Η χωριατούλα πεθερά (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ακόμα ένα γαμήσι με την πεθερά που τρελαίνεται για ξέσκισμα, περιμένει τον φίλο μας. Έλα όμως που στη σειρά θα περιμένει και η γυναίκα του. θα τα καταφέρει άραγε ο Δήμος να τις ικανοποιήσει και τις δυο αχόρταγες;

Η ιστορία:

Μετά από το πρώτο γαμήσι με την πεθερά μου, περίμενα τις αντιδράσεις της και είχα βάλει στόχο να την χρησιμοποιήσω για να βρεθώ κοντά στην κουνιάδα μου (την αδερφή της γυναίκας μου).

Η κουνιάδα μου είναι 32 χρονών, η γυναίκα μου 34 κι εγώ 36. Παρότι μικρότερη από την γυναίκα μου, παντρεύτηκε πρώτη και έχει τρία παιδιά. Ο άντρας της ένα καλό παιδί από το χωριό, μεροκαματιάρης. Πριν ένα χρόνο είχε εργατικό ατύχημα. Έπεσε από ύψος πέντε μέτρων και έκανε τη μέση του θρύψαλα. Έκανε ήδη δυο χειρουργεία και εκκρεμούν κι άλλα. Εδώ κι ένα χρόνο δεν κουνάει τίποτα από το λαιμό και κάτω αλλά αντιλαμβάνεται τα πάντα. Να πω εδώ ότι έχουν μεγάλη διαφορά με την κουνιάδα μου, ένεκα που αυτός είναι 46 χρονών.

Τέλος πάντων, τον τελευταίο καιρό όλη η οικογένεια έχουμε πέσει καταπάνω και βοηθάμε, γιατί είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση με τρία παιδιά. Εγώ ιδιαίτερα με την γυναίκα μου είμαστε συνέχεια δίπλα τους, μιας κι έχουμε την δυνατότητα (οικονομικά) να τους στηρίξουμε για όσο χρειαστεί. Η κουνιάδα μου στέκει βράχος για τον άντρα της και τα παιδιά της, αλλά δείχνει να κουράστηκε ήδη πολύ. Στα 32 της δείχνει μεγαλύτερη από την γυναίκα μου. Μοιάζει την πεθερά μου. Είναι 1.68, νταρντανογυναίκα, με καμπύλες, μεγάλα βυζόμπαλα, κωλάρα και σαρκώδη χείλη. Τελευταία, όποτε πηγαίνουμε, ρίχνεται πάνω μου, με αγκαλιάζει και μου λέει:

-    «Αν δεν ήσασταν εσείς, δεν θα είχαμε ούτε για γάλα, μόνο με την αναπηρική».

Σημειωτέον ότι κάθε φορά που πάω της βάζω στο χέρι πότε 500, πότε 1.000 ευρώ κι αυτή κλαίγοντας μ’ αγκαλιάζει και με φιλάει στα μάγουλα. Το Σάββατο που μας πέρασε ήμασταν καλεσμένοι σε γάμο όλοι. Τα πεθερικά μου, η κουνιάδα μου κι εμείς. Η κουνιάδα μου δεν ήθελε να έρθει, αλλά η γυναίκα μου την έπεισε να βγει να ξεφύγει λίγο και να αφήσει την πεθερά της με τα παιδιά και τον άντρα της. Έτσι και έγινε. Κατά τις επτά την συναντήσαμε στην εκκλησία.

-    «Καλά έκανες και ήρθες Μαρινάκι!», της είπα. «Να δεις λίγο κόσμο, να ξεφύγεις λίγο. Ότι είναι να κάνεις, το κάνεις και με το παραπάνω. Τριάντα χρονών γυναίκα είσαι!», και έριξα το κομπλιμέντο μου.

-    «Ναι Μαρίνα μου, έχει δίκιο ο Δήμος!», είπε η γυναίκα μου και πήγε να χαιρετίσει κάτι γνωστούς.

Η Μαρίνα γύρισε και μου είπε:

-    «Εγώ δείχνω για τριάντα; Μάλλον για πενήντα μ’ αυτά που περνάω. Η αδερφή μου ήτανε τυχερή που βρήκε εσένα και την ξανανιώνεις…», είπε με λίγη δόση ζήλιας. «Εγώ είμαι καμένη Δήμο».

Φαινόταν να μπαίνει σε κατάθλιψη, χρειαζόταν ένα γερό σοκ. Κάτι να της δώσει θάρρος, κίνητρο και στήριξη κάθε είδους.

-    «Κοίταξε να δεις…», της είπα, πιάνοντας την από το χέρι και ταρακουνώντας την. «Όσο είμαι εγώ δυνατός δεν θα αφήσω ούτε τα παιδιά σου να πεινάσουν, ούτε εσένα να σου λείψει τίποτα και θα κάνω και τα απαραίτητα να γίνει ο Σταύρος καλά. Μόνο που θέλω να μ’ ακούς».

Είχε μείνει μαρμαρωμένη να κοιτάει αυτόν που την διαφέντευε σιγά - σιγά. Η δύναμη όσων της είπα φάνηκε στην επόμενη της φράση.

-    «Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Ότι θες θα γίνεται. Έχω κρεμαστεί πάνω σου. Δεν ξέρω πόσο θα μ’ αντέξεις…»

-    «Μη σε νοιάζει, εγώ είμαι εδώ για σένα γιατί σας νοιάζομαι και σ’ αγαπώ (το τελευταίο το είπα πιο χαμηλόφωνα, υπήρχε κόσμος γνωστός γύρος). Και συνέχισα: «Αύριο η αδερφή σου έχει εφημερία (νοσηλεύτρια). Θα βρεις τρόπο να έρθεις στην πόλη να κουβεντιάσουμε ήρεμα το πλάνο των επόμενων μηνών. Και κάτι ακόμα: Θα σε παίρνουμε μαζί μας η’ αρχίσεις να βγαίνεις λίγο. Δεν θα σ’ αφήσω να μαραζώσεις σ’ ένα σπίτι μαυσωλείο. Αν θα ‘σαι εσύ χαρούμενη αυτό θα αντανακλά στα παιδιά πρωτίστως και στο Σταύρο. Αρκετή θλίψη ζήσατε».

Με λάτρευε, με κοίταζε με δέος που ήμουν τόσο δυναμικός και οργανωτικός. Και κυρίως που σκεφτόμουν τόσο τα παιδιά της κι εκείνη. Ήμουν αρκετά έξυπνος κι εγωπαθής ώστε να χειρίζομαι εύκολα τέτοιες καταστάσεις.

-    «Αύριο λοιπόν σε περιμένω. Επανήλθα και τσιμουδιά σε κανέναν».

-    «Τάφος!», είπε και χαμογέλασε.

Μπήκαμε στην εκκλησία για το μυστήριο και κατόπιν τραβήξαμε για το κέντρο, όπου θα βρίσκαμε τα πεθερικά μου. Η γυναίκα μου ήταν μες στην τρελή χαρά, που θα έσμιγε με τους δικούς της και που αντιλαμβανόταν πόσο με λογάριαζαν και μ’ αγαπούσαν το σόι της. Τέτοια ήταν η χαρά της που ενώ οδηγούσα άπλωσε το χέρι της και χαϊδεύοντας το κοιμισμένο φίδι είπε:

-    «Μωρό μου, μην ποιείς πολύ απόψε. Το βράδυ σε θέλω ντούρο. Θα σου κάνω τρελίτσες…»

«Άλλο και τούτο!», σκέφτηκα. «Δεν θα τις προλαβαίνω!».

-    «Αν είναι για πραγματικές τρελίτσες να μην πιω…», της είπα.

-    «Καλά, θα δεις…», είπε και μου έκλεισε το μάτι. «Θα σε κάψω στην κόλαση!»

Τρελάθηκα! Ο πούτσος μου πετάχτηκε σαν αγγούρι. Αυτή το είδε, φίλησε το χέρι της και το ακούμπησε στο καυλί μου αφήνοντας υποσχέσεις. Η γυναίκα μου ήταν πολύ όμορφη, αλλά δεν είχε την σπιρτάδα που έδειχνε αυτή τη στιγμή. Φτάσαμε στο κέντρο κι εγώ προσπαθούσα να βολέψω το αγγούρι να μη φουσκώνει τόσο. Η Παυλίνα (το όνομα της γυναίκας μου) ξέσπασε σε γέλια. Μπήκαμε μέσα και μας έδειξαν το τραπέζι που καθόταν τα πεθερικά μου και η κουνιάδα μου.

-    «Καλώς τους!», πετάχτηκε ο πεθερός μου όλο χαρά.

Η πεθερά μου τον κοίταξε υποτιμητικά και χαμογέλασε σ’ εμάς. Αρχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε, εγώ με μέτρο, σκεφτόμενος τις συζυγικές υποχρεώσεις, ο πεθερός μου ρούφαγε όλο χαρά, η πεθερά μου τον αγριοκοίταζε και οι αδερφές κουβεντιάζανε, ενώ η Μαρίνα γύριζε πότε - πότε και μου έριχνε βλέμμα σαν χάδι. Φόραγε ένα στενό λαμέ παντελόνι και μια λευκή μπλούζα με στρας που περιέγραφε τα ολοστρόγγυλα μπαλόνια της, κληρονομιά απ’ τη μάνα της. Η γυναίκα μου είχε πολύ μικρότερο στήθος μα σφριγηλό και στητό σαν έφηβης. Η πεθερούλα φορώντας μοβ φόρεμα ως το γόνατο ανίχνευε κάθε μου ματιά.

Η ώρα πέρναγε η πεθερά μου μίλαγε ασταμάτητα με την κουνιάδα μου, ενώ ο πεθερός μου με την γυναίκα μου χόρευαν στην πίστα με γνωστούς. Η πεθερά και η κουνιάδα μου κάθε τόσο γύριζαν και με κοίταζαν κι εγώ τους χαμογελούσα. Είδα έναν ξάδερφο αγαπητό της γυναίκας μου και κατευθύνθηκα να τον χαιρετίσω. Μιλήσαμε λίγο και επειδή δίπλα ήταν η σκάλα που κατέβαζε στις τουαλέτες είπα να ρίξω μια πούτσα κάτουρο να ξαλαφρώσω. Μόλις τον τίναξα και βγήκα είδα την πεθερά μου να στέκει στις γυναικείες, που ήταν άδειες. Μου έκανε νεύμα να την ακολουθήσω. Την άφησα μπήκε κι αφού κοίταξα τριγύρω προχώρησα μπήκα κι εγώ κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ευτυχώς ήταν μεγάλος ο χώρος.

-    «Δεν αντέχω άλλο…», μου είπε. «Δεν πήρες τηλέφωνο, ούτε μήνυμα έστειλες».

-    «Μην κάνεις σαν πιτσιρίκα. Η κόρη σου θέλει γαμήσι απόψε. Πρέπει να είμαι έτοιμος…», της λέω.

-    «Προέχει η μαμά…», λέει και πέφτει στα γόνατα μπροστά μου. «Θέλω το μαρκούτσι στο στόμα μου, τώρα. Θα τα καταφέρεις εσύ και με τη μικρή. Κάνε το χρέος σου τώρα στην πεθερούλα».

Η χωριατούλα έψαχνε τη στιγμή και δεν θα μ’ άφηνε να ξεφύγω. Ήδη μου κατέβαζε το φερμουάρ. Τον έβγαλα έξω πρησμένο, έτοιμο να τρυπήσει τοίχο και τον κράτησα επιδεικτικά στο χέρι μου με το πουτσοκέφαλο να την σημαδεύει στο στόμα. Αυτή ξερόγλειφε τα χείλια της.

-    «Θα στον δώσω μόνο αν μου πεις τι λέγατε με την Μαρίνα και με κοιτάζατε».

-    «Γιατί τόση περιέργεια;», απάντησε πονηρεμένη και λίγο αγριεμένη.

-    «Γιατί στην εκκλησία την είδα σχεδόν σε κατάθλιψη και της είπα ότι πρέπει να αρχίσει να βγαίνει λίγο μαζί μας και ότι εμείς θα είμαστε κοντά της. Φοβάμαι μήπως με παρεξήγησε και της φάνηκε κάπως…»

Η βλαχούλα τσίμπησε.

-    «Τι να παρεξηγήσει; Αυτή πίνει νερό στ’ όνομα σας. Λίγα είναι αυτά που κάνετε γι’ αυτούς; Πρέπει να σας ακούει σε ότι τη συμβουλεύεται. Ο άντρας της δεν είχε δεκάρα στην άκρη. Αν δεν ήσουν εσύ και η Παυλίνα θα πέθαιναν της πείνας. Σας χρωστάει πολλά».

-    «Αυτό μην το ξαναπείς, αλλά θέλω να της ξεκαθαρίσεις σαν μάνα…», έλεγα και κούναγα το καυλί μου, μπροστά στο στόμα της. «…πως ότι κάνουμε είναι για το καλό της και των παιδιών της. Αρκεί να μ’ ακούει και δεν θα βγει χαμένη. Δουλειά θα της βρω, εμείς θα τους ενισχύουμε και θα βγουν απ’ την δύσκολη κατάσταση. Πάρτον τώρα και ρούφα τον! Είσαι καλό κορίτσι…»

Όρμηξε και τον κατάπιε. Τον έβαλε τον μισό στο στόμα και πνίγηκε. Ήσυχα της έκανα νόημα, να μην ξεχάσει που είμαστε, γιατί είχαν γυρίσει τα μάτια της ανάποδα. Της έτρεχαν τα σάλια με το παλούκι στο στόμα. Ρούφαγε κι έγλειφε σαν τρελή.

-    «Δεν θα σε γαμήσω απόψε. Θα αργήσουμε. Υπόσχομαι όμως να έρθω μια μέρα στο χωριό να σου κάνω τις τρύπες χωνιά!», είπα.

-    «Λίγο… Μόνο δυο φορές κάρφωσε μου τον, να μου φύγει η κάψα ψωλαρά μου. Σε παρακαλώ…»

Άκουσα αυτό που ήθελα. Την γύρισα να ακουμπήσει στο νιπτήρα, σήκωσα το φόρεμα στη μέση, της κατέβασα το βρακί της στα γόνατα και με μια κίνηση, αφού της έκλεισα το στόμα, της τον κάρφωσα στον πάτο. Μούγκρισε και μου σάλιωσε το χέρι. Την κράτησα από τη μέση και μπαινοβγήκα οκτώ με δέκα φορές σαν δαιμονισμένος. Τράβηξα το καυλί μου που ήταν μούσκεμα από τα ζουμιά της γριάς κότας, το έβαλα με δυσκολία ξανά στο παντελόνι και της είπα:

-    «Φτάνει γι’ απόψε. Έχω να τακτοποιήσω κι άλλο λογαριασμό».

Είχε μείνει στο νιπτήρα όπως την άφησα, με το μουνί φαρδύ - πλατύ ανοιχτό, ξεχαρβαλωμένο.

-    «Φτιάξου λίγο κι έλα σε πέντε λεπτά. Μη μας πάρουν πρέφα…»

-    «Θα περάσει καλά η κόρη μου απόψε! Μου χρωστάς…», είπε και με κοίταξε με θολά μάτια.

-    «Σου χρωστάω γαμήσι βασιλικό!», της αντιγύρισα κι έφυγα.

Πήγα κάθισα ξανά στο τραπέζι. Η κουνιάδα μου ήταν μόνη της και κουτσόπινε στα χαμένα. Οι άλλοι ακόμα χόρευαν. Η μουσική έπαιζε στη διαπασών.

-    «Αύριο…», της είπα κι έγνεψε «Ναι».

Σε λίγο ήρθε και η πεθερούλα.

-    «Πού είσαι ρε μάνα;», τη ρώτησε η κουνιάδα μου.

-    «Βρήκα την ξαδέρφη μου τη Ρένα όπως έβγαινα από την τουαλέτα και τα λέγαμε».

Γάτα η καυλοπεθερά! Σε λίγο μαζεύτηκαν και οι άλλοι και φύγαμε. Η γυναίκα μου, μου χάιδευε τον πούτσο μέχρι το σπίτι. Ήμουν έτοιμος να χύσω όταν πάρκαρα, ερεθισμένος κι από το μισό γαμήσι στο κέντρο με την πεθερά.

Ανεβήκαμε πάνω και η Παυλίνα μου έκανε το γαμήσι της ζωής της. Τσιμπούκια, γλειφομούνια, πισωκολλητά, φουλ πρόγραμμα. Την έχυσα δυο φορές κι αυτή άλλες δυο. Ήταν σε παράκρουση. Άρχισα να ανησυχώ πως θα καταφέρω την κουνιαδούλα την επόμενη. Είχα σύμμαχο όμως τον ένα χρόνο της αγαμίας της!

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 28515)