Το πουτανάκι του πατριού μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Μελίνα έχει βάλει στο μάτι τον πατριό της και βρίσκει ευκαιρία να του επιτεθεί όταν λείπει η μητέρα της απ’ το σπίτι και θα βρεθούν μόνοι.

Η ιστορία:

Μπήκε στο σπίτι βιαστικός για να ετοιμαστεί για το επαγγελματικό του ταξίδι που ξεκινούσε σε λίγες ώρες. Η μαμά τον περίμενε ήδη στην Φραγκφούρτη. Ο «Α» ήταν εδώ και πέντε χρόνια ο πατριός μου. Ένας κύριος πενήντα χρονών, πολύ γοητευτικός, με φοβερό χιούμορ και τέλειους κοιλιακούς, καθότι γυμνάζεται πολύ. Τους τελευταίους μήνες άρχισα να καταλαβαίνω ότι τον «Α» δεν τον μισώ όπως νόμιζα, τον ποθώ ερωτικά. Με είχα φανταστεί πολλές φορές να χαϊδεύω τους γραμμωμένους του κοιλιακούς, αλλά τώρα τελευταία φανταζόμουν να με φιλάει και να μου κάνει έρωτα. Τον είχα πιάσει άλλωστε αρκετές φορές να με παίρνει μάτι όταν ντύνομαι για να βγω ή όταν βάζω τις κρέμες μου μετά το μπάνιο.

Είχε μπει στο μπάνιο για να πλυθεί. Πήγα στο δωμάτιο τους κι έπεσα πάνω στα παπλώματα φορώντας μόνο ένα μικροσκοπικό στρινγκ κορδόνι που μόλις και μετά βίας κάλυπτε τα μουνόχειλα μου. Τα βυζιά μου ξεχείλιζαν προκλητικά λόγω του μεγέθους τους και των σκούρων θηλών μου. Τον άκουσα που βγήκε από το μπάνιο και σαν σίφουνας μπήκε στο δωμάτιο και κοκάλωσε.

-    «Μελινάκι» μου είπε σκανάροντάς με από πάνω μέχρι κάτω.

-    «Σσς… μην πεις τίποτα...» του είπα γονατίζοντας και τραβώντας τον από το μπουρνούζι κοντά μου.

Άνοιξα το μπουρνούζι, χάιδεψα τους κοιλιακούς του.

-    «Μελινάκι» μου ξαναείπε σαν παγωμένος.

-    «Σσσς… φίλα με» και ακούμπησα τα χείλη μου στα χείλη του.

Με φιλούσε μηχανικά, σαν να ήταν υπνωτισμένος.

-    «Σε θέλω σαν τρελή» του ψιθύρισα στο αφτί κι ήταν σαν να τον ξύπνησα.

Με έσπρωξε στο κρεβάτι, έκλεισε το μπουρνούζι και μου είπε φωνάζοντας:

-    «Σύνελθε! Είμαι ο άντρας της μητέρας σου. Σύνελθε!»

Κι έφυγε από το δωμάτιο. Τον ακολούθησα στο σαλόνι. Είχε στηθεί μπροστά στην μπαλκονόπορτα και κοιτούσε έξω. Πήγα και χώθηκα μπροστά του χωρίς να με νοιάζει αν θα με έβλεπε κανείς απ’ έξω.

-    «Σ’ έχω δει πως με κοιτάς. Πήδα με λοιπόν αφού κι εσύ αυτό θες».

Ήξερα ότι εκείνη τη στιγμή γινόμουν μεγάλη πουτάνα, αλλά το μόνο που ήθελα ήταν το ζεστό καυλί του μέσα στο υγρό μουνί μου και του το είπα.

-    «Δεν με νοιάζει τίποτα πια. Θέλω μόνο το ζεστό καυλί σου μέσα μου».

Με κόλλησε στο τζάμι.

-    «Ξέρεις πως συμπεριφέρεσαι; Σαν παλιοπουτάνα!» μου είπε τραβώντας μου τα μαλλιά.

-    «Αυτό θέλω να γίνω. Το πουτανάκι σου κι εσύ ο γαμιάς μου»

Και με τα χέρια μου έπιασα το σκληρό καυλί του.

-    «Με θέλεις σαν τρελός. Θες τόσο πολύ αυτό να το χώσεις μέσα στο υγρό μουνάκι μου. Το ‘χεις φανταστεί βράδια πολλά, όπως κι εγώ. Ξέσκισε με λοιπόν. Θα ‘ναι το μικρό μας μυστικό».

Κι αυτό ήταν. Εκεί στο τζάμι της μπαλκονόπορτας με σήκωσε πιάνοντάς με από τον κώλο και κάρφωσε το καυλί του μέσα στη μουνάρα μου.

-    «Αυτό θες πουτανάκι μου; Αυτό θες; Να σου ξεσκίζει ο μπαμπάκας το μουνάκι; Ε; Παλιοψώλα!»

-    «Ναι μπαμπάκα, ναι! Πήδα με!» φώναζα, ενώ τρελαινόμουν στην ιδέα ότι μπορεί κάποιος από την απέναντι πολυκατοικία να μας βλέπει.

Με κατεβάζει και με γυρνάει πλάτη. Τώρα έβλεπα έξω. Κολλάει τα χέρια μου στο τζάμι, ενώ με δαγκώνει στην πλάτη.

-    «Έτσι μωρή πουτανίτσα. Έτσι, να σε βλέπουν όλοι».

Και τότε συνειδητοποίησα ότι από απέναντι ήταν τρία διαμερίσματα που κρυφοκοίταζαν από τα παράθυρά τους. Η καύλα μου ήταν ατελείωτη. Μου τον καρφώνει ξανά δυνατά κι εγώ φωνάζω:

-    «Ναι μπαμπάκα. Ναι! Ξέσκισέ με την καριόλα!»

Με ξαναγυρίζει να με βλέπει και για μια ακόμη φορά με σηκώνει κολλώντας με πάνω στο τζάμι και ξαναχώνει το σκληρό καυλί του μέσα μου.

-    «Σου αρέσει μικρό μου πουτανάκι; Σου αρέσει το καυλί του μπαμπάκα; Α ρε και να σε έβλεπε η μάνα σου από μια πλευρά. Παλιοψώλα!»

Και με πηδάει όλο και πιο γρήγορα.

-    «Πού θες να σε χύσω μωρή πουτάνα; Πού;»

-    «Όπου θες μπαμπάκα. Όπου θες».

Βγαίνει, με σπρώχνει να γονατίσω και μου χώνει την ψωλή του στο στόμα μου. Πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω όλο το ψωλόχυμα του ήταν μέσα στο λαιμό μου.

-    «Έτσιιι!!!» φώναξε κι εγώ συνέχισα να το γλείφω κάνοντάς τον να τρελαίνεται.

Με τράβηξε από τα μαλλιά και με σήκωσε επάνω. Μου άστραψε ένα γερό χαστούκι και μετά πιάνοντας με πάλι από τα μαλλιά έχωσε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα μου και με φιλούσε για αρκετή ώρα.

-    «Το ‘ξερα ότι είσαι πουτανάκι, αλλά έλα που σε γουστάρω μικρή μου».

Πήρε τη μάνα μου τηλέφωνο να της πει ότι λόγω κίνησης στο δρόμο έχασε την πτήση. Φυσικά το πήδημα συνεχίστηκε όλο το βράδυ κι ακολούθησαν πολλά τέτοια γαμήσια φυσικά.

(Copyright protected OW ref: 38510)