φοιτήτρια. Βασικά ήθελα μερικά μαθήματα ακόμα για να πάρω το πτυχίο μου και μάλιστα στα 21! Δεν ήμουν φυτούκλα, μόνο στην εξεταστική διάβαζα, απλά τα έπαιρνα εύκολα. Γι’ αυτό και παράλληλα δούλευα και ποτέ δεν αντιμετώπισα κάποια δυσκολία.

Εκείνο το διάστημα αποφάσισα με το αγόρι μου να συζήσουμε μιας και η σχέση μας ήταν ήδη στον τρίτο χρόνο και χρειαζόμασταν περισσότερο χρόνο μαζί. Εργαζόταν σε μια φαρμακευτική ιατρικός επισκέπτης και η θέση του είχε αρκετές μετακινήσεις εκτός Αθηνών. Όποτε κάποιες φορές το πρόγραμμά μας δεν σύμπιπτε και όταν εκείνος ήταν σπίτι, εγώ γυρνούσα στους δρόμους γιατί είχα κενό από το μάθημα ή γυρνούσα αργά σπίτι και ήμουν κουρασμένη για να βγω. Έτσι λοιπόν βρήκαμε μια γκαρσονιέρα σε μια ήσυχη περιοχή και όλα ήταν καλά.

Ένα ωραιότατο πρωινό με πήρε τηλέφωνο ο αδερφός της μαμάς μου και ήθελε να βρεθούμε για να μου προτείνει μια καλή θέση, αλλά τις λεπτομέρειες ήθελε να τις συζητήσουμε από κοντά. Τον κάλεσα λοιπόν στο σπίτι μου όπως ήταν αναμενόμενο. Είχα αρκετά χρόνια να τον δω και ομολογώ πως περνώντας ο χρόνος τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό! Ήταν ήδη 48 χρονών, ψηλός (σχεδόν ενάμισι κεφάλι μου ρίχνει, να μην πω παραπάνω!), φυσιολογικός στα κιλά του και με γκρίζους κροτάφους. Πάντα είχα μια τάση να κοιτώ τους πολύ μεγαλύτερούς μου, ήμουν λάτρης του ώριμου.

Ακόμα δεν είχε ξεφορτωθεί βέβαια τον σαρκασμό ούτε το ιδιόρρυθμο χιούμορ του, παρόλα αυτά ήταν για μένα ένας λατρεμένος θείος με σοβαρότητα ανάλογη με την περίπτωση. Ήξερε να συζητήσει μαζί σου, είχε ένα δικό του τρόπο. Γι’ αυτό άλλωστε ήταν και διευθυντής πωλήσεων σε εταιρία, ήξερε να μεταχειρίζεται τον καθένα, γιατί σαν πωλητής ξεκίνησε. Όλα ωραία, μιλήσαμε για την δουλειά, τα κανονίσαμε, ενδιαφέρθηκα να συνεργαστώ μαζί του και έτσι εξασφάλισα και μια δουλειά για το μέλλον μου.

Παίρνοντας λοιπόν το πτυχίο μου και εφόσον ήδη είχα καιρό που δούλευα στην εταιρία σαν επόπτρια και γραμματέας του θείου μου με αξιοσέβαστο μισθό, δεν ασχολήθηκα καν με το αντικείμενό μου. Έτσι η ζωή μου συνέχισε με έναν σύντροφο, ο οποίος αραιά και που έφευγε κανένα ταξιδάκι στο εσωτερικό για χάρη της φαρμακευτικής κι εγώ στην εταιρία με τον θείο μου καθημερινά είχαμε να ασχοληθούμε με τα δικά μας θέματα: τις πωλήσεις!

Ένα ωραιότατο πρωινό καθημερινής του Ιουλίου και ενώ είχα άδεια, το κουδούνι διέκοψε τον ευχάριστο ύπνο μου. Το αγόρι μου σίγουρα δεν ήταν γιατί έλειπε στην Πάτρα για δουλειά και επίσης είχε και κλειδιά. Οπότε σηκώθηκα όπως ήμουν με το μακό κοντομάνικο φανελάκι χωρίς σουτιέν και ένα φούξια καυτό σορτσάκι το οποίο το είχα αποκλειστικά για τον ύπνο. Ανοίγω την πόρτα διστακτικά και ήταν ο θείος μου με το κράνος στο χέρι και την τσάντα παραφουσκωμένη.

-    «Τι συμβαίνει ρε θείε;»

-    «Αυτό το συνήθειο να με φωνάζεις θείε ακόμα δεν το έχεις αποβάλει από μικρή που ήσουν!»

-    «Έλα τώρα, αφού το ξέρεις ότι σε πειράζω!»

-    «Σε ξύπνησα;»

-    «Ε. ναι...»

-    «Μπράβο καμάρι μου! Ο ύπνος θρέφει τα παιδιά και ο ήλιος τα μοσχάρια!»

-    «Σε άδεια είμαι. Να μην κοιμηθώ;»

-    «Ναι, γιατί σκοτώνεσαι! Έλα να μιλήσουμε για κάτι που έχω βρει πρόβλημα…»

-    «Τι έγινε; Για λίγο έλειψα και θα το κλείσουμε το μαγαζί;»

-    «Βάλε καφέ μικρή και άσε τις εξυπνάδες γιατί απ’ ότι βλέπω μπορεί εσύ να έχεις βάλει το χεράκι σου!»

-    «Ναι καλά, νομίζεις! Κάτσε να βάλω κάτι πάνω μου και έρχομαι…»

-    «Τι να βάλεις ρε παιδί μου τώρα; Εδώ καιγόμαστε! Κάτσε όπως είσαι. κάνει και ζέστη έξω, θες να βάλεις και ρούχα!»

-    «Καλά ντε, τουλάχιστον να βάλω καφέ!»

Όση ώρα έφτιαχνα τον καφέ με χάζευε και είχε ένα πονηρό βλέμμα. Δεν μου φάνηκε παράξενο το βλέμμα του αφού τις περισσότερες φορές πάντα έτσι κοιτούσε τους άλλους και πιο πολύ έτεινε να είναι ειρωνικό.

-    «Τι είναι καλέ; Γιατί με κοιτάς έτσι;»

-    «Κοιτάω πως μεγάλωσες. Πότε ήσουν μικρή και σε έπαιζα στα γόνατά μου, και τώρα μου φτιάχνεις και καφέ!»

-    «Άμα το ‘χεις παράπονο, να έρθω και τώρα να με παίξεις στα πόδια σου!»

-    «Έλα έλα, αμέσως να βγάλεις γλώσσα! Έλα να τελειώνουμε γιατί έχω να πάω και σε άλλες δουλειές».

Τράβηξα την καρέκλα και κάθισα δίπλα του. Το air condition ήταν προς την μεριά μου και ο ψυχρός αέρας με χτυπούσε κάνοντας τις ρώγες μου να σκληραίνουν και να διαγράφονται από το φανελάκι μου. Πράγμα το οποίο είχε παρατηρήσει ο θείος μου και οι κλεφτές ματιές πήγαιναν σύννεφο! Μια ξεφυσούσε, μια έχανε τα λόγια του, μια έπινε συνέχεια νερό, κάπου φοβήθηκα μήπως έπαθε και τίποτα.

-    «Να σου πω, όλα καλά; Έχεις τίποτα;»

-    «Ε... ναι, καλά, γιατί να μην είμαι καλά;»

-    «Δεν σε βλέπω πολύ ομιλητικό σήμερα. Όλο κομπιάζεις και ξεφυσάς!»

-    «Τόση ώρα με χτυπάει το air condition και δεν μπορώ. Δεν πας να βάλεις κανένα ρουχαλάκι μην σε πιάσει καμιά ψύξη;»

Προς στιγμή σηκώθηκα και ήμουν έτοιμη να πάω στην κρεβατοκάμαρα, όταν τον είδα και ήταν σχεδόν κόκκινος στο πρόσωπο. Πάω μπροστά του, τον κοιτάω, του πιάνω το πρόσωπο και έκαιγε.

-    «Ρε θείε, είσαι σίγουρα καλά; Εσύ καις!»

-    «Ναι μωρέ, καλά είμαι. Άλλο φταίει!»

-    «Ε, τι είναι; Να βοηθήσω;»

-    «Τι να βοηθήσεις τώρα... Πήγαινε βάλε κάτι πάνω σου μην πάθεις την ψύξη που λέγαμε!»

Και εκείνη την ώρα συνειδητοποιώ πως δεν ήταν η ψύξη που τον έκαιγε για να ντυθώ, αλλά το πως ήμουν ντυμένη! Ήταν φως φανάρι στο παντελόνι του η απάντηση! Δεν ήθελα και πολύ εγώ, ήταν σκέτη γοητεία ο θείος μου. Όπως τον κοιτούσα, άνοιξα τα πόδια μου και κάθισα πάνω του. Τον κοιτούσα με απορημένο ύφος και τον ξαναρώτησα:

-    «Ρε θείε, αφού σε βλέπω και έχεις μια δυσφορία. Πες μου τι έχεις».

-    «Τώρααααα, ότι κι αν έχω το αποτελείωσες!»

-    «Μπα; Τόσο γρήγορα;», μπήκα πιο επιθετικά στην συζήτηση!

-    «Τι θες να πεις μικρή; Δεν σε καταλαβαίνω.», πάντα με συγκρατημένη και αυστηρή φωνή.

-    «Μην ανησυχείς, έχω τον τρόπο να σου φύγει και η δυσφορία και όλα!»

Πριν προλάβει να μιλήσει, γονατίζω μπροστά του και του ξεκουμπώνω το παντελόνι, τον βγάζω έξω και αρχίζω ένα τρελό τσιμπούκι που μόνο το χαμόγελο στα χείλη του μου έφτανε για την επιβεβαίωση. Βέβαια δεν ήξερα ακόμα ποια μπορεί να ήταν η κατάληξη, προς το παρόν όμως και όσο ήταν χαμένος στον κόσμο της ηδονής, έδειχνε να μην τον απασχολούν οι συνέπειες. Του πιπιλούσα αργά το κεφάλι και έπειτα τον ρουφούσα όλο μέσα στο στόμα μου, χαϊδεύοντας τα αρχίδια του. Δεν μιλούσε, είχε γύρει το κεφάλι πίσω και το απολάμβανε αναστενάζοντας.

Καθώς το έγλειφα περίτεχνα και η γλώσσα μου έκοβε βόλτες γύρω  - γύρω από το κεφάλι του ενώ τα χείλη μου που και που τον ρουφούσαν απαλά, με τράβηξε από τα μπράτσα μου. Κατέβασα το σορτσάκι μου και έμεινα μόνο με το στρινγκάκι μου, το οποίο παραμέρισα και εμφανίστηκε ένα περιποιημένο ξυρισμένο μουνάκι γεμάτο υγρά από την καύλα. Ανέβηκα πάνω του και έφερα τον πουτσοκέφαλο του στην ήδη υγρή τρύπα μου. Άρχισα με κυκλικές κινήσεις του γοφού να παίζω μαζί του και να μπαινοβγαίνω ελάχιστα εκατοστά, ίσα - ίσα για να «παίρνει μια γεύση».

Στη συνέχεια ξεκίνησα να τρίβω το μουνάκι μου πάνω στην ψωλή του και γλιστρούσα απίστευτα τρέμοντας κάθε φορά. Ήμουν τόσο ερεθισμένη που ούτε την αναπνοή μου δεν μπορούσα να συντονίσω και επειδή δεν άντεχα άλλο, τον οδήγησα ξανά στην τρύπα μου και τον έχωσα βαθιά μέσα μου. Ήταν τέτοια η ευχαρίστηση που για ορισμένα δευτερόλεπτα δεν κουνιόμουν καν, απλά τον απολάμβανα να με γεμίζει, Άρχισε τότε ο θείος μου να δίνει το ρυθμό κι εγώ απλά να συντονίζομαι μαζί του, καθότι δεν απείχα και πολύ από τον οργασμό.

Μέσα σε λίγα λεπτά και αφού όλο το κορμί μου έτρεμε, αφέθηκα στη γλύκα της αποκορύφωσης και τον γέμισα με τα χύσια μου. Ύστερα από λίγο, μην μπορώντας να κρατηθεί άλλο, άδειασε ότι είχε μέσα μου. Αφού πέρασε κάποια ώρα και ηρεμήσαμε κάπως, εγώ κοιτούσα έξω από το παράθυρο και εκείνος το μπαρ της κουζίνας. Κανείς δεν μιλούσε... Σηκώθηκα πρώτη χωρίς να μιλήσω και πήγα στο μπάνιο να πλυθώ. Όταν βγήκα στο καθιστικό, είχε ντυθεί και ήταν αφοσιωμένος στην δουλειά του.

-    «Μάνο;»

-    «Μπα, θυμήθηκες πως έχω και όνομα;»

-    «Να σου πω...»

-    «Τι θες μικρή;»

-    «Ε...»

-    «Ντύσου πανάθεμα σε, γιατί με έχεις τρελάνει σήμερα! Θα έρθει και ο δικός σου και δεν μας βλέπω καλά!»

-    «Λείπει ταξίδι στην Πάτρα!», και ναζιάρικα του κλείνω το μάτι…

(Copyright protected OW ref: 66626)