Με τη μαμά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (1 Vote)
Υπόθεση: Ένα βράδυ πιάνει στα πράσα ο Κώστας την μητέρα του να αυτοϊκανοποιείται κι εκεί άρχισαν όλα… Όμως η ζωή, θα παίξει ένα παράξενο παιχνίδι για τον φίλο μας.

Η ιστορία:

Με τη μαμά μου πάντα είχαμε καλές σχέσεις. Εγώ είμαι 18,5 και μένουμε μόνοι μας αφού είναι χωρισμένη με τον μπαμπά μου εδώ και αρκετά χρόνια. Πάντα αποτελούσε την πιο αμαρτωλή επιθυμία μου να κάνω κάτι μαζί της. Από τον Σεπτέμβριο που πέρασα Πανεπιστήμιο, οι συζητήσεις μας είχαν ξεφύγει. Πλέον μου συμπεριφέρεται σαν άντρα και όχι σαν παιδί. Μιλάμε για σεξ, για τις κοπέλες μου καθώς και γενικότερα σοβαρά θέματα. Πολύ συχνά πίνουμε και κρασάκι μαζί στο σπίτι, όταν δεν βγαίνω έξω.

Ένα βράδυ του Ιανουαρίου έγινε αυτό που άλλαξε τη ζωή μας. Ήταν μια συνηθισμένη όπως φαινόταν Παρασκευή. Η μόνη διαφορά ήταν ότι δεν είχα όρεξη να βγω το βράδυ, κάτι που συνήθιζα τις Παρασκευές και έτσι δεν είχα κανονίσει τίποτα. Η μαμά μου γύρισε αρκετά αργά από τη δουλειά γιατί έπρεπε να τελειώσει κάποια πράγματα, όπως μου είπε. Την υποδέχτηκα με τον συνηθισμένο τρόπο: ένα φιλί στο μάγουλο. Έφαγε και έκανε μπανάκι για να χαλαρώσει. Είναι 44 χρονών, μελαχρινή, λεπτή και μετρίου ύψους. Το πρόσωπό της είναι αρκετά όμορφό.

Όταν βγήκε από το μπάνιο της είπα ότι δε θα βγω και να δούμε καμιά ταινιούλα. Κατέβασα από το ίντερνετ δυο «τρεις και κατά τις δέκα βάλαμε να δούμε με κρασάκι και κάτι τυροπιτάκια που μόλις έφτιαξε. Ήταν ένα τρομαχτικό θρίλερ και έτσι κάθισε σφιχτά δίπλα μου για να μη φοβάται. Όταν τέλειωσε η ταινία ήταν ακόμη νωρίς, ούτε δώδεκα. Αναρωτηθήκαμε τι θα κάνουμε και αποφασίσαμε να δούμε κι άλλη. Η συγκεκριμένη είχε πολλές ερωτικές σκηνές και μάλιστα με πολύ γυμνό. Ντεμέκ και καλά κουλτουριάρικη αλλά εγώ για τσοντούλα την πέρασα. Η αλήθεια ήταν ότι καύλωσα από τις σκηνές και πολλές φορές έκανα κινήσεις για να μη φαίνεται αυτό στη μαμά μου. Σε κάποια φάση χαμογέλασε δείχνοντας ότι κατάλαβε τι γινόταν.

-    «Τι να κάνω ρε μαμά;» τη ρώτησα.

Συνέχισε να μου χαμογελάει δίνοντάς μου ένα χάδι στα μαλλιά. Είδαμε όλη την ταινία που αποδείχτηκε μούφα. Όμως είχε φτιάξει μια ερωτική ατμόσφαιρα. Εξάλλου έδειχνε τις περιπέτειες μιας παντρεμένης με έναν νεαρούλη. Αυτό ξύπνησε την περιέργειά μου.

-    «Μαμά εγώ στα λέω όλα, αλλά εσύ δεν μου λες σχεδόν τίποτα. Είσαι τώρα με κανέναν;»

Γνέφει αρνητικά το κεφάλι της.

-    «Και δε σου λείπει το σεξ; Εγώ δεν αντέχω πάνω από μια εβδομάδα χωρίς να κάνω έρωτα».

-    «Μωρό μου, τώρα έχω άλλες προτεραιότητες. Δεν μπορώ να σκεφτώ το σεξ».

-    «Μαμά πλέον μεγάλωσα. Στο θέμα της προσωπικής σου ζωής πρέπει να είσαι χύμα μπροστά μου. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με όποιον και αν πας. Είσαι ακόμη μικρή και όμορφη. Μη χαραμίζεσαι για μένα. Δεν αξίζει. Να στο πω πιο απλά, είσαι γκομενάρα».

Αυτό της άρεσε φαίνεται και ξαναχαμογέλασε.

-    «Αλήθεια το λες;»

-    «Αν δεν ήσουν μαμά μου θα ήθελα να σε δω ερωτικά. Έχω πάει με νεότερες που δε σε φτάνουν στο τόσο».

-    «Αυτά τα λες για να πε παρηγορήσεις. Ούτε εσύ τα πιστεύεις».

-    «Δυστυχώς δεν μπορώ να στο αποδείξω».

Εκεί κάπου η κουβέντα τελείωσε και σιγά - σιγά πήγαμε για ύπνο. Η κουβέντα μας έμεινε στο μυαλό μου για πολλή ώρα με αποτέλεσμα, αν και είχε πάει τέσσερις, να μην έχω κοιμηθεί. Εκεί που σκεφτόμουν τα όσα της είπα, άκουσα από το δωμάτιό της θόρυβο συνεχόμενο, σαν κάτι να τρίζει. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, σηκώθηκα και αθόρυβα κατευθύνθηκα εκεί. Έβαλα το αφτί μου στην πόρτα και κατάλαβα ότι τον θόρυβο τον προκαλούσε το κρεβάτι της. Σάστισα και καύλωσα είναι η αλήθεια. Η κλειδαρότρυπα ήταν μικρή και δεν μπορούσα να δω κάτι μέσα. Τρελάθηκα. Μάλλον έπαιζε με τον εαυτό της.

Ξαναπήγα λίγο πίσω αθόρυβα. Σκεφτόμουν τι να κάνω. Τότε άρχισα γοργά βήματα με θόρυβο προς το δωμάτιό της και μπήκα μέσα με ανησυχία ότι ντεμέκ και καλά ότι κάτι συμβαίνει. Από τον θόρυβο που έκανα αυτή μόλις είχε προλάβει να σταματήσει ότι έκανε και με κοίταξε ξαφνιασμένη, όταν άναψα το φως.

-    «Μαμά κάτι άκουσα και νόμιζα ότι κάτι τρέχει, ότι κάποιος μπήκε μέσα».

Ήταν σκεπασμένη μέσα στο πάπλωμα έως το λαιμό της.

-    «Όχι αγάπη μου…», απάντησε με τρεμάμενη φωνή.

Κοντοστάθηκα λίγο και έδειξα ότι ηρέμησα.

-    «Συγνώμη ρε μαμά, απλά φοβήθηκα. Αν είναι θα ξαπλώσω μαζί σου γιατί ακόμα η ψυχή μου τρέμει».

Αμέσως έκανα κίνηση προς το διπλό της κρεβάτι από την άλλη μεριά.

-    «Όχι!» μου είπε. «Μην ξαπλώσεις εδώ! Κοτζάμ μαντράχαλος είσ…»

Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της, είχα σηκώσει το πάπλωμα και είδα ότι ήταν γυμνή από κάτω. Η πιτζαμούλα της ήταν κουλουριασμένη στο κάτω μέρος του στρώματος. Ευχαριστιόταν την αίσθηση του μουνιού της πριν από λίγο κι εγώ της το έκοψα, ενώ τώρα θα ήταν μέσα στην ντροπή γι’ αυτό που έγινε. Την κοίταξα και γέλασα τρυφερά χωρίς ίχνος ειρωνείας.

-    «Μαμά, καλά έκανες αυτό που έκανες. Κι εγώ το συνηθίζω να αυτοϊκανοποιούμαι. Δεν είναι κάτι που πρέπει να έχεις ενοχές. Σε άναψε η ταινία πριν. Συγνώμη πάντως που στο διέκοψα τόσο βάρβαρα και τώρα που σε είδα μάλλον αισθάνεσαι άσχημα…»

Και έκανα να φύγω. Αυτή δεν είπε τίποτα, δεν πρόλαβε να πει. Της έκλεισα το φως και πήγα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου. Είχα αναστατωθεί αλλά η σκέψη ότι αυτή αναστατώθηκε περισσότερο με άναψε. Έβαλα το χέρι μου κάτω από τη πιτζάμα και έτριψα την πούτσα μου που ήταν τεντωμένη. Κατέβασα κι εγώ τη πιτζάμα για να αισθάνεται η πούτσα την αίσθηση της μαλακής κουβέρτας μου. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά που η μαμά ήρθε μέσα, ντυμένη. Το κατάλαβα ότι θα ερχόταν εδώ όταν άκουσα ότι σηκώθηκε από το κρεβάτι της. Δεν έκανα καμία κίνηση να ντυθώ, αντιθέτως μάλιστα. Όταν μπήκε μίλησε σιγανόφωνα χωρίς να ανάψει το φως.

-    «Κώστα… Κώστα… Κοιμάσαι;»

-    «Όχι μαμά μου. ξύπνιος είμαι. Αν θέλεις άναψε το φως».

Το έκανε και την κοιτούσα χαμογελαστός. Άρχισε κι αυτή να χαμογελάει κοκκινισμένη για αυτό που είχε γίνει.

-    «Δε σου είπα μην ντρέπεσαι; Τα θεωρώ φυσιολογικά όλα αυτά».

Αυτή έμεινε άφωνη ακουμπώντας τον τοίχο, και μάλλον σκεφτόταν πολλά. Για να της διώξω την ντροπή κατέβασα την κουβέρτα μου.

-    «Δες με! Κι εγώ το ίδιο κάνω αλλά δεν ντρέπομαι…»

Απορώ που πήρα αυτό το θάρρος, με τον εαυτό μου. Κοίταξε την πούτσα μου, που είχε πέσει, επίμονα. Σαν κάτι να ήθελε να πει αλλά φοβόταν. Ντύθηκα και της είπα να κοιμηθούμε μαζί στο δικό της, κάτι που δέχτηκε. Ξαπλώσαμε και την έπιασα αγκαλιά. Έβαλε το χέρι της στο στήθος μου.

-    «Δεν θέλω να ντρέπεσαι. Αν έχεις να κάνεις έρωτα όσο νομίζω καλά κάνεις και χαϊδεύεσαι μόνη σου».

Της χάιδεψα τα μαλλιά απαλά.

-    «Το σώμα σου είναι τρομερό!» της λέω.

-    «Και το δικό σου γιε μου…»

Επιτέλους μίλησε. Πήρα το χέρι της και το κατέβασα προς την πούτσα μου. Της έκανα κίνηση να μου τον χαϊδέψει πάνω από την πιτζάμα. Ενεργοποιήθηκαν και οι 16 πόντοι του. Ξεκίνησα να τη φιλάω στο μάγουλα και σιγά - σιγά έγλειφα τα χείλη της. Δεν έκανε καμία κίνηση να αποτραβηχτεί. Αυτό συνεχίστηκε για λίγο.

-    «Τα έχω ανάγκη αυτά…» είπε.

Μου έδωσε πλέον το οκ για να προχωρήσω. Πήρα το χέρι μου που την αγκάλιαζα, ανασηκώθηκα και ήρθα από πάνω της. Ακούμπησα όλο μου το κορμί πάνω της και αρχίσαμε ένα καυτό γλωσσόφιλο χωρίς αύριο. Ταυτόχρονα έτριβα την πούτσα μου στο μουνί της. Άρχισε να παίρνει θάρρος. Έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου σταυρώνοντάς τα πίσω από τον αυχένα μου σφιχτά. Εγώ κατέβασα τα δικά μου στον κώλο της ζουλώντας τον δυνατά. Σιγά - σιγά της κατέβαζα το παντελόνι και το κιλοτάκι της. Πλέον είχα πλήρη πρόσβαση στον γυμνό της κώλο. Σηκώθηκα και έβγαλα τα ρούχα μου πετώντας τα στο πάτωμα. Έβγαλα και τη μπλούζα της κι ήταν κι αυτή ολόγυμνη. Έσκυψα και της ψιθύρισα ότι δεν έχω προφυλακτικά αλλά θα προσέχω πολύ.

Δεν είπε τίποτα. Την έπιασα τα μπούτια και άνοιξα τα πόδια της ανασηκώνοντάς ελαφρά και πήρα θέση εκεί ανάμεσα. Έτριψα στιγμιαία με το αριστερό χέρι την κλειτορίδα της και ακούμπησα την πούτσα μου στα μουνόχειλα. Μπήκα αμέσως, νιώθοντας στην πούτσα μου μια πρωτόγνωρη ζεστασιά, ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Άρχισα να κουνιέμαι μπρος - πίσω γαμώντας την. Σχεδόν αμέσως τα ζουμιά της περιέλουσαν την πούτσα μου. Ξάπλωσα ολόκληρος πάνω της ξεκινώντας να της γλείφω το ένα αφτάκι

-    «Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί!» της ψιθύρισα. «Νιώθω τρομερά!»

Αυτή αναστέναζε με κλειστά τα μάτια. Σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Κάπως έτσι έχυσα πάνω στην κοιλίτσα της, μια τεράστια ποσότητα σπέρματος. Τεράστια όμως. Πήγα στην τουαλέτα φέρνοντας χαρτί και την σκούπισα. Όταν τελείωσα με αγκάλιασε σφιχτά και με τρέλανε στα φιλιά.

-    «Τέλειωσα τέσσερις φορές!» είπε.

Πλέον ήταν έξι αλλά κανείς δε νύσταζε. Χαϊδευόμασταν χωρίς να μιλάμε. Κατέβηκα προς τα πάνω και άρχισα να της γλείφω το μουνάκι της. Οι γεύσεις των χυμών της με συνεπήραν. Ήταν τριχωτό, με μικρά μουνόχειλα. Της το ξαναπαραβίασα με τη γλώσσα μου. Έκανα κυκλικές κινήσεις μέσα της ενώ χάιδευα αργά και απαλά την κλειτορίδα της. Πολύ ώρα πέρασε έτσι. Ξανακαύλωσα αλλά ήθελα πρώτα να την κάνω να λιώσει. Και το κατάφερα από ότι κατάλαβα. Έχυνε συνεχώς, κι εγώ συνεχώς έγλειφα, έγλειφα, έγλειφα… Μόνη της μου είπε να μπω. Δεν άντεχε άλλο. Αλλά δεν την άκουσα, συνέχιζα το γλειφομούνι.

-    «Γάμα με ρε κωλόπαιδο! Γάμα τη μαμά σου. Ξέσκισε την μουνάρα τη μάνα σου!»

Την έπιασε αμόκ από τη καύλα. Τη γύρισα μπρούμυτα και την έβαλα να κάτσει στα τέσσερα. Μπήκα στο μουνί της πισωκολλητά. Την έπιασα από το μαλλί δυνατά και την καβάλησα σαν άλογο. Με το άλλο χέρι χτυπούσα που και που τα κωλομέρια της.

-    «Σε γαμάω καύλα μου. Σε γαμάω μανούλα!»

Την ανασήκωσα και ενώ συνέχιζα το γαμήσι τη φιλούσα από πίσω στο στόμα. Είχε γυρίσει το κεφάλι της για να γίνει αυτό, ενώ με το ένα χέρι πιανόταν από τον σβέρκο μου.

-    «Θέλω να πιω κι εγώ…» μου είπε. «Θέλω να με χύσεις μέσα στο στόμα».

Δεν της χάλασα χατίρι. Βγήκα και σηκώθηκα πάνω στο κρεβάτι δίνοντας την πούτσα μου στο στόμα της. Με πίπωσε γρήγορα με πάθος και σιγά - σιγά την έχυσα. Τα ήπιε όλα. Κάπου εκεί το πρώτο μας βράδυ τελείωσε, αφού ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Τον τελευταίο ενάμισι μήνα περνάμε τον δικό μας επίγειο παράδεισο. Γαμιόμαστε πολύ συχνά, όποτε, όπου και όπως μπορούμε. Μέχρι και τον κώλο της μου χάρισε…

.....................................................

-    «Κώστα! Κώστα! Ξύπνα. Πήγε οκτώμισι. Έχεις σχολή! Κώστα!»

Μια φωνή με ξύπνησε από ένα απίστευτο όνειρο που είχα.

-    «Άσε με ρε μάνα και βλέπω όνειρο».

-    «Ξύπνα ρε τεμπελαριό που θες και όνειρα. Βλάκα! Μου έχεις φάει τη ζωή, εσύ και ο πατέρας σου!»

Και έτσι ξύπνησα και πήγα στο Πανεπιστήμιο για καφέ.

(Copyright protected OW ref: 39390)