Με ξεπαρθένιασε η ξαδέρφη με ξέσκισε ο θείος

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Η ξαδέρφη και ο θείος, θα ξεπαρθενιάσουν το μικρό Μαράκι που δεν δείχνει καθόλου να δυσανασχετεί, το αντίθετο μάλιστα, το ευχαριστήθηκε πολύ.

Η ιστορία:

Ήμασταν τότε πιτσιρίκες. Με την ξαδέρφη μου την Αλίκη, βρήκαμε κρυμμένες σε ένα μπαούλο του θείου που μας φιλοξενούσε στον Καναδά τσόντες. Πεθάναμε στα γέλια. Δεν χάσαμε την ευκαιρία όμως να τις βάλουμε στο βίντεο να τις δούμε. Ο θείος έλειπε στη δουλειά και ξέραμε κι οι δυο ότι θα αργήσει να επιστρέψει. Καθίσαμε λοιπόν αναπαυτικά στον καναπέ και ξεκινήσαμε να βλέπουμε τις ξανθιές κυρίες με τα μεγάλα βυζιά, να παίρνουν πίπες, να πηδιούνται και να το ευχαριστιούνται.

Κάποια στιγμή, μια ταινία που βάλαμε είχε δυο μαθήτριες που φιλιόντουσαν μεταξύ τους. Στην αρχή γελούσαμε. Με την πορεία όμως, αρχίσαμε να σοβαρεύουμε. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι η Αλίκη μου χαϊδεύει το χέρι (η Αλίκη ήταν μεγαλύτερή μου και είχε ολοκληρώσει τις σχέσεις της). Την κοίταξα. Έσκυψε και με φίλησε. Την φίλησα κι εγώ. Ήταν όπως την ταινία. Ήρθε πιο κοντά μου κι άρχισε να με χαϊδεύει ανάμεσα στα πόδια. Οι γλώσσες μας ενώνονταν μέσα στο στόμα μου. Μου έβγαλε την μπλούζα κι άρχισε να φιλάει τα βυζιά μου, ενώ παράλληλα τα χάιδευε. Το βρακί μου ήταν υγρό. Μου είπε ότι αυτό δείχνει ότι γουστάρω και την θέλω. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι δυνατόν να θέλω ένα κορίτσι.

Με ξάπλωσε στον καναπέ, έπεσε από πάνω μου κι άρχισε να τρίβει το μουνί της στο μουνί μου, χωρίς να έχουμε βγάλει τα βρακιά μας. Με χάιδευε με το χέρι της πάνω στο μουνάκι μου, πιέζοντάς το παράλληλα. Μου άρεσε πολύ όλο αυτό που ένιωθα. Μου έβγαλε το βρακί μου και μου άνοιξε τα πόδια. Έβαλε τη γλώσσα της μέσα στο μουνί και βρήκε την κλειτορίδα μου. Έκανε ακριβώς ότι έβλεπε στην τσόντα. Άνοιγε τα μουνόχειλα μου με τα δάχτυλά της κι έπαιζε με την άκρη της γλώσσας της πάνω στην κλειτορίδα μου, κάνοντάς με να τινάζομαι από ηδονή. Τρελαινόμουν. Έβαζε τη γλώσσα της μέσα στο μουνάκι μου κι εγώ ένιωθα κάτι να μπαίνει μέσα μου, αλλά επιφανειακά.

-    «Σου αρέσει;» με ρωτάει.

-    «Πολύ!!» απαντάω σχεδόν ξεψυχισμένα.

Ξαφνικά στην ταινία μια γκόμενα παίρνει τον δονητή και τον βάζει στο στόμα της. Η Αλίκη σηκώνεται.

-    «Μην κουνηθείς!»

Πάει στην κουζίνα κι επιστρέφει με ένα τεράστιο αγγούρι.

-    «Αυτό θα σε πονέσει λίγο στην αρχή αλλά θα σου αρέσει».

Έκλεισα τα πόδια μου.

-    «Αλίκη είμαι παρθένα, το ξέχασες;»

Με φιλάει στο στόμα.

-    «Ακόμη καλύτερα μικρό μου. Θα είσαι έτοιμη όταν θα έρθει η ώρα».

Γλείφει το αγγούρι και το χώνει στο στόμα της σαν να παίρνει πίπα σε πραγματικό καυλί. Μου ανοίγει τα πόδια. Ακουμπάει το αγγούρι στα μουνόχειλα μου. Το νιώθω να ακουμπάει στο άνοιγμα του κόλπου μου. Φοβάμαι. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Σκύβει και ξαναχώνει τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου.

-    «Θα δεις που θα σου αρέσει…», μου λέει και το σπρώχνει ακόμη πιο βαθιά.

Πονάω περισσότερο.

-    «Αλίκη πονάω!» της λέω.

-    «Σσσς… υπομονή. Η αρχή είναι δύσκολη μικρή μου…»

Το σπρώχνει ακόμη πιο βαθιά κάνοντας με να τιναχτώ από τον πόνο. Ένιωσα κάτι υγρό να τρέχει.

-    «Αυτό ήταν. Τώρα απόλαυσέ το…» μου είπε κι άρχισε να τραβάει προς τα έξω το αγγούρι.

Προς στιγμήν νόμιζα ότι θα το βγάλει. Αυτή άρχισε όμως να το βάζει και να το βγάζει συνεχόμενα. Πονούσα, αλλά όχι τόσο όσο στην αρχή κι όσο περνούσε η ώρα άρχιζε και να μου αρέσει.

-    «Σου αρέσει τώρα μικρή μου, εεε;»

Άρχισε να το βάζει και να το βγάζει πιο δυνατά και πιο γρήγορα κι εμένα μου έβγαιναν κραυγές που δεν μπορούσα να τις συγκρατήσω. Μετά από αρκετή ώρα, εξουθενωμένες, πήγαμε στα δωμάτια μας. Με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα κάποια στιγμή από περίεργες κραυγές και αναστεναγμούς. Σηκώθηκα. Ακούγονταν από το δωμάτιο του θείου. Σκέφτηκα ότι θα βλέπει τις τσόντες. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Έσκυψα κι έμεινα κόκκαλο. Η Αλίκη ήταν πεσμένη στα τέσσερα κοιτώντας την πόρτα κι ο θείος από πίσω της να την πηδάει. Σοκαρίστηκα. Έτρεξα γρήγορα στο δωμάτιο μου κι έκλεισα την πόρτα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τη στάση αυτή.

Την επόμενη μέρα δεν μιλούσα σε κανέναν από τους δυο. Την μεθεπόμενη άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτό που ένιωθα ήταν ζήλια. Γιατί αυτή αγαπάει περισσότερο ο θείος κι όχι εμένα. Άλλωστε αδερφός της μαμάς μου είναι. Εμένα γιατί δεν με βλέπει ερωτικά; Πείσμωσα λοιπόν κι έθεσα στόχο να τον ρίξω στο κρεβάτι μου. Ένα απόγευμα που η Αλίκη είχε πάει σε κάτι άλλους θείους κι ήμασταν οι δυο μας, φόρεσα ένα λευκό φουστανάκι, χωρίς σουτιέν κι ένα δαντελωτό βρακί που μου το είχε κάνει δώρο η Αλίκη (για την ηλικία μου ήμουν ήδη αρκετά ανεπτυγμένη, έχοντας τις καμπύλες μου και το στήθος μου μέτριο και στητό). Από το φουστανάκι ξεχώριζαν οι θηλές μου και το δαντελωτό βρακί μου. Έκατσα στον καναπέ δίπλα του. Ο θείος μου ήταν 25 χρονών, γαμώ τους γκόμενους. Θα μπορούσε οποιαδήποτε να είναι ερωτευμένη μαζί του. Με πήρε αγκαλιά και κάθισα με τα πόδια μου ανοιχτά.

-    «Δεν με αγαπάς θείε;» τον ρώτησα όλο παράπονο και σηκώνοντας το βλέμμα και κοιτώντας τον στα μάτια.

-    «Φυσικά μικρό μου. Το ρωτάς;» μου απάντησε κι έκανε να με φιλήσει στο μέτωπο.

Απομακρύνθηκα από την αγκαλιά του και με ένα σάλτο κάθισα με τα πόδια ανοιχτά επάνω του. Πάγωσε. Έσκυψα κι έχωσα τη γλώσσα μου μέσα στο στόμα του, ακριβώς όπως είχε κάνει η Αλίκη σε εμένα. Όλο αυτό κράτησε για δευτερόλεπτα. Μόλις συνειδητοποίησε τι γίνεται, με έσπρωξε προς τα πίσω.

-    «Μαρία. Τι κάνεις εκεί;» μου είπε με αυστηρό ύφος.

Προσπάθησα να τον φιλήσω ξανά, αλλά με ξαναέσπρωξε.

-    «Σε θέλω θείε μου. Θέλω να γαμήσεις το μουνάκι μου. Δεν θες;»

Και με μια κίνηση κατέβασα τις τιράντες από το φορεματάκι μου αποκαλύπτοντας τα βυζιά μου. Τα μάτια του κόλλησαν εκεί ενώ ξεροκατάπιε.

-    «Έλα θείε μου. Δεν είναι καλύτερα από της Αλίκης; Εκείνη γιατί την θες κι εμένα όχι;» του είπα.

Είδα το βλέμμα του να παγώνει και να με κοιτάει με απορία.

-    «Σας είδα που την πηδούσες προχθές βράδυ. Πάρε με θείε μου. Κάνε με δική σου...»

Ξαναέχωσα τη γλώσσα μου στο στόμα του, ενώ άρχισα να κουνιέμαι πάνω στο καυλί του που ήταν ήδη σκληρό. Με ήθελε.. το ήξερα. Δεν μπορούσε να μου αντισταθεί. Άρχισε να ανταποκρίνεται στα φιλιά μου. Χάιδευε τα βυζιά μου και τα φιλούσε. Με σήκωσε με τα χέρια του και με ξάπλωσε πάνω στο τραπεζάκι. Άνοιξε τα πόδια μου κι άρχισε να γλείφει το μουνάκι μου. Τώρα ένιωθα το μουνί μου να καίει πιο πολύ από ότι με την Αλίκη. Καταλάβαινα ότι ήθελα να με πηδήξει.

-    «Πήδα με θείε μου. Πήδα με!»

Ξάπλωσε από πάνω μου και σιγά - σιγά μπήκε μέσα στο υγρό μουνάκι μου.

-    «Αααχχχχχ…. μικρό μου…» είπε. «Είσαι η απόλυτη καύλα. Έτσι θα σου πηδήξει ο θείος το μουνάκι σου για να μαθαίνεις».

Έβαζε κι έβγαζε τον πούτσο του μέσα στο στενό μουνάκι μου.

-    «Φώναξε μικρό μου, φώναξε!»

Αυτό ήταν. Άρχισα να φωνάζω δυνατά. Τώρα καταλάβαινα γιατί φώναζαν αυτές στις τσόντες. Ότι ένιωθα ήταν τέλειο. Ένιωθα το ζεστό καυλί του μέσα μου να μπαίνει βαθιά.

-    «Αααχχχχ… Ναι θείε μου. Ναι! Είναι τέλειο!»

-    «Σου αρέσει μικρό μου; Θα είναι το μυστικό μας. Εεεεε; Αααχχχ…»

-    «Ναι θείε μου. Το μυστικό μας».

Με πηδούσε μια αργά, μια γρήγορα κι εγώ έλιωνα. Με σηκώνει και με ρίχνει κάτω.

-    «Σήκω στα τέσσερα!» μου λέει και υπακούω. «Είσαι το μικρό μου πουτανάκι!» λέι και μου ρίχνει μια στο κωλομέρι μου. «Πες μου τι είσαι;»

-    «Το πουτανάκι σου είμαι θείε μου. Το πουτανάκι σου!»

-    «Και τι θες να σου κάνω καριολίτσα μου. Ε;»

-    «Να με πηδάς. Να με ξεσκίζεις την πουτάνα. Να πηδάς τη μουνάρα μου..»

Και μπήγει με δύναμη, πιάνοντας με από τη λεκάνη σφιχτά, το καυλί του μέσα στο μουνί μου.

-    «Αααχχχχχχ!»

Αυτό μου άρεσε καλύτερα. Ένιωθα υπόδουλη του και τρελαινόμουν. Με άρπαξε από τα μαλλιά και με πηδούσε με γρήγορες κινήσεις κι εγώ φώναζα από την ηδονή.

-    «Θα χύσω καριολίτσα μου, θα χύσω!»

Βγήκε και αμέσως ένιωσα κάτι ζεστό να τρέχει στην πλάτη μου. Έπεσε στο πάτωμα και με πήρε αγκαλιά.

-    «Σου άρεσε μικρό μου;»

-    «Πολύ θείε μου, πολύ!»

Με φίλησε τρυφερά.

-    «Θα είναι το μυστικό μας, έτσι;»

-    «Εννοείται!» του είπα πονηρά κλείνοντάς του το μάτι και φιλώντας τον ξανά στο στόμα.

Έκατσα στον Καναδά όλο το καλοκαίρι. Την Αλίκη κάποια στιγμή την έστειλε σε άλλη πόλη, σε κάτι δικούς της θείους, κι έτσι μείναμε οι δυο μας. Τώρα έχουν περάσει 15 χρόνια από τότε. Και οι δυο είμαστε παντρεμένοι, αλλά όποτε συναντιόμαστε, ένα ξεσκισματάκι το ρίχνουμε και είναι πάντα έτσι ωραίο όπως και τότε…

(Copyright protected OW ref: 35211)