Μάλλον κανείς μας δεν ξέχασε

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Τι μπορεί να γίνει όταν δυο ξαδέρφια βρεθούν μόνα και δεν μπορούν να ελέγξουν τα πάθη τους…;

Η ιστορία:

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που εγώ και ο ξάδελφος μου παίζαμε παιχνίδια κάτι παραπάνω από αθώα για την ηλικία μας. Έχει περάσει σίγουρα μια δεκαετία από τότε που πήγαινα σπίτι του και κλεινόμασταν στο δωμάτιο του με σκοπό όχι να παίξουμε με κάποιο παιχνίδι, αλλά για να με πασπατέψει και να με χουφτώσει. Κάτι που μου άρεσε πολύ, αλλά δεν ήθελα να του το δείξω γιατί ντρεπόμουν.

Είμαι (ας πούμε) η Μαργαρίτα ετών 21 πλέον με 1.65 ύψος και περίπου 63 κιλά. Δεν θα έλεγα πως έχω άψογο σώμα, αλλά αυτό που θεωρώ δυνατό σημείο πάνω μου είναι τα μάτια μου. Έχω μια σχέση εδώ και δυόμιση χρόνια με ένα παλικάρι, ο οποίος λόγω δουλειάς σε εταιρία ταξιδεύει συνέχεια. Έτσι, όλο το καλοκαίρι συμβιβαζόμουν με τη δουλειά μου και όποτε μπορούσα πήγαινα στην αδερφή του ξάδερφού μου (Μαρία) που είχε ανάγκη από βοήθεια με την μικρή της.

Ο ξάδερφός μου ήδη κόντευε τα 27 του και ήταν πραγματικά από τους πιο όμορφους άντρες της περιοχής μας. Έχει περίπου 1.85-1.90 ύψος και ασχολιόταν χρόνια με το γυμναστήριο, ήταν και στις ειδικές δυνάμεις, οπότε δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω για να περιγράψω το κορμί του. Αν και μέναμε αρκετά κοντά, λόγω δουλειάς και σπουδών ποτέ δεν τον έβλεπα. Ίσως τυχαία στον δρόμο να ανταλλάσαμε δυο γρήγορες κουβέντες κι αυτό ίσα - ίσα για να πούμε ότι χαιρετηθήκαμε.

Όταν πήρα μερικές μέρες άδεια από την δουλειά φέτος το καλοκαίρι πήγα να επισκεφτώ τους συγγενείς μου μαζί και την γιαγιά μου που έμενε δίπλα. Η μαμά του και αδερφή του πατέρα μου ήταν από τις νοικοκυρές που πάντα είχαν κάτι στο ψυγείο τους να σε φιλέψουν. Ξαφνικά στο καθιστικό εμφανίστηκε και ο ξάδερφος μου ο Ηλίας με το σορτσάκι του άνετος και χωρίς μπλούζα λόγω της αφόρητης ζέστης που επικρατούσε. Και τότε άρχισαν όλα…

Όση ώρα μου μιλούσα το μόνο που έκανα είναι να ταξιδεύω στο παρελθόν και να ξεθάβω εκείνες τις σκηνές που με στρίμωχνε στην πολυθρόνα το δωματίου του και με χούφτωνε. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση, δεν έβλεπα την ώρα να τον στριμώξω εγώ. Σαν ξερολούκουμο τον κοιτούσα. Τελικά είχε γίνει το απωθημένο μου, ήταν αρκετά εκείνα τα βασανιστικά βράδια που τον σκεφτόμουν πιο παλιά και ικανοποιούσα μόνη μου τις ορέξεις μου. Εκείνος μιλούσε και εγώ τον παρακολουθούσα με βλέμμα λάγνο και βυθισμένη στις κολασμένες σκέψεις μου.

Απ’ το λήθαργο αυτό με ξύπνησε το τηλεφώνημα της αδερφής του. Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο, με ρώτησε:

-    «Τι έγινε; Τι σε ήθελε η Μαρία;»

-    «Αν γίνεται να πάω αύριο το πρωί κατά τις εννέα στο σπίτι της.»

-    «Ωραία, θα πάμε μαζί! Τι λες; Θα κοιμηθείς κι εδώ, μια χαρά!»

-    «Γιατί εσύ που θα πας αύριο;»

-    «Κι εγώ στην αδερφή μου θα πάω, οπότε θα ξεκινήσουμε μαζί. Να σε δω κιόλας που έχω μήνες…»

Δεν άργησα να πω ναι στην πρόταση του περιμένοντας να έχει μια θετική εξέλιξη η βραδιά!
Πράγματι ετοίμασε η θεία μου το δωμάτιο και άνοιξε εκείνη την θρυλική πολυθρόνα για να γίνει κρεβάτι και να κοιμηθεί ο ξαδερφούλης μου. Μου πρότεινε ο Ηλίας να πάμε για μια δροσερή μπιρίτσα μιας και όλη η νύχτα ήταν μπροστά μας και ήταν αρκετά νωρίς για την ώρα του ύπνου. Τελικά ήταν ότι έπρεπε αυτή πρόταση. Η μπίρα έρεε και δρόσιζε τα ιδρωμένα από την ζέστη κορμιά μας. Υπήρχε όμως μια αμηχανία ανάμεσα μας, ίσως επειδή μήνες τώρα δεν είχαμε μιλήσει και δεν υπήρχε κάτι να μας λυθεί η γλώσσα. Ώσπου η συζήτηση ήρθε στις σπουδές και τότε όλα μπήκαν σε μια γραμμή.

Όσο μιλούσαμε είχε καρφωμένα ανά διαστήματα τα μάτια του πάνω στα γυμνά πόδια μου και ξεχνούσε τι ήθελε να πει. Είχε σπάσει ο πάγος τελικά. Όταν πέρασε η ώρα αποφασίσαμε να πάμε σε μια παραλία 2-3 χλμ. πιο κάτω και να αράξουμε στην άμμο, όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Συνεχίσαμε να μιλάμε ακατάπαυστα και να γελάμε, όταν ξαφνικά σωπάσαμε. Πήρα την κατάσταση στα χέρια μου:

-    «Λιάκο μου;»

-    «Έλα…»

-    «Δεν έχεις κοπέλα;»

-    «Όχι βρε Μαργαρίτα μου, δεν έχω…»

-    «Πώς κι έτσι;»

-    «Ε δεν ξέρω, όλο κάτι στραβώνει. Αφού ξέρεις πως είμαι παράξενος…»

-    «Ναι, αλλά είσαι τόσο όμορφος και είναι κρίμα…»

-    «Ναι, ότι και να μου πεις δεν με πείθεις…»

Πλησίασα και σχεδόν τον καβάλησα παίρνοντας τον αγκαλιά και ακουμπώντας το κεφάλι μου στο στήθος του. Ένας αναστεναγμός βγήκε από το στόμα του και το χέρι του με χάιδευε στην πλάτη. Δεν κρατήθηκα και πολύ.

-    «Για μένα δεν υπάρχει καλύτερος από εσένα!»

-    «Για κοίταξε με στα μάτια…»

Και την ώρα που γυρίζω το κεφάλι μου και τον κοιτάω, κολλάει τα χείλη του στο στόμα μου. Αυτό ήταν, μετά από μερικά λεπτά μόνο που δεν είχαμε γδυθεί. Με τα χέρια το γράπωνε τον κώλο μου και τον πίεζε πάνω στην καυλωμένη ψωλή του. Και όσο πιο πολύ με πίεζε τόσο πιο πολύ έσταζε το μουνάκι μου από καύλα. Ύστερα από λίγο κανείς μας από τους δύο δεν άντεχε άλλο… με βούτηξε, με έβαλε στο αυτοκίνητο και πήγαμε στο σπίτι. Σ’ όλη την διαδρομή κανείς μας δεν μιλούσε, μόνο οι ανάσες μας αντηχούσαν στο χώρο. Φτάσαμε και μπήκαμε ακροπατώντας στο δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα.

Με έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι της πολυθρόνας και έβγαλε το μπλουζάκι κ το σορτσάκι μου αφήνοντας με μόνο με το διαφανές κιλοτάκι μου. Χτυπούσε τόσο δυνατά η καρδιά μου που δεν μπορούσα να την ελέγξω! Άρχισε τότε να με φιλάει στο στόμα στον λαιμό με πάθος και αισθησιασμό, κατέβαινε πιο χαμηλά στο στήθος μου, όπου πιπιλούσε με μανία τις ρώγες μου όσο το χέρι του χάιδευε μέσα από το εσώρουχό μου το ήδη υγρό μουνάκι μου. Ένιωθα την πούτσα του τόση σκληρή πάνω στο πόδι μου να πιέζεται από το παντελόνι του περιμένοντας πως και πως να την νιώσω. Στη συνέχεια κατέβηκε κι άλλο πιο χαμηλά, ένιωθα την ανάσα του καυτή λίγα εκατοστά από το μουνί μου και καύλωνα ακόμα περισσότερο. Ίσα - ίσα ακούμπησε τα χείλη του πάνω από το κιλοτάκι μου και πετάχτηκα σαν να είχα χτυπηθεί από ρεύμα.

Δάγκωνε απαλά την κλειτορίδα μου και τα χέρια του εξακολουθούσαν να πασπατεύουν τις ρώγες μου. Ώσπου παραμέρισε με το χέρι του το κιλοτάκι μου και η γλώσσα του ξεχύθηκε σαν χείμαρρος πάνω στο καυτό μουνάκι μου. Ένιωσα τέτοια καύλα καθώς η γλώσσα του καυτή έγλειφε τα μουνόχειλα μου και την κλειτορίδα μου με τέτοια μαεστρία που όμοια δεν είχα ξανανιώσει. Δεν άργησα με τέτοιο γλειφομούνι να χύσω και εκείνος να ρουφήξει κάθε σταγόνα μου. Ώσπου ήρθε η ώρα μας. Γυμνώθηκε και η γυμνή αλήθεια είναι εκείνη που τα λέει όλα. Ήταν πολύ πιο χοντρή απ’ αυτά που είχα συνηθίσει και αποσβολωμένη στο θέαμα αναρωτιόμουν πόσο θα πονέσω για να μπει αυτή η ψωλή μέσα μου μιας και είμαι αρκετά στενή.

-    «Τι έγινε μωράκι μου;»

-    «Τίποτα απλά δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλη και χοντρή. Κάπως φοβάμαι ότι θα πονέσω…»

-    «Θα σε προσέξω μωρό μου, εγώ ο Λιάκος σου…»

Έτρεμα ολόκληρη όσο με πλησίαζε ανάμεσα στα πόδια μου με την πούτσα του να πάλλεται σκληρή και ορθωμένη! Την πήρε με τα χέρια του και έπαιξε λίγο με την μουσκεμένη τρύπα μου, ώσπου σιγά σιγά έβαλε το κεφάλι μέσα. Ύστερα ξεκίνησε με αργές κινήσεις να μπαίνει και πιο βαθιά, όταν επιτέλους ήταν ήδη μέσα μου ολοκληρωτικά. Μετά από λίγο πόνο που ένιωσα, ήρθε η απόλαυση να με παραλύσει. Εκείνος από πάνω μου να δίνει τον ρυθμό φιλώντας με παντού κι εγώ να προσπαθώ να πνίξω τους αναστεναγμούς μου για να μην ακουστούμε στην διπλανή κρεβατοκάμαρα που ήταν οι γονείς του! Μου ψιθύριζε:

-    «Σ’ αρέσει μωράκι μου; Σ’ αρέσει η πούτσα του ξαδερφούλη σου!»

-    «Χρόνια την σκέφτομαι να εισβάλλει στο μουνί μου!»

-    «Γιατί δεν το ζητούσες καύλα μου; Ο Λιάκος σου θα στην έδινε απλόχερα!»

Και συνέχισε να με γαμάει όλο και πιο γρήγορα κοιτώντας με μέσα στα μάτια μέχρι που έφτασα στον απόλυτο οργασμό και έχυσα πάνω το καυλί του. Δεν άργησε κι εκείνος μετά από λίγο να τελειώσει πάνω στο κορμί μου. Με φίλησε στο μέτωπο και μετά στα χείλη. Πήγε ο καθένας με την σειρά στο μπάνιο για να ξεπλυθεί. Όταν γύρισα στο δωμάτιο μου έδωσε μια μπλούζα του και ένα μποξεράκι του για να κοιμηθώ. Ξαφνιάστηκα όταν κλείδωσε την πόρτα ξανά και όταν το κατάλαβε, μου είπε:

-    «Σήμερα θα κοιμηθούμε μαζί και δεν ακούω κουβέντα!»

Όντως δεν του έφερα αντίρρηση αφού κι εγώ το ίδιο ήθελα. Ξάπλωσε και μου άπλωσε τα χέρια για να χωθώ στην αγκαλιά του.

-    «Ηλία, τι ώρα είναι;»

-    «...7 παρά 20. Σε καμιά ωρίτσα θα σηκωθούμε. Κοιμήσου μωράκι μου…»

Με φίλησε και μου χάιδεψε τα μαλλιά για να κοιμηθώ. Το δωμάτιο είχε ήδη αρχίσει να φωτίζεται από το άπλετο φως του ήλιου...

Από τότε έχουμε γίνει αχώριστοι και πιο ερωτευμένοι από ποτέ. Διατηρούμε σχέση εδώ κι επτά μήνες με νύχια και με δόντια μην μάθει κανείς κάτι για εμάς. Δεν είναι τόσο κρίμα μια τέτοια σχέση να ζει στην αφάνεια και στο φόβο;

(Copyright protected OW ref: 66477)