Η Ευρώ- πέα πεθερά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)
Υπόθεση: Ο Δήμος φεύγει ταξίδι με την πεθερά του και εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για ένα καλό ξέσκισμα μαζί της, αφού προηγουμένως έχει ανακαλύψει πως είναι στερημένη στο σεξ.

Η ιστορία:

Μένουμε πάνω - κάτω με τα πεθερικά μου. Η γυναίκα μου είναι έγκυος στον έκτο μήνα και έχει άδεια εγκυμοσύνης.

-    «Ανέβα λίγο στους δικούς μου να φέρεις δυο μήλα…» μου λέει ένα βράδυ.

Ανεβαίνω (έχει εσωτερική σκάλα) μπαίνω μέσα στο καθιστικό, κι ενώ ετοιμάζομαι να φωνάξω, ακούω από την κρεβατοκάμαρα τους:

-    «Έτσι… ρούφα το Ολυμπία μου! Έτσι… γλείφε!»

Πλησιάζω στις μύτες κι από τη χαραμάδα βλέπω την πεθερά μου να έχει πέσει πάνω στον πεθερό μου και να του γλείφει μια πουτσούλα, 8 πόντους μελάτη. Οι βυζάρες της είναι χυμένες και τρίβονται στο στρώμα. Ρουφάει λαίμαργα, αλλά τίποτα.

-    «Πάλι ρε Κώστα δε σου σηκώνεται; Τέσσερις μήνες πάνε...!» του λέει νευριασμένη.

Παίρνω δυο μήλα απ’ τη φρουτιέρα και κατεβαίνω σαν γάτα τρίβοντας την πούτσα μου. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Η πεθερά μου δεν είναι καμιά θεά, αλλά έχει σαγηνευτικό ζουμερό κορμί με καμπύλες, βυζάρες, τορνευτό, πεταχτό πάτο και λεπτές γάμπες με όμορφα πόδια. Είναι 54 και τόσο δείχνει περίπου. Τέλος πάντων, την άλλη μέρα στο ιατρείο (είμαι γιατρός) ήρθε ένας φαρμακευτικός αντιπρόσωπος και μου έκανε δώρο από την εταιρία δυο εισιτήρια για ένα συνέδριο στο Μιλάνο, για το Σαββατοκύριακο.

-    «Δύσκολο να πάω», του λέω. «Η σύζυγος είναι έγκυος και δεν θα πετάξει».

-    «Κράτα τα γιατρέ και πήγαινε» λέει και μου κλείνει το μάτι φεύγοντας.

Το μεσημέρι γυρίζω σπίτι κι εκεί που τρώμε, λέω στην Έλλη για το ταξίδι.

-    «Έχει πολύ καλή θεματολογία γαμότο και σύγχρονα δεδομένα και μελέτες. Αλλά μόνος μου δεν πάω» της λέω.

-    «Πήγαινε βρε αγάπη μου, εγώ καλά θα είμαι…» λέει το κουταβάκι μου.

-    «Να πω στον πατέρα σου να έρθει μαζί μου ένα ταξιδάκι;» της προτείνω αθώα.

-    «Ο πατέρας μου αυτό το σαββατοκύριακο θα κρατήσει το μαγαζί του αδερφού μου, γιατί θα πάει Αθήνα ο μικρός».

«Βρε μωρό μου», λέει άξαφνα. «Να πω στη μαμά μου να πάτε μαζί; Να μου ψωνίσει και λίγα ρούχα από το Μιλάνο για μένα και το μωρό;»

-    «Πού να την τρέχω την κυρα-Ολυμπία ρε Έλλη; Αγγλικά δεν ξέρει γκρι!», λέω δυσανασχετώντας.

-    «Έλα βρε μωράκι μου, για μένα. Δεν έχει πάει η κακομοίρα ποτέ στο εξωτερικό να δει κάτι».

-    «Καλά» λέω δήθεν μουτρωμένος. Πες της το κι άμα θέλει, αύριο το μεσημέρι στις δώδεκα να είναι έτοιμη. Στις δυο είναι η πτήση» (40 λεπτά μέχρι το Μακεδονία).

Σήκωσε το τηλέφωνο και τα έλεγε με τη γριά. Η πεθερά είχε πετάξει τη σκούφια της απ’ τη χαρά της. Το επόμενο μεσημέρι κατεβαίνω με μια βαλιτσούλα και βλέπω τον πεθερό με την πεθερά να με περιμένουν. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο κι ο πεθερός μου, μου λέει στο παράθυρο περιπαιχτικά:

-    «Να μου προσέχεις την Ολυμπία. Μη μου τη φάει κανένας μακαρονάς!»

Βάζω μπρός κι ακούω την πεθερά μου να λέει:

-    «Μμμμ… Εσύ τα μακαρόνια σου να κοιτάς...»

Μου ήρθε να σκάσω από τα γέλια, μ’ αυτό που είχα δει, αλλά δεν ήθελα να καρφωθώ. Όλα πήγαν καλά. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο, επιβιβαστήκαμε και στις 3:20 προσγειωθήκαμε Μαλπένσα. Στη διάρκεια του ταξιδιού η πεθερούλα δεν έβαλε γλώσσα μέσα. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί που το πας στο λούνα παρκ. Εγώ το έπαιζα λίγο σκεπτικός. Πήραμε ένα ταξί και πήγαμε στο ξενοδοχείο, το οποίο ήταν 5 αστέρων. Μόλις μπήκαμε στην είσοδο, ο ρεσεψιονίστ με ρώτησε αν είμαστε ο κύριος και η κυρία K... «Ναι» του απάντησα και κοίταξε λίγο παράξενα, γιατί φαινόμουν αρκετά μικρότερος από την πεθερά μου.

-    «Γιατί μας κοιτάει έτσι Δήμο μου;» είπε η κυρά-Ολυμπία.

-    «Γιατί του είπα ότι είμαστε το ζεύγος K..» και γέλασα. «Λογαριασμό θα του δώσουμε;»

-    «Παραξενεύεται που χτύπησα τεκνό δηλαδή, ε Δήμο;»

-    «Να σου πω Ολυμπία, το δωμάτιο είναι με διπλό κρεβάτι και δεν έχει αυτή τη στιγμή με δυο μονόκλινα», είπα. «Τι λες;»

-    «Δεν πειράζει γαμπρούλη μου. Θα κοιμηθούμε αγκαλίτσα, να δω πως νανουρίζεις την Έλλη μου».

Τρελάθηκα. Η καύλα μου εκτινάχθηκε. Η πεθερά μου μπήκε στο ρόλο λες και είμαστε κανονικά ζευγάρι. «Θα δείξει…», είπα μέσα μου. Ανεβήκαμε στο δωμάτιο το οποίο ήταν υπερπολυτελείας. Η Ολυμπία μπήκε στο ντους να φρεσκαριστεί κι εγώ άνοιξα την τηλεόραση να κάνω ζάπινγκ. Έπεσα σε δυο τσοντοκάναλα που έπαιζαν 24ωρο πορνό. «Ωραία!» λέω. «Θα μας χρειαστεί» κι έκλεισα το διακόπτη, ώστε όταν την ανοίξουμε ξανά να πέσουμε πάνω στο θέμα. Το απόγευμα πήγαμε μια βόλτα στην πόλη, της έδειξα διάφορα πράγματα.. ιστορικά, μουσεία, γκαλερί και με κοίταζε μαγεμένη. Μετά πήγαμε για ψώνια. Άρχισε να ψάχνει για την Έλλη και το μωρό.

-    «Απόψε θα ψωνίσουμε για σένα» της είπα. «Αύριο που θα είμαι στο συνέδριο θα ψωνίσεις με την ησυχία σου για τους άλλους».

Πέταγε από τη χαρά της.

-    «Δε χρειάζομαι τίποτα», είπε ντροπαλά.

-    «Χρειάζεσαι» της είπα. «Θα σε βγάλω έξω απόψε και θέλω να σου ψωνίσω».

Βρήκαμε ένα φοβερό στράπλες φόρεμα που αναδείκνυε το σώμα της, γόβες μοβ D&G και μετά την έβαλα σε ένα μαγαζί με εσώρουχα.

-    «Δεν είναι ανάγκη Δήμο μου να πάρω κι εσώρουχα».

-    «Πάρε βρε κουτό κάτι εξαιρετικό να τρελάνεις τον πεθερό μου…» είπα.

-    «Αυτός αγόρι μου δεν τρελαίνεται με τίποτα…» είπε θλιμμένα.

Άρχισε να διαλέγει και κάθε τόσο με κοίταζε στα μάτια να δει αν συμφωνώ. Τελικά αγόρασε ένα σετ μοβ για το βράδυ, ένα τιγρέ κι ένα μαύρο δερμάτινο, ζαρτιέρες και μια μεταξωτή ρόμπα. Όλα αυτά κάτω από δική μου πίεση μια και τα θεωρούσε υπερβολικά πρόστυχα, όπως είπε. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για έξοδο. Μόλις βγήκε από το μπάνιο, μου κόπηκε η μιλιά.

-    «Πώς σου φαίνομαι;»

Η κυρά-Ολυμπία είχε μείνει στην τουαλέτα. Αυτή η γυναίκα ήταν μια ώριμη μουνάρα.

-    «Λοιπόν, τι λες Δήμο;»

-    «Λέω πως δε σε φτάνουν ούτε εικοσάρες απόψε!»

Έξω περάσαμε τέλεια. Εστιατόριο και μετά βρεθήκαμε να χορεύουμε βαλς με την πεθερά σαν παράνομοι εραστές. Αφού ήπιαμε τρία - τέσσερα ποτά άρχισε να μου λέει πως δεν έχει περάσει καλύτερα στη ζωή της. Πως το χρωστάει σε μένα. Πως την έκανα ευτυχισμένη και την έβγαλα από την μίζερη ζωούλα με τον πεθερό μου. Χορεύαμε και έτρεμε στα χέρια μου σαν το ψάρι. Καταλάβαινα ότι ήταν καυλωμένη και έντεχνα την χειριζόμουνα.

-    «Είσαι πολύ όμορφη απόψε!» της ψιθύρισα ακουμπώντας με τα χείλια μου το λοβό του αφτιού της.

Σείστηκε σύγκορμη. Έκλεισε τα μάτια και σχεδόν λιποθύμησε. Την πήγα στο τραπέζι κι αφού συνήλθε, τη ρώτησα που αλλού θέλει να την πάω.

-    «Στο κρεβάτι…» μου απάντησε υπνωτισμένη.

Αναθεμάτισα την τύχη μου γιατί φοβήθηκα πως θα μου κοιμηθεί στο ταξί. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και είπα να μου στείλουν μια σαμπάνια στο δωμάτιο. Ήθελα να πιω ένα ποτηράκι πριν κοιμηθώ. Μπήκαμε στο δωμάτιο και αγκιστρώθηκα στην αγκαλιά της.

-    «Πάω να αλλάξω» μου είπε. «Περίμενε με…»

Ωστόσο ήρθε το ρουμ σέρβις. Πήρα τι σαμπάνια έβαλα δυο ποτήρια και περίμενα. Λίγο αργότερα βγήκε από το μπάνιο αλλαγμένη, φορώντας τι μαύρη μεταξωτή ρόμπα και περπάτησε κοντά μου.

-    «Άργησες μέσα».

-    «Ετοιμαζόμουνα…» είπε κι έπιασε το τηλεκοντρόλ ανοίγοντας την τηλεόραση.

Η τηλεόραση έδειχνε μια μελαχρινή στα γόνατα να πιπώνει έναν μαύρο. Η πεθερά μου γούρλωσε τα μάτια. Ήταν έτοιμη. Την τράβηξα πιάνοντας την από το χέρι κοντά μου. Έσκυψα στο λαιμό της και την φίλαγα παντού. Βαριανάσαινε. Με τα χέρια μου της έλυσα τη ρόμπα και την άφησα να πέσει στα πόδια της. Τότε την είδα να φοράει το μαύρο δερμάτινο σετ με τις ζαρτιέρες.

-    «Για σένα το έβαλα…» είπε και με φίλησε στο στόμα.

Το φιλί της ήταν υγρό, ζεστό, ερωτικό. Η πούτσα μου είχε γίνει κάγκελο. Το αντιλήφθηκε και άρχισε να την χαϊδεύει. Τράβηξα τα βαριά μαστάρια της έξω από το σουτιέν και την έβαλα να γονατίσει. Μου έλυσε το παντελόνι και μου κατέβασε το βρακί. Έπιασε τον πούτσο μου και τον κοίταζε μαγεμένη, σχεδόν εκστασιασμένοι. Αναστέναξε και είπε:

-    «Τι πούτσα είναι αυτή αγόρι μου!»

Κι άρχισε να απλώνει τη γλωσσίτσα της στο χοντρό πουτσοκέφαλο. Έκανα λίγο πίσω, έπιασα το ποτήρι με τη σαμπάνια και ήπια δυο γουλιές. Μετά την τράβηξα από τα μαλλιά να απομακρυνθεί από τον πούτσο μου, έχυσα τη σαμπάνια στο καυλί μου κι αφού μούσκεψαν και τ’ αρχίδια μου, την ελευθέρωσα και της είπα:

-    «Τώρα γλείφε καύλα μου, τσιμπουκλού...»

Ρίχτηκε μανιασμένα στο καυλί μου και ρούφαγε λαίμαργα την ψωλάρα μου. Κάθε τόσο έκανε προσπάθεια να την πάρει όλη μέσα, αλλά πνιγόταν κι εγκατέλειπε.

-    «Έτσι πουτανίτσα, δείξε μου πόσο καλή πιπατζού είσαι…»

-    «Θα σε κάνω να μη με βγάζεις απ’ το μυαλό σου γαμπρούλη μου!», είπε μπουκωμένοι.

Την έπιασα από τα μαλλιά και της γάμαγα το στόμα. Τα σάλια της έτρεχαν στο πάτωμα. Την σήκωσα από τα μαλλιά κι αφού της έβγαλα το βρακί, έπεσα εγώ κάτω και άρχισα να της τρώω τον μούναρο που έσταζε. Σε λίγο άρχισε να με παρακαλάει να την πάρω. Την ξάπλωσα κι έπεσα πάνω της. Άνοιξε τα πόδια κι εγώ με μια κίνηση χώθηκα μέσα της. Άρχισα να την γαμάω αργά και ρυθμικά. Χάιδευα τα στήθη της, τα ζούλαγα κι αυτή αναστέναζε. Άρχισα να επιταχύνω και να σφυροκοπάω το μουνί της μέχρι τον πάτο.

-    «Σκίσε με γαμιά μου!», ακούστηκε να λέει.

Πλέον είχα πάρει τα πόδια της στους ώμους μου και την ξεπάτωνα. Βόγκαγε, ξεφύσαγε και κάθε τόσο έλεγε:

-    «Κι άλλο, μη σταματάς... ναι... ναι.. κι άλλο.. γάμα με...»

Σε λίγο βγήκα από μέσα της, στάθηκα πάνω από το κεφάλι της κι άρχισα να εκτοξεύω ψωλόχυμα στο πρόσωπο, στο στήθος της και στο λαιμό της. Δεν κατάλαβα πως κοιμήθηκα. Κατάλαβα όμως πως ξύπνησα. Το κινητό μου χτύπησε και πιάνοντας το είδα την κυρα-Ολυμπία με την πούτσα μου στο στόμα.

-    «Ωραία!» της λέω. «Πάμε πάλι από ‘κει που τ’ αφήσαμε».

Στο τηλέφωνο ήταν η Έλλη.

-    «Πώς τα περνάτε;»

-    «Καλά μωρό μου. Εγώ θα πάω στο συνέδριο και η μαμά σου για ψώνια».

-    «Χθες τι κάνατε;»

-    «Τίποτα ιδιαίτερο, μια βόλτα στην πόλη».

Ζοριζόμουν να μιλήσω. Η ρουφιάνα μου ρουφούσε το καυλί σαν λυσσασμένη.

-    «Να, πάρε την μαμά σου» είπα και χαμογέλασα.

Έδωσα το κινητό στην πεθερά κι αυτή με κοίταξε αγριεμένη. Άφησε τον πούτσο μου και πήγε να σηκωθεί. Την κράτησα εκεί κι άρχισα να της ρίχνω πουτσοσκάμπιλα.

-    «Μαμά μου, πώς είναι το Μιλάνο;» ακούστηκε η Έλλη.

-    «Τέλεια κοριτσάκι μου!» είπε η ψωλοπεθερά κι έπιασε να μου παίζει τον πούτσο με το αριστερό.

-    «Να πάρεις αυτό, κι αυτό κι αυτό…» είπε η Έλλη. «Και να μου προσέχεις τον αντρούλη μου».

-    «Έννοια σου κόρη μου και τον βαστάω στα χέρια μου. Δε μας τον παίρνει Ιταλιάνα…» είπε η πουτανίτσα.

Κι εγώ την έπιασα απ’ τα μαλλιά και την μπούκωσα πούτσο.

-    «Καλά μαμά μου. Καλή συνέχεια, καλά να περάσεις και να το ευχαριστηθείς!» είπε η Έλλη χαχανίζοντας.

-    «Το ευχαριστιέμαι αγάπη μου, όσο δε λέγεται! Φιλάκια».

Μέχρι να κλείσει το τηλέφωνο, η Ολυμπία είχα βρεθεί μ’ ένα σάλτο πίσω της και της τον κάρφωνα στεγνά.

-    «Έτσι πουτσαρά μου!, είπε. «Μη μ’ αφήνεις να πάρω ανάσα. Ξέσκισε τη μουνάρα μου. Γάμα την πεθερούλα σου την αγάμητη καυλιάρη μου!»

Περιττό να σας πω ότι δεν πήγα στο συνέδριο. Η πούτσα πήγε σύννεφο. Πέρασαν δυο μήνες από τότε κι όποτε είμαστε μόνοι μας στο σπίτι, η πεθερά μου, μου δίνεται χωρίς καμία ενοχή. Έχουμε κάνει τα πάντα. Πλέον της γαμάω τον κώλο και δεν χορταίνει η παλιοπουτάνα. Μου λέει πως αντί να ξενογαμάω βρομιάρες καλύτερα να ξεσκίζω αυτήν.

(Copyright protected OW ref: 35000)