Η ενάρετη πεθερά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Μια πεθερά της εκκλησίας θα υποκύψει στις ορέξεις του γαμπρού της και θα τον ξαφνιάσει με τις… επιδόσεις της.

Η ιστορία:

Ήμουν τυχερός πριν τρία χρόνια που γνώρισα την γυναίκα μου. Είναι φοβερή και από οικογένεια πατροπαράδοτη, βαθιά θρησκευόμενη. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον…

Πριν ενάμισι χρόνο χάσαμε τον πεθερό μου, μόνο 56 χρονών. Η πεθερά μου η Κούλα, 52 χρονών, έμεινε μόνη της. Λίγο μετά την κηδεία την αγκάλιασα και της είπα:

-    «Μη φοβάσαι τίποτα, εγώ είμαι εδώ, ότι χρειαστείς».

Με έσφιξε πάνω της και με ευχαρίστησε. Η γυναίκα μου επέμεινε να πάμε να μείνουμε μαζί της για κάποιο καιρό. Δεν είχα λόγο να αρνηθώ. Την συμπαθούσα την Κούλα. Κι αυτή φαινόταν πως με συμπάθησε από την πρώτη στιγμή. Ήταν πολύ της εκκλησίας, ντυνόταν πολύ σεμνά, δεν έβριζε, μόνο που της άρεσε να κουτσομπολεύει. Κρατιόταν καλά και ήταν πολύ ζουμερή για τα χρονάκια της.

Αρχίσαμε να μένουμε όλοι μαζί και σιγά - σιγά ξεπέρασε το πρώτο σοκ για τον πεθερό μου. Άρχισε πάλι να χαμογελά. Εγώ την πείραζα για να ξεχνιέται και σιγά - σιγά άρχισα να τη γουστάρω. Άρχισα να παρατηρώ πράγματα που πριν δεν έδινα σημασία. Όποτε καθόμουν ως αργά στην τηλεόραση καθόταν μαζί μου, ενώ με την γυναίκα μου πήγαινε γρήγορα για ύπνο.

Πολλές φορές μου έφερνε την πετσέτα στο μπάνιο, έξω από την πόρτα, ενώ φώναζα την γυναίκα μου. Μου μαγείρευε ότι ζητούσα. Έπρεπε να την ανταμείψω. Καύλωνα πολύ που την ένιωθα στο διπλανό δωμάτιο κι άρχισα να ξεσπάω στη γυναίκα μου. Κάθε βράδυ τρελό και άγριο γαμήσι.

-    «Πιο σιγά…», έλεγε η γυναίκα μου. «Θα μας ακούσει η μάνα μου».

«Αυτό θέλω!», έλεγα μέσα μου. Μια μέρα που έλειπαν και οι δυο από το σπίτι τοποθέτησα μια μικροκάμερα στο δωμάτιο της πεθεράς μου. Την επόμενη μέρα που είδα το υλικό τα κατάλαβα όλα. Την ώρα που γαμούσα ανελέητα την κόρη της, αυτή στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε τη μουνάρα της για μένα. Το επόμενο βράδυ η γυναίκα μου θα δούλευε νυχτερινή. Έκανα το μπάνιο μου και βγήκα με το μπουρνούζι στην κουζίνα. Η πεθερούλα μαγείρευε ειδικά για μένα. Κάθισα στο τραπέζι και η ψωλή μου κρεμόταν πεντακάθαρη.

-    «Βρε παντελή μου, νέοι είστε αλλά πιο σιγά τα βράδια. Θα το πεθάνεις το κοριτσάκι μου!»

Σηκώθηκα, πήγα πίσω της στο νεροχύτη και την αγκάλιασα φιλώντας την στο λαιμό.

-    «Είναι μικρή ακόμα αλλά πρέπει να το χορτάσει, τώρα που το έχει…», είπα κι έτριψα το καυλί μου, που είχε σηκωθεί. «Εσένα τώρα που είσαι τόσο νέα και καυλωμένη Κούλα μου, ποιος θα στο δώσει;»

Με κοίταξε έκπληκτη.

-    «Τι λες βρε παιδί μου; Εγώ είμαι της εκκλησίας».

-    «Πάλι καλά που ο γαμπρούλης σου σε λατρεύει και θα σε περιποιείται, γιατί σε νοιάζεται».

Την τράβηξα κοντά μου κι άρχισα να την φιλάω παντού.

-    «Είμαι η πεθερά σου και θέλω να με σέβεσαι!», είπε θυμωμένα.

Έλυσα το μπουρνούζι και πετάχτηκε ο μερακλής μπροστά ορθωμένο αγγούρι. Τα ‘χασε η ενάρετη πεθερούλα της εκκλησίας. Σαν μαγνητισμένη την έσπρωξα να γονατίσει να το πάρει στο στόμα.

-    «Απ’ το να ξενογαμάω άλλες, καλύτερα να ποτίζω εσένα καυλιάρα μου…»

Το έπιασε στα χέρια της και δεν χόρταινε να το παίζει.

-    «Τώρα πάρ’ το στο στόμα να σε δω!», την πρόσταξα.

Άρχισε να ρουφάει και να τον παίζει μέσα στο στόμα της. Δέκα λεπτά μου τον έλιωσε σαν παγωτό. Την έγδυσα. Οι βυζάρες χυθήκανε πελώριες. Ο τριχωτός μούνος έμοιαζε άπατος. Την έβαλα στα τέσσερα στο τραπέζι πήγα από πίσω και τον κάρφωσα με μανία:

-    «Αααααχχχ, ωωωωχχχ, μμμμ, ωωωχχχ, αααχχχ…»

Τον έπαιρνε όλο μέσα καταπίνοντας τον. Μούγκριζε από καύλα.

-    «Παντελή, σκίσε με. Ξεπάτωσε με! Σκίσε μου τη μουνάρα μου την αγάμητη!»

Δεν πίστευα τις κουβέντες που ξεστόμιζε.

-    «Λαχταρούσες τον πούτσο του γαμπρού σου μωρή καυλιάρα, έεεε;»

-    «Πολύύύύ! Σε σκεφτόμουν να με γαμάς κι έγινε. Τώρα πήδα με δυνατά ψωλαρά μου! Γάμα την πεθερά σου στον πάτο!»

Μπαινόβγαινα σαν τρελός. Ο πούτσος μου σφυροκοπούσε το μουνί της λες και ήθελε να τη σκοτώσει. Σε λίγο έχυσε κι ένιωσα τα υγρά της στον κόλπο της.

-    «Στα φέρνω!», της φώναξα κι άφησα το σπέρμα μου να πλημμυρίσει τη μούνα της.

Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε το τσιμπούκι.

-    «Τα δεύτερα θα τα καταπιώ πουτσαρά μου!», είπε. «Να δω, θα ‘χεις ορεξούλες απόψε για την κόρη μου;»

(Copyright protected OW ref: 29060)