Η χωριατούλα πεθερά (3ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Μετά την πεθερά και την γυναίκα του, σειρά έχει για ξέσκισμα η κουνιάδα του Δήμου…

Η ιστορία:

Μετά τη βραδιά ακολασίας στο γάμο (με την πεθερούλα) και στο σπίτι (με τη γυναίκα μου), ήρθε το επόμενο πρωινό. Κυριακή πρωί. Η γυναίκα μου έφυγε στις 07:30 για τη δουλειά χαρούμενη και κουρασμένη από το βράδυ που πέρασε. Στις 08:00 σηκώθηκα κάπως κομμένος. Έκανα μπάνιο, αρωματίστηκα έφαγα ένα πλούσιο πρωινό, χυμούς έκανα κι ένα καφέ και κάθισα αναμένοντας το μικρό, ανυπεράσπιστο θύμα. Την κουνιάδα μου.
Στις 09:20 χτύπησε το κουδούνι. Μπήκε διστακτικά, ενώ εγώ την έγδυνα με τη ματιά μου.

-    «Καλημέρα Δήμο μου!», είπε και το κτητικό "μου" έβαλε φωτιά στο μοτέρ κάτω.

Φόραγε ένα λευκό πουκάμισο με τα κουμπιά έτοιμα να σπάσουν από την πίεση που δέχονταν κι από το πλάι φαινόταν το λευκό ενισχυμένο σουτιέν που φόραγε. Μια τζιν φούστα φθαρμένη ως στο γόνατο, μαύρο καλσόν και ένα ζευγάρι παλιομοδίτικες γόβες.

-    «Καλημέρα Μαρινάκι!», ανταπάντησα. «Κάθισε. Καφεδάκι;»

-    «Να πιούμε ένα…», είπε.

Ετοίμασα στα γρήγορα ένα νες και κάθισα δίπλα της στον καναπέ με το μαρκούτσι να με ενοχλεί. Το πίεσα λίγο και τα μάτια της έπεσαν φευγαλέα εκεί. Πήρε γρήγορα το βλέμμα της και μου είπε:

-    «Λοιπόν; Τι θα κάνουμε;», ρώτησε με αφέλεια.

-    «Σε ένα μήνα θα σου έχω βρει δουλειά γραφείου. Τα παιδιά θα τα κοιτάζει η μάνα σου και η πεθερά σου. Ταυτόχρονα θα σε στηρίζω κι εγώ αναλαμβάνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των εξόδων. Πάρε αυτά για τώρα κι εγώ εδώ είμαι πάλι…»

Έσπρωξα στο μέρος της ένα φάκελο που έστεκε στο τραπέζι με 2.000 ευρώ. Άνοιξε το φάκελο με τα κατοστάευρα και μου είπε:

-    «Είναι πολλά ρε Δήμο. Πώς θα στα γυρίσω;»

Τότε πέταξα την παγίδα.

-    «Και η αδερφή σου το ίδιο είπε, πως είναι πολλά. Αλλά δεν ξέρει τι έξοδα έχεις με άρρωστο άντρα και τρία παιδιά. Γι’ αυτό δεν την ήθελα στα πόδια μου σήμερα. Εξάλλου δεν τα θέλω πίσω».

Σκύλιασε που η αδερφή της έβαζε φρένο στη βοήθεια, φάνηκε στα μάτια της. Εγώ σηκώθηκα κι έφερα άλλα 1.000 ευρώ διπλωμένα και της είπα:

-    «Αυτά για να ψωνίσεις λίγα πράγματα για σένα, τώρα που θα αρχίσεις να βγαίνεις λίγο».

Πετάχτηκε και μου έδωσε ένα φιλί στο λαιμό κοντά στο αφτί. Οι βυζάρες της με πίεζαν στο στέρνο και η πούτσα μου είχε γίνει ανακόντα.

-    «Ξέρεις πόσες ανάγκες έχω ακάλυπτες;», με ρώτησε. «Μόνο τους άλλους να σκέφτομαι. Τα παιδιά, το Σταύρο.. τίποτα για μένα. Εσείς πως τα πάτε με την αδερφούλα;», μου είπε λίγο ειρωνικά.

Τα είχε πάρει στο κρανίο, αυτό ακριβώς που ήθελα.

-    «Η αδερφή σου θέλει μόνο έρωτα τρυφερό και ένα παιδί…», κλάφτηκα.

-    «Ενώ εσύ;»

-    «Εγώ θέλω παιδί, αλλά και καλό σεξ…», είπα.

Άπλωσα το χέρι μου στους ώμους της χαϊδεύοντας την.

-    «Αλήθεια και συγγνώμη για το θάρρος, αλλά ενήλικες είμαστε.. Εσύ πως την παλεύεις; Σεξουαλικά εννοώ. Είσαι μια γυναίκα στα καλύτερα της για σύντροφος».

Χαμογέλασε.

-    «Ε, δεν καταλαβαίνεις;», είπε.

Ο πούτσος μου έγινε πελώριος, έτοιμος να βγει έξω από την πιτζάμα.

-    «Δονητή;», τη ρώτησα.

Απάντησε καταφατικά μένοντας με σκυμμένο κεφάλι. Πήρα φόρα και τραβώντας πιτζάμα και βρακί με το αριστερό πέταξα έξω τον περήφανο τσολιά κρατώντας τον στο δεξί μου χέρι και της είπα:

-    «Και τι σχέση έχει ο άψυχος δονητής μπροστά σε ένα τέτοιο ολοζώντανο μαδέρι;»

Ανασήκωσε το κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια και ρώτησε σαν υπνωτισμένη:

-    «Για μένα σηκώθηκε τόσο Δήμο;»

-    «Για σένα και περιμένει να το αξιοποιήσεις…», απάντησα.

Την έπιασα απ’ το σβέρκο και την οδήγησα στο παλαμάρι μου. Λίγο πριν το πάρει στο στοματάκι είπε:

-    «Αφού τέτοιο πούτσο δεν τον χαίρεται η αδερφούλα μου, θα τον χαρώ εγώ που μου λείπει…»

Άρχισε με την γλωσσίτσα της να γυαλίζει το πουτσοκέφαλο και μετά όλο το μακρινάρι. Κάθισε στα γόνατα και τρομπάριζε ενώ προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το πουκάμισο. Την έπιασα απ’ τα μαλλιά κι άρχισα να της γαμάω το στόμα.

-    «Ένα χρόνο αγάμητη μωρό μου;»

-    «Μμμμ…», απάντησε καταφατικά κοιτάζοντας με μπουκωμένοι.

Την σήκωσα πάνω, της έβγαλα πουκάμισο, φούστα, γόβες, σουτιέν και την έσυρα απ’ το χέρι στην κρεβατοκάμαρα. Της έσκισα το καλσόν τρία κομμάτια κι έπιασα το μπλε στρινγκάκι με τα δόντια μου και το έκοψα στα δυο. Ένα του κομμάτι κρέμονταν μπροστά κι ένα πίσω. Ένα όμορφο γούνινο χνουδάκι ξεπρόβαλλε πάνω από τη σχισμή σε τριγωνικό σχήμα.

-    «Ο άντρας σου σε γαμούσε ή σου έκανε έρωτα;»

-    «Μόνο έρωτα…», απάντησε βραχνιασμένη.

-    «Σήμερα όμως θα φας γαμήσι χοντρό. Θες μωρή πουτανίτσα;»

-    «Το θέλω πολύ!»

Έσκυψα στο μουνί της και με τη γλώσσα μου έκανα παιχνίδια που δεν είχε ξαναδεί. Τα ζουμιά της ξεχύνονταν στο στόμα μου ποτάμια. Τα έγλειφα, τα σκούπιζα με τη γλώσσα μου και της τα έφτυνα μαζεμένα. Είχε τρελαθεί.

-    «Έλα!», μου φώναξε. «Δεν αντέχω άλλο, σε θέλω...», είπε κι έβαλε το δάχτυλο της τρίβοντας γρήγορα την κλειτορίδα της.

-    «Δεν αρκεί να με θες, πρέπει να με παρακαλέσεις, για να δεις φως…»

Το δάχτυλο της έτριβε την κλειτορίδα λες και ήθελε να την μετακινήσει.

-    «Μην παίζεις άλλο ρε γαμιόλη μαζί μου. Χώσ’ τον μου. Θα τρελαθώ!»

-    «Πες το μωρή πουτάνα!», φώναξα και της έριξα ένα σκαμπίλι στα κωλομέρια.

-    «Σε παρακαλώ πουτσαρά μου, γάμησε με! Ξεφτίλισε με! Πήδα με σαν πουτάνα! Κάνε με ότι θες!»

Τον έβαλα σιγά - σιγά να νιώσει όλο του το μήκος πόντο - πόντο. Σταμάταγα λίγο και συνέχιζα να βάζω. Τράβαγε τα μαλλιά της, έτριβε τα βυζιά της, ανασήκωνε τη λεκάνη της και ξεφύσαγε.

-    «Πόσο είναι ρε πούστη; Θα μου το βγάλεις απ’ το στόμα!», φώναξε.

Άρχισα να μπαινοβγαίνω γρήγορα.

-    «Χύνωωωωω!!!», φώναξε. «Πάρτα πουτσαρά μου! Πάρε τα χύσια μου στο γλυκό σου το καυλί. Στο λούζω!», έλεγε και βαριανάσαινε.

Ένιωσα τον κόλπο της λίμνη κι εγώ συνέχιζα πιο γρήγορα και πιο γρήγορα μέχρι που τον έβγαλα από μέσα της, την έβαλα να ανοίξει το στόμα και της τα έριξα όλα μέσα.

-    «Κατάπιε τα μωρή! Ξεπατωμένη πατσαβούρα!», είπα.

Με δυο συσπάσεις εξαφάνισε κάθε ίχνος σπέρματος απ’ τη στοματική της κοιλότητα και μου το έδειχνε περήφανη. Της άρεσε. Το έβλεπα ότι της άρεσε να την βρίζω, να την ταπεινώνω και να την ξεφτιλίζω. Είχε μπουχτίσει συμβατικό έρωτα. Μετά από δέκα λεπτά χάδια έπεσε στο καυλί μου και ρούφαγε σαν σκούπα. Μόλις είδε ότι ήταν έτοιμος, στήθηκε από μόνη της στα τέσσερα και είπε:

-    «Βάλε μου φωτιά!»

Ξεκίνησα να της γαμάω δαιμονισμένα το μουνί και ξαφνικά τον τράβηξα και πίεζα στην κωλοτρυπίδα. Αυτή κουνιόταν δεξιά - αριστερά γιατί πονούσε.

-    «Είμαι παρθένα από ‘κει…», μου είπε.

-    «Κανένας δεν κάνει τη σκατοδουλειά του γαμότο;», γκρίνιαξα.

Την στερέωσα και βάζοντας κωλοδάχτυλο με χύσια και σάλια, την ετοίμασα. Χτύπησα τα κωλομέρια της τρεις με τέσσερις φορές με το βαρύ εργαλείο κι έσπρωξα μέχρι που βρέθηκα μέσα της.

-    «Αχχχ… Ωχχχ… Τι μου έκανες; Αχχχχ… Πονάωωω!!!»

Άρχισα να κινούμαι μέσα της απαλά μπρός - πίσω και πότε - πότε έσπρωχνα για διάνοιξη. Ο πόνος γινόταν πιο γλυκός κι αυτή γρύλιζε από πόνο κα ηδονή. Μόλις ο μετροπόντικας μπήκε μέχρι εκεί που μπορούσε, άρχισε ένα ταχύτατο χορευτικό μέσα - έξω. Σε ένα λεπτό της έριξα τόσο καυτό υλικό, που όταν τον τράβηξα έξω η σούφρα της που ήταν σαν δίευρο πια, έβγαζε άσπρα παχύρρευστα υγρά. Έσβησε εκεί και κοιμήθηκε κρατώντας με αγκαλιά.

Σε δώδεκα ώρες είχα γαμήσει πεθερά και δυο κόρες. Ήταν και οι τρεις τους δικές μου τώρα. Ήμουν ο Αφέντης τους. Τους είχα γαμήσει το σόι.

Ελπίζω να σκέφτεστε τις δικές πεθερές.
Όλα γίνονται!

(Copyright protected OW ref: 28591)