Η θεία μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η θεία του φίλου μας είναι το απωθημένο που είχε από μικρός. Τώρα που μεγάλωσε, βρήκε την κατάλληλη στιγμή να εφαρμόσει ένα κόλπο προκειμένου να φτάσει στο σκοπό του και η θεία… τσίμπησε.

Η ιστορία:

Μετά από ατελείωτες μαλακίες για πάρτι της, συνέβη το μαγικό…

Το σπίτι μου με το σπίτι της θείας μου απείχε μόνο ένα τετράγωνο και λόγω της στενής παρέας που έκανα από πολύ μικρός με τον ξάδερφο μου, μπαινόβγαινα πολύ συχνά μέσα. Η θεία μου ήταν η κλασική νοικοκυρά της εποχής, δουλειές όλη την ημέρα στο σπίτι μαγείρεμα κτλ. Ήταν όμως γυναικάρα, γύρω στο 1.70 με πολύ καλό σώμα, όμορφα πόδια και λαχταριστά βυζιά.

Η ιστορία μου ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν όταν ήμουν πολύ μικρός… μια μέρα έπαιζα με τον ξάδερφο στο σπίτι τους. Περνάω έξω από την κρεβατοκάμαρα και την πετυχαίνω την ώρα που αλλάζει ρούχα. Εκείνη τη στιγμή φορούσε μόνο το κιλοτάκι της και μόλις με είδε έβαλε τα χέρια της μπροστά στα βυζιά της για να τα κρύψει. Εγώ είχα παγώσει και τα μάτια μου είχαν καρφωθεί στα βυζιά της που όσο και να προσπαθούσε δεν τα έκρυβε όλα. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα βυζί από κοντά και με μάγεψε το θέαμα. Ένιωσα ένα κάψιμο και ένα φούσκωμα στο σορτσάκι μου.

Τα τέσσερα - πέντε δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να πλησιάσει η θεία μου και να κλείσει την πόρτα, ήταν αρκετά για εκατοντάδες μαλακίες που τράβηξα για πάρτι της. Την θεία μου πάντα την αγαπούσα και την συμπονούσα γιατί ο θείος μου της φερότανε άσχημα και κάποιες φορές είχε κάνει παράπονα στην μάνα μου ακόμα και για ξυλοδαρμό, αλλά τα δεχότανε γιατί ήταν καψούρα μαζί του. Όμως από εκείνη την στιγμή και μετά την έβλεπα και ερωτικά. Πάντα στην διάρκεια των επόμενων χρόνων έβρισκα ευκαιρία να πάρω μάτι λίγο μπουτάκι και λίγο ‘χαράδρα’ από βυζάκι, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες.

Περνώντας τα χρόνια για καλή μου τύχη (και μόνο δική μου καλή τύχη), ο άντρας της την εγκατέλειψε και πήγε να ζήσει με άλλη. Αυτή έπεσε σε μεγάλη κατάθλιψη. Έφτασε σε σημείο να επισκέπτεται γιατρούς και να της γράφουν φάρμακα για να κοιμάται τα βράδια. Κάποιες φορές που βλέπαμε αγώνες με το ξάδερφο στο σπίτι τους την έβλεπα που έμπλεκε και έπινε αλκοόλ μαζί για την πιάσει ύπνος. Το καλό για μένα ήταν πως πάνω στην στεναχώρια της δεν έδινε και σημασία σε πολλά πράγματα, και γύρναγε με το νυχτικό μπροστά μας χωρίς σουτιέν από μέσα, που σήμαινε όμορφες μαλακίες από εμένα για πάρτι της.

Είχα φτάσει 19 χρονών (αυτή τότε 42) όταν έγινε το μαγικό. Ο ξάδερφος ήταν φαντάρος και η κατάθλιψη πήγαινε στο φουλ καθώς γύρναγε μόνη στο άδειο σπίτι. Η μόνη της παρηγοριά ήταν οι ώρες που πέρναγε σπίτι μου και συζητήσεις με την μάνα μου. Ώσπου ένα βράδυ μου έβγαλε ένα παράπονο...

-    «Ρε Δημητράκη, από τότε που έφυγε ο ξάδερφος σου για το στρατό, ούτε μια φορά δεν ήρθες σπίτι να δεις τι κάνω, αν ζω ή αν πεθαίνω…»

-    «Άσε ρε θεία. Αφού κάθε μέρα εδώ είσαι και σε βλέπω, αλλά αν θέλεις το βράδυ θα έρθω σπίτι να δούμε καμιά ταινία».

Έτσι και έγινε και το βραδάκι πήγα σπίτι. Αυτή ήταν όπως περίμενα να την δω. Μελαγχολική, αφηρημένη και με το νυχτικό της να αφήνει τα βυζιά της να διαγράφονται από μέσα τέλεια.

-    «Τι έγινε ρε θεία; Όλα καλά; Έχεις κανένα ποτάκι να κεράσεις;»

-    «Πως δεν έχω. Κοντεύω να γίνω αλκοολική!» μου λέει.

-    «Γιατί ρε θεία τα έχεις βάψει όλα μαύρα; Η ζωή συνεχίζεται…» της λέω.

Κάτσαμε στον καναπέ, μιλήσαμε και βάλαμε την ταινία, η οποία ήταν ευτυχώς αδιάφορη και παράλληλα συνεχίζαμε την κουβέντα, ενώ το μυαλό μου ήταν σε συνεχή σκέψη πως θα μπορέσω την ακουμπήσω λίγο στην μέση, λίγο φιλικά στην πλάτη να την παρηγορήσω και να πάρω ‘θέμα’ για το σπίτι. Κάποια στιγμή με είδε αφηρημένο και μου λέει:

-    «Σε κούρασα με τις βλακείες μου και την κατάθλιψη μου...»

-    «Όχι», την διακόπτω. «Είμαι όντως κουρασμένος και σπίτι όταν βλέπω ταινίες, τις βλέπω ξαπλωμένος στον καναπέ. Σε πειράζει να βγάλω τα παπούτσια και να ξαπλώσω εδώ στο πλάι;»

-    «Τρελός είσαι;» μου λέει. «Τι να με πειράξει; Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν».

Και όπως ξαπλώνω στο πλάι για να βλέπω τηλεόραση έρχεται και ξαπλώνει μπροστά μου. Ο καναπές, όπως όλοι στενός, και τα κορμιά ενώθηκαν πολύ. Η πλάτη της και ο κώλος της (πολύ ζεστός ο γαμημένος) ακούμπαγε όλος στο κορμί μου. Το μόνο που έκανα ήταν να τραβήξω λίγο πίσω τη λεκάνη μου, για να μην καταλάβει τον πούτσο μου που είχε πρηστεί από την καύλα. Όσο και να ήθελα να την γαμήσω δεν ήμουν έτοιμος να ρισκάρω. Το ένα μου χέρι το είχα περάσει κάτω από το κεφάλι της και το είχε κάνει μαξιλάρι και το άλλο το ακούμπησα στην μέση της.

Κουβεντιάσαμε για διάφορα πράγματα, χαζεύοντας παράλληλα την ταινία. Δώσ’ του και λίγο ποτάκι, άρχισε να θυμάται και να ‘φορτώνει’ με τον άντρα της που την παράτησε και να τα βάζει με την τύχη της και την μοίρα της. Εκεί ήταν που έκανα δυναμική παρέμβαση και της είπα κάποια κομπλιμέντα (σε μορφή συμβουλής) που ήθελα πάντα να της πω αλλά δεν έβρισκα αφορμή.

-    «Δεν μας παρατάς ρε θεία» της λέω. «Ότι έγινε, έγινε. Και καλύτερα, γιατί δεν σε πρόσεχε και πολύ. Τέτοια γυναίκα θα έπρεπε να την έχει βασίλισσα και όχι υπηρέτρια στο σπίτι. Πότε σε έβγαλε έξω σαν άνθρωπο να διασκεδάσεις; Όλο κλεισμένη στο σπίτι σε είχε. Γι’ αυτό κοίτα να βρεις κάποιον άνθρωπο να ζήσεις τη ζωή σου, γιατί και νέα είσαι και γυναικάρα».

Την ώρα που τα έλεγα αυτά ήξερα πως είχα βάλει ένα καλό σχέδιο μπροστά, και η ιδέα πως έχω πιθανότητες να προχωρήσω την κατάσταση, είχε κάνει τον πούτσο μου να στάζει. Αυτή σάστισε με το έντονο ύφος της φωνής μου.

-    «Πιστεύεις πως μπορώ να βρω άλλον άντρα;» μου λέει.

Γέλασα επίτηδες δυνατά και της λέω:

-    «Μάλλον δεν έχεις καταλάβει καθόλου πόσο μετράς σαν γυναίκα…»

Η κατάθλιψη της όμως δεν την άφηνε να με πιστέψει.

-    «Άσε με ρε Δημήτρη. Τα λες για να με κάνεις να νιώσω καλύτερα…»

-    «Αν ήσουν σε μια μεριά να ακούσεις τι λένε για σένα όταν περνάς έξω από την καφετέρια, δεν θα μου έλεγες τέτοιες μαλακίες», της λέω με φωνή γεμάτη σιγουριά.

Η φωνή της άλλαξε και γεμάτη περιέργεια ρώτησε επιτακτικά:

-    «Τι λένε; Ποιοι τα λένε;»

Ήξερα πως το χόντραινα το παιχνίδι, και σκέφτηκα για λίγο μήπως κάνω μεγάλη βλακεία. Αλλά πλέον σκεφτόμουνα με το κάτω κεφάλι. Η φωνή της θείας μου ακούστηκε πιο επίμονη τώρα.

-    «Πες μου, τι λένε για μένα;»

-    «Θα σου πω, και θα στα πω ακριβώς όπως τα λένε. Αλλά κοίτα μην τσαντιστείς και μου χώσεις καμιά σφαλιάρα».

-    «Λέγε αγόρι μου, μην φοβάσαι. Με εσένα δεν πρόκειται να τσαντιστώ ποτέ. Το ξέρεις πως είσαι η αδυναμία μου. Εγώ σε μεγάλωσα».

-    «Όποτε περνάς όλοι σε χαζεύουνε, ειδικά οι φίλοι μου που ξέρουν πως έχεις χωρίσει. Μου λένε πόσο μαλάκας είναι ο θείος που σε άφησε, και λένε διάφορα σχόλια που κάνουν τα αγόρια».

-    «Δηλαδή; Τι λένε;»

Έκανα λίγο τον ντροπαλό, αλλά της είχα εξάψει την περιέργεια.

-    «Λέγε ρε! Με ντρέπεσαι;»

-    «Είσαι έτοιμη;» της λέω.

Κουνάει το κεφάλι γρήγορα και γεμάτη αγωνία.

-Τι θέλεις να λένε ρε θεία; Ότι είσαι μέσα στην καύλα και μακάρι να μπορούσαν να σε γαμήσουν...

Σάστισε, με κοίταξε με απορία, αλλά και πάλι δεν πείστηκε.

-    «Καλά, αγορίστικες μαλακίες. Έχετε τόσα κοριτσάκια δίπλα σας κι αυτοί κοιτάνε εμένα;»

-    «Θεία αρχίζεις να γίνεσαι εκνευριστική. Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα».

-    «Σιγά μην καυλώνουν με μια γυναίκα σαν εμένα...»

Τότε θεώρησα πως ήταν η στιγμή να τα παίξω όλα. Πιάνω το χέρι της και με μια απότομη κίνηση, το κολλάω πάνω στον καυλωμένο πούτσο μου. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε της λέω σε πολύ έντονο ύφος:

-    «Έτσι είναι όλοι όταν σε βλέπουν...»

Και είμαι έτοιμος για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δεν μίλησε για λίγο, αλλά δεν κούνησε και το χέρι της καθόλου. Το άφησε πάνω στον πούτσο μου, όπως το ακούμπησα εγώ.

-    «Μου λες αλήθεια τόση ώρα; Μετράω τόσο πολύ σαν γυναίκα; Μπορώ ακόμα να καυλώσω κόσμο;»

Έκανε ερωτήσεις, αλλά δεν ξέρω αν τις έκανε σε εμένα ή στον εαυτό της. Σαν να μονολογούσε εκείνη την ώρα. Συνειδητοποίησε πως το χέρι της ήταν ακόμα πάνω στον πούτσο μου που είχε αρχίσει να έχει σπασμούς. Με κοίταξε γεμάτη περιέργεια και με ρώτησε γεμάτη έκπληξη:

-    «Αγόρι μου, καυλώνεις κι εσύ μαζί μου;»

-    «Γιατί ρε θεία; Αγοράκι δεν είμαι κι εγώ; Ξέρεις τι είναι να ακούω όλα αυτά τα σχόλια και μετά να σε βλέπω να κάθεσαι σπίτι μου και να μιλάς με την μάνα μου;»

Είχα πάρει πολύ θάρρος πλέον και δεν κώλωνα.

-    «Θα σου πω κάτι…», της λέω. «Μπορεί να μην είναι σωστό αλλά δεν με νοιάζει, θα στο πω... έχω μαλακιστεί πολλές φορές για εσένα».

Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο πόθο, έφερε το στόμα της κοντά στο δικό μου και ανασαίναμε ο ένας στο στόμα του άλλου. Πλέον ξέραμε και οι δυο τι θα συμβεί. Άρχισε να τρίβει τον πούτσο μου πάνω από το παντελόνι κι εγώ να χαϊδεύω αργά και απαλά τα βυζιά της, των κώλο της και το μουνάκι της που έσταζε όπως και ο πούτσος μου. Σε κλάσματα δευτερολέπτου βρεθήκαμε γυμνοί, εγώ από πάνω της έτοιμος να μπω μέσα της. Η κατάσταση ήταν πολύ ερωτική. Μου ψιθύρισε στο αφτί:

-    «Κάνε μου έρωτα αγόρι μου…»

Και με την σειρά μου της ψιθύρισα:

-    «Δεν θα σου κάνω έρωτα, θα σε γαμήσω…»

Έβγαλε ένα βογκητό γεμάτο καύλα και είδα την κοιλιά της να κάνει σπασμούς. Ήμουν σίγουρος πως ο μαλάκας ο θείος μου δεν της είχε μιλήσει ποτέ έτσι.

-    «Μπες μέσα μου, σε παρακαλώ…»

-    «Όχι ακόμα…» της είπα και έσκυψα στο μουνί της.

Το έγλειψα με μανία και στην κυριολεξία έπινα χυμούς.. έσταζε ατέλειωτα. Ανέβηκα πάνω της και της έδωσα ένα βαθύ γλωσσόφιλο την ώρα που έμπαινα αργά στο μουνί της. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό το γαμήσι, αλλά ήταν μαγικό. Γαμηθήκαμε με πάθος. Έχυσα μέσα της χωρίς να το καταλάβω αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία σε αυτό. Μείναμε αγκαλιασμένοι πολλή ώρα χωρίς να μιλάμε.. δεν ξέραμε και τι να πούμε. Μετά από πολύ ώρα σηκώθηκα, ντύθηκα, την φίλησα και χαιρετηθήκαμε με ένα απλό καληνύχτα. Η αλήθεια είναι πως ήμασταν προβληματισμένοι και οι δυο, σαν να κάναμε κάποιο μεγάλο κακό.

Την επόμενη μέρα ήρθε σπίτι και από τις ματιές που αλλάξαμε, καθώς ήταν η μάνα μου μπροστά, ξέραμε και οι δυο πως θα γινότανε πάλι. Τους επόμενους τρεις - τέσσερις μήνες γαμιόμασταν ασύστολα σχεδόν μέρα παρά μέρα, Η διάθεση της είχε αλλάξει. Άρχισε να προσέχει τον εαυτό της και να ντύνεται πιο προκλητικά, όσο το επέτρεπε και ο χαρακτήρας της. Τα κολάν που άρχισε να φοράει, και τα ντεκολτέ την έδειχναν όπως έπρεπε να είναι, γυναικάρα.

Μετά από λίγο καιρό και αφού είχε απολυθεί ο ξάδερφος από το στρατό, γνώρισε έναν καλό τύπο, παντρεύτηκε και ζει μια χαρά. Από τότε δεν ξαναγαμηθήκαμε, αλλά όποτε βρισκόμαστε και δεν μας βλέπει κάποιος, χαιρετιόμαστε με ένα φιλί στο στόμα, και κάποιες φορές την πειράζω λεκτικά και μου χουφτώνει τον πούτσο με δύναμη όπως κι εγώ τα κωλομέρια... Ποιος ξέρει; Κάποια στιγμή...

Φιλιά πολλά θεία μου!

(Copyright protected OW ref: 42513)