Με την κουμπάρα μου ξανά (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Σήμερα ο Βασίλης θα επισκεφτεί την κουμπάρα στο σπίτι εκμεταλλευόμενος την απουσία του κουμπάρου όπου θα συνεχίσει με την κουμπάρα ότι άφησε στη μέση.

Η ιστορία:

Πριν λίγες μέρες σας είχα πει για την κουμπάρα μου που την τσιμπούκωσα στο γήπεδο, και υποσχέθηκα να σας πω και το δεύτερο μέρος της ιστορίας. Αφού λοιπόν φύγαμε από το γήπεδο, τόσο εγώ αλλά πιστεύω και η κουμπάρα μου, ψάχναμε τρόπο να βρεθούμε οι δυο μας για να απολαύσει όπως είπε το μεγάλο και χοντρό μου εργαλείο (που δεν είχε όμοιο του ο κουμπάρος μου σύζυγος της).

Έτσι κι έγινε λοιπόν, μετά από καμιά δεκαριά μέρες. Ο κουμπάρος μου, είχε ξεκινήσει κάτι εργασίες με τα χωράφια του (σπορά νομίζω), και η κουμπάρα μου έστειλε το βαφτιστικό μου στο χωριό της, για να μείνει μόνη. Αφού τα είχε όλα καταστρώσει στην εντέλεια, μου στέλνει μήνυμα, αθώο δήθεν, ρωτώντας με αν είδα κάπου τον άντρα της (από φόβο μην διαβάσει το μήνυμα η δικιά μου γυναίκα).

Εγώ της απάντησα ότι τον είδα στο χωριό με τα παλιά ρούχα και πως αν ήθελε να πάω να της κάνω παρέα για ένα απογευματινό καφεδάκι. Η απάντηση της ήταν «έλα». Σε πέντε λεπτά ήμουν έξω από την πόρτα του διαμερίσματος της. Χτύπησα και μου άνοιξε φορώντας μια μαύρη φούστα μακριά κάτω από το γόνατο, κι ένα σαν πράσινο μπλουζάκι.

-    «Πέρασε…», μου είπε.

Και πέρασα μέσα, γνωρίζοντας ότι ήμασταν μόνοι τελείως.

-    «Να σου κάνω έναν καφέ;», με ρώτησε.

-     «Ναι, κουμπάρα μου, να μου κάνεις ότι θέλεις σήμερα. Καφέ θέλεις, καφέ κάνε. Εκτός κι αν έχεις κατά νου κάτι άλλο από τον καφέ…», της απάντησα με πρόστυχο και πονηρό ύφος.

Αμέσως, ήρθε κοντά μου και με άρχισε στα φιλιά, ενώ ταυτόχρονα το χέρι της πήγε χαμηλά στο φερμουάρ του παντελονιού μου και άρχισε να χαϊδεύει από πάνω την πούτσα μου, που είχε ήδη φτάσει στην κορυφή του μεγέθους της.

-    «Θέλω να την πάρω, να την κάνω ότι θέλω!», μου είπε.

-    «Γι’ αυτό είμαι εδώ μουνάρα μου!», της είπα.

Και αμέσως έσκυψε ανάμεσα στα πόδια μου, αρχίζοντας να κάνει ένα πάρα πολύ ωραίο τσιμπούκι. Όχι το καλύτερο που μου έχει τύχει, αλλά λόγω της καύλας της, ήταν πολύ επιθετική και η όψη της είχε αλλάξει τελείως. Έβγαζε μια ηδονή απίστευτη. Μετά από ένα δεκάλεπτο περίπου τσιμπουκολαγνείας, σαν διάβολος πετάχτηκα, αφού χτύπησε το κινητό της.  Ήταν ο άντρας της κουμπάρος μου που την ρώτησε τι κάνει και που είναι.

-    «Σπίτι είμαι αγάπη μου, μόνη μου. Συγυρίζω να περάσει η ώρα…», του απάντησε, ενώ δεν άφησε καθόλου την πούτσα μου από το χέρι της.

Κάτι της είπε ο κουμπάρος κι αυτή απάντησε:

-    «Ok, κάνε όπως νομίζεις. Απλά πάρε με τηλέφωνο να ξέρω κι εγώ να κλειδώσω αν είναι».

-    «Τι είπατε;», ρώτησα.

-    «Μου είπε πως δεν θα έρθει το βράδυ, γιατί αύριο στις έξι πρέπει να ξαναπάει στα χωράφια και για να αποφύγει το πήγαινε - έλα, θα κοιμηθεί στο χωριό του…», απάντησε.

Εγώ τότε άρχισα να σκέφτομαι τρόπους για να περάσω μαζί της όλη την νύχτα. Της άνοιξα εντωμεταξύ τα πόδια, κατέβασα το στρινγκάκι της και άρχισα να της γλείφω το μουνάκι, ετοιμάζοντας το για την είσοδο της πούτσας μου. Όταν μου το ζήτησε εκείνη, τότε της το έβαλα αργά - αργά, και μέχρι να χαθεί όλη η πούτσα μου μέσα της, ώσπου να βγάλει έναν αναστεναγμό ανακούφισης, ένα μακρόσυρτο «Αααααααχχχ». Για περίπου μισή ώρα την γάμησα μόνο από μπροστά, έχυσα κανονικά, χωρίς να την λερώσω και κάθισα δίπλα της.

-    «Αυτό ήταν;», με ρώτησε.

-    «Όχι μωράκι μου. Θα πάω σπίτι και μετά της δέκα το βράδυ, θα σου στείλω μήνυμα να βγούμε και να πάμε κάπου αλλού, από το σπίτι σου, κάπου που να μπορείς να φωνάζεις όσο θέλεις!», της απάντησα.

-    «Θα σε περιμένω…», μου είπε.

Εγώ, πήγα σπίτι, και αφού προφασίστηκα αντροπαρέα και κλαμπάκια, είπα στην γυναίκα μου ότι θα αργήσω να γυρίσω, χωρίς αυτή να καταλάβει κάτι πονηρό. Αμέσως έστειλα μήνυμα στην κουμπαρούλα μου κι αυτή μου απάντησε να πάω να την πάρω από το σπίτι της μιας και ο άντρας της, της είπε ότι τελικά θα έμενε στο χωριό. Πήγα, την έβαλα στο αυτοκίνητο και πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης.

Από τις έντεκα το βράδυ, μέχρι και τις πεντέμισι το πρωί είχαμε γίνει λιώμα στα γαμήσια. Όλη νύχτα γαμιότανε με τον πούτσο μου και δεν βαριόταν. Έβαλε πάνω στο κεφάλι του, μέλι, σοκολάτες και ότι άλλο έβρισκε για να κάνει το τσιμπούκι της πιο γλυκό όπως μου έλεγε. Και όταν έπινε τα χύσια μου, δεν άφηνε τίποτα να φύγει έξω από το καυλιάρικο στοματάκι της.

Το τελευταίο γαμήσι που της υποσχέθηκα, γύρω στις τεσσεράμισι το πρωί, ήταν από πίσω, πρώτη της φορά, αλλά της άρεσε, αφού φώναζε από πόνο και από καύλα και δεν τραβιότανε καθόλου για να βγάλει τον πούτσο μου από την κωλοτρυπίδα της. Γύρω στις εξίμισι, την άφησα στην είσοδο της οικοδομής όπου έμενε, δίνοντας μου ένα φανταστικό φιλί.

Ήταν υπέροχη η κουμπάρα μου, χώρια που είναι μουνάρα, είναι και πολύ καλή στα φιλιά. Ακόμη και κάτω από το σπίτι της είχε όρεξη για μια τελευταία πίπα, όπως μου είπε. Την άφησα να το παίξει λίγο και να το γλείψει, αλλά δεν ήταν δυνατόν να ξαναχύσω. Με είχε στραγγίσει. Έκτοτε, δεν βρεθήκαμε ούτε μόνοι αλλά ούτε και με παρέα. Απλά περιμένω να κάτσει η κατάλληλη ώρα για να ξαναπεράσω ένα υπέροχο γαμήσι με αυτό το εξωτικό κορμί.

(Copyright protected OW ref: 29011)