Η Λέτα σε πρωτοχρονιάτικη παρτούζα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Μια παρτούζα που δεν περίμενε με τίποτα η Λέτα την περιμένει για να ξαφνιαστεί από το τρίτο πρόσωπο που θα διαπιστώσει ότι είναι ένας πολύ κοντινός συγγενής της…

Η ιστορία:

Παραμονή Πρωτοχρονιάς σήμερα και μαζί με συγγενείς και φίλους αφού αλλάξαμε χρόνο, βγήκαμε έξω σε ένα μαγαζί εδώ κοντά. Μαζί μας και ένας θείος της Λέτας που κάναμε πολύ παρέα πιο παλιά αλλά λόγω της ιδιότητας του ως ναυτικός χαθήκαμε.

Η ώρα ήταν 1:30 και το μαγαζί είχε γεμίσει. Καθόμουνα με τον θείο Μιχάλη και μιλάγαμε για διάφορα. Ο θείος είναι 52 χρονών και χωρισμένος. Αφού εξαντλήσαμε τα τυπικά και τις ναυτικές εμπειρίες μου, σχολίαζε μια μουνάρα που χόρευε με τον δικό της.

-    «Τι καυλιάρα γυναίκα!», μου λέει.

-    «Τούμπανο θείε!», του λέω.

Η κοπέλα ήταν γεματούλα, με αρκετά μεγάλο στήθος, όχι σαν της Λέτας, αλλά πιο αδύνατη.

-    «Τέτοιες γυναίκες γουστάρω Κώστα!», μου λέει. «Να έχεις να χουφτώνεις».

-    «Κι εμένα τέτοιες μου αρέσουν θείο!», του λέω.

Έρχεται η Λέτα που πριν λίγο χόρευε με μια ξαδέρφη της και μας τραβάει για χορό. Φόραγε ένα μπλουζο-φόρεμα κοντό με καλσόν μαύρο λεπτό, με μεγάλο άνοιγμα στο ντεκολτέ. Σκέτη καύλα ήταν. Ο θείος χόρευε με την Ντίνα κι εγώ με την Λέτα. Σε μια φάση είδα τον θείο να χάνεται με τα μάτια του μέσα στην χαραμάδα των βυζιών της Λέτας. Άρχισα να της χαϊδεύω τα καπούλια και είδα τον θείο να καρφώνεται στην κωλάρα της. Καύλωσα τρομερά.

Πήρα από το χέρι την Ντίνα και χόρεψα μαζί της για να δω πόσο καύλωνε ο θείος με την Λέτα. Η τσουλίτσα ήταν φτιαγμένη από το ποτό και χόρευε σαν πουτάνα. Κόλλαγε την κωλάρα της πάνω του και κούναγε τις βυζάρες της στο ρυθμό του τσιφτετελιού. Είδα τον θείο να ιδρώνει και διέκρινα ένα φούσκωμα στο παντελόνι του.

Αφού ήπιαμε και το δεύτερο μπουκάλι και γίναμε ψιλο-στουπί πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Ο μπάρμπας θα κοιμόταν σπίτι μας μιας και έμενε μακριά από την Αττική. Την ώρα που οδηγούσα χούφτωνα τις μπουτάρες της Λέτας και έβλεπα τον θείο από πίσω να κοιτάει ξελιγουριασμένα. Μπήκαμε σπίτι και βάλαμε άλλο ένα ποτάκι. Η Λέτα έφερε στο θείο της κάτι πιζάμες μου και πήγε να αλλάξει. Έτσι όπως τα λέγαμε ακούμε ένα θόρυβο από την κρεβατοκάμαρα.

-    «Λέτα, όλα καλά;», λέω.

-    «Έπεσα γαμότο…!», μου λέει.

Και άρχισε να γελάει. Σηκώνομαι να πάω μέσα και ακολουθεί και ο θείος. Βρίσκουμε την Λέτα στο πάτωμα να γελάει με τα εσώρουχα της. Ο θείος πετάει ένα:

-    «Συγγνώμη Λέτα, δεν ήξερα…»

-    «Έλα ρε θείο, βάλε ένα χεράκι να την βάλουμε στο κρεβάτι μην πέσω μαζί της!», του λέω.

Την ώρα που την σηκώναμε, πετάγεται έξω το ένα βυζόμπαλο και η σάρκα του ακουμπάει στο χέρι του θείου. Τον είδα να την κοιτάει πεινασμένα. Την βάλαμε στο κρεβάτι και του λέω:

-    «Θείε, πρόσεχε την να της φέρω νερό».

Όταν γύρισα την κοίταγε σαν άγαλμα και ο πούτσος του σίγουρα θα έσκιζε το παντελόνι! Φαινόταν η στύση του. Πήγαμε μέσα να πιούμε το ποτό μας και σε μισή ώρα πήγαμε για ύπνο. Την πόρτα της κρεβατοκάμαρας δεν την έκλεισα. Έτσι αν ο θείος πήγαινε τουαλέτα θα είχε θέα. Ξάπλωσα δίπλα στη Λέτα και άρχισα να της βάζω δάχτυλο. Αναστεναγμοί έβγαιναν από το στόμα της. Της είπα να έρθει στα τέσσερα από πάνω μου και να μου πάρει πίπα μέχρι να χύσω.

Άρχισε να ρουφάει την ψωλάρα μου ενώ έτριβε την μουνάρα της. Της έβγαλα το σουτιέν και οι βυζάρες της ακούμπησαν τα αρχίδια μου. Είχα σκοπό να μην την αφήσω να χύσει. Ήθελα να την δω να γαμιέται με τον θείο της και θα το κατάφερνα.

-    «Η πόρτα Κώστα. Ο θείος που είναι;», μου λέει.

-    «Ο θείος κοιμάται βαθιά καύλα μου. Τι τον θες; Θες την πούτσα του πουτάνα μου;»

-    «Τι λες ρε μωρό; Με το θείο Μιχάλη;»

-    «Έλα ρε Λέτα σκάσε και ρούφα την ψωλή μου τώρα!»

Σε μια φάση κοιτάω στην πόρτα και βλέπω τον μπάρμπα να στέκεται και να κοιτάει την κωλάρα της Λέτας. Τον έτριβε πάνω από την πιζάμα. Καύλωσα τρελά.

-    «Πάρτα μωρή καριόλα! Πάρτα μωρή παρτουζιάρα. Σε χύνω παρτόλα!»

Είδα τον θείο να κουνάει πιο γρήγορα το χέρι και να φεύγει. Αφού την έβαλα να με καθαρίσει την παράτησα στο κρεβάτι. Έσβησα το φως νύχτας και πήγα να σηκωθώ.

-    «Εγώ έτσι θα μείνω;», μου είπε.

-    «Λέτα, πάω για τσιγάρο κι έρχομαι. Μην ανάψεις φώτα και θέλω να φοράς μόνο το στρινγκάκι σου. Θα σε ξυπνήσει η πούτσα μου καυλιάρα!»

Πήγα στο σαλόνι. Ο θείος κάπνιζε. Ανάβω τσιγάρο κι εγώ.

-    «Κώστα, κλείνε και καμιά πόρτα ρε συ!», μου λέει.

-    «Συγγνώμη ρε θείο αλλά ξέρεις τώρα… δεν το σκέφτηκα. Εξάλλου μια οικογένεια είμαστε!», του είπα πειραχτικά.

-    «Ναι ρε Κωστή αλλά κι εγώ άντρας είμαι και ξέρεις την αδυναμία μου στις νταρντάνες…»

-    «Σε καύλωσε η πουτανίτσα η ανιψιά σου θείο;»

Με κοίταγε.

-    «Πες μου, σε καύλωσε;»

-    «Ναι ρε Κωστή. Από το μαγαζί που τριβόταν πάνω μου».

-    «Και γιατί δεν ήρθες μέσα πριν να την χύσεις έτσι όπως τον έπαιζες;»

Σάστισε και δεν μίλαγε.

-    «Λοιπόν, δεν την άφησα να χύσει πριν για να την κρατήσω καυλωμένη. Πάω μέσα. Έλα σε πέντε λεπτά στην πόρτα και θα σου κάνω νόημα να χωθείς».

Πάω πάνω και αρχίζω να την γλείφω. Παίρνω ένα κασκόλ και της δένω τα μάτια.

-    «Τι κάνεις;», μου λέει.

-    «Ξέρεις έφυγε ο θείος και φώναξα ένα φίλο να σε γαμήσουμε. Τι λες, γουστάρεις;»

-    «Ναι! Θέλω πολύ!»

-    «Τότε άσε το κασκόλ εκεί».

Βλέπω το θείο και του κάνω νόημα να πει χωρίς να μιλάει. Την γαμάω σαν σκύλα και της δίνει πίπα. Πιπώνει τον θείο της η ξεκωλιάρα. Τον ρουφάει και παίζει με τα αρχίδια του. Ο θείος δεν κρατιέται και σημαδεύει τις βυζάρες της και από μελαμψές γίνονται άσπρες. Του κάνω σήμα να έρθει από πίσω της. Παίρνω θέση μπροστά και με πιπώνει. Ο θείος την γαμάει βίαια και της χαστουκίζει την κωλάρα.

Την γαμάω από το στόμα και βάζω τα χέρια του στις βυζάρες της. Την γραπώνει από τα βυζόμπαλα και την καρφώνει δυνατά. Της βγάζω το κασκόλ και ανάβω το φως. Χύνει την πούτσα του θείου της και φωνάζει σαν καριόλα. Την γυρνάω ανάσκελα και τώρα βλέπει το γαμιά της.

-    «Ανιψούλα είσαι τούμπανο! Γαμιέσαι σαν σκύλα!!», της λέει.

Αυτή αμήχανη.

-    «Θέλω να γαμήσω τις βυζάρες σου ανιψούλα που με καύλωναν καιρό τώρα».

-    «Γάμα τες θείο!»,  του λέω.

-    «Κάνε ισπανική μωρή στο θείο σου!», της λέω.

Ενώνει τα μαστάρια και φυλακίζει τον πούτσο του μέσα. Σε δυο λεπτά φωνάζει:

-    «Πάρτα στις βυζάρες σου μωρή πουτανάρα!»

Κολλάω την πούτσα μου στην μάπα και την χύνω κι εγώ.

-    «Πάρτα παρτουζιάρα μου! Πάρτα ξεκωλιάρα!»

Κοιμήθηκε χυμένη από την κούραση και το μεθύσι. Αυτή την ώρα έχω βάλει το θείο της και τον παίζει κοντά στο πρόσωπο της ενώ κοιμάται αυτή. Θα την γεμίσει όσο σπέρμα αντέχει αν θέλει να την γαμήσει πάλι σήμερα.

(Copyright protected OW ref: 32127)