Έτσι ξαφνικά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (2 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Παρηγοριά στην χωρισμένη μητέρα του έδινε ο Στέφανος αλλά η κατάληξη ήταν αναπάντεχη. Οι σεξουαλικές ορμές και των δυο τους οδήγησαν στην αμαρτία.

Η ιστορία:

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη το καλοκαίρι του 2008 κα είναι η πρώτη φορά που έχω τη διάθεση να τη μοιραστώ με άλλους και γι’ αυτό το κάνω. Ήταν Ιούνιος και ήταν το πρώτο καλοκαίρι που επέστρεψα από την Αγγλία μετά από τέσσερα χρόνια που έμεινα εκεί. Το πρώτο καλοκαίρι που επέστρεψα σπίτι εννοώ, γιατί ερχόμουν Ελλάδα για διακοπές με φίλους αλλά προτιμούσα να γυρνάω στα νησιά παρά να είμαι στην «οικογενειακή εστία»! Αυτό το καλοκαίρι έμελε να μην είναι σαν όλα τα άλλα και να μας αλλάξει τη ζωή…

Βλέπετε, γυρνώντας αναγκάστηκα να αλλάξω τα σχέδια μου και αντί για… Μύκονο να βρεθώ στο εξοχικό μας στο Ναύπλιο για να παρηγορήσω την 46χρονη τότε μητέρα μου που μόλις είχε υποστεί το σοκ του χωρισμού από τον 52χρονο πατέρα μου, που όπως και κάποιοι άλλοι μεγάλοι σε ηλικία άντρες την πατάνε και καψουρεύονται μικρότερες.

Συγκεκριμένα ο πατέρας μου είχε σχέση για ένα χρόνο με την Θάλεια, την 22χρονη γραμματέα του και όταν το είπε στη μητέρα μου έγινε χαμός! Η Θάλεια είναι ένα πανέμορφο κορίτσι που από την αρχή φαινόταν ότι «ψαχνόταν» για κάτι. Με μένα φανταστείτε επικοινωνούσε διαρκώς μέσω μέιλ όσο ήμουν στην Αγγλία και μάλιστα ήταν να ταξιδέψει να με δει κιόλας αλλά το ακύρωσε. Μετά κατάλαβα γιατί.

Στο Ναύπλιο το σπίτι είναι μεγάλο αφού συνήθως οι δικοί μας φιλοξενούσαν κόσμο. Τώρα όμως ήταν έρημο. Η μητέρα μου ντρεπόταν μέχρι και την οικιακή βοηθό και την είχε διώξει κι αυτή. Έτσι ήμασταν μόνοι. Την παρηγορούσα πότε με κάποια βόλτα, πότε με κουβεντούλα σε ένα παραλιακό καφέ. Εκείνη δεν σταματούσε να κλαίει ενώ παρατηρούσα ότι έπινε διαρκώς, όλο και περισσότερο. Ένα βράδυ, είχα βγει με δυο φίλους και γυρνώντας τη βρήκα σε τραγική κατάσταση, να κλαίει και να έχει αδειάσει ένα μπουκάλι ουίσκι.

-    «Τι κάνεις ρε μάνα; Θα γίνεις και αλκοολική τώρα; Τι τα κατεβάζεις ένα - ένα τα μπουκάλια;», της είπα με αυστηρό ύφος.

Εκείνη με λυγμούς μου απάντησε:

-     «Δεν είναι αυτό το πρόβλημα μου τώρα. Το πρόβλημα μου είναι ότι έμεινα σαν την καλαμιά στον κάμπο».

-    «Σιγά ρε μάνα, έχεις εμένα…»

Προσπάθησα να την εμψυχώσω.

-    «Ναι, εσένα. Εσύ θα βρεις μια Θάλεια και θα φύγεις…», είπε και με πήρε αγκαλιά.

-    «Τι να τις κάνω εγώ τις θάλειες βρε χαζούλα; Πάντα εσένα θα αγαπάω πάνω από όλες!»

-    «Αλήθεια μου το λες αγάπη μου;», με ρώτησε φανερά ανακουφισμένη και ενθουσιασμένη γιατί αυτό ήταν το πρώτο καλό πράγμα που άκουγε εδώ και καιρό.

-    «Εννοείται!», της είπα!

-    «Ωραία! Και από μένα θα έχεις ότι θελήσεις, να το ξέρεις».

Μόλις μου το είπε αυτό ξάπλωσε στο στήθος μου και ανέβασε τα πόδια της στον καναπέ. Αυτό το «ότι θελήσεις» και η θέα των μπουτιών της που αποκαλύφθηκε μόλις λύγισε τα γόνατα της στον καναπέ δίπλα μου ήταν… κάπως. Της χάιδεψα το μπράτσο από την έξω πλευρά και τα πλευρά της ενώ εκείνη γύρναγε διαρκώς και μου έδινε φιλιά στον λαιμό. Η κατάσταση είχε γίνει λίγο περίεργη κι εγώ άρχισα να ζεσταίνομαι.

Κάποια στιγμή, προφανώς επειδή μιλούσε το ποτό (και εγώ είχα πιεί, όχι μόνο εκείνη) και ήμασταν χαλαροί, της έδωσα ένα φιλί πιο κοντά στα χείλια. Και την επόμενη που γύρισε, τη φίλησα στα χείλια. Εκείνη χαμογέλασε και κούρνιασε σφιχτά στο στήθος μου ενώ το δεξί της πόδι σηκώθηκε στον καναπέ και έκανε ορθή γωνία με το άλλο. Αποτέλεσμα η γυαλιστερή ρόμπα να σηκωθεί ακόμα πιο πολύ και για λίγο μόνο να μη βλέπω το εσώρουχο της. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για το σουτιέν της που φαινόταν καθαρά. Μαύρη δαντέλα και μέσα του δυο ζουμερά βυζιά. Τα πιο όμορφα βυζιά του κόσμου.

Οι σκέψεις πέρναγαν σαν ταινία από το μυαλό μου και το σώμα μου με πρόδωσε αφού ο πούτσος μου άρχισε να σκληραίνει και εκείνη ήταν ξαπλωμένη λίγα εκατοστά πάνω από το λάστιχο της φόρμας μου. Δύσκολα θα έκρυβα τη στύση μου. Έπρεπε ή να σηκωθώ ή να συνεχίσω το παιχνίδι και όπου με έβγαζε. Αποφάσισα το δεύτερο. Την επόμενη φορά που πήγε να μου δώσει ένα πεταχτό φιλάκι, κόλλησα τα χείλια μου στα δικά της και άνοιξα το στόμα της με τη γλώσσα μου. Εκείνη ανταπέδωσε και ήταν η πρώτη φορά που φιληθήκαμε έτσι για αρκετά δευτερόλεπτα.

-    «Μα τώρα, κάνει να φιλάς έτσι τη μαμά;»

-    «Κάνει δεν κάνει, εμένα μου άρεσε. Εσένα;»

-    «Μου άρεσε αλλά μπορεί να οδηγήσει σε παράξενα και ανώμαλα πράγματα. Κι εγώ είμαι περίεργα τώρα αλλά δεν μπορώ να ρισκάρω να χάσω κι εσένα».

Την ξαναφίλησα στα χείλια πεταχτά και το χέρι μου άρχισε να χαϊδεύει το μπούτι της.

-    «Να με χάσεις; Βρε, δεν σου είπα ότι εμένα δεν θα με χάσει ποτέ; Άσε που έτσι όπως πάει θα με έχεις ολοκληρωτικά».

-    «Δηλαδή, τι εννοείς ολοκληρωτικά; Μέχρι που μπορείς να φτάσεις;»

-    «Παντού μπορώ να φτάσω».

-    «Μέχρι και το πιο ανώμαλο πράγμα του κόσμου;», με ρώτησε και το χέρι της χάιδευε το μέσα μέρος του δεξιού μου ποδιού.

Πλέον όχι μόνο δεν προσπαθούσα να κρύψω το όρθιο καυλί μου αλλά με μικρές κινήσεις το τέντωνα. Εκείνη ανασηκώθηκε λίγο, πέρασε τα δάχτυλα της στα μαλλιά μου και με φίλησε με πάθος.

-    «Είσαι ωραίος. Πολύ ωραίος. Αν δεν ήμουν μητέρα σου... θα σε έτρωγα!»

-    «Δεν είσαι μητέρα μου τώρα, είσαι η γκόμενα μου. Κοίταξε τον…»

Έβγαλα τον πούτσο μου από τη φόρμα και τον κούνησα χιλιοστά από το πρόσωπο της.

-    «Τι ωραία πούτσα. Τι ωραίο καυλί που έχει το αγόρι μου!»

Με μια κίνηση, σαν έτοιμη από καιρό, το πήρε στο στόμα της. Μαστόρισσα στο τσιμπούκι ρούφαγε το πουτσοκέφαλο ενώ το δεξί της χέρι χάιδευε μαεστρικά τα αρχίδια και την κωλοτρυπίδα μου. Το δικό μου δεξί χέρι σκάλιζε την κιλότα της και όταν έπιασα το αφράτο μουνάκι της που έσταζε, τρελάθηκα.

-    «Μμμμ, μμμμ…. Στέφανε, το καυλί σου είναι απίθανο! Έχω τον πιο πουτσαρά γιο και εγώ είμαι η πουτάνα σου!», μου είπε και συνέχισε το ρούφηγμα.

-    «Θέλω να κάτσεις πάνω του μαμά. Θέλω να γυρίσω στο μουνί σου, τώρα».

Δεν το σκέφτηκε πολύ. Σηκώθηκε και πέρασε τα πόδια της γύρω μου. Εγώ έτριψα λίγο το κεφάλι στα μουνόχειλα και μετά τη γέμισα με το χοντρό μου καυλί. Πέταξε βιαστικά τη ρόμπα, εγώ της έβγαλα με βία το σουτιέν ενώ καβαλούσε με μανία. Άρχισα να τη βυζαίνω, πιο ωραία από ποτέ.

-    «Αχ, αχ, αχ, ααααχ… Τι καυλάρα είναι αυτή; Τι πούτσα είναι; Μη σταματάς αγόρι μου. Γιε μου. Άνοιξε στα δυο το μουνί της μαμάς. Αχχχχχ…»

= «Ναι μωρή καριόλα. Έτσι θα σε ανοίγω κάθε μέρα. Έτσι θα σε ξεκωλιάζω μωρή. Κάθε μέρα. Και θα γαμιέσαι με όποιον σου λέω. Και με όποια σου λέω...»

-    «Ότι μου πεις. Αχ, αχ, τώρα Στέφανε! Τώρα! Τώρα! Χύνωωωωωωωωωωω!!!»

Ήταν αγάμητη καιρό και τα χοντρά της χύσια ζεμάτισαν τα αρχίδια μου. Ήταν η σειρά μου και χωρίς να σκεφτώ τίποτα, έχυσα στη μήτρα της. Τα πιο καυτά και αμαρτωλά χύσια της ζωής μου. Εκείνη είχε σπασμούς από τον οργασμό και μόλις ηρέμησε με αγκάλιασε σφιχτά. Δευτερόλεπτα μετά άρχισε να κλαίει.

-    «Τι κάναμε Στέφανε; Τι έκανα Θεέ μου; Τι έκανα;»

Έβαλε το χέρι στο στόμα, κύλησαν δάκρυα και μάζεψε ντροπιασμένη τα ρούχα της και έφυγε τρέχοντας. Το καυλί μου έσταζε και χαμογελούσα. Ήμουν βέβαια ταραγμένος, ένιωθα παράξενα, αλλά δεν το άλλαζα με τίποτα.
Η συνέχεια και το τι έγινε αργότερα με τη μαμά και τη… Θάλεια, σε επόμενη δημοσίευση.

(Copyright protected OW ref: 31439)